Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2021

ΙΟΝΙΤΣ

 ...  Στην αφετηρία...
 
   «Ιόνιτς» (Ионыч) είναι ο τίτλος του διηγήματος που έγραψε ο Άντον Τσέχωφ το 1898. Ο ομώνυμος ήρωας, ο Ντμίτρι Ιόνιτς, γιατρός σε μια ρωσική επαρχία, συναναστρέφεται με την εύπορη οικογένεια Τουρκίν, τα μέλη της οποίας θεωρούνται τα πιο μορφωμένα και φιλότεχνα άτομα της περιοχής. Στο σπίτι των Τουρκίν ο Ιόνιτς απολαμβάνει την τέχνη σε όλο το μεγαλείο της μετριότητας και της κενότητάς της και βιώνει την υποκριτική στάση της μεγαλοαστικής τάξης απέναντι στην αξία της. Γοητεύεται από την ομορφιά της κόρης των Τουρκίν, της Αικατερίνα Ιβάνοβνα, και βρίσκει την αφορμή μ' ένα πρόβλημα υγείας της μητέρας να επισκέπτεται συχνότερα την οικογένεια. Ο Ιόνιτς εξομολογείται τον έρωτά του στη νεαρή κοπέλα και της κάνει πρόταση γάμου, αλλά εκείνη αρνείται με τη δικαιολογία ότι θέλει να αφοσιωθεί στην καλλιτεχνική της καριέρα. 
   Μετά απ' αυτή την απόρριψη ο Ιόνιτς βυθίζεται στην ανιαρή καθημερινότητα της ζωής του και της δουλειάς του, που τού φαίνεται τώρα ακόμη πιο πληκτική από πριν. Με το πέρασμα των χρόνων κι αφού η επαφή των δύο νέων είχε πια περιοριστεί στο ελάχιστο, ο Ιόνιτς επισκέπτεται για μια τελευταία φορά τους Τουρκίν. Η Αικατερίνα Ιβάνοβνα νιώθει ευγνωμοσύνη για τα συναισθήματα αγάπης του ήρωα, αλλά είναι πλέον αργά για κείνη. Τα συναισθήματά του έχουν αλλάξει, καθώς έχει αλλάξει και ο ίδιος. Δεν είναι πια ο ρομαντικός και ενθουσιώδης νεαρός άντρας, αλλά ένας πεζός ορθολογιστής που δεν επιδιώκει τις συναισθηματικές εμπλοκές. Ένας άντρας αλλοτριωμένος από τη μικροαστική ηθική της τοπικής κοινωνίας, χωρίς ιδεαλιστικές εξάρσεις. 
   Και σ' αυτό το διήγημα επικρατούν βασικά μοτίβα της γραφής του Τσέχωφ: το αίσθημα της μελαγχολίας και της ματαίωσης των ελπίδων και των προσδοκιών, ο τρόπος που επιδρά ο χρόνος στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και η αλλοτρίωση και η προσαρμογή των ατόμων -παρά τις αρχικές τους εξάρσεις- στην πεζή καθημερινότητα της ζωής.  
 

   
   Στην πόλη Σ., πρωτεύουσα του νομού, όταν οι ξένοι έκαναν παράπονα για την πληχτική και μονότονη ζωή, οι ντόπιοι κάτοικοι, θέλοντας κάπως να δικαιολογηθούν, έλεγαν ότι τουναντίον, στη Σ. είναι πολύ καλά, ότι υπάρχει βιβλιοθήκη, θέατρο, λέσχη, γίνονται χοροί, ότι τέλος, υπάρχουν θαυμάσιες οικογένειες με γνώση και ενδιαφέροντα, με τις οποίες μπορεί κανείς να κάνει γνωριμίες. Υποδείκνυαν, έτσι, την οικογένεια των Τουρκίν, σαν την πιο μορφωμένη και ταλαντούχα.
   Αυτή η οικογένεια έμενε στην κεντρική οδό, δίπλα στο νομάρχη, σε ιδιόκτητο σπίτι. Ο ίδιος ο Τουρκίν, Ιβάν Πετρόβιτς, παχύς, ωραίος και μελαχρινός, με φαβορίτες, διοργάνωνε ερασιτεχνικά θεάματα με φιλανθρωπικό σκοπό. Έπαιζε, μάλιστα, ο ίδιος το ρόλο παλιών στρατηγών και όταν έβηχε ήταν πολύ αστείος. Ήξερε πολλά ανέκδοτα, αινίγματα και ρητά, του άρεσε να αστειεύεται, να κάνει πνεύμα, και είχε πάντοτε τέτοια έκφραση, που ήταν αδύνατο να καταλάβεις αν αστειεύεται ή αν σοβαρολογεί. Η γυναίκα του, η Βέρα Ιωσήφοβνα, μια αδύνατη και χαριτωμένη κυρία, φορούσε ματογυάλια με λαβίδα, έγραφε διηγήματα και μυθιστορήματα τα οποία διάβαζε φωναχτά και πρόθυμα στους καλεσμένους της. Η κόρη, η Αικατερίνα Ιβάνοβνα, νέα κοπέλα, έπαιζε πιάνο. Με λίγα λόγια, κάθε μέλος της οικογένειας είχε κάποιο δικό του ταλέντο. Οι Τουρκίν δέχονταν τους επισκέπτες με χαρά και τους έδειχναν το ταλέντο τους με ευχαρίστηση και με εγκάρδια απλότητα. Το μεγάλο πέτρινο σπίτι τους ήταν ευρύχωρο και δροσερό το καλοκαίρι. Τα μισά παράθυρα έβλεπαν στον παλιό σκιερό κήπο, όπου την άνοιξη κελαηδούσαν τ' αηδόνια. Όταν στο σπίτι είχαν καλεσμένους, από την κουζίνα έφτανε στ' αυτιά ο χτύπος των μαχαιριών, μύριζε ψημένο κρεμμύδι, κι αυτά κάθε φορά προμήνυαν άφθονο και νόστιμο δείπνο.
   Στο γιατρό Στάρτσεφ, Δημήτρη Ιόνιτς, που μόλις είχε διοριστεί τοπικός γιατρός κι εγκαταστάθηκε στο Ντελίζ, σε απόσταση εννέα βέρστια (1)  από την πόλη Σ., έλεγαν ότι αυτός, σαν μορφωμένος άνθρωπος, θα έπρεπε απαραιτήτως να γνωριστεί με τους Τουρκίν. Μια χειμωνιάτικη μέρα, στο δρόμο, κάποιοι κοινοί γνωστοί τον παρουσίασαν στον Ιβάν Πετρόβιτς. Μίλησαν λίγο για τον καιρό, για το θέατρο, για τη χολέρα. Ακολούθησε πρόσκληση. Την άνοιξη, σε μια γιορτή -ήταν της Αναλήψεως- μετά την επίσκεψη των ασθενών, ο Στάρτσεφ πήγε στην πόλη για να διασκεδάσει και με την ευκαιρία να ψωνίσει κάτι. Περπατούσε χωρίς να βιάζεται (δεν είχε ακόμα δικά του άλογα) κι όλη την ώρα τραγουδούσε:

Της ζήσης το δάκρυ το πικρό,
Δεν το 'ξερα παιδί μικρό.

   Στην πόλη γευμάτισε, έκανε περίπατο στον κήπο, κι ύστερα, σαν από μόνη της, του ήρθε στο νου η πρόσκληση του Ιβάν Πετρόβιτς κι αποφάσισε να πεταχτεί στους Τουρκίν, να δει, τι είδους άνθρωποι είναι.
   «Χαίρετε παρακαλώ», είπε ο Ιβάν Πετρόβιτς συναντώντας τον Δημήτρη Ιόνιτς στην είσοδο της αυλής. «Είμαι πολύ, μα πολύ χαρούμενος που βλέπω τέτοιον εξαιρετικόν επισκέπτη. Ελάτε, να σας παρουσιάσω τη γυναίκα μου». «Βερότσκα», συνέχισε, παρουσιάζοντας στον γιατρό τη γυναίκα του. «Λέω στον επισκέπτη μας ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να μένει κλεισμένος στο νοσοκομείο. Είναι υποχρεωμένος ν' αφιερώνει τον ελεύθερο χρόνο του στην κοινωνία. Δεν είν' αλήθεια, ψυχούλα μου;»
   «Καθήστε εδώ», είπε η Βέρα Ιωσήφοβνα βάζοντας τον επισκέπτη δίπλα της. «Μπορείτε να με κορτάρετε. Ο άντρας μου είναι ζηλιάρης, είναι ένας Οθέλλος, αλλά εμείς θα προσπαθήσουμε να είμαστε διακριτικοί ώστε να μην καταλάβει τίποτε».
   «Αχ εσύ, πουλάδα, παιχνιδιάρα...» μουρμούρισε στοργικά ο Ιβάν Πετρόβιτς και τη φίλησε στο μέτωπο. «Ήρθατε επάνω στην ώρα», στράφηκε πάλι προς τον επισκέπτη, «η γυναίκα μου έγραψε ένα μεγαλούτσικο μυθιστόρημα και σήμερα θα το διαβάσει φωναχτά».
   «Γιαννάκη», είπε η Βέρα Ιωσήφοβνα στον άντρα της, «πες να μας σερβίρουν τσάι».
   Στον Στάρτσεφ παρουσίασαν την Αικατερίνα Ιβάνοβνα, δεκαοχτάχρονη κοπέλα, που έμοιαζε πολύ στη μητέρα της κι ήταν το ίδιο λεπτή και χαριτωμένη. Η έκφρασή της ήταν ακόμα παιδική και η μέση της λεπτή και τρυφερή. Το παρθενικό, σχηματισμένο κιόλας στήθος της ήταν ωραίο, γερό και μιλούσε για την άνοιξη, την πραγματική άνοιξη. Ύστερα, ήπιαν τσάι με γλυκό του κουταλιού, με μέλι, με σοκολατίνια και με πολύ νόστιμα βουτήματα που έλιωναν στο στόμα. Κατά το βράδυ άρχισαν σιγά - σιγά να φτάνουν οι καλεσμένοι και ο Ιβάν Πετρόβιτς γύριζε στον καθένα τα γελαστά του μάτια κι έλεγε:
   «Χαίρετε παρακαλώ».
   Κάθονταν ύστερα όλοι στο σαλόνι με πολύ σοβαρά πρόσωπα, και η Βέρα Ιωσήφοβνα διάβαζε το μυθιστόρημά της. Άρχιζε έτσι: «Το κρύο δυνάμωνε...» Τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα, από την κουζίνα ακούγονταν τα μαχαίρια κι έφτανε η μυρουδιά του ψημένου κρεμμυδιού... Στις μαλακές βαθιές πολυθρόνες ήταν άνετα, το φως του σούρουπου τρεμόσβηνε τόσο θωπευτικά στο σαλόνι, έτσι που ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς ήταν δυνατό, αυτή την καλοκαιρινή βραδιά που απ' τον δρόμο ακούγονταν φωνές και γέλια, κι' απ' την αυλή έφτανε το απαλό άρωμα της πασχαλιάς, να δυναμώνει ξαφνικά το κρύο και πώς ο ήλιος που έδυε, έφεγγε με τις κρύες του ακτίνες τη χιονισμένη πεδιάδα και το διαβάτη που μόνος περπατούσε στο δρόμο. Η Βέρα Ιωσήφοβνα διάβαζε πώς η νεαρή, όμορφη κόμησσα ίδρυε σχολεία, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες και πώς αγάπησε τον πλανόδιο ζωγράφο. Διάβαζε για εκείνα τα πράγματα που ποτέ δεν συμβαίνουν στη ζωή, αλλά τ' ακούς άνετα κι ευχάριστα, και στο νου έρχονται τέτοιες ήρεμες και καλές σκέψεις που δεν σου κάνει η καρδιά να σηκωθείς.
   «Καθόλου άσχημα», πρόφερε ήσυχα ο Ιβάν Πετρόβιτς.
   Ένας απ' τους καλεσμένους, ακούγοντας τη Βέρα Ιωσήφοβνα να διαβάζει και με τις σκέψεις του να πλανώνται πολύ μακριά, ψιθύρισε:
   «Ναι, πραγματικά».
   Πέρασαν μια - δυο ώρες. Στον γειτονικό κήπο της πόλης έπαιζε μια ορχήστρα και τραγουδούσε η χορωδία. Όταν η Βέρα Ιωσήφοβνα έκλεισε το τετράδιό της, όλοι σιώπησαν για πέντε λεπτά και άκουγαν τον σκοπό (2) που τραγουδούσε η χορωδία, κι αυτό το τραγούδι μιλούσε για κάτι που δεν βρίσκεται στο διήγημα, αλλά που υπάρχει στην ζωή.
   «Τυπώνετε τα έργα σας στα περιοδικά;» ρώτησε τη Βέρα Ιωσήφοβνα ο Στάρτσεφ.
   «Όχι», απάντησε αυτή, «δεν τυπώνω πουθενά. Γράφω και τα κρύβω στο ντουλάπι. Για ποιο λόγο να τα τυπώσω;» εξήγησε. «Εμείς, βλέπετε, έχουμε πόρους».
   Όλοι για κάποιο λόγο πήραν μια βαθιά ανάσα.
   «Και τώρα εσύ Κότηκ, παίξε κάτι», είπε στην κόρη του ο Ιβάν Πετρόβιτς.
   Σήκωσαν το καπάκι του πιάνου, άνοιξαν τις παρτιτούρες, που ήταν ήδη έτοιμες. Η Αικατερίνα Ιβάβοβνα κάθησε και χτύπησε τα πλήκτρα με τα δυο χέρια, κι αμέσως πάλι χτύπησε με όλη της τη δύναμη. Οι ώμοι και το στήθος της σείονταν, χτυπούσε πεισματικά σε ένα μέρος πάντα. Κι έδειχνε ότι δε θα σταματήσει ώσπου να χωθούν τα πλήκτρα μέσα στο πιάνο. Το σαλόνι γέμισε με θόρυβο. Όλα βροντούσαν: το πάτωμα, το ταβάνι, τα έπιπλα... Η Αικατερίνα Ιβάνοβνα έπαιζε ένα δύσκολο σημείο που είχε ενδιαφέρον, ακριβώς γι' αυτή τη δυσκολία του. Ήταν μακρύ και μονότονο. Ο Στάρτσεφ, καθώς άκουγε, φανταζόταν ότι απ' το βουνό ψηλά κυλούσαν πέτρες, κυλούσαν, κυλούσαν κι ήθελε, όσο πιο γρήγορα να σταματήσουν να κυλούν. Την ίδια ώρα, η Αικατερίνα Ιβάνοβνα, ολορόδινη από την ένταση, δυνατή, ενεργητική, με μια μπούκλα πεσμένη στο μέτωπο, του άρεσε πάρα πολύ. Ύστερα από το χειμώνα που πέρασε στο Ντελίζ, ανάμεσα σε αρρώστους και χωρικούς, να κάθεται τώρα στο σαλόνι και να κοιτάζει αυτό το νέο, χαριτωμένο, και, όπως φαίνεται, αγνό πλάσμα, και ν' ακούει αυτούς τους θορυβώδεις, ενοχλητικούς, αλλά παρ' όλ' αυτά πολιτισμένους ήχους, ήταν τόσο ωραίο, τόσο καινούργιο.
   «Λοιπόν, Κότηκ, σήμερα έπαιξες τόσο ωραία όσο ποτέ», είπε με δακρυσμένα μάτια ο Ιβάν Πετρόβιτς, όταν η κόρη του τελείωσε και σηκώθηκε.
   Όλοι την περικύκλωσαν, της έδιναν συγχαρητήρια, έδειχναν κάποια έκπληξη και διαβεβαίωναν, ότι είχαν καιρό ν' ακούσουν τέτοια μουσική. Εκείνη τους άκουγε σιωπηλή μ' ένα δειλό χαμόγελο και σ' όλο της το σώμα ήταν ζωγραφισμένος ο θρίαμβος.
   «Θαυμάσια! Εξαίσια!»
   «Θαυμάσια!» είπε και ο Στάρτσεφ, ενδίδοντας στον γενικό ενθουσιασμό.
   «Πού διδαχθήκατε μουσική;» ρώτησε την Αικατερίνα Ιβάνοβνα, «στο ωδείο;»
   «Όχι, ετοιμάζομαι όμως να πάω στο ωδείο. Μέχρι τώρα διδάχτηκα εδώ, στην μαντάμ Ζαβλόφσκαγια».
    «Τελειώσατε το εδώ γυμνάσιο;»
    «Ω, όχι!» απάντησε αντί γι' αυτήν η Βέρα Ιωσήφοβνα. «Καλούσαμε τους δάσκαλους στο σπίτι. Θα συμφωνήσετε ότι στο γυμνάσιο ή στο ινστιτούτο, μπορεί να υπάρχουν άσχημες επιρροές. Όταν ένα κορίτσι είναι στην ανάπτυξη, πρέπει να βρίσκεται κάτω από την επιρροή της μητέρας και μόνον». 
   «Αλλά εγώ θα πάω στο ωδείο», είπε η Αικατερίνα Ιβάνοβνα.
   «Όχι, η Κότηκ αγαπάει την μαμά της. Η Κότηκ δεν θα στενοχωρήσει το μπαμπά και τη μαμά».
   «Όχι, θα πάω! Θα πάω!» είπε η Αικατερίνα Ιβάνοβνα ναζιάρικα κι αστεία, χτυπώντας με το πόδι της το πάτωμα.
   Στο δείπνο ο Ιβάν Πετρόβιτς έκανε επίδειξη του ταλέντου του. Χαμογελώντας μόνο με τα μάτια, έλεγε ανέκδοτα, ευφυολογούσε, παρουσίαζε αστεία αινίγματα που τα έλυνε μόνος του, κι όλη την ώρα μιλούσε στην δική του ασυνήθιστη γλώσσα, που ήταν γυμνασμένη από  τις μακρόχρονες πνευματικές ασκήσεις και που, φυσικά, του είχε γίνει συνήθεια από πολύν καιρό.
   Δεν ήταν όμως μόνον αυτό. Όταν οι καλεσμένοι, χορτασμένοι κι ευχαριστημένοι μαζεύτηκαν στον προθάλαμο, παίρνοντας πίσω τα πανωφόρια και τα μπαστούνια τους, πηγαινοερχόταν δίπλα τους ο  υπηρέτης ο Παβλούσια ή Πάβα, όπως τον φώναζαν εδώ, ένα παιδί ως δεκατεσσάρων χρόνων, κουρεμένο, με γεμάτα μάγουλα.
   «Και τώρα, Πάβα, έλα, δείξε μας κάτι!» του είπε ο Ιβάν Πετρόβιτς.
   Ο Πάβα πήρε πόζα, σήκωσε προς τα πάνω το χέρι και πρόφερε με τραγικό τόνο:
   «Θα πεθάνεις, δυστυχισμένη!»
   Και όλοι ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.
   «Ενδιαφέρον», σκέφτηκε ο Στάρτσεφ, βγαίνοντας στον δρόμο.
   Πέρασε για λίγο από το εστιατόριο και ήπιε μπύρα. Ύστερα πήρε το δρόμο με τα πόδια προς το σπίτι του, στο Ντελίζ. Περπατούσε και σ' όλο τον δρόμο τραγουδούσε:
 
Χαϊδεμένη, λιγωμένη
η φωνούλα σου με δένει.
 
    Έχοντας περπατήσει εννιά βέρστια, κι έπειτα, όταν ξάπλωσε να κοιμηθεί δεν αισθανόταν ούτε την παραμικρή κούραση αλλά τουναντίον του φαινόταν ότι ευχαρίστως θα βάδιζε άλλα είκοσι.
   «Καθόλου άσχημα...» θυμήθηκε και χαμογέλασε τη στιγμή που τον έπαιρνε ο ύπνος.
 
   Ο Στάρτσεφ ετοιμάστηκε πολλές φορές να πάει στους Τουρκίν, αλλά στο νοσοκομείο υπήρχε πάρα πολλή δουλειά και δεν μπορούσε καθόλου να βρει ελεύθερο χρόνο. Πέρασε έτσι περισσότερο από ένας χρόνος στις δουλειές και στη μοναξιά. Να όμως που μια μέρα έφεραν από την πόλη ένα γράμμα μέσα σε γαλάζιο φάκελλο.
   Η Βέρα Ιωσήφοβνα  εδώ και πολύν καιρό έπασχε από ημικρανία, αλλά τον τελευταίο καιρό, όταν η Κότηκ φοβέριζε ότι θα φύγει για το ωδείο, οι κρίσεις άρχισαν να επαναλαμβάνονται συχνότερα. Στους Τουρκίν ήρθαν όλοι οι γιατροί της πόλης. Στο τέλος ήρθε η σειρά και του γιατρού της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η Βέρα Ιωσήφοβνα του έγραψε ένα συγκινητικό γράμμα με το οποίο τον παρακαλούσε να έρθει και να την ανακουφίσει από τους πόνους. Ο Στάρτσεφ πήγε πράγματι κι ύστερα από αυτό άρχισε να πηγαίνει στους Τουρκίν συχνά, πολύ συχνά... Τη Βέρα Ιωσήφοβνα την βοήθησε κάπως, πραγματικά, κι αυτή έλεγε ήδη σ' όλους τους καλεσμένους ότι πρόκειται για έναν ασυνήθιστο κι εκπληκτικό γιατρό. Όμως ο Στάρτσεφ δεν πήγαινε πια στους Τουρκίν για τις ημικρανίες της Βέρας Ιωσήφοβνας...
   Ήταν μια γιορτινή μέρα. Η Αικατερίνα Ιβάνοβνα τελείωσε επιτέλους τις ατέλειωτες, εξοντωτικές ασκήσεις στο πιάνο. Κάθησαν ύστερα πολλή ώρα στην τραπεζαρία πίνοντας τσάι, με τον Ιβάν Πετρόβιτς να λέει αστεία. Σε μια στιγμή χτυπάει το κουδούνι κι έπρεπε κάποιος να πάει στο χωλ να ανοίξει την πόρτα. Ο Στάρτσεφ επωφελήθηκε για λίγο από τη σύγχυση και με μεγάλη ταραχή, είπε ψιθυριστά στην Αικατερίνα Ιβάνοβνα:
   «Για τ' όνομα του Θεού, σας ικετεύω, μη με βασανίζετε, πάμε στον κήπο».
   Αυτή, σήκωσε τους ώμους με απορία, μην καταλαβαίνοντας τι της ζητούσε, και σηκώθηκε να φύγει.
   «Πάνε τρεις, τέσσερις ώρες που παίζετε στο πιάνο», είπε αυτός ακολουθώντας την, «ύστερα κάθεστε με την μαμά, και δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να μιλήσω μαζί σας.  Δώστε μου έστω ένα τέταρτο της ώρας, σας ικετεύω».
   Πλησίαζε το φθινόπωρο. Στον παλιό κήπο ήταν ήσυχα, μελαγχολικά. Σκούρα φύλλα κείτονταν στις αλέες. Νύχτωνε πια νωρίς.
   «Έχω να σας δω μια ολόκληρη βδομάδα», συνέχισε ο Στάρτσεφ, «να ξέρατε μόνο τι μαρτύριο είναι. Ας καθήσουμε. Ακούστε με».
   Υπήρχε στον κήπο ένα μέρος που άρεσε και στους δυο, ένας πάγκος κάτω από ένα φαρδύ, γέρικο νεροπλάτανο. Κάθησαν σ' αυτόν τον πάγκο.
   «Τι επιθυμείτε;» ρώτησε η Αικατερίνα Ιβάνοβνα ξερά, με σοβαρό τόνο.
   «Έχω να σας δω μια ολόκληρη βδομάδα, δεν άκουσα τη φωνή σας τόσες μέρες. Θέλω με πάθος, διψώ ν' ακούσω τη φωνή σας. Μιλήστε».
   Τον εμάγευε με τη φρεσκάδα της, με την απονήρευτη έκφραση που είχε στα μάτια και στα μάγουλα. Ακόμα και στον τρόπο που έπεφτε πάνω της το φόρεμα έβλεπε κάτι το ασυνήθιστα χαριτωμένο. Συγκινούσε με τη φυσικότητά της και την απλοϊκή της χάρη. Ταυτόχρονα, παρ' όλη αυτή την απλοϊκότητα, του φαινόταν πολύ γνωστική κι αρκετά ώριμη για την ηλικία της. Μπορούσε να μιλάει μαζί της για φιλολογία, για τέχνη, για ό,τι επιθυμούσε, μπορούσε να εκφράσει σ' αυτήν τα παράπονά του για τη ζωή, για τους ανθρώπους, αν και, την ώρα κάποιας σοβαρής συζήτησης, εκείνη τύχαινε ν' αρχίζει ξαφνικά και χωρίς λόγο να γελάει ή να φεύγει τρέχοντας στο σπίτι. Όπως όλες σχεδόν οι κοπέλες της πόλης, διάβαζε πολύ (γενικά, στην πόλη Σ. ο κόσμος διάβαζε πολύ λίγο και στη βιβλιοθήκη έλεγαν ότι, αν δεν ήταν οι κοπέλες και οι νεαροί Εβραίοι, θα έφταναν στο σημείο ακόμα και να την κλείσουν). Αυτό άρεσε πολύ στον Στάρτσεφ. Κάθε φορά τη ρωτούσε με ανησυχία τι διάβασε τις τελευταίες μέρες, κι άκουγε καταγοητευμένος την απάντησή της. 
   «Τι διαβάσατε αυτή την βδομάδα, που δεν ιδωθήκαμε;» ρώτησε τώρα, «μιλήστε, σας παρακαλώ».
   «Διάβασα τον Πήσεμσκυ (3)».
   «Τι ακριβώς;» 
   «Τις Χίλιες ψυχές», απάντησε η Κότηκ.
   «Και πώς ονόμαζαν αστεία τον Πήσεμσκυ;»
   «Αλεξέϊ Θεοφυλάκτιτς!»
    «Πού πάτε;» είπε με τρόμο ο Σάρτσεφ, όταν αυτή ξαφνικά σηκώθηκε να πάει προς το σπίτι. «Είναι απαραίτητο να μιλήσω μαζί σας, πρέπει να εξηγηθώ... Μείνετε μαζί μου έστω πέντε λεπτά! Σας εξορκίζω!» Εκείνη σταμάτησε, σαν να ήθελε να πει κάτι, κατόπιν έβαλε αδέξια στα χέρια του ένα σημείωμα, έτρεξε στο σπίτι και κάθησε πάλι στο πιάνο.
   «Σήμερα στις 11 το βράδυ», διάβασε ο Στάρτσεφ, «να είστε στο νεκροταφείο δίπλα στο μνημείο της Ντεμέττι».
   «Αυτό λοιπόν δεν είναι καθόλου λογικό», σκέφτηκε όταν συνήλθε. «Σε ποιο νεκροταφείο; Για ποιον λόγο;» 
   Ήταν φανερό: η Κότηκ αστειευόταν. Ποιος στ' αλήθεια θα σκεπτόταν στα σοβαρά να ορίσει συνάντηση μέσα στη νύχτα, μακριά, έξω απ' την πόλη, στο νεκροταφείο, όταν αυτό εύκολα μπορούσε να γίνει κάπου στο δρόμο ή στο πάρκο της πόλης; Ήταν τάχα σωστό ένας γιατρός της τοπικής αυτοδιοίκησης, έξυπνος, σοβαρός άνθρωπος, να αναστενάζει, να παίρνει σημειώματα, να τριγυρίζει στα νεκροταφεία, να κάνει ανοησίες που τις κοροϊδεύουν ακόμα και τα γυμνασιόπαιδα; Πού θα οδηγήσει αυτό το ειδύλλιο; Τι θα πουν οι συνάδελφοι όταν το μάθουν; Αυτά σκεφτόταν ο Στάρτσεφ περιφερόμενος στα τραπέζια της λέσχης, κι απότομα, στις δεκάμιση ξεκίνησε και πήγε στο νεκροταφείο.
   Είχε πια δικό του αμάξι με δυο άλογα και αμαξά με βελούδινο γιλέκο, τον Παντελεήμονα. Το φεγγάρι έφεγγε. Ήταν ήσυχα, κι έκανε μια φθινοπωρινή ζεστούλα. Στο χωριό έξω από την πόλη, κοντά στα σφαγεία, ήταν σκυλιά. Ο Στάρτσεφ άφησε τ' άλογα στην άκρη της πόλης, σε μια πάροδο, κι ο ίδιος πήγε περπατώντας στο νεκροταφείο.
   «Ο καθένας έχει τις παραξενιές του», σκέφτηκε, «έτσι και η Κότηκ έχει τις δικές της. Ποιος ξέρει, ίσως να μην αστειεύεται και να έρθει». Και παραδόθηκε σ' αυτήν την αδύνατη και κούφια ελπίδα, που τον μεθούσε.
   Προχώρησε στο χωράφι μισό βερστ. Το νεκροταφείο διαγραφόταν πέρα, μια σκούρα λωρίδα σαν δάσος ή σαν ένας μεγάλος κήπος. Φάνηκε ο τοίχος από άσπρη πέτρα, η πύλη... Στο φως του φεγγαριού μπορούσε κανείς να διαβάσει την επιγραφή: «Έρχεται η ώρα...»
   Ο Στάρτσεφ μπήκε απ' το πορτάκι και το πρώτο που είδε, ήταν άσπροι σταυροί και μνημεία στις δυο πλευρές μιας πλατιάς αλέας. Είδε τις μαύρες σκιές τους, καθώς και τις σκιές από τις λεύκες. Ολόγυρα στο βάθος, φαινόταν άσπρο και μαύρο, και τα νυσταγμένα δέντρα έγερναν τα κλωνάρια τους επάνω στο άσπρο. Είχες την εντύπωση ότι εδώ ήταν πιο φωτεινά από ότι στο χωράφι. Τα φύλλα των πλατανιών που έμοιαζαν με πατούσες, ξεχώριζαν έντονα στην κίτρινη άμμο της αλέας και πάνω στις ταφόπετρες. Οι επιγραφές στα μνημεία φαίνονταν καθαρά. Τις πρώτες στιγμές, τον Στάρτσεφ κατέπληξε αυτό που τώρα έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του και το οποίο, ίσως, δεν θα τύχει να ξαναδεί: Έναν κόσμο που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον, κόσμο που το φως του φεγγαριού είναι τόσο όμορφο κι απαλό σαν να ήταν το λίκνο του εδώ, και που δεν υπάρχει καμιά, μα καμιά ζωή, αλλά σε κάθε σκοτεινή λεύκα, σε κάθε τάφο, είναι αισθητή η παρουσία του μυστικού που υπόσχεται μια ζωή ήσυχη, ωραία, αιώνια. Οι ταφόπλακες, τα μαραμένα λουλούδια κι η φθινοπωρινή μυρουδιά των φύλλων, πνέουν ένα αίσθημα συγχώρεσης, λύπης, ηρεμίας.
   Τριγύρω σιωπή. Απ' τον ουρανό κοιτούσαν τ' αστέρια με μια βαθιά ταπεινωσύνη. Τα βήματα του Στάρτσεφ αντηχούσαν διαπεραστικά, άκαιρα. Και μόνον όταν στην εκκλησία άρχισε να χτυπά το ρολόγι και φαντάστηκε τον ίδιο του τον εαυτό πεθαμένο, θαμμένον εδώ αιώνια, τότε του φάνηκε ότι κάποιος τον κοιτάζει, και για ένα λεπτό σκέφτηκε ότι αυτό εδώ δεν είναι γαλήνη, δεν είναι ησυχία, αλλά μια υπόκωφη μελαγχολία ανυπαρξίας, μια καταθλιπτική απόγνωση...
   Να το μνημείο της Ντεμέττι σε μορφή μικρού παρεκκλησιού, με τον άγγελο στην κορυφή. Κάποτε που πέρασε από την πόλη μια ιταλική όπερα, μία από τις τραγουδίστριες πέθανε, την έθαψαν και της έκαναν αυτό το μνημείο. Στην πόλη κανείς πια δεν τη θυμόταν, το καντηλάκι όμως πάνω από την είσοδο αντανακλούσε το φως του φεγγαριού που το έκανε να φαίνεται σαν αναμμένο.
   Δεν υπήρχε κανένας. Και ποιος θα έρθει εδώ τα μεσάνυχτα; Ο Στάρτσεφ όμως περίμενε, λες και το φως του φεγγαριού άναβε μέσα του ένα πάθος, περίμενε με μανία κι έβλεπε με τη φαντασία του φιλιά, αγκαλιές. Κάθησε κοντά στο μνημείο μισή περίπου ώρα, περπάτησε ύστερα στις πλαγιαστές αλέες με το καπέλλο στο χέρι περιμένοντας και κάνοντας τη σκέψη, πόσες γυναίκες και πόσες κοπέλες είναι θαμμένες εδώ, σ' αυτούς τους τάφους, που κάποτε ήταν όμορφες, γοητευτικές, που αγαπούσαν  και που τις νύχτες καίγονταν από πάθος, παραδιδόμενες στα χάδια. Πώς, στην ουσία, η μητέρα φύση παίζει με τον άνθρωπο, πόσο λυπηρό είναι αυτό το συναίσθημα! Έτσι σκεπτόταν κι ήθελε την ίδια στιγμή να φωνάξει ότι θέλει, ότι, οπωσδήποτε, περιμένει την αγάπη. Μπροστά του άσπριζαν όχι πια μαρμάρινα κομμάτια, αλλά θαυμάσια κορμιά. Έβλεπε σιλουέττες που κρύβονταν ντροπαλά στις σκιές των δέντρων, ένιωθε ζεστασιά, κι αυτό το μαρτύριο τον καταπίεζε...
   Και σαν να έκλεισε η αυλαία, το φεγγάρι χάθηκε στα σύννεφα κι όλα γύρω απότομα σκοτείνιασαν.
   Ο Στάρτσεφ με δυσκολία βρήκε την πύλη -ήταν σκοτεινά όπως μια φθινοπωρινή νύχτα- γύριζε ύστερα μιάμιση περίπου ώρα ψάχνοντας να βρει τον δρομάκο που άφησε τα άλογα.
   «Κουράστηκα, μόλις που κρατιέμαι στα πόδια», είπε στον Παντελεήμονα.
   Αφού κάθησε με ανακούφιση στο αμάξι, σκέφτηκε: «Ωχ, δεν θα έπρεπε να παχύνω!»
 
   Την επόμενη βραδιά πήγε στους Τουρκίν να κάνει πρόταση γάμου. Αυτό όμως στάθηκε δύσκολο, γιατί την Αικατερίνα Ιβάνοβνα στο δωμάτιό της, την χτένιζε ο κομμωτής. Ετοιμαζόταν για τη χοροεσπερίδα, στη Λέσχη.
   Χρειάστηκε πάλι να καθήσει πολλή ώρα στην τραπεζαρία πίνοντας τσάι. Ο Ιβάν Πετρόβιτς βλέποντας τον επισκέπτη του σκεπτικό και βαριεστημένο, έβγαλε από την τσέπη του γιλέκου του σημειώματα, διάβασε ένα αστείο γράμμα κάποιου γερμανού διαχειριστή, που έγραφε ότι στο κτήμα χάθηκε κάθε ευθιξία κι ότι κατέρρευσε κάθε αίσθημα ντροπής.
   Ο Στάρτσεφ ακούγοντας αφηρημένα σκεπτόταν. «Κι όσο για προίκα, θα πρέπει να δώσουν αρκετή». 
   Ύστερα από μια νύχτα δίχως ύπνο, βρισκόταν σε κατάσταση έκστασης σαν να τον πότισαν με κάτι γλυκό και ναρκωτικό. Στην ψυχή του ένιωθε βαρετά, αλλά χαρούμενα και ζεστά. Ταυτόχρονα όμως μέσα στο κεφάλι του κάποιο ψυχρό και βαρύ κομματάκι τού φώναζε:
   «Σταμάτησε πριν είναι αργά. Σου ταιριάζει αυτή εσένα; Αυτή είναι κακομαθημένη, ιδιότροπη, κοιμάται μέχρι τις δύο το μεσημέρι κι εσύ  ένας γιος διακόνου, γιατρός τοπικής αυτοδιοίκησης... Ε, και λοιπόν;» σκέφτηκε, «ας είναι».
   «Διότι», συνέχισε το κομματάκι, «αν την παντρευτείς, το σόι της θα σε υποχρεώσει να εγκαταλείψεις τη δουλειά σου και να ζήσεις στην πόλη».
   «Ε, καλά», σκέφτηκε, «στην πόλη, μάλιστα στην πόλη. Θα δώσουν προίκα, θα προμηθευτούμε έπιπλα κι ό,τι άλλο χρειαστεί...» 
   Επιτέλους στην τραπεζαρία μπήκε η Αικατερίνα Ιβάνοβνα. Φορούσε άσπρο φόρεμα με ντεκολτέ. Ήταν νόστιμη, πεντακάθαρη. Ο Στάρτσεφ τη θαύμασε κι ενθουσιάστηκε τόσο, που δεν μπόρεσε να βγάλει μιλιά. Την κοιτούσε μόνο και χαμογελούσε. Αυτή ζήτησε συγνώμη κι εκείνος -δεν είχε πια κανένα λόγο να μένει- σηκώθηκε λέγοντας ότι είναι ώρα να γυρίσει στο σπίτι. Τον περιμένουν άρρωστοι.
   «Να πώς θα γίνει», είπε ο Ιβάν Πετρόβιτς, «με την ευκαιρία που φεύγετε, πάρτε στο αμάξι και την Κότηκ ως τη λέσχη».
   Έξω άρχισε να ψιχαλίζει, ήταν πολύ σκοτεινά και μόνο από τον βραχνό βήχα του Παντελεήμονα μπορούσες να μαντέψεις πού ήταν τα άλογα. Ανέβηκαν στ' αμάξι.
   Έφυγαν.
   «Χτες ήμουν στο νεκροταφείο», άρχισε ο Στάρτσεφ. «Πόσο μικρόψυχο κι άσπλαχνο εκ μέρους σας».
   «Ήσαστε στο νεκροταφείο;»
   «Ναι, ήμουν και σας περίμενα σχεδόν μέχρι τις δύο τα μεσάνυχτα. Υπέφερα».
   «Και βέβαια θα υποφέρετε αφού δεν καταλαβαίνετε από αστεία».
   Η Αικατερίνα Ιβάνοβνα, ικανοποιημένη που κορόιδεψε τόσο πονηρά έναν ερωτευμένο και που την αγαπούν τόσο δυνατά, ξέσπασε σε γέλια, αλλά ξαφνικά, έβγαλε μια φοβισμένη φωνή, γιατί εκείνη ακριβώς τη στιγμή τα άλογα γύρισαν απότομα στην εξώπορτα της λέσχης και το αμάξι έκανε να γείρει. Ο Στάρτσεφ την αγκάλιασε απ' τη μέση. Αυτή τρομαγμένη, σφίχτηκε επάνω του, κι εκείνος δεν κρατήθηκε και τη φίλησε με πάθος στα χείλη, στο πηγούνι, σφίγγοντάς την πιο δυνατά στην αγκαλιά του.
   «Αρκετά», είπε ξερά εκείνη και κατέβηκε αμέσως από το αμάξι.
   Ο αστυνόμος κοντά στη φωτισμένη είσοδο της λέσχης, φώναζε στον Παντελεήμονα με απαίσια φωνή:
   «Ε, χάχα, γιατί σταμάτησες; Προχώρα παραπέρα».
    Ο Στάρτσεφ πήγε στο σπίτι, αλλά σύντομα επέστρεψε. Ντυμένος με ξένο φράκο και άσπρο σκληρό παπιγιόν, που ανασηκωνόταν συνέχεια, σαν να ήθελε να γλιστρήσει απ' τον γιακά, καθόταν τα μεσάνυχτα στο σαλόνι της λέσχης και μιλούσε με αγάπη στην Αικατερίνα Ιβάνοβνα: 
   «Ω, πόσο λίγα ξέρουν αυτοί που ποτέ δεν αγάπησαν! Μου φαίνεται πως κανένας ακόμη δεν περιέγραψε αληθινά την αγάπη, κι είναι αμφίβολο αν μπορεί να περιγραφεί αυτό το ευγενικό, χαρούμενο, βασανιστικό συναίσθημα, κι όποιος το δοκίμασε έστω και μια φορά, δεν θα κατόρθωνε να το μεταδώσει με λέξεις. Προς τι οι περιστροφές κι οι περιγραφές; Προς τι η περιττή ευγλωττία; Αγάπη μου απέραντη... Σας παρακαλώ, σας ικετεύω», ξέσπασε τελικά ο Στάρτσεφ, «γίνετε γυναίκα μου».
   «Δημήτρη Ιόνιτς», είπε η Αικατερίνα Ιβάνοβνα σκεπτική και με πολύ σοβαρή έκφραση. «Δημήτρη Ιόνιτς, σας είμαι πολύ ευγνώμων για την τιμή, σας εκτιμώ, αλλά...» σηκώθηκε και παραμένοντας όρθια, «αλλά, με συγχωρείτε, να γίνω γυναίκα σας δεν μπορώ. Ας μιλήσουμε σοβαρά, Δημήτρη Ιόνιτς, εσείς γνωρίζετε ότι περισσότερο απ' όλα στη ζωή, εγώ αγαπώ την τέχνη, αγαπώ παράφορα, λατρεύω τη μουσική στην οποία έχω αφιερώσει όλη μου τη ζωή. Θέλω να γίνω καλλιτέχνιδα, θέλω δόξα, επιτυχίες, ελευθερία και σεις θέλετε να συνεχίσω να ζω σ' αυτή την πόλη, να συνεχίσω αυτή την άδεια, ανώφελη ζωή που για μένα έχει γίνει αφόρητη. Να γίνω σύζυγος -ω, όχι, με συγχωρείτε! Ο άνθρωπος έχει χρέος να επιδιώκει ένα λαμπρό κι ανώτερο σκοπό, η οικογενειακή όμως ζωή θα με δέσμευε για πάντα. Δημήτρη Ιόνιτς (λιγάκι γέλασε, γιατί προφέροντας «Δημήτρη Ιόνιτς» θυμήθηκε εκείνο το «Αλεξέι Θεοφυλάκτιτς»), Δημήτρη Ιόνιτς είστε καλός, ευγενικός, γνωστικός άνθρωπος, είστε καλύτερος απ' όλους...» τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα, «σας συμπονώ μ' όλη μου την ψυχή, αλλά θα κατανοήσετε...»
   Και για να μην αρχίσει να κλαίει, γύρισε και βγήκε απ' το σαλόνι.
   Ο Στάρτσεφ ένιωσε με ταραχή την καρδιά του να σταματάει. Βγαίνοντας απ' τη λέσχη στο δρόμο, ξέσφιξε πρώτα απ' όλα τη σκληρή του γραβάτα και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ντράπηκε λιγάκι, ένιωσε να προσβάλλεται ο εγωισμός του -δεν περίμενε άρνηση- και του φαινόταν απίστευτο που όλα τα όνειρα, οι ταλαιπωρίες και οι ελπίδες τον οδήγησαν σ' ένα τέτοιο ηλίθιο τέλος, όπως τελειώνει ένα ασήμαντο θεατρικό έργο σε ερασιτεχνικό θίασο. Ένιωσε τέτοια λύπη για τα αισθήματά του, γι' αυτή του την αγάπη, που νόμισε ότι θ' αρχίσει να κλαίει ή να χτυπάει δυνατά με την ομπρέλα τη φαρδιά πλάτη του Παντελεήμονα.
   Για τρεις ολόκληρες μέρες δεν είχε καμιά διάθεση, δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν, αλλά όταν άκουσε ότι η Αικατερίνα Ιβάνοβνα έφυγε στη Μόσχα για να πάει στο ωδείο, ηρέμησε κι άρχισε να ζει όπως πρώτα. Όταν θυμόταν κάπου κάπου τη βραδιά που τριγύριζε στο νεκροταφείο ή την ημέρα που γύριζε με το αμάξι σ' όλη την πόλη ψάχνοντας να βρει φράκο, τεντωνόταν τεμπέλικα κι έλεγε: «Πόσες φροντίδες στ' αλήθεια!» 
 
   Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Στην πόλη ο Στάρτσεφ είχε πολλή δουλειά. Κάθε πρωί δεχόταν γρήγορα - γρήγορα τους αρρώστους στο σπίτι του στο Ντελίζ, ύστερα πήγαινε στους άρρωστους της πόλης. Κυκλοφορούσε με το αμάξι του που είχε όχι πια δύο, αλλά τρία άλογα με κουδουνάκια. Στο σπίτι επέστρεφε αργά τη νύχτα. Πάχυνε, έδειχνε καλοθρεμένος και βάδιζε απρόθυμα γιατί υπέφερε από δύσπνοια. Ο Παντελεήμων πάχυνε κι αυτός κι όσο πιο πολύ φάρδαινε, τόσο πιο θλιβερά ανάπνεε κι έκανε παράπονα για τη μαύρη τούτη μοίρα. Η διαδρομή με το αμάξι τον κούραζε.
   Ο Στάρτσεφ πήγαινε σε διάφορα σπίτια και συναντούσε πολύν κόσμο, αλλά με κανέναν δεν είχε στενές σχέσεις. Οι μικροαστοί, με τις συζητήσεις τους και τις απόψεις τους για τη ζωή, τον εκνεύριζαν, ακόμα και με την εμφάνισή τους. Η πείρα τον δίδαξε σιγά - σιγά ότι, όσο παίζεις μαζί τους χαρτιά ή παίρνεις ένα μεζέ, είναι ήσυχοι, γαλήνιοι κι ακόμα καθόλου κουτοί. Φτάνει όμως ν' αρχίσεις κουβέντα για κάτι εκτός φαγητού, παραδείγματος χάρη για πολιτική ή για την επιστήμη, και τότε βρίσκονται σ' αδιέξοδο. Αρχίζει λοιπόν μια τέτοια ηλίθια κι άσχημη φιλοσοφική κουβέντα, που τίποτε δε σου μένει παρά να τα παρατήσεις και να φύγεις. Όταν προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα με κανένα μικροαστό, ακόμα και φιλελεύθερο, για το ότι η ανθρωπότητα, για παράδειγμα, πάει, δόξα ο Θεός, μπροστά και ότι με τον καιρό θα μπορεί να κάνει κανείς χωρίς ταυτότητες και χωρίς τη θανατική ποινή, τότε ο μικροαστός, τον κοίταζε λοξά με δυσπιστία και ρωτούσε: «Τότε, δηλαδή, ο καθένας θα μπορεί να σφάζει στον δρόμο όποιον θέλει;» Και όταν ο Στάρτσεφ έλεγε στην ομήγυρη, στο δείπνο ή στο τσάι, ότι πρέπει να εργάζεται κανείς κι ότι δεν πρέπει να ζει χωρίς δουλειά, τότε ο καθένας το θεωρούσε μομφή για τον εαυτό του κι άρχιζε να θυμώνει και να λογομαχεί ενοχλητικά. Για όλ' αυτά οι μικροαστοί δεν είχαν να πουν απολύτως τίποτε, δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον και ήταν αδύνατο να σοφιστεί κανείς κάποιο θέμα για να συζητήσει μαζί τους. Έτσι, ο Στάρτσεφ απέφευγε τις συνομιλίες, τσιμπούσε κάτι στο πόδι κι έπαιζε χαρτιά. Όταν τύχαινε οικογενειακή γιορτή σε κάποιο σπίτι και τον προσκαλούσαν για φαγητό, καθόταν κι έτρωγε σιωπηλός, κοιτάζοντας στο πιάτο. Όλα όσα έλεγαν την ώρα του φαγητού ήταν χωρίς ενδιαφέρον, άδικα, ανόητα  κι αισθανόταν εκνευρισμό, στενοχωριόταν, αλλά σώπαινε. Γι' αυτόν δε το λόγο, που ήταν αυστηρά σιωπηλός και κοιτούσε στο πιάτο, τον ονόμασαν στην πόλη «ο μουτρωμένος Πολωνός», παρ' όλο που ποτέ του δεν ήταν Πολωνός.
   Ψυχαγωγίες, όπως θέατρο και κοντσέρτα, τις απέφευγε, αλλά κάθε βράδυ έπαιζε με μεγάλη ευχαρίστηση χαρτιά τρεις ώρες. Είχε άλλη μια ψυχαγωγία, μια συνήθεια που απόκτησε σιγά - σιγά χωρίς να το καταλάβει, να βγάζει τα βράδια από τις τσέπες χαρτιά από τη δουλειά της ημέρας, χαρτιά κίτρινα, πράσινα, που μύριζαν αρώματα, ξύδι, λιβάνι και μουρουνόλαδο, σε όλες δε τις τσέπες ήταν χωμένα περί τα εβδομήντα ρούβλια. Όταν μαζεύονταν μερικές εκατοντάδες, τα έφερνε στην Εταιρεία Αμοιβαίων Πιστώσεων και τα κατέθετε εκεί σε τρέχοντα λογαριασμό. 
   Σ' όλο το διάστημα των τεσσάρων χρόνων μετά την αναχώρηση της Αικατερίνας Ιβάνοβνας, μόνο δυο φορές επισκεύτηκε τους Τουρκίν, ύστερα από πρόσκληση της Βέρας Ιωσήφοβνας, η οποία έκανε ακόμα θεραπεία για την ημικρανία. Κάθε καλοκαίρι η Αικατερίνα Ιβάνοβνα ερχόταν στους γονείς της σαν φιλοξενούμενη, αλλά δεν τύχαινε να την ιδεί ποτέ.
   Αλλά να που πέρασαν τέσσερα χρόνια. Ένα ήσυχο, ζεστό πρωινό, έφεραν στο νοσοκομείο ένα γράμμα. Η Βέρα Ιωσήφοβνα έγραφε στον Δημήτρη Ιόνιτς ότι τον επεθύμησε πολύ και τον παρακαλούσε να την επισκεφθεί το δίχως άλλο και να την ανακουφίσει από το βάσανο, με την ευκαιρία μάλιστα, που σήμερα είχε και τα γενέθλιά της. Στο κάτω μέρος του γράμματος υπήρχε υστερόγραφο: «Στην παράκληση της μαμάς προσυπογράφω κι εγώ. Κ.»
   Ο Στάρτσεφ σκέφτηκε λίγο και το βράδυ πήγε στους Τουρκίν.
   «Α! Χαίρετε παρακαλώ», είπε συναντώντας τον ο Ιβάν Πετρόβιτς, γελώντας μόνον με τα μάτια. «Καλημέρα σας».
   Η Βέρα Ιωσήφοβνα, που είχε πια πολύ γεράσει, με άσπρα μαλλιά, έσφιξε το χέρι του Στάρτσεφ, ανέπνευσε προσποιητά και είπε:
   «Γιατρέ, δεν θέλετε να με περιποιείστε, δεν μας έρχεστε καθόλου, είμαι πια γριά για σας. Να όμως, που ήρθε η νέα, ίσως αυτή θα είναι πιο τυχερή».
   Και η Κότηκ; Πιο αδύνατη και χλωμή, πιο καλοβαλμένη κι όμορφη, αλλά ήταν πια η Αικατερίνα Ιβάνοβνα κι όχι η Κότηκ. Δεν υπήρχε η παλιά φρεσκάδα και η έκφραση της παιδικής αφέλειας. Και στην όψη και στους τρόπους υπήρχε κάτι το καινούργιο, άτολμο και ένοχο, λες και μέσα εδώ, στο σπίτι των Τουρκίν, δεν αισθανόταν πια σαν στο σπίτι της.
   «Πόσα χρόνια, στ' αλήθεια!» είπε δίνοντας το χέρι στον Στάρτσεφ κι ήταν φανερό πως η καρδιά της χτυπούσε ανήσυχα. Με περιέργεια κι επίμονα κοιτάζοντάς τον στο πρόσωπο, συνέχισε: «Πώς παχύνατε. Μαυρίσατε, δυναμώσατε, αλλά, γενικά, δεν αλλάξατε πολύ». 
   Του άρεσε τώρα, πολύ του άρεσε, αλλά κάτι της έλειπε πια ή κάτι ήταν περιττό που κι ο ίδιος δεν μπορούσε να πει ακριβώς, όμως αυτό το κάτι τον εμπόδιζε να αισθάνεται όπως πρώτα. Δεν του άρεσε η χλωμάδα της, η καινούργια έκφραση, το αδύνατο χαμόγελο, η φωνή, κι ύστερα από λίγο δεν του άρεσε και το φόρεμα, ακόμα και το κάθισμα στο οποίο καθόταν. Δεν του άρεσε κάτι από το παρελθόν, όταν λίγο έλειψε να την παντρευτεί. Θυμήθηκε την αγάπη του, τα όνειρα και τις ελπίδες που τον ανησυχούσαν εδώ και τέσσερα χρόνια κι αισθάνθηκε άβολα.
   Ήπιαν τσάι με γλύκισμα. Η Βέρα Ιωσήφοβνα διάβασε ύστερα ένα μυθιστόρημα φωναχτά, διάβασε για κάτι που ποτέ δεν συμβαίνει στη ζωή. Ο Στάρτσεφ άκουγε, κοιτούσε το λευκό, όμορφο κεφάλι της και περίμενε ώσπου να τελειώσει.
   «Αν υπάρχει κάποιος που δεν αξίζει», σκέφτηκε, «δεν είναι εκείνος που δεν ξέρει να γράφει διηγήματα, αλλά αυτός που τα γράφει και δεν ξέρει να τα κρατήσει για τον εαυτό του».
   «Αρκετά καλά», είπε ο Ιβάν Πετρόβιτς.
   Ύστερα, η Αικατερίνα Ιβάνοβνα έπαιξε πιάνο με θόρυβο και γι' αρκετή ώρα στο πιάνο, κι όταν τελείωσε, την ευχαρίστησαν θερμά και της έδειξαν τον θαυμασμό τους.
   «Τι καλά που δεν παντρεύτηκα μαζί της», σκέφτηκε ο Στάρτσεφ.
   Αυτή τον κοιτούσε και ήταν φανερό ότι περίμενε να της προτείνει να πάνε στον κήπο, αλλ' αυτός εσώπαινε.
   «Εμπρός ας μιλήσουμε», είπε πλησιάζοντάς τον. «Πώς περνάτε; Τι γίνεστε; Όλες αυτές τις μέρες σας σκεπτόμουν», συνέχισε νευρικά, «ήθελα να σας γράψω γράμμα, ήθελα να έρθω μόνη μου στο Ντελίζ, είχα αποφασίσει να έρθω αλλά ύστερα άλλαξα γνώμη. Ποιος να ξέρει τώρα πώς με βλέπετε. Σας περίμενα με τέτοια ανησυχία σήμερα. Για τ' όνομα του Θεού, πάμε στον κήπο».
   Πήγαν στον κήπο και κάθησαν στο παγκάκι κάτω απ' τον παλιό πλάτανο, όπως εδώ και τέσσερα χρόνια. Ήταν σκοτεινά.
   «Πώς περνάτε λοιπόν;» ρώτησε η Αικατερίνα Ιβάνοβνα.
   «Ας τα λέμε καλά. Ζούμε», απάντησε ο Στάρτσεφ. Δεν βρήκε να πει τίποτε περισσότερο. Ακολούθησε σιωπή.
   «Ανησυχώ», είπε η Αικατερίνα Ιβάνοβνα, κρύβοντας με τα χέρια το πρόσωπό της, -«δεν με προσέχετε όμως. Είναι τόσο καλά στο σπίτι, είμαι τόσο ευχαριστημένη που τους βλέπω όλους, τόσο που δεν μπορώ να το συνηθίσω. Πόσες αναμνήσεις! Νόμιζα ότι θα μιλάμε μαζί χωρίς σταματημό μέχρι το πρωί».
   Είδε τώρα από κοντά το πρόσωπό της, τα λαμπερά μάτια, κι εδώ στη σκοτεινιά, φαινόταν νεότερη απ' ό,τι στο δωμάτιο, κι ακόμα φαινόταν σαν να ξαναγύρισε σ' αυτήν η παλιότερη παιδική έκφραση. Και πραγματικά, τον κοιτούσε με μια απλοϊκή περιέργεια σαν να ήθελε από κοντά να διακρίνει και να καταλάβει τον άνθρωπο, ο οποίος κάποτε την αγάπησε τόσο φλογερά, με τέτοια τρυφερότητα και τόσο άτυχα. Τα μάτια της τον ευχαριστούσαν γι' αυτή την αγάπη. Κι ο Στάρτσεφ τα θυμήθηκε όλα με την παραμικρή λεπτομέρεια. Πώς γύριζε μέσα στο νεκροταφείο, πώς ύστερα, πλησιάζοντας να ξημερώσει, επέστρεψε στο σπίτι του εξαντλημένος και ένιωσε ξαφνικά μελαγχολία και λύπη για το παρελθόν. Στην ψυχή του άρχισε να σιγοκαίει μια μικρή φλόγα.
   «Θυμάστε που σας συνόδευσα στη χοροεσπερίδα της λέσχης;» είπε. «Έβρεχε κι ήταν σκοτεινά...»
   Η φλόγα στην ψυχή του άναβε πιο πολύ κι ήθελε πια να μιλήσει, να πει τα παράπονά του για τη ζωή.
   «Αχ!» είπε αναστενάζοντας. «Ρωτάτε τώρα πώς περνώ τη ζωή μου. Πώς ζούμε εδώ πέρα! Τίποτε. Γερνάμε, παχαίνουμε, ξεπέφτουμε. Οι μέρες κι οι νύχτες φεύγουν, η ζωή περνάει άχαρα, χωρίς εντυπώσεις, χωρίς στοχασμούς... Την ημέρα δουλειά, το βράδυ στη λέσχη σε μια κοινωνία από χαρτοπαίχτες, αλκοολικούς, βραχνιασμένους, που δεν μπορώ να τους υπομένω. Τι καλοσύνη;» 
   «Όμως εσείς έχετε την εργασία σας, έναν ευγενικό σκοπό στη ζωή. Εσείς αγαπούσατε τόσο πολύ να μιλάτε για το νοσοκομείο σας. Ήμουν τότε κάπως παράξενη, φανταζόμουν τον εαυτό μου μεγάλη πιανίστα. Τώρα όλες οι δεσποινίδες των καλών οικογενειών παίζουν πιάνο, κι εγώ επίσης έπαιζα όπως όλες χωρίς να έχω τίποτε το ιδιαίτερο και ήμουν τόσο καλή πιανίστα, όσο η μαμά συγγραφέας. Βέβαια, δεν σας καταλάβαινα τότε, αλλά ύστερα, στη Μόσχα, σας σκεπτόμουν συχνά. Μόνο εσάς σκεπτόμουν. Τι ευτυχία να είναι κανείς γιατρός της τοπικής αυτοδιοίκησης, να βοηθάει αυτούς που υποφέρουν, να υπηρετεί τον κόσμο. Τι ευτυχία!» επανέλαβε η Αικατερίνα Ιβάνοβνα με ενθουσιασμό. «Όταν σας σκεπτόμουν στη Μόσχα μού φαινόσαστε τόσο ιδανικός, τόσο ανώτερος...»
   Ο Στάρτσεφ θυμήθηκε τα χαρτιά τα οποία έβγαζε απ' τις τσέπες του τα βράδια με τόση ευχαρίστηση κι η φλόγα στην ψυχή του έσβησε. Σηκώθηκε για να πάει στο σπίτι. Εκείνη τον έπιασε απ' το μπράτσο.
   «Είστε ο καλύτερος απ' τους ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου», συνέχισε αυτή. «Θα βλεπόμαστε, θα μιλάμε, έτσι δεν είναι; Υποσχεθείτε μου. Δεν είμαι πιανίστα, δεν γελιέμαι πια στους υπολογισμούς μου και, μπροστά σας, ούτε θα παίζω, ούτε θα μιλώ για μουσική».
   Όταν μπήκαν στο σπίτι κι ο Στάρτσεφ, στο βραδινό φως, είδε το πρόσωπό της και τα λυπημένα, εξεταστικά και γεμάτα ευγνωμοσύνη μάτια να τον κοιτάζουν, αισθάνθηκε μια ανησυχία και σκέφτηκε πάλι: «Τι καλά, που τότε δεν παντρεύτηκα». Άρχισε να χαιρετάει.
   «Δεν έχετε καθόλου δίκιο να φεύγετε χωρίς να δειπνήσετε», είπε ο Ιβάν Πετρόβιτς, συνοδεύοντάς τον. «Μας αιφνιδιάζετε». Κι απευθυνόμενος στον Πάβα που ήταν στο χωλ είπε: «Έλα, κάνε μας τώρα μια επίδειξη». 
   Ο Πάβα, που δεν ήταν πια παιδί, αλλά νεαρός με μουστάκια, πήρε πόζα, σήκωσε ψηλά το χέρι και είπε με τραγική φωνή:
   «Πέθανε, δυστυχισμένη!» 
   Όλ' αυτά εκνεύριζαν τον Στάρτσεφ. Καθισμένος στο αμάξι και κοιτάζοντας το σκοτεινό σπίτι και τον κήπο, που κάποτε του ήταν τόσο προσφιλή και πολύτιμα, τα θυμήθηκε όλα μονομιάς. Και το διήγημα της Βέρας Ιωσήφοβνας, και το θορυβώδες παίξιμο της Κότηκ και το πνεύμα του Ιβάν Πετρόβιτς και την τραγική πόζα του Πάβα, και σκέφτηκε ότι, αν οι πιο ταλαντούχοι άνθρωποι σ' όλη την πόλη είναι τέτοιες μετριότητες, τότε τι πόλη θα πρέπει να είναι αυτή.
   Μετά τρεις μέρες ο Πάβα έφερε γράμμα από την Αικατερίνα Ιβάνοβνα.
   «Δεν μας έρχεστε, γιατί;» έγραφε. «Φοβάμαι ότι άλλαξε η συμπεριφορά σας απέναντί μας, φοβάμαι και τρομάζω γι' αυτό, από μια έννοια. Ελάτε λοιπόν και καθυσυχάστε με ότι όλα είναι εντάξει. Είναι απαραίτητο να μιλήσω μαζί σας. Δική σας Α.Τ.».
   Διάβασε το γράμμα, σκέφτηκε και είπε στον Πάβα:
   «Πες, αγαπητέ, ότι σήμερα δεν μπορώ να έρθω, είμαι πολύ απασχολημένος. Θα έρθω, πες, να, ύστερα από τρεις - τέσσερις μέρες».
   Πέρασαν τρεις μέρες, πέρασε μια βδομάδα, αλλά δεν πήγε. Περνώντας τυχαία μια μέρα με το αμάξι κοντά από το σπίτι των Τουρκίν, θυμήθηκε ότι πρέπει να σταματήσει και να μπει έστω για ένα λεπτό, αλλά σκέφτηκε και... δεν πήγε. 
   Καμιά άλλη φορά πια δεν επισκέφτηκε τους Τουρκίν.
 
   Πέρασαν ακόμη λίγα χρόνια. Ο Στάρτσεφ βάρυνε περισσότερο, πάχυνε, αναπνέει βαριά και περπατάει γέρνοντας το κεφάλι προς τα πίσω. Όταν, παχουλός και κόκκινος, είναι στην τρόικα με τα κουδουνάκια, κι ο Παντελεήμων επίσης παχουλός και κόκκινος με σαρκώδη σβέρκο, καθισμένος στη θέση του, με τεντωμένα και ίσια, σαν ξύλινα, τα χέρια του, φωνάζει στα αμάξια που έρχονται από απέναντι:   «Κρρρατήσου δεξιά!», τότε η εικόνα γίνεται εντυπωσιακή και φαίνεται σαν να περνάει όχι άνθρωπος, αλλά ένας ειδωλολατρικός Θεός. Στην πόλη, ο Στάρτσεφ είναι τρομερά απασχολημένος με τη δουλειά, δεν έχει καιρό να πάρει ανάσα. Έχει ήδη ένα αγρόκτημα, δυο σπίτια στην πόλη και ψάχνει ν' αγοράσει και τρίτο σε πιο συμφέρουσα τιμή. Όταν στον Σύνδεσμο Αμοιβαίας Πίστης του λένε για κάποιο σπίτι που πρόκειται να βγει στη δημοπρασία, τότε χωρίς τυπικότητες, πηγαίνει στο σπίτι αυτό και, περνώντας απ' όλα τα δωμάτια, μην προσέχοντας τις μισόγυμνες γυναίκες και τα παιδιά που τον κοιτάζουν με κατάπληξη και τρόμο, χτυπάει όλες τις πόρτες με το μπαστούνι και λέει:
   «Αυτό είναι γραφείο; Αυτή είναι κρεβατοκάμαρα; Κι εδώ τι είναι;» Αναπνέει ύστερα βαθιά και σκουπίζει απ' το μέτωπο τον ιδρώτα.
   Έχει πολλές φροντίδες αλλά δεν αφήνει, παρ' όλα αυτά, τη θέση του στην τοπική αυτοδιοίκηση. Τον έχει κατακυριεύσει η λαιμαργία, θέλει να προλάβει κι εδώ κι εκεί. Στο Ντελίζ και στην πόλη τον φωνάζουν πλέον απλά «Ιόνιτς». «Πού πάει αυτός ο Ιόνιτς;» ή «Θα προσκαλέσουν στο ιατρικό συμβούλιο τον Ιόνιτς;»
   Επειδή, όμως, ο λαιμός του παραπάχυνε, η φωνή του άλλαξε. Έγινε λεπτή και διαπεραστική. Ο χαρακτήρας του επίσης άλλαξε. Έγινε βαρύς, ευερέθιστος. Όταν δέχεται τους αρρώστους, συνήθως θυμώνει, χτυπάει ανυπόμονα με το μπαστούνι στο πάτωμα και φωνάζει με άσχημη φωνή:
   «Παρακαλώ να απαντάτε μόνο στις ερωτήσεις! Να μη μιλάτε!»
   Είναι απομονωμένος. Η ζωή του είναι πληκτική, τίποτε δεν τον ενδιαφέρει.
   Όλο τον καιρό που ζει στο Ντελίζ, η αγάπη του προς την Κότηκ ήταν η μοναδική του ευχαρίστηση και, όπως  φαίνεται, και η τελευταία. Τα βράδια παίζει στη λέσχη χαρτιά κι ύστερα κάθεται μόνος στο τραπέζι για να δειπνήσει. Τον υπηρετεί ο υπηρέτης Ιβάν, ο μεγαλύτερος και ο πιο σεβάσμιος. Του προσφέρουν κρασί Λαφήτ Νο 17. Όλοι πλέον οι πιο παλιοί της λέσχης, ο μάγειρας, ο υπηρέτης, ξέρουν τι του αρέσει και τι όχι. Αν και προσπαθούν με όλες τους τις δυνάμεις να του κάνουν τα χατίρια, έρχονται στιγμές που θυμώνει απότομα και αρχίζει να χτυπά το πάτωμα με το ραβδί.
   Δειπνώντας, γυρίζει και ανακατεύεται στη συζήτηση:
   «Για ποιο πράγμα; Ε; Ποιος;»
   Κι όταν, σε κανένα γειτονικό τραπέζι συμβαίνει να γίνεται κουβέντα για τους Τουρκίν, τότε ρωτάει:
   «Για ποιους Τουρκίν μιλάτε; Γι' αυτούς που η κόρη τους παίζει στο πιάνο;»
   Τι άλλο μπορεί κανείς να ειπεί γι' αυτόν;
   Και οι Τουρκίν; Ο Ιβάν Πετρόβιτς δεν εγέρασε, δεν άλλαξε καθόλου και, όπως πρώτα, ευφυολογεί και διηγείται ανέκδοτα. Η Βέρα Ιωσήφοβνα διαβάζει στους καλεσμένους τα διηγήματά της όπως πρώτα, με προθυμία  κι εγκάρδια απλότητα. Η Κότηκ παίζει κάθε μέρα πιάνο μέχρι και τέσσερις ώρες. Είναι φανερό ότι μεγάλωσε και κάθε φθινόπωρο πηγαίνει με την μητέρα της στην Κριμαία. Ξεπροβοδίζοντάς τους στο σταθμό, ο Ιβάν Πετρόβιτς, την ώρα που ξεκινάει το τραίνο σκουπίζει τα δάκρυα και φωνάζει: 
   «Χαίρετε, παρακαλώ!» και κουνάει το μαντήλι. 

Άντον Τσέχωφ
(Μετφ. Βασ. Ντινόπουλος)
«ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ»
Ε. ΚΕ.ΒΙ.
 
Σημειώσεις:
(1) Βερστ: Μονάδα μήκους ίση με 1060 μέτρα.
(2) Μη μεταφράσιμη λέξη. Ονομασία λαϊκού τραγουδιού που μιλάει για τη βαριά μοίρα του Ρωσικού λαού.
(3) Ρώσος συγγραφέας (1821 - 1881). Στο έργο του «Χίλιες ψυχές» μιλά για τους μίσθαρνους δημοσίου υπαλλήλους και για τη διαφθορά της τάξεως των ευγενών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου