Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

...Στην αφετηρία...  
 
 Στο φουτουριστικό διήγημα «Ανθρώπινες στιγμές στον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο» του Ντον Ντελίλλο (Αγγελος Εσμεράλντα. Εννέα ιστορίες, Μτφ. Ελένη Γιαννακάκη, Εκδ. Εστία, 2014), που γράφτηκε το 1983, παρακολουθούμε δύο αστροναύτες σε τροχιά ενώ έχει ήδη ξεσπάσει ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, να περνούν τις ατέλειωτες ώρες της αναγκαστικής τους απομόνωσης, άλλοτε συζητώντας για τις ειρηνικές στιγμές του παρελθόντος, άλλοτε φιλοσοφώντας κι άλλοτε ακούγοντας ραδιοφωνικές φωνές από τον μακρινό εικοστό αιώνα. Η αίσθηση της απομόνωσης είναι κυρίαρχη στο διήγημα και, παρόλο που οι δύο πρωταγωνιστές του αλληλεπιδρούν με τον υπόλοιπο κόσμο, μοιάζουν, ωστόσο, αποκομμένοι από την πραγματικότητα και βιώνουν μια κατάσταση αποστασιοποίησης από τα γεγονότα, που με τη σειρά της δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περισσότερους φιλοσοφικούς προβληματισμούς: Τη διερεύνηση των αιτίων και των αιτιατών της ανθρώπινης κακοδαιμονίας αλλά και την ασημαντότητα, τελικά, του ανθρώπου μέσα στη μεγαλοσύνη του σύμπαντος.   
 

 
   Σημείωση για τον Βόλμερ. Δεν περιγράφει άλλο πια τη γη σαν υδρόγειο σφαίρα ή σαν χάρτη που ζωντάνεψε, σαν συμπαντικό οφθαλμό που ατενίζει το αχανές διάστημα. Αυτό το τελευταίο ήταν η πιο φιλόδοξη εικονοποιητική του προσπάθεια. Ο πόλεμος άλλαξε τον τρόπο που βλέπει τη γη. Η γη είναι χώμα και νερό, ο χώρος κατοικίας του θνητού ανθρώπου, με όρους λεξικού για προχωρημένους. Δεν τη βλέπει πια (ανεμοστροβιλισμένη, θαλασσοφωτισμένη, να αποπνέει ζέστη και καταχνιά και χρώμα) σαν ευκαιρία για μια γλώσσα γλαφυρή, για παιχνίδι αναψυχής ή για προβληματισμούς.
   Στα διακόσια είκοσι χιλιόμετρα βλέπουμε την ουρά που αφήνουν πίσω τους τα πλοία και τα μεγαλύτερα αεροδρόμια. Παγόβουνα, βέλη αστραπών, αμμόλοφους. Επισημαίνω ροές λάβας και ψυχρούς κυκλώνες. Εκείνη η ασημένια κορδέλα λίγο έξω από τις ιρλανδικές ακτές, του λέω, είναι πετρελαιοκηλίδα.
   Αυτή είναι η τρίτη μου αποστολή σε τροχιά, του Βόλμερ η πρώτη. Είναι μηχανολογική ιδιοφυΐα, ιδιοφυΐα στις επικοινωνίες και τα όπλα, και άλλα ίσως είδη ιδιοφυΐας. Ως ειδικός της αποστολής, είμαι ευτυχής που διευθύνω. (Η λέξη ειδικός, σύμφωνα με την παραδοσιακή χρήση της Διοίκησης του Κολοράντο, εδώ αναφέρεται σε κάποιον που δεν έχει ειδικότητα.) Το διαστημόπλοιό μας είναι πρωτίστως σχεδιασμένο να συλλέγει μυστικές πληροφορίες. Η εξέλιξη της τεχνικής για την καύση των κβάντων μάς επιτρέπει να κάνουμε συχνές αναπροσαρμογές τροχιάς  χωρίς να εκτοξεύουμε κάθε φορά πυραύλους. Αιωρούμαστε σε υψηλές ευρείες τροχιές βολής, η γη ολόκληρη σαν ψυχικό μας φως, για να επιθεωρούμε μη επανδρωμένους και πιθανόν εχθρικούς δορυφόρους. Περιφερόμαστε σφιχτά, εφαρμοστά, ρίχνοντας από κοντά ματιές στις δραστηριότητες σε απάτητες περιοχές της επιφάνειας.
   Η απαγόρευση των πυρηνικών όπλων έκανε τον κόσμο ασφαλή στον πόλεμο.
   Προσπαθώ να μην κάνω βαρύγδουπες σκέψεις ούτε να υποκύπτω σε ασυνάρτητες αφαιρέσεις. Αλλά η ανάγκη για κάτι τέτοιο μερικές φορές με ξεπερνά. Η τροχιά γύρω απ' τη γη βάζει τους ανθρώπους σε φιλοσοφική διάθεση. Πώς μπορούμε να το αποφύγουμε; Βλέπουμε τον πλανήτη ολόκληρο, έχουμε προνομιακή θέα. Προσπαθώντας να στεκόμαστε στο ύψος της εμπειρίας, τείνουμε να μπαίνουμε σε περισυλλογή για σημαντικά ζητήματα, όπως η ανθρώπινη κατάσταση. Αυτό κάνει τον άνθρωπο να νιώθει παγκόσμιος, καθώς πλέει πάνω από τις ηπείρους, βλέπει την άκρη του κόσμου, μια γραμμή τόσο καθαρή όσο το τόξο που διαγράφει ένας διαβήτης, γνωρίζοντας πως είναι μόνο λίγες μοίρες στην καμπύλη μέχρι το λυκόφως του Ατλαντικού, μέχρι τις τουλούπες από ίζημα και τις πρασιές με τα φύκια, μια αλυσίδα από νησιά που λαμπυρίζει στη θάλασσα το σούρουπο.
   Λέω στον εαυτό μου πως είναι μόνο τοπίο. Θέλω να σκέφτομαι τη ζωή μας εδώ ως κανονική, ως ένα τακτοποιημένο νοικοκύρεμα μια απίθανη αλλά λειτουργική διευθέτηση που προκλήθηκε από έλλειψη διαθέσιμων σπιτιών ή από ανοιξιάτικες πλημμύρες στην πεδιάδα. 
   
   Ο Βόλμερ κάνει τις λίστες ελέγχου του συστήματος και πάει στην αιώρα του να ξεκουραστεί. Είναι είκοσι τριών χρονών, ένα αγόρι με μακρουλό κεφάλι και κοντοκουρεμένα μαλλιά. Μιλάει για τη βόρεια Μινεσότα καθώς βγάζει τα πράγματα από τη θήκη με τα προσωπικά του είδη και τα βάζει σε μια παρακείμενη επιφάνεια από βέλκρο για να τα επιθεωρήσει με μια τρυφερή ματιά. Έχω ένα ασημένιο δολάριο του 1901 στα δικά μου προσωπικά είδη. Σχεδόν τίποτα άλλο αξιοσημείωτο. Ο Βόλμερ έχει φωτογραφίες από την τελετή αποφοίτησης, καπάκια από μπουκάλια, μικρές πέτρες από την πίσω αυλή του σπιτιού του. Δεν ξέρω αν ο ίδιος τα διάλεξε αυτά τα αντικείμενα ή αν του τα φόρτωσαν οι γονείς του που φοβόνταν ότι η ζωή του στο διάστημα δεν θα είχε ανθρώπινες στιγμές.
   Οι αιώρες μας είναι ανθρώπινες στιγμές, υποθέτω, αν και δεν ξέρω κατά πόσο η Διοίκηση του Κολοράντο τις εννοούσε έτσι. Τρώμε χοτ ντογκ και παστέλι με αμύγδαλα και βάζουμε λιποζάν, ως μέρος της λίστας με δουλειές που πρέπει να κάνουμε πριν κοιμηθούμε. Φοράμε παντόφλες στην κονσόλα βολής. Η ζέρσεϊ ποδοσφαιρική μπλούζα του Βόλμερ είναι μια ανθρώπινη στιγμή. Υπερβολικά φαρδιά, μοβ και άσπρη, από πολυέστερ, με τον αριθμό 79, που ταιριάζει σε μεγάλο άνθρωπο, ένας πρώτος αριθμός χωρίς καμιά ιδιαίτερη διάκριση, που τον κάνει να δείχνει σαν να έχει κυρτούς ώμους, αφύσικα μακρύ κορμό.
   «Ακόμη με πιάνει κατάθλιψη τις Κυριακές», λέει.
   «Έχουμε Κυριακές εδώ πέρα;»
   «Όχι, αλλά εκεί τις έχουν και ακόμη τις νιώθω. Πάντα ξέρω πότε είναι Κυριακή».
   «Γιατί σε πιάνει κατάθλιψη;»
   «Ο αργός ρυθμός της Κυριακής. Κάτι με το εκτυφλωτικό φως, τη μυρωδιά του ζεστού γρασιδιού, τη λειτουργία στην εκκλησία, τους συγγενείς που κάνουν επίσκεψη με τα καλά τους ρούχα. Η μέρα μοιάζει να μην περνάει με τίποτα».
   «Ούτε κι εμένα μου αρέσανε οι Κυριακές».
   «Ήταν αργόσυρτες αλλά όχι τεμπέλικα αργές. Ήταν μακρόσυρτες και ζεστές, ή μακρόσυρτες και κρύες. Το καλοκαίρι η γιαγιά μου έφτιαχνε λεμονάδα. Υπήρχε μια συγκεκριμένη ρουτίνα. Ολόκληρη η μέρα ήταν κάπως κανονισμένη εκ των προτέρων και η ρουτίνα δεν άλλαζε ποτέ. Η ρουτίνα της τροχιάς είναι διαφορετική. Σου δίνει ικανοποίηση. Δίνει στον χρόνο μας σχήμα και ουσία. Εκείνες οι Κυριακές δεν είχαν σχήμα, παρότι ήξερες τι θα ερχόταν, ποιος θα ερχόταν, τι θα λέγαμε όλοι μας. Ήξερες τις πρώτες λέξεις που θα έβγαιναν απ' το στόμα κάθε προσώπου πριν καν μιλήσει. Ήμουνα το μόνο παιδί στην παρέα. Οι άνθρωποι χαίρονταν που μ' έβλεπαν. Συνήθως ήθελα να κρυφτώ».
   «Ποιο το πρόβλημα με τη λεμονάδα;» ρωτώ.
   Δορυφόρος διαχείρισης μάχης, μη επανδρωμένος, αναφέρει δραστηριότητα με λέιζερ υψηλής ενέργειας στον τομέα Ντολόρες της τροχιάς. Βγάζουμε τις συσκευές μας λέιζερ και τις εξετάζουμε για μισή ώρα. Η διαδικασία βολής είναι περίπλοκη, κι επειδή η κονσόλα προβλέπει μόνο από κοινού λειτουργία, πρέπει να κάνουμε δοκιμές όλων των υφιστάμενων μέτρων με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή.
 
   Μια σημείωση για τη γη. Η γη έχει μέρα και τη νύχτα. Περικλείει μια σώφρονα και ισορροπημένη ποικιλία, μια φυσική εναλλαγή ξύπνου και ύπνου, ή έτσι φαίνεται σε κάποιον που έχει στερηθεί αυτήν την παλιρροϊκή επίδραση.
   Να γιατί το σχόλιο του Βόλμερ για τις Κυριακές στη Μινεσότα μού φάνηκε ενδιαφέρον. Ακόμη νιώθει, ή υποστηρίζει ότι νιώθει, ή νομίζει πως νιώθει, αυτόν τον εγγενώς συνδεδεμένο με τη γη ρυθμό.
   Οι άνθρωποι σε τόση απόσταση έχουν την εντύπωση πως τα πράγματα υπάρχουν στην ιδιαίτερη φυσική τους μορφή προκειμένου να αποκαλύπτουν την κρυμμένη απλότητα κάποιας πανίσχυρης μαθηματικής αλήθειας. Η γη μάς αποκαλύπτει την απλή υπέροχη ομορφιά της μέρας και της νύχτας. Βρίσκεται εκεί για να εμπεριέχει και να ενσωματώνει αυτά τα συμβάντα που υποπίπτουν στην αντίληψή μας.
 
   Ο Βόλμερ με το σορτς και τα σαμπό του τσόκαρα μοιάζει με κολυμβητή του λυκείου, σχεδόν άτριχος, ένας ατελής άνθρωπος που δεν έχει επίγνωση πως είναι γυμνός σε σκληρό εξονυχιστικό έλεγχο, που δεν έχει επίγνωση ότι στερείται τα μέσα, που στέκεται με τα χέρια σταυρωμένα σε μέρος με αντηχήσεις φωνών και αναθυμιάσεις χλωρίνης. Υπάρχει κάτι το ηλίθιο στον ήχο της φωνής του. Είναι πολύ άμεση, μια βαθιά φωνή που βγαίνει απ' τον ουρανίσκο, ελαφρώς επίμονη, λίγο βροντερή. Ο Βόλμερ ποτέ δεν είπε τίποτα ηλίθιο μπροστά μου. Απλώς η φωνή του είναι ηλίθια, βαριά και απόλυτα βαθιά, μια φωνή χωρίς διακύμανση ή ανάσα.
   Δεν είμαστε ο ένας πάνω στον άλλο εδώ μέσα. Το πιλοτήριο και η καμπίνα του προσωπικού είναι σοφά σχεδιασμένα. Το φαγητό είναι από μέτριο ώς καλό. Υπάρχουν βιβλία, βιντεοκασέτες, ειδήσεις και μουσική. Εκτελούμε τις χειρόγραφες λίστες εργασιών, τις προφορικές λίστες, τις εικονικές βολές, χωρίς ίχνος βαρεμάρας ή απροσεξίας. Αν όχι τίποτ' άλλο, με τον καιρό βελτιωνόμαστε στις υποχρεώσεις μας. Ο μόνος κίνδυνος είναι η συζήτηση.
   Προσπαθώ να κρατώ τις συζητήσεις μας στα καθημερινά. Φροντίζω να μιλάμε για μικροπράγματα, πράγματα ρουτίνας. Αυτό νομίζω ότι έχει μια λογική. Φαίνεται συνετή τακτική, υπό τις παρούσες συνθήκες, να περιορίζουμε τις κουβέντες μας σε συνηθισμένα ζητήματα, ασήμαντα ζητήματα. Θέλω να φτιάξω ένα πλαίσιο κοινοτοπίας. Αλλά ο Βόλμερ έχει την τάση να ανακινεί τεράστια θέματα. Θέλει να μιλάει για τον πόλεμο και τα όπλα του πολέμου. Θέλει να συζητάει για παγκόσμιες στρατηγικές, παγκόσμιες επιδρομές. Του λέω ότι τώρα που σταμάτησε να περιγράφει τη γη σαν συμπαντικό οφθαλμό, θέλει να τη βλέπει σαν ηλεκτρονικό παιχνίδι ή μοντέλο υπολογιστή. Με κοιτάει με ανέκφραστα μάτια και προσπαθεί να με μπάσει σε μια θεωρητική επιχειρηματολογία: επιλεκτικές, αποκλειστικά διαστημικές επιθέσεις ή καλά ελεγχόμενες επιχειρήσεις διαρκείας από ξηρά, θάλασσα και αέρα. Επαναλαμβάνει τα λόγια ειδικών, αναφέρει τις πηγές. Τι θα 'πρεπε να πω; Θα αντιπροτείνει ότι οι άνθρωποι είναι απογοητευμένοι στον πόλεμο. Ο πόλεμος μπήκε ήδη στην τρίτη του βδομάδα. Υπάρχει μια αίσθηση ότι έχει ήδη παλιώσει, έχει εξαντληθεί. Το συμπεραίνει απ' τα δελτία ειδήσεων που παίρνουμε από καιρού εις καιρόν. Κάτι στη φωνή του παρουσιαστή υποδηλώνει απογοήτευση, κούραση, μια αδιόρατη πικρία για - κάτι. Ο Βόλμερ έχει μάλλον δίκιο σ' αυτό. Το διαπίστωσα και μόνος μου στον τόνο της φωνής του παρουσιαστή, στη φωνή της Διοίκησης του Κολοράντο, παρότι οι ειδήσεις που φτάνουν ώς εμάς λογοκρίνονται, παρότι δεν μας λένε πράγματα που νομίζουν πως δεν πρέπει να γνωρίζουμε, στην ειδική κατάσταση που βρισκόμαστε, στην ευάλωτη και ευαίσθητη θέση μας. Με τον άμεσο και φαινομενικά ηλίθιο και απονήρευτα οξυδερκή του τρόπο, ο νεαρός Βόλμερ λέει πως στους ανθρώπους δεν αρέσει αυτός ο πόλεμος στον βαθμό που πάντα τους άρεσε και τους έτρεφε ο πόλεμος, ως μια ανυψωτική, μια περιστασιακή ένταση. Αυτό που με κάνει ν' αντιδρώ στον Βόλμερ είναι ότι συχνά έχει πεποιθήσεις ίδιες με τις βαθύτερες και εντελώς απρόθυμα διατηρημένες δικές μου. Καθώς βγαίνουν απ' αυτό το ήπιο πρόσωπο, μ' αυτήν την επίσημη, βαθιά, χωρίς παύσεις, φωνή, οι ιδέες αυτές με απογοητεύουν και με ανησυχούν, κάτι που ποτέ δεν συμβαίνει όταν δεν λέγονται. Θέλω οι λέξεις να είναι μυστικοπαθείς, ν' αγκιστρώνονται στο σκοτάδι ενδόμυχα. Η ειλικρίνεια του Βόλμερ αποκαλύπτει κάτι οδυνηρό.
 
   Δεν είμαστε και σε τόσο αρχικό στάδιο σ' αυτόν τον πόλεμο ούτε είναι τόσο νωρίς ώστε να μη διακρίνουμε νοσταλγικές αναφορές σε προηγούμενους πολέμους. Όλοι οι πόλεμοι συγκρίνονται με τους πολέμους του παρελθόντος. Πλοία, αεροπλάνα, ολόκληρες επιχειρήσεις παίρνουν ονόματα από αρχαίες μάχες, από απλούστερα όπλα, απ' ό,τι θεωρούμε ως συμπλοκές με ευγενέστερες προθέσεις. Αυτό εδώ το αναχαιτιστικό κατασκοπευτικών ονομάζεται Τόμαχοκ ΙΙ. Όποτε κάθομαι στην κονσόλα βολής, κοιτάζω μια φωτογραφία του παππού του Βόλμερ όταν ήταν νεαρός, ντυμένος με φαρδιά χακί ρούχα κι ένα ρηχό κράνος, να στέκεται σ' ένα γυμνό χωράφι, με τ' όπλο κρεμασμένο στον ώμο του. Αυτή είναι μια ανθρώπινη στιγμή, και μου θυμίζει ότι ο πόλεμος, μεταξύ άλλων πραγμάτων, είναι και μια μορφή νοσταλγίας.
 
   Δένουμε στον σταθμό διοίκησης, παίρνουμε φαγητό, ανταλλάσσουμε κασέτες. Ο πόλεμος πάει καλά, μας λένε, αν και μάλλον δεν γνωρίζουν πιο πολλά απ' ό,τι εμείς.
   Μετά χωριζόμαστε.
   Η μανούβρα είναι άψογη και νιώθω χαρούμενος και ικανοποιημένος, έχοντας ξαναποκτήσει ανθρώπινη επαφή με την κοντινότερη κατά το δυνατόν μορφή του έξω κόσμου, έχοντας ανταλλάξει εξυπνάδες κι αντρικές βρισιές, φωνές, ειδήσεις και φήμες - βόμβους, ποδοβολητά, κουτσομπολιά. Τακτοποιούμε τις προμήθειές μας από μπρόκολα και μηλίτη και κοκτέιλ φρούτων και πουτίγκα με μπάτερσκοτς. Έχω ένα αίσθημα θαλπωρής, καθώς φυλάω τα πολύχρωμα συσκευασμένα αγαθά, μια αίσθηση πλούσιας ευζωίας, την απτή καλοπέραση του καταναλωτή.
 
   Στο μπλουζάκι του Βόλμερ υπάρχει η λέξη ΕΠΙΓΡΑΦΗ.
   «Οι άνθρωποι είχαν ελπίσει να εμπλακούν σε κάτι ανώτερο απ' αυτούς τους ίδιους», λέει. «Νόμιζαν πως θα ήταν μια κρίση για όλους. Θα ένιωθαν μια αίσθηση κοινού σκοπού, κοινής μοίρας. Όπως μια χιονοθύελλα που τυλίγει μια μεγάλη πόλη -που όμως διαρκεί μήνες, διαρκεί χρόνια, παρασέρνοντας τον καθένα, δημιουργώντας ένα αίσθημα συναδέλφωσης εκεί όπου υπήρχε μόνο καχυποψία και φόβος. Άγνωστοι μιλάνε μεταξύ τους, τρώνε στο φως των κεριών όταν κόβεται το ρεύμα. Ο πόλεμος θα εξευγένιζε οτιδήποτε λέμε και κάνουμε. Ό,τι ήταν απρόσωπο θα γινόταν προσωπικό. Ό,τι ήταν ατομικό θα γινόταν συλλογικό. Αλλά τι συμβαίνει όταν η αίσθηση μιας κοινής για όλους κρίσης αρχίζει να εξασθενεί πολύ νωρίτερα απ' ό,τι όλοι περίμεναν; Αρχίζουμε να σκεφτόμαστε πως το συναίσθημα διαρκεί περισσότερο στις χιονοθύελλες».
 
   Σημείωση για τον επιλεκτικό θόρυβο. Σαράντα οκτώ ώρες πριν, έλεγχα τα δεδομένα στην κονσόλα της αποστολής, όταν μια φωνή παρεμβλήθηκε κατά την αναφορά μου στη Διοίκηση του Κολοράντο. Η φωνή ήταν χωρίς ενίσχυση, βαριά και με παράσιτα. Έλεγξα το ακουστικό μου, έλεγξα τους διακόπτες και τα φώτα. Δευτερόλεπτα μετά, το σήμα της διοίκησης επανήλθε και άκουσα τον αξιωματικό, υπεύθυνο για τη δυναμική της πτήσης, να μου ζητά να πατήσω το κουμπί που ρυθμίζει τις συχνότητες του περιττού ήχου. Το έκανα, αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να επανέλθει η ασθενής φωνή, μια φωνή που έβγαζε μια παράξενη και απροσδιόριστη σπαραχτικότητα. Κάπως όμως την αναγνώριζα. Δεν εννοώ πως ήξερα ποιος μιλούσε. Απλώς αναγνώριζα τον τόνο, τον συγκινητικό τόνο κάποιου μισολησμονημένου και τρυφερού γεγονότος, ακόμη και μέσα απ' τα παράσιτα, την ηχητική θολούρα.
   Εν πάσει περιπτώσει, η Διοίκηση του Κολοράντο ξανάρχισε τη μετάδοση σε λίγα δευτερόλεπτα.
   «Έχουμε αποκλίνει, Τόμαχοκ».
   «Αντιγράφουμε. Υπάρχει κάποια φωνή».
   «Έχουμε χοντρή ταλάντωση εδώ».
   «Υπάρχει κάποια παρεμβολή. Το 'χω γυρίσει σε περιττό ήχο, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι βοηθάει».
   «Καθαρίζουμε ένα εξωτερικό πλαίσιο για να εντοπίσουμε την πηγή».
   «Ευχαριστούμε, Κολοράντο».
   «Πιθανόν είναι απλώς επιλεκτικός θόρυβος. Είσαστε σε αρνητικό κόκκινο στο καντράν». 
   «Ήταν μια φωνή», τους είπα.
   «Μόλις πήραμε το οκέι για τον επιλεκτικό θόρυβο».
   «Άκουγα λέξεις, στα αγγλικά».
   «Αντιγράφουμε τον επιλεκτικό θόρυβο».
   «Κάποιος μιλούσε, Κολοράντο».
   «Και τι νομίζεις πως είναι ο επιλεκτικός θόρυβος;»
   «Δεν ξέρω».
   «Παίρνετε παροχή από κάποιο απ' τα μη επανδρωμένα σκάφη».
   «Αν δεν είναι επανδρωμένο, πώς μπορεί να στέλνει φωνή;»
   «Δεν είναι πραγματική φωνή, Τόμαχοκ. Είναι επιλεκτικός θόρυβος. Έχουμε πραγματική επιβεβαιωμένη τηλεμετρία σ' αυτό».
   «Έμοιαζε με φωνή».
   «Υποτίθεται πως μοιάζει με φωνή. Αλλά δεν είναι πραγματική φωνή. Είναι ενισχυμένη». 
   «Ακουγόταν μη ενισχυμένη. Έμοιαζε ανθρώπινη από κάθε άποψη».
   «Είναι σήματα που ξεχύνονται από τροχιά σύγχρονη μ' αυτήν της γης. Αυτή είναι η απόκλισή σας. Προσλαμβάνετε φωνητικούς κώδικες από είκοσι δύο χιλιάδες μίλια μακριά. Βασικά είναι δελτίο καιρού. Θα το διορθώσουμε, Τόμαχοκ. Στο μεταξύ, σας συμβουλεύουμε να παραμείνετε σε περιττό ήχο».
   Περίπου δέκα ώρες αργότερα ο Βόλμερ άκουσε τη φωνή. Μετά άκουσε δυο ή τρεις άλλες φωνές. Ήταν άνθρωποι που μιλούσαν, άνθρωποι που συζητούσαν. Μου έκανε νεύμα καθώς άκουγε, έδειξε τ' ακουστικά, μετά ανασήκωσε τους ώμους, άνοιξε τα χέρια για να δηλώσει έκπληξη και σάστισμα. Μέσα στον διάχυτο θόρυβο (όπως είπε αργότερα) δεν ήταν εύκολο να πάρω μια ιδέα του τι έλεγαν οι άνθρωποι. Τα παράσιτα ήταν συχνά, οι πληροφορίες κάπως φευγαλέες, αλλά ο Βόλμερ ανέφερε πόσο έντονη επίδραση είχαν αυτές οι φωνές, ακόμη κι όταν το σήμα ήταν πολύ αδύνατο. Ένα πράγμα μόνο γνώριζε: δεν ήταν επιλεκτικός θόρυβος. Μια δόση αγνότατης, γλυκύτατης λύπης ξεχυνόταν από το μακρινό διάστημα. Δεν ήταν σίγουρος, αλλά νόμιζε πως υπήρχε επίσης στο βάθος ένας θόρυβος που αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της συζήτησης. Γέλιο. Ο ήχος ανθρώπων που γελούν.
   Σε άλλες μεταδόσεις καταφέραμε ν' αναγνωρίσουμε μουσικά κομμάτια, την εισαγωγή ενός εκφωνητή, αστειάκια και χειροκροτήματα, διαφημίσεις προϊόντων που οι χαμένες τώρα πια εμπορικές ονομασίες τους θυμίζουν τη χρυσή αρχαιότητα σπουδαίων πόλεων θαμμένων στην άμμο και στην ιλύ ποταμών.
   Με κάποιον τρόπο πιάνουμε σήματα από ραδιοφωνικά προγράμματα σαράντα, πενήντα, εξήντα χρόνων πριν.
 
   Το καθήκον μας προς το παρόν είναι να συλλέγουμε απεικονιστικά στοιχεία από την ανάπτυξη των στρατευμάτων. Ο Βόλμερ τυλίγει με τα χέρια του τη Χάσελμπλαντ, προσηλωμένος σε κάποια μικρορύθμιση. Ένας όγκος από τεράστια σύννεφα κατευθύνεται προς τη θάλασσα. Λάμψη του ήλιου και παραθαλάσσιο ρεύμα. Βλέπω χνούδια από πλαγκτόν σε ένα περσικό μπλε τέτοιου πλούτου, που μοιάζει με ζωική έκσταση, ένα χρώμα που αλλάζει για να εκφράσει κάποια μορφή ενορατικής απόλαυσης. Καθώς οι λεπτομέρειες της επιφάνειας ξετυλίγονται, τις λέω τη μια μετά την άλλη φωναχτά. Είναι το μόνο παιχνίδι που παίζω στο διάστημα, ν' απαγγέλλω ονόματα από τη γη, την ονοματολογία περιγράμματος και δομής. Τριβή παγετώνων, θραύσματα από λιθώνες. Τα σημάδια θραύσης στην άκρη μιας περιοχής κρούσης που περιβάλλεται από αλλεπάλληλα δαχτυλίδια. Ένας αναδυόμενος κρατήρας, μια μάζα οδοντωτού βράχου. Τώρα αμμοθάλασσες. Παραβολικοί αμμόλοφοι, αστεροειδείς αμμόλοφοι, γραμμικοί αμμόλοφοι με ακτινωτά λοφία. Όσο πιο άδεια η γη, τόσο πιο φωτεινά και ακριβή τα ονόματα των στοιχείων της. Ο Βόλμερ λέει πως αυτό που κάνει πιο καλά η επιστήμη είναι να δίνει ονόματα στα στοιχεία του κόσμου.
   Έχει πτυχία στις φυσικές επιστήμες και στην τεχνολογία. Ήταν υπότροφος, φοιτητής με ψηλούς βαθμούς, βοηθός ερευνητικής ομάδας. Έφερε εις πέρας επιστημονικά προγράμματα, παρουσίασε εργασίες με μαθηματικές φόρμουλες, μιλώντας με την μπάσα σοβαρή φωνή που ξετυλίγεται απ' τον ουρανίσκο του.  Ως ειδικός αποστολής (γενικών γνώσεων) μερικές φορές θυμώνω με τις μη επιστημονικές αντιλήψεις του, τις αναλαμπές ωριμότητας και ισορροπημένης κρίσης. Αρχίζω να νιώθω ότι κάπως μ' έχουν πιάσει στα μισά του δρόμου. Τον θέλω να περιορίζεται στα συστήματα, στην εν πτήσει καθοδήγηση, στις παραμέτρους των δεδομένων. Οι ανθρώπινες ενοράσεις του μου προκαλούν νευρικότητα. 
   «Είμαι ευτυχισμένος», λέει.
   Οι λέξεις αυτές λέγονται με μια τελεσίδικη σιγουριά, και η απλή δήλωση με επηρεάζει τρομερά. Στην πραγματικότητα, με τρομάζει. Τι εννοεί πως είναι ευτυχισμένος; Μα δεν είναι η ευτυχία εντελώς έξω από το πλαίσιο αναφοράς μας; Πώς μπορεί να νομίζει ότι είναι δυνατόν να είναι ευτυχισμένος εδώ; Θέλω να του πω: «Αυτό εδώ είναι απλώς μια νοικοκυρίστικη συνεργασία, μια σειρά από λίγο πολύ καθήκοντα ρουτίνας. Κάνε τα καθήκοντά σου, κάνε τους ελέγχους σου, έλεγξε τις λίστες καθηκόντων σου». Θέλω να πω: «Ξέχνα τα μέτρα και σταθμά του οράματός μας, την εμβέλεια των πραγμάτων, τον πόλεμο αυτόν καθαυτόν, τον φοβερό θάνατο. Ξέχνα τη σαρωτική νύχτα που μας περιέχει όλους, τα άστρα σαν σημεία στατικότητας, σαν μαθηματικά πεδία. Ξέχνα τη μοναξιά του σύμπαντος, το διαρκώς αυξανόμενο δέος και τον τρόμο».
   Θέλω να πω: «Η ευτυχία δεν είναι μέρος αυτής της εμπειρίας, τουλάχιστον όχι σε βαθμό να γίνει κανείς τόσο γενναίος ώστε να μιλάει γι' αυτήν». 
 
   Η τεχνολογία των λέιζερ περιέχει έναν σπόρο κακού οιωνού και μυθολογίας. Ασχολούμαστε με ένα καθαρό είδος θανατηφόρου πακέτου, μια υπάκουη δέσμη πρωτονίων, μια κατασκευασμένη αλληλουχία, αλλά εμείς προσεγγίζουμε το όπλο με το μυαλό μας γεμάτο από αρχαίες προειδοποιήσεις και φόβους. (Θα έπρεπε να υπάρχει ένας όρος γι' αυτήν την ειρωνική κατάσταση: πρωτόγονος φόβος για όπλα που εμείς οι ίδιοι είμαστε αρκετά προχωρημένοι ώστε να τα σχεδιάζουμε και να τα παράγουμε.) Ίσως γιατί ζητήθηκε από τους διευθυντές προγραμμάτων να επεξεργαστούν μια διαδικασία βολής που εξαρτάται απ' τις συντονισμένες ενέργειες δύο ανθρώπων -δυο ιδιοσυγκρασίες, δυο ψυχές- που χειρίζονται τα μηχανήματα από κοινού. Ο φόβος για τη δύναμη του φωτός, αυτό καθαυτό το υλικό του σύμπαντος.
   Ένα σκοτεινό μυαλό μόνο του σε μια στιγμή έμπνευσης μπορεί να νόμιζε απελευθερωτικό να στείλει μια συμπυκνωμένη δέσμη σε κάποιο αργοκίνητο καμπούρικο Μπόινγκ που κάνει τα δρομολόγιά του στα τριάντα χιλιάδες πόδια.
   Ο Βόλμερ κι εγώ πλησιάζουμε την κονσόλα βολής. Η κονσόλα είναι σχεδιασμένη κατά τέτοιον τρόπο ώστε οι δυο χειριστές πρέπει να κάθονται πλάτη με πλάτη. Ο λόγος, αν και η Διοίκηση του Κολοράντο ποτέ δεν είπε τίποτα σχετικό, είναι να μην μπορεί ο ένας να δει το πρόσωπο του άλλου. Το Κολοράντο θέλει να είναι σίγουρο πως ειδικά τα μέλη του προσωπικού των όπλων δεν αλληλοεπηρεάζονται από τα τικ και τις ανησυχίες τους. Έτσι είμαστε πλάτη με πλάτη, δεμένοι στις θέσεις μας, έτοιμοι ν' αρχίσουμε, ο Βόλμερ ντυμένος με τη μοβ και άσπρη ζέρσεϊ φόρμα του, και τα δετά του παπούτσια με τη μάλλινη επένδυση.
   Αυτό εδώ είναι μόνο ένα τεστ. 
   Πατάω το πλέι μπακ. Μόλις ακουστεί η ηχογραφημένη φωνητική εντολή, ο καθένας μας εισάγει ένα ειδικό κλειδί στην κατάλληλη εγκοπή. Μαζί μετράμε ανάποδα από το πέντε και μετά στρίβουμε τα κλειδιά κατά ένα τέταρτο προς τ' αριστερά. Αυτή η κίνηση βάζει το σύστημα στην επονομαζόμενη ρύθμιση ανοιχτού μυαλού. Μετράμε ανάποδα απ' το τρία. Η φωνή απ' τον ενισχυτή λέει: Είστε ανοιχτόμυαλοι τώρα.
   Ο Βόλμερ μιλάει στον αναλυτή του αποτυπώματος της φωνής του.
   «Μιλά ο κωδικός Β [Μπι] όπως στη λέξη bluegrass [μπλούγκρας] (1). Ζητούμε έγκριση φωνητικής ταυτότητας».
   Μετράμε ανάποδα απ' το πέντε και μετά μιλάμε στους αναλυτές της φωνητικής μας ταυτότητας. Λέμε ό,τι μας κατεβαίνει στο κεφάλι. Σκοπός είναι να δημιουργήσουμε ένα φωνητικό αποτύπωμα που να ταιριάζει με το αποτύπωμα στην τράπεζα μνήμης. Αυτό εξασφαλίζει ότι οι άνθρωποι που είναι στην κονσόλα έχουν το ελεύθερο να είναι εκεί όταν το σύστημα είναι ρυθμισμένο σε λειτουργία ανοιχτού μυαλού.
   Να τι μου έρχεται στο κεφάλι: «Στέκομαι στη γωνία Τέταρτης και Κύριας Οδού, όπου χιλιάδες είναι οι νεκροί από άγνωστη αιτία, με τα τσουρουφλισμένα τους σώματα στοιβαγμένα στον δρόμο».
   Μετράμε ανάποδα απ' το τρία. Η φωνή απ' τον ενισχυτή λέει: Είσαστε ελεύθεροι να προχωρήσετε σε θέση κλειδώματος.
   Γυρνάμε τα ειδικά κλειδιά μας κατά το ήμισυ προς τα δεξιά. Ενεργοποιώ το τσιπ λογικής και μελετώ τους αριθμούς στην οθόνη μου. Ο Βόλμερ μάς αποσυνδέει από τον φωνητικό αποτυπωτή και μας βάζει σε φωνητικό κύκλωμα που επικοινωνεί με το αισθητηριακό πλέγμα του υπολογιστή του σκάφους. Μετράμε κατεβαίνοντας απ' το πέντε. Η φωνή απ' τον ενισχυτή λέει: Είστε κλειδωμένοι τώρα.
   Καθώς κινούμαστε απ' το ένα βήμα στο επόμενο, μια αυξανόμενη ικανοποίηση με διαπερνά -η απόλαυση των ανώτερων και μυστικών δεξιοτήτων, μια ζωή της οποίας η κάθε αναπνοή ρυθμίζεται από ειδικούς κανόνες, από φόρμουλες, κώδικες και κουμπιά. Προσπαθώ να κρατώ τα αποτελέσματα του εγχειρήματος έξω απ' το μυαλό μου, την όλη σκοπιμότητά του, το αποτέλεσμα που έχουν αυτές οι αλληλουχίες από βήματα ακριβή και ακαταλαβίστικα. Αλλά συχνά αποτυγχάνω. Επιτρέπω στην εικόνα να εισέλθει, σκέφτομαι τη σκέψη, λέω ακόμη και τη λέξη, μερικές φορές. Αυτό προκαλεί σύγχυση φυσικά. Νιώθω πως μου παίζουν παιχνίδι. Η ευχαρίστησή μου νιώθει προδομένη, σαν να ήταν αυθύπαρκτη, μια ύπαρξη παιδική ή με νοημοσύνη ζώου, ανεξάρτητη από τον άνθρωπο στην κονσόλα βολής.
   Κατεβαίνουμε μετρώντας απ' το πέντε. Ο Βόλμερ χαλαρώνει τον λεβιέ ο οποίος ξεκουρδίζει τη δισκέτα καθαρισμού του συστήματος. Ο μετρητής του σφυγμού μου δείχνει πράσινο κάθε τρία δευτερόλεπτα. Μετράμε ανάποδα απ' το τρία. Στρίβουμε τα ειδικά κλειδιά κατά τρία τέταρτα προς τα δεξιά. Ενεργοποιώ τον ρυθμιστή αλληλουχίας της δέσμης. Στρίβουμε τα κλειδιά κατά ένα τέταρτο δεξιά. Μετράμε κατεβαίνοντας απ' το τρία. Μουσική μπλούγκρας παίζει απ' το μεγάφωνο. Η ενισχυμένη φωνή λέει: Είστε ρυθμισμένοι σε λειτουργία βολής τώρα.
 
   Μελετάμε τους παγκόσμιους χάρτες που έχουμε στα προσωπικά μας είδη.
   «Δεν νιώθεις κάποιες φορές μια δύναμη μέσα σου;» λέει ο Βόλμερ. «Μια ακραία κατάσταση ευεξίας, κάτι τέτοιο. Μια αλαζονική αίσθηση υγείας. Αυτό είναι. Νιώθεις τόσο καλά, που αρχίζεις να σκέφτεσαι πως είσαι λιγάκι ανώτερος από τους άλλους ανθρώπους. Ένα είδος δύναμης για ζωή. Μια αισιοδοξία για τον εαυτό σου, την οποία παράγεις σχεδόν εις βάρος άλλων. Δεν το νιώθεις μερικές φορές;»
   (Ναι, είναι γεγονός.)
   «Υπάρχει μάλλον μια γερμανική λέξη γι' αυτό (2). Αλλά εκείνο που θέλω να πω είναι πως αυτό το πανίσχυρο αίσθημα είναι τόσο -δεν ξέρω-ντελικάτο. Αυτό είναι. Τη μια μέρα το νιώθεις, την επόμενη μέρα είσαι ξαφνικά αδύναμος και χαμένος. Ένα και μόνο πραγματάκι δεν πάει καλά, και νιώθεις χαμένος, νιώθεις απόλυτα αδύναμος και ηττημένος και ανίκανος να δράσεις με δύναμη ή έστω με λογική. Όλοι οι άλλοι είναι τυχεροί, εσύ είσαι άτυχος, καταδικασμένος, λυπημένος, αναποτελεσματικός και χαμένος».
   (Ναι, ναι.)
   Κατά σύμπτωση, είμαστε πάνω απ' τον ποταμό Μιζούρι τώρα, και κοιτάζουμε προς τις Κόκκινες Λίμνες της Μινεσότα. Βλέπω τον Βόλμερ να εξετάζει το σετ με τους χάρτες του, προσπαθώντας να συγκρίνει τους δυο κόσμους. Το να επιβεβαιώνεις την ακρίβεια ενός χάρτη είναι μια βαθιά και μυστηριώδης ευτυχία. Φαίνεται απέραντα ικανοποιημένος. Λέει διαρκώς: «Σωστά, σωστά».
   Ο Βόλμερ μιλά για την παιδική ηλικία. Στην τροχιά άρχισε να σκέφτεται τα παιδικά του χρόνια για πρώτη φορά. Είναι έκπληκτος με τη δύναμη αυτών των αναμνήσεων. Καθώς μιλάει έχει το κεφάλι του γυρισμένο προς το παράθυρο. Η Μινεσότα είναι μια ανθρώπινη στιγμή. Η Άνω Κόκκινη Λίμνη, η Κάτω Κόκκινη Λίμνη. Σαφώς νιώθει πως μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του εκεί.
   «Τα μικρά παιδιά δεν πάνε περιπάτους», λέει. «Δεν κάνουν ηλιοθεραπεία, δεν κάθονται στη βεράντα».
   Φαίνεται να λέει πως οι ζωές των παιδιών είναι τόσο καλά εφοδιασμένες, ώστε δεν μπορούν να χωρέσουν τα διαστήματα ενισχυμένης ύπαρξης απ' τα οποία εμείς οι υπόλοιποι εξαρτιόμαστε. Μια αρκετά ευχάριστη σκέψη, αλλά δεν αξίζει να τη συνεχίσει. Είναι ώρα να προετοιμαστούμε για μια καύση κβάντων.
 
   Ακούμε τα παλιά ραδιοφωνικά προγράμματα. Φωτεινές αναλαμπές και γραφήματα σ' όλο το μήκος της μπλε κορδέλας, ανατολή, δειλινό, τα συμμετρικά τετράγωνα των πόλεων υπό σκιάν. Ένας άντρας και μια γυναίκα ανταλλάσσουν επίκαιρα σχόλια, ελαφρά, δηκτικά, πλακατζίδικα. Υπάρχει μια γλύκα στη χροιά της φωνής του νεαρού που τραγουδάει, ένα απλό σφρίγος που ο χρόνος και η απόσταση και ο τυχαίος θόρυβος έχουν περιβάλει με ευγλωττία και νοσταλγία. Κάθε ήχος, κάθε τάνυσμα των φωνητικών χορδών έχει αυτό το λούστρο της ηλικίας. Ο Βόλμερ λέει πως θυμάται αυτά τα προγράμματα, αν και φυσικά ποτέ δεν τα ξανάκουσε. Τι περίεργο συμβάν της τύχης, τι τσαχπινιά ή τι ευλογία των νόμων της φυσικής μάς επιτρέπει να συλλαμβάνουμε αυτά τα σήματα; Ταξιδεμένες φωνές, υπόκωφες και πυκνές. Μερικές φορές έχουν την αποστασιοποιημένη και υπερρεαλιστική ποιότητα ακουστικής παραίσθησης, φωνές σε σοφίτες, παράπονα πεθαμένων συγγενών. Αλλά τα ηχητικά εφέ είναι γεμάτα από οίστρο και αίσθηση του επείγοντος. Αυτοκίνητα στρίβουν σε επικίνδυνες γωνίες, κροταλιστή εκπυρσοκρότηση όπλου γεμίζει τη νύχτα. Ήταν, είναι, περίοδος πολέμου. Περίοδος πολέμου για Αριέλ και νιφάδες δημητριακών. Οι κωμικοί κάνουν πλάκα με τον τρόπο που μιλάει ο εχθρός. Ακούμε ξεκαρδιστικά ψευτογερμανικά, μπασταρδεμένα ιαπωνικά. Οι πόλεις έχουν φώτα, τα εκατομμύρια που ακούνε, χορτασμένα, συναντήθηκαν σε άνετα υπνοδωμάτια, στον πόλεμο, καθώς η νύχτα πέφτει μαλακά. Ο Βόλμερ λέει πως θυμάται συγκεκριμένες στιγμές, αστείες τονικές διακυμάνσεις, το πληθωρικό γέλιο του εκφωνητή. Θυμάται μεμονωμένες φωνές να ακούγονται ανάμεσα στα γέλια του ακροατηρίου, το κακάρισμα ενός επιχειρηματία του Σεντ Λούις, τη στριγκιά φωνή μιας στημένης ξανθιάς που μόλις ήρθε στην Καλιφόρνια, όπου οι γυναίκες αυτή τη χρονιά έχουν τα μαλλιά τους πιασμένα σε μυρωδάτους κότσους.
 
   Ο Βόλμερ περιφέρεται ανάποδα στο καθιστικό του σκάφους, τρώγοντας ένα αμυγδαλωτό.
   Μερικές φορές επιπλέει χωρίς την αιώρα του, αποκοιμισμένος σε εμβρυϊκή στάση, κουτουλώντας στους τοίχους αποδώ κι αποκεί, αράζοντας σε μια γωνία του πλέγματος της οροφής.
   «Δώσε μου ένα λεπτό να σκεφτώ το όνομα», λέει στον ύπνο του.
   Λέει πως ονειρεύεται κάθετους χώρους απ' τους οποίους κοιτάζει, σαν μικρό αγόρι -κάτι. Τα όνειρά μου είναι βαριά, σαν εκείνα απ' όπου δύσκολα ξυπνάς και βγαίνεις. Είναι αρκετά ισχυρά ώστε να με ξανασύρουν πίσω, αρκετά πυκνά ώστε να μου αφήσουν βαρύ κεφάλι, ένα αίσθημα μαστούρας και πρηξίματος. Επεισοδιακά εμφανίζεται μια απρόσωπη ηδονική ικανοποίηση, αόριστα ενοχλητική.
 
   «Eίναι σχεδόν απίστευτο να το σκέφτεσαι, πώς ζούνε εκεί μέσα σ' όλον αυτόν τον πάγο και την άμμο και τους ορεινούς αγριότοπους. Κοίτα», λέει. «Απέραντες άγονες έρημοι, απέραντοι ωκεανοί. Πώς τα αντέχουν όλα αυτά τα φοβερά πράγματα; Οι πλημμύρες και μόνο. Οι σεισμοί και μόνο το καθιστούν τρελό να ζει κανείς εκεί. Κοίτα αυτά τα τεκτονικά ρήγματα. Είναι τόσο μεγάλα, υπάρχουν τόσο πολλά παρόμοια. Οι ηφαιστιογενείς εκρήξεις και μόνο. Τι θα μπορούσε να είναι πιο τρομακτικό από μια έκρηξη ηφαιστείου; Πώς αντέχουν τις κατολισθήσεις χιονοστιβάδων, χρόνο τον χρόνο, με μια κανονικότητα που σε παγώνει; Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως εκεί ζούνε άνθρωποι. Οι πλημμύρες και μόνο. Βλέπεις τεράστιες ξεθωριασμένες περιοχές, όλες καταπλημμυρισμένες, διαβρωμένες. Πώς επιβιώνουν οι άνθρωποι, πού πάνε; Κοίτα τα σύννεφα που συσσωρεύονται. Κοίτα εκείνο το μάτι του κυκλώνα που στροβιλίζεται. Τι γίνεται με τους ανθρώπους που ζούνε στο διάβα ενός τέτοιου κυκλώνα; Θα πρέπει να επιφυλάσσει απίστευτους ανέμους. Και μόνο οι κεραυνοί. Άνθρωποι εκτεθειμένοι σε παραλίες, κοντά σε δέντρα και κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Κοίτα τις πόλεις με τα γυαλιστερά τους φώτα που ξεχύνονται προς πάσα κατεύθυνση. Προσπάθησε να φανταστείς το έγκλημα και τη βία. Κοίτα το νέφος που κατεβαίνει σαν σάβανο μέχρι χαμηλά. Τι σημαίνει αυτό ως προς τις αναπνευστικές διαταραχές; Είναι τρελό. Ποιος θα μπορούσε να ζήσει εκεί; Οι έρημοι, πώς κατατρώνε εδάφη. Κάθε χρόνο διεκδικούν όλο και περισσότερη καλλιεργήσιμη γη. Πόσο τεράστιοι είναι εκείνοι οι παγετώνες. Κοίτα τα τεράστια μέτωπα της καταιγίδας πάνω από τον ωκεανό. Υπάρχουν πλοία εκεί κάτω, κάποια μικρά σκάφη. Προσπάθησε να φανταστείς τα κύματα, το κούνημα. Οι τυφώνες και μόνο. Τα παλιρροϊκά κύματα. Κοίτα εκείνες τις παράκτιες κοινότητες που είναι εκτεθειμένες σε παλιρροϊκά κύματα.  Τι θα μπορούσε να είναι πιο τρομακτικό από ένα παλιρροϊκό κύμα; Αλλά ζούνε εκεί, παραμένουν εκεί. Πού θα μπορούσαν να πάνε;»
 
   Θέλω να του μιλήσω για πρόσληψη θερμίδων, για την αποτελεσματικότητα των ωτοασπίδων και των ρινικών αποσυμφορητικών. Οι ωτοασπίδες είναι ανθρώπινες στιγμές. Ο μηλίτης και τα μπρόκολα είναι ανθρώπινες στιγμές. Ο ίδιος ο Βόλμερ είναι μια ανθρώπινη στιγμή, προπαντός όταν ξεχνάει πως υπάρχει πόλεμος.
   Τα κοντοκουρεμένα μαλλιά και το μακρουλό πρόσωπο. Τα μειλίχια μπλε μάτια που πετάγονται ελαφρά προς τα έξω. Τα γουρλωτά μάτια ανθρώπων με μακρύ κορμό που καμπουριάζουν. Τα μακριά χέρια κι οι καρποί. Το μειλίχιο πρόσωπο. Το αγαθό πρόσωπο ενός πολυτεχνίτη σ' ένα βαν που έχει μια σπαστή σκάλα στερεωμένη στην οροφή και μια γδαρμένη πινακίδα, πράσινη και άσπρη, με τον κωδικό της Πολιτείας κάτω απ' τα ψηφία. Αυτού του είδους το πρόσωπο.
   Προσφέρεται να με κουρέψει. Πόσο ενδιαφέρον πράγμα είναι ένα κούρεμα, αν το καλοσκεφτείς. Πριν απ' τον πόλεμο υπήρχαν χρονικά διαστήματα ειδικά για τέτοιες δραστηριότητες. Το Χιούστον όχι μόνο είχε τα πάντα καλά προγραμματισμένα από πριν, αλλά μονίμως μας έλεγχε για το παραμικρό σχόλιο που θα προέκυπτε εις βάρος μας. Ήμασταν καλωδιωμένοι, καταγραμμένοι ηχητικά, ελεγμένοι ιατρικά, διαγνωσμένοι και καταμετρημένοι. Ήμασταν άνθρωποι στο διάστημα, αντικείμενα που αξίζουν την πιο λεπτομερή φροντίδα, τα πιο βαθιά συναισθήματα και τις πιο βαθιές έγνοιες.
   Τώρα είναι πόλεμος. Κανείς δεν νοιάζεται για τα μαλλιά μου, για το τι τρώγω, πώς νιώθω για τη διακόσμηση του διαστημόπλοιου, και δεν είμαστε σ' επαφή με το Χιούστον αλλά με το Κολοράντο. Δεν είμαστε πια λεπτεπίλεπτα βιολογικά δείγματα που αιωρούνται σ' ένα εξωγήινο περιβάλλον. Ο εχθρός μπορεί να μας σκοτώσει με τα φωτόνιά του, με τα μεσόνιά του, τα φορτισμένα του σωματίδια είναι πιο γρήγορα από οποιαδήποτε έλλειψη ασβεστίου ή πρόβλημα του έσω ωτός, πιο γρήγορα από οποιαδήποτε βροχή μικρομετεωροειδών. Τα συναισθήματα έχουν αλλάξει. Πάψαμε να είμαστε υποψήφιοι για επονείδιστο θάνατο, το λάθος εκείνο ή το απρόβλεπτο γεγονός που ωθεί ένα έθνος να ψάχνει στα τυφλά την κατάλληλη αντίδραση. Πεθαίνοντας στον πόλεμο, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως θα προκαλέσουμε θλίψεις που δεν θα 'ναι περίπλοκες, τα φανερά και αξιόπιστα συναισθήματα στα οποία βασίζονται τα ευγνώμονα έθνη για να εξωραΐσουν την πιο απλή τελετή.
   
   Σημείωση για το σύμπαν. Ο Βόλμερ είναι στο τσακ να ισχυριστεί πως ο πλανήτης μας είναι ο μόνος που φιλοξενεί έλλογη ζωή. Είμαστε ένα ατύχημα που συνέβη μόνο μια φορά. (Τι παρατήρηση, την ώρα που βρισκόμαστε σ' ελλειπτική τροχιά, και ν' απευθύνεται μάλιστα σε κάποιον που δεν θέλει να συζητά για σοβαρότερα ζητήματα.) Νιώθει έτσι λόγω του πολέμου.
   Ο πόλεμος, λέει, θα φέρει το τέλος της ιδέας πως το σύμπαν κατακλύζεται, όπως λένε, από ζωή. Άλλοι αστροναύτες κοίταξαν πέρα από τα σημεία των άστρων και φαντάστηκαν πιθανότητες άπειρων κόσμων ενωμένων σαν τσαμπιά σταφύλι, να σφύζουν από ανώτερες μορφές ζωής. Αλλά αυτό ήταν πριν από τον πόλεμο. Η άποψή μας αλλάζει ακόμη και τώρα, η δική του κι η δική μου, λέει, καθώς περιφερόμαστε μέσα στον ουράνιο θόλο.
   Μήπως ο Βόλμερ λέει πως η αισιοδοξία για το σύμπαν είναι μια πολυτέλεια φυλαγμένη για μεσοπολεμικές περιόδους; Μήπως προβάλλουμε την τωρινή αποτυχία και απελπισία μας στα αστρικά νέφη, στην ατέλειωτη νύχτα; Στο κάτω κάτω, λέει, πού βρίσκονται; Αν υπάρχουν, γιατί δεν έχει φανεί ένα σημάδι, ούτε καν ένα, ούτε μια και μοναδική ένδειξη απ' την οποία θα μπορούσαν να πιαστούν οι σοβαροί άνθρωποι, ούτε ψίθυρος, ούτε μια ραδιοφωνική συχνότητα, ούτε μια σκιά; Ο πόλεμος μάς λέει πως είναι ηλίθιο να πιστεύουμε.
 
   Οι συζητήσεις μας με τη Διοίκηση του Κολοράντο αρχίζουν να μοιάζουν με κουβεντούλα φτιαγμένη στον υπολογιστή για να περνά η ώρα. Ο Βόλμερ ανέχεται τα ακαταλαβίστικα του Κολοράντο μόνο μέχρι ενός σημείου. Κριτικάρει τις πιο επιτιμητικές εκφράσεις τους και δεν έχει πρόβλημα να τους το λέει.  Γιατί λοιπόν, αν συμφωνώ με τις απόψεις του σ' αυτό το ζήτημα, αρπάζομαι με τα παράπονά του; Μήπως είναι υπερβολικά νέος για να προασπίζεται τη γλώσσα; Έχει την εμπειρία, το επαγγελματικό παράστημα ώστε να κατσαδιάζει τον αξιωματικό μας, υπεύθυνο της πτητικής δυναμικής, τον αξιωματικό μας που είναι πρότυπο αντίληψης, τους συμβούλους στο πόστο μας, υπεύθυνους για συστήματα διαχείρισης αποβλήτων και επιλογές ζώνης που σχετίζονται με υπεκφυγή; Ή είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι άσχετο με τη Διοίκηση του Κολοράντο και τις συνομιλίες μας μαζί τους; Μήπως είναι ο ήχος της φωνής του; Μήπως είναι απλώς η φωνή του που με τρελαίνει;
 
   Ο Βόλμερ έχει μπει σε μια παράξενη φάση. Τώρα περνάει όλη του την ώρα στο παράθυρο, κοιτάζοντας κάτω τη γη. Μιλάει λίγο ή δεν μιλάει καθόλου. Απλώς θέλει να κοιτάει, να μην κάνει τίποτα παρά να κοιτάει. Τους ωκεανούς, τις ηπείρους, τ' αρχιπελάγη. Είμαστε ρυθμισμένοι σ' αυτό που ονομάζεται διατροχιακές σειρές, και δεν υπάρχει επανάληψη ανάμεσα σε μια περιφορά γύρω από τη γη και την επόμενη. Κάθεται εκεί και κοιτάζει. Τρώει στο παράθυρο, ελέγχει τις λίστες καθηκόντων στο παράθυρο, μόλις και μετά βίας ρίχνει μια ματιά στις σελίδες με τις οδηγίες καθώς περνάμε πάνω από τροπικές καταιγίδες, πάνω από ανεξέλεγκτες πυρκαγιές και υπερμεγέθεις οροσειρές. Ακόμα τον περιμένω να επιστρέψει στην προπολεμική του συνήθεια να χρησιμοποιεί κομψές φράσεις για να περιγράψει τη γη: είναι μπάλα παραλίας, ένα γινωμένο στον ήλιο φρούτο. Αλλά κοιτάζει μόνο έξω απ' το παράθυρο, τρώγοντας παστέλια αμυγδάλου, και τα περιτυλίγματα κολυμπάνε στο κενό. Η θέα σαφώς κατακλύζει τη συνείδησή του. Είναι τόσο ισχυρή που τον κάνει να σιωπά, ν' ακινητοποιεί τη φωνή που ξετυλίγεται στον ουρανίσκο του, να τον αφήνει στραβοκαθισμένο στη θέση του, άβολα στρεβλωμένο για ώρες κάθε φορά.
   Η θέα είναι απέραντα ικανοποιητική. Είναι κάτι σαν απάντηση σε ερωτήσεις μιας ολόκληρης ζωής και σ' ακαθόριστες λαχτάρες. Ικανοποιεί κάθε παιδική περιέργεια, κάθε βουβή επιθυμία, το όποιο στοιχείο ενυπάρχει μέσα του από τον επιστήμονα, τον ποιητή, τον πρωτόγονο μάντη, τον παρατηρητή πυρκαγιών και διαττόντων, τις όποιες εμμονές κατατρώνε τη σκοτεινή πλευρά του μυαλού του, τους όποιους γλυκούς και ονειρώδεις πόθους είχε ποτέ για ανώνυμα μέρη μακρινά, την όποια αίσθηση της γης κατέχει, τον νευρικό παλμό μιας αγριότερης επίγνωσης, μιας συμπάθειας για τα θηρία, την όποια πίστη σε μια έμφυτη ζωτική δύναμη, στον Κύριο της Δημιουργίας, τον όποιο μυστικό εναγκαλισμό της ιδέας περί ανθρώπινης μοναδικότητας, την όποια επιθυμία και ανάλαφρη ελπίδα, οτιδήποτε υπερβολικά πολύ και υπερβολικά λίγο, την όποια διακαή εσωτερική επιθυμία να αποδράσει από υποχρεώσεις και ρουτίνα, να αποδράσει απ' τη δική του υπερεξειδίκευση, τον περιγεγραμμένο και ελικοειδώς προς τα ένδον κινούμενο εαυτό του, τα όποια κατάλοιπα της παιδιάστικης λαχτάρας του να πετάξει, τα όνειρά του με παράξενους διαστημικούς χώρους και τρομακτικά ύψη, τις φαντασιώσεις του για έναν ευτυχισμένο θάνατο, τις όποιες τεμπέλικες και ηδονιστικές κλίσεις -λωτοφάγος, καπνιστής χόρτου και καρυκευμάτων, γαλανομάτης παρατηρητής του διαστήματος- όλα αυτά έχουν ικανοποιηθεί, όλα έχουν συλλεχθεί και συσσωρευθεί σ' αυτό το ζων σώμα, στο θέαμα που βλέπει απ' το παράθυρο.
   «Είναι τόσο ενδιαφέρον», λέει επιτέλους. «Τα χρώματα και όλα».
   Τα χρώματα και όλα.
 
Ντελίλλο Ντον
(Μετφ. Ελένη Γιαννακάκη)
Βιβλιοπωλείο της "Εστίας"
 
Σημειώσεις: 
 
(1) Μπλούγκρας (bluegrass): είδος πόας με γαλαζοπράσινο φύλλωμα, η οποία φύεται στη Βόρεια Αμερική, αλλά και γνωστό είδος αμερικανικής μουσικής κάντρι.
(2) Ίσως εννοεί τη νιτσεϊκή Willen zur Macht (Βούληση για δύναμη) και τον Υπεράνθρωπο (Uebermensch) ή την Willen zum Leben (Βούληση για ζωή) του Σοπενχάουερ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου