Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ

 ... Στην αφετηρία...

   Στο διήγημά του «Ευθανασία» ο Τάκης Δόξας περιγράφει τη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον κεντρικό ήρωα, τον Λορέντζο, και την παραδουλεύτρα του, την κυρα - Κλειώ, η οποία βλέπει σ' αυτόν έναν πολύ δικό της άνθρωπο, γεγονός που εξηγεί και την απόφαση που θα πάρει στο τέλος, βαρύνοντας τη συνείδησή της. Ο Λορέντζος είναι ένας άντρας γοητευτικός, γεμάτος χαρά και ενθουσιασμό για τη ζωή, έναν ενθουσιασμό που παρασέρνει όλους τους ανθρώπους που τον πλησιάζουν και, φυσικά, και την κυρα – Κλειώ, η οποία τον θαυμάζει απεριόριστα και τον νοιάζεται σχεδόν σαν παιδί της. Η μοίρα, όμως, επιφυλάσσει ένα δυνατό χτύπημα για τον Λορέντζο: μια δύσκολη, ανίατη αρρώστεια. Ο ήρωας δε φοβάται το θάνατο, πιο πολύ φοβάται την κατάπτωση, τη φθορά, την αδυναμία, την απώλεια της ζωτικής του ορμής... Η κυρα – Κλειώ καλείται ν' αποφασίσει για το τι πρέπει να γίνει και με γνώμονα του τι θα επιθυμούσε ο εργοδότης της. Όλα γίνονται απλά και χωρίς λόγια ή κάποια προσυνεννόηση... Η κυρα- Κλειώ θα του προσφέρει μια μικρή, τελευταία «υπηρεσία», έναν καφέ φτιαγμένο με μεράκι απ' τα χέρια της...
 
 
 
  
    Έτσι τον έβλεπε η παραδουλεύτρα: έναν ομορφάνθρωπο. Στητό άντρα με κρουστή μελαχροινή σάρκα, έντονα χείλη και μάτι που με το πρώτο βιαστικό γύρισμα άδραχνε ολάκερο τον κόσμο και τον υπόταζε.
    Η κυρά Κλειώ πήγαινε κάθε πρωί να του συγυρίσει το δωμάτιο και τον πετύχαινε πάντα να ξυρίζεται πριν φύγει για τη δουλειά του. Ανάμεσα τότε στο σκούπισμα και στις άλλες δουλειές που του 'κανε εκεί μέσα σηκώνοντας το κρεβάτι ή ξεσκονίζοντας τα έπιπλα, κάθε μέρα έκλεβε την ώρα να τον κοιτάζει και να τον καμαρώνει. Μέσ' στα γεροντάματα ήταν κείνη η φτωχογυναίκα, κι' όμως μυστικά κι' αγιάτρευτα τον λιμπιζόταν. Πιο πολύ ωστόσο τον θαύμαζε για το γεροδεμένο του κορμί, το παράστημά του και το πρόσωπό του. Ο Λορέντζος στεκόταν όρθιος μπρος στον καθρέφτη με το αθλητικό του φανελάκι φρεσκάροντας τον εαυτό του, κι' η κυρά Κλειώ τον χάιδευε χωρίς να τον αγγίζει.
   Ο καθρέφτης την πρόδινε πότε - πότε κι' ο Λορέντζος έκανε κέφι μαζί της.
   - Α, κυρά Κλειώ! της φώναζε. Αυτό το σεντόνι δεν έχει καθόλου φιλότιμο. 
   - Γιατί, κύριε Λορέντζο;
   - Το στρώνεις και το ξαναστρώνεις το αθεόφοβο, κι' αυτό δεν εννοεί να πέσει στο κρεβάτι και να σ' αφήσει να κάνεις και καμιά άλλη δουλειά!
   - Το είδατε λοιπόν; Είναι καινούργιο και κοκκαλώνει. Αυτό φταίει, ξέρετε...
   - Τι άλλο να φταίει, κυρά Κλειώ!
   Ωσότου 'τοιμαστεί ο Λορέντζος, κείνη του σέρβιρε τον καφέ. Παλιά συνήθειά του, ένας καφές κάθε πρωί στο σπίτι. Ένας καφές και το πρώτο τσιγάρο. Κι' ώσπου να τον πιει και να καπνίσει, η κυρά Κλειώ έπιανε μια καρέκλα παράμερα και περίμενε. Έκανε πως διάβαζε τα νέα στην εφημερίδα, κι' όμως ανάμεσα στις ειδήσεις για τα πολιτικά ζητήματα και τις πυρηνικές δοκιμές ξέφευγαν γλυκά - γλυκά τα μάτια της κι' απολάμβαναν τις κινήσεις του, την έκφρασή του, το χαμόγελό του.
   Πρέπει να 'ταν παραπάνω από τρία χρόνια που τον υπηρετούσε στο ίδιο αυτό δωμάτιο, κι' όταν κάθε φορά μέτραγε τον καιρό και κοίταζε το Λορέντζο απ' το πλατύ, το φωτεινό του μέτωπο ως τις μύτες των παπουτσιών του, πίστευε πως ένας τόσος καιρός δεν είχε καν περάσει απ' αυτόν τον άνθρωπο. Και ντρεπόταν για τις γνώσεις της στην Αριθμητική, κι' έλεγε να μην ξαναμετρήσει πια - τουλάχιστο τα χρόνια του Λορέντζου.

   Πότε - πότε τις Κυριακές άνοιγαν κάπως περισσότερο την κουβέντα μεταξύ τους. Ήταν τότε που το δωμάτιο μύριζε γυναικείο άρωμα ή ο Λορέντζο έφερνε λουλούδια για τα βάζα κι' ένα καινούργιο μπουκάλι διαλεχτό ποτό με σοκολατάκια, αιγινήτικα φυστίκια και φρουί γλασέ. Αυτές τις ώρες έδειχνε πιο νέος απ' τ' άλλα πρωινά, έκανε σαν παιδί, που δε μελέτησε ακόμα τι σημαίνουν οι λέξεις χρόνος και θλίψη. Έβαζε και το τρανζίστορ στην πιο τρυφερή μουσική, έσερνε μόνος του τα βήματα για ένα ταγκό που μεθούσε και τα ίδια πες τα έπιπλα λικνίζοντάς τα. 
   Η κυρά Κλειώ μισοκινούσε έξω απ' την καρέκλα της ασυναίσθητα τα πόδια ακολουθώντας τις νότες. Σάλευε και το κεφάλι πονηρά. 
   - Ο έρωτας, ε; του πέταξε κάποτε. 
   Κείνος ενθουσιάστηκε.
   - Τι άλλο πιο δυνατό και απαραίτητο στη ζωή, κυρά Κλειώ! Αυτός μας δίνει τη χάρη να μη σκεφτόμαστε ποιοι είμαστε, τι μας λείπει, ποιοι είναι οι γύρω μας. Ο έρωτας, ναι. Ο μόνος που μας κάνει τόσο όμορφους, κάθε φορά και πιο όμορφους, κυρά Κλειώ... 
   - Το βλέπω, γιε μου. 
   Άξαφνα η μορφή του Λορέντζου άστραψε από ένα φως εφηβικό. Ζύγωσε πιο κοντά της, άπλωσε μ' εμπιστοσύνη τα χέρια του στους ώμους της κι' η φωνή του έγινε ζεστότερη, πιο αποκαλυπτική. 
   - Ακούς, κυρά Κλειώ; της είπε. Αξίζει να ζει κανένας μόνο όσο είναι νέος κι' όμορφος. Όταν αρχίζει να ξεπέφτει, να σκύβει και ν' ασχημαίνει, τότε δε χρειάζεται να συνεχίσει: πρέπει να πεθάνει! 
   Η παραδουλεύτρα σταυροκοπήθηκε:
   - Για τ' όνομα του Θεού, κύριε Λορέντζο! Τι είναι αυτά που λέτε σήμερα; Τότε δηλαδή εγώ που γέρασα και καμπουριάζω... 
   - Δεν ξέρω, την αντίσκοψε, τι νομίζεις και τι θες, τι σε βολεί εσένα για τον εαυτό σου. Μα άκουσε, κυρά Κλειώ! Σε θεωρώ σα μάνα μου και θα σου ξομολογηθώ ένα μυστικό: Ποτέ δε θα μπορέσω να δω τον εαυτό μου να ρημάζει και να εξευτελίζεται απέναντι στα ίδια μου τα μάτια. Να φτάσει δηλαδή στο κατάντημα να τον λυπάμαι κι' εγώ ακόμα. 
   - Ε, και τι θα κάνετε, κύριε Λορέντζο; 
   - Όταν λοιπόν έρθει κάποτε ο χρόνος ή καμιά άλλη δύναμη όπως, ας πούμε, μια αρρώστια για να μου σκάψουν με μια αξίνα το πρόσωπο, δε θα τους αφήσω, κυρά Κλειώ. Όχι! Θα τους αρπάξω την αξίνα απ' τα χέρια και θα σκάψω τον τάφο μου μόνος μου. 
   - Χριστός κοντά σου, αγόρι μου! φώναξε αυθόρμητα εκείνη. 
   Ο Λορέντζος χαμογέλασε και της χάιδεψε τ' άσπρα μισολυωμένα μαλλιά. 
   Έφεγγε ακόμα πιο αστραφτερά το πρόσωπό του, κι' η κυρά Κλειώ κινδύνεψε να παραδεχτεί πως είχε δίκιο για το θάνατο. Τον ένοιωθε άλλωστε κάπως ανάμιχτα μέσα της: στοργικά σαν παιδί που το 'βγαλε απ' τα σπλάχνα της, κι' ερωτικά για την ομορφιά του που φρεσκαριζόταν σε μια αξεπέραστη άνοιξη. Τον πονούσε και δεν το μπορούσε, δεν το καταλάβαινε καν να τον χάσει. Μα και δεν ήθελε, αλήθεια δεν ήθελε κι' αυτή, να τον δει να γερνάει, να χαρακώνεται από ρυτίδες, να τρεμουλιάζει η σάρκα του και να τσακίζει κείνο τ' όρθιο, το εγωιστικό παράστημα που τον έδειχνε τόσο άντρα...
   Έπειτα τον άφησε να συνεχίσει το ταγκό αγκαλιάζοντας με τη σκέψη του την αγάπη του, και κείνη βάλθηκε να κάμει πιο καθαρό και πιο όμορφο απ' άλλοτε το δωμάτιο. Μονάχα που οι στοχασμοί τής μπέρδευαν τα χέρια και της βούρκωναν τα μάτια.
   Πάντως την άλλη μέρα η κυρά Κλειώ ετοίμασε ένα φυλαχτό και του το πήγε. Είχε βάλει μέσα ένα κομματάκι ξύλο απ' την Αγιατράπεζα της εκκλησιάς της ενορίας, λιβάνι κι' απήγανο. Τ' απίθωσε κάτω απ' το μαξιλάρι του, το σταύρωσε και μουρμούρισε ανάμεσα στα σάπια δόντια της κάτι προσευχές και ξόρκια που πίστευε ότι θα κατέβαινε εκειδά ο Θεός και θα τ' άκουγε.
 
   Το φυλαχτό κράτησε ως το φθινόπωρο. Ύστερα ήρθε κείνο το παράξενο πρήξιμο στο λαιμό του, κι' αμέσως κιόλας οι πόνοι στο κορμί. Ο γιατρός που κοίταξε το Λορέντζο, δεν του μαρτύρησε την αρρώστια μα και δεν τον άφησε ν' απελπιστεί. Έδωσε κάτι φάρμακα, πρόσταξε να μείνει στο κρεβάτι και παρακάλεσε την κυρά Κλειώ να κλείσει το σπίτι της και να καθήσει στο δωμάτιό του.
   - Δύσκολα θα σ' ακούσει ο άρρωστος, της είπε ιδιαίτερα. Είναι έξυπνος άνθρωπος και θα τα καταλάβει όλα. Και θα σου ζητήσει να σηκωθεί για να περπατήσει. Πρέπει να του πάρεις κι' ένα μπαστούνι. Έτσι, κυρά Κλειώ;
   Η γερόντισσα κατάπιε έναν πικρό κόμπο που πήγε να την πνίξει. Έπιασε το γιατρό απ' τα χέρια, κρεμάστηκε στα χείλη του.
   -Είναι τίποτα κακό; ρώτησε κλαίγοντας.
   - Είναι, κυρά Κλειώ. Πώς να το κρύψω από σένα που θα 'σαι όλο κοντά του! Μα προσπάθησε να μην υποψιαστεί τίποτα. Και μην ξεχάσεις το μπαστούνι που σου είπα...
   Γέλασε τραγικά κείνη.
   - Μπαστούνι είπατε, γιατρέ; Μπαστούνι να πάρει και να περπατήσει ο κύριος Λορέντζος! Αυτός ο άντρακλας, ο πιο όμορφος άνθρωπος του κόσμου; Το λέτε σα να μην τον ξέρετε καθόλου, σα να μη...
   - Τα ξέρω, την αντίσκοψε, και τα καταλαβαίνω όλα. Μα πώς να γίνει, κυρά Κλειώ, που αυτά λέει η επιστήμη; Δυστυχώς, τέτοια είναι η μορφή της αρρώστιας του. Έχουν προσβληθεί οι αδένες, ο καρκίνος τρέφεται απ' τις σάρκες του ανθρώπου και σιγά - σιγά τα κόκκαλα του αρρώστου διαλύονται, καταντάνε σκόνη.
   - Δηλαδή, όπως την άλλη φορά με τον κύριο Αρτεμιάδη, το δικηγόρο;
   - Είναι φριχτό που θα το πω. Μα θα συμβούν ακριβώς τα ίδια πράγματα...
   Την περίπτωση του δικηγόρου τη θυμήθηκε κι' ο ίδιος ο Λορέντζος πάνω σε μια βδομάδα. Ήταν απ' την ημέρα του γιατρού η πρώτη φορά που 'καμε να σηκωθεί απ' το κρεβάτι και δεν τα κατάφερε: τον πονούσε τόσο η μέση του που δεν είχε όλη τη δύναμη να κρατήσει τα πόδια του όρθια!
   Η κυρά Κλειώ έτρεξε να τον βοηθήσει περνώντας τα χέρια της κάτω απ' τις μασχάλες του. Κείνος όμως δεν το δέχτηκε. Κοίταξε τη γερόντισσα με πίκρα, γύρισε να κοιτάξει και τον εαυτό του με χλευασμό.
   - Φέρε μου τον καθρέφτη, της φώναξε με πρωτάκουστη σκληράδα.
   Τον ξεκρέμασε και του τον πήγε. Ηλιόλουστο πρωί ήταν, μα της ζήτησε ν' ανάψει το λεχτρικό, να του φέρει κοντά και να του κρατήσει το πορτατίφ.
   Η κυρά Κλειώ υπάκουσε τρέμοντας από λύπη.
   - Θες να δεις τίποτα, γιε μου; ρώτησε δειλά.
   - Ναι, κυρά Κλειώ. Μην άρχισα κιόλας να καταντάω αυτό που φοβάμαι. Αυτό που δε θα δεχτώ ποτέ! 
   Πάνω στο πρόσωπό του η κούραση είχε απλώσει τα δάχτυλά της κι' έπαιζε θανάσιμα με το δέρμα του σκάβοντας κάτι λακκάκια που φαίνονταν ανεπαίσθητα. Κι' ο λαιμός του σα να πρηζόταν περσότερο. Λες κι' οι αδένες να τέντωναν και να σφίγγανε προσπαθώντας να δεθούν θηλειά γύρω - γύρω στο λάρυγγά του και να του πνίξουν τη φωνή.
   Όλ' αυτά ωστόσο βρίσκονταν ακόμα στην αρχή. Απ' την ομορφιά του δεν είχε πειραχτεί ούτε το πιο μικρό ροδοπέταλο! Στα μάτια του έκαιγε το φως και στο σώμα του σάλευε η ηδονή γαντζωμένη σ' ένα χαμόγελο που κυμάτιζε.
   Έδωσε τον καθρέφτη στην κυρά Κλειώ, της είπε να σβήσει το λεχτρικό και το πορτατίφ. Ανακάθησε ακουμπώντας πιο άνετα στα μαξιλάρια του. Απότομα, σαρκαστικά ρώτησε τη γερόντισσα:
   - Κυρά Κλειώ, είχες πάει στην κηδεία του Αρτεμιάδη, του δικηγόρου;
   - Ναι, απάντησε ξεροκαταπίνοντας κείνη. Ήτανε γνωστός του μακαρίτη του αδερφού μου.
   - Αυτός, όπως θα ξέρεις, είχε καρκίνο. Μήπως τον είδες πώς ήταν όταν πέθανε;
   - Όχι, κύριε Λορέντζο. Γιατί;
   - Γιατί έλεγαν ότι αυτός ο άνθρωπος που περπατούσε κι' έτρεμε η γη, είχε στο τέλος καταντήσει μια σωστή, μια απαίσια μούμια.
   - Δεν ξέρω... Δεν άκουσα... Μα δεν μπορώ να καταλάβω τι σας ήρθε και τον θυμηθήκατε αυτή την ώρα.
   - Ήταν και σε μένα γνωστός, κυρά Κλειώ. Πολύ γνωστός. Γι' αυτό...

   Όλη την ημέρα ο ίσκιος του Αρτεμιάδη βάραινε παντού στο δωμάτιο. Σουλάτσερνε απ' τη μιαν άκρη ως την άλλη, κουλουριαζόταν στα έπιπλα, έβαζε στο τρανζίστορ μια πένθιμη μουσική, στρογγυλοκάθιζε στην άκρη του κρεβατιού μαζεύοντας τα σεντόνια στις χούφτες του.
   Το βραδάκι ο ίσκιος έγινε αβάσταχτος.
   Πάλι απότομα, και πιο σαρκαστικά απ' το πρωί, ο Λορέντζος ρώτησε την κυρά Κλειώ:
   - Τι λες, κυρά Κλειώ! Θα σ' άρεσε μια μέρα να μ' έβλεπες σαν το δικηγόρο τον Αρτεμιάδη όπως είχε καταντήσει στα στερνά του;
   Η γερόντισσα ξαφνιάστηκε.
   - Θεός φυλάξοι! φώναξε τεντώνοντας τα χέρια της. Τι είν' αυτά που λέτε, κύριε Λορέντζο... Εσείς είσαστε μια χαρά άνθρωπος. Κι' αν πέσατε τούτες τις μέρες άρρωστος, γλήγορα θα γίνετε καλά και θα τραντάξετε τον κόσμο περπατώντας.
   Κείνος δεν είχε ζήσει ποτέ μ' αυταπάτες και ψευδαισθήσεις. Ζήτησε μέσ' στο σύθαμπο το ροζιασμένο χέρι της παραδουλεύτρας και το 'σφιξε στο δικό του. Έπειτα η φωνή του πήρε έναν τόνο ήρεμο, φυσικό.
   - Σάμπως μάνα μου σε βλέπω, κυρά Κλειώ, της είπε, και γι' αυτό θέλω να μ' ακούσεις. Όσο παράξενος κι' αν σου φανώ, κι' όσο κι' αν αυτό που θα σου ζητήσω, θα είναι δύσκολο στην καρδιά σου να το αντέξει.
   Η γριά προσποιήθηκε την απορημένη.
   - Για να σ' ακούσω λοιπόν...
   Απλά τότε, με συγκρατημένο πόνο της μίλησε για το δρόμο της αρρώστιας του. Τον έβλεπε απ' τ' ανοιχτό παράθυρο της κάμαράς του καθώς μέσ' στη νύχτα κατέβαιναν ως τη γη τ' άστρα και φώτιζαν το παράξενο φάντασμα του εαυτού του. Σήκωσε μάλιστα μια στιγμή τ' άλλο του χέρι κ' έδειξε με το δάχτυλό του ένα σχήμα πλασμένο απ' τη σκέψη του. Το σχήμα ήταν ένας όρθιος, σπαθάτος άντρας που παραμέριζε με δισταχτικά βήματα το σκοτάδι.
   - Αυτός είμ' εγώ, κυρά Κλειώ! φώναζε. Με βλέπεις εκεί κάτου που περπατάω;
   Η γριούλα δανείστηκε μέσ' απ' τα γυαλιά της τα μάτια του κι' έγνεψε ασυναίσθητα «ναι».
   Ο Λορέντζος συνέχισε:
   - Ωραία πηγαίνω βέβαια έτσι. Μα για πόσον καιρό; Σε λίγο θ' αρχίσουν τα πόδια μου να πονάνε, να ξεμοναχιάζονται απ' τη σάρκα, να λεπταίνουν και να τσακίζουν. Και δε θα μπορώ... βλέπεις, μάνα; Δε θα μπορώ πια να πατάω όπως πριν στο χώμα!
   Ξανά ασυναίσθητα η κυρά Κλειώ έριξε τα μάτια της έξω στο δρόμο κι' είδε το ίδιο φάντασμα, πιο έρημο μέσ' στη νύχτα, να στέκεται πάνω σε δυο ετοιμόρροπα πόδια που από στιγμή σε στιγμή τρέμανε να σπάσουν. Απ' το πρόσωπο φαινόταν, βαμμένο μ' ένα πικρό φως, το δεξί προφίλ. Ζωντανό βέβαια ακόμα, μονάχα που του 'λειπαν οι πιο πολλές σάρκες...
   Με σβηστή φωνή κείνος τέλειωσε την εφιαλτική περιγραφή του:
   - Έπειτα; Καταλαβαίνεις τι θα γίνει έπειτα, κυρά Κλειώ; Σιγά - σιγά θα φαγωθεί και το υπόλοιπο κορμί, τα χέρια και το πρόσωπο, κι' αυτός ο άνθρωπος, εγώ δηλαδή, θέλω να πω, μάνα, θα μαζέψω σαν ένα αξιολύπητο κουβάρι, θα καταντήσω μια χούφτα τίποτα. Ένα πράγμα αγνώριστο. Να! Όπως είναι τώρα εκεί κάτου το φάντασμα...
   Είχε τόση παραστατική πειστικότητα ο Λορέντζος, ώστε η κυρά Κλειώ ήταν σίγουρη πως πέρα στο δρόμο έβλεπε πραγματικά κείνο το παράξενο σχήμα ν' αποσώνεται λίγο - λίγο και να λιώνει, να γίνεται μια μπουκιά θάνατος. Και χωρίς να το νοιώσει καν, έκρυψε από αποτροπιασμό τα μάτια της με το μανίκι της μπήζοντας μια υστερική κραυγή: 
   - Όχι! Ποτέ έτσι εσύ... Ποτέ!
   Αυτό ήθελε να πετύχει ο άρρωστος.
   Την άφησε να συνέρθει απ' τον τρόμο, την άκουσε που ανακουφίστηκε και την τράβηξε πιο κοντά του. Κι' ας είχε πήξει το σκοτάδι, το πρόσωπο του Λορέντζου έφεγγε απ' τ' άνθη της νιότης. Η ανάσα του κυμάτιζε από ζωή.
   - Μη μ' αφήσεις λοιπόν, μάνα, να πάω έτσι! την παρακάλεσε. Εσύ που δεν αντέχεις και να με φανταστείς ακόμα σ' ένα τέτοιο κατάντημα, βοήθησέ με να μη φτάσω ως εκεί. Θα είναι κρίμα, δεν πρέπει ποτέ να το παραδεχτείς να γίνω κι' εγώ μια μούμια...
   Η κυρά Κλειώ είχε ανοίξει τα μάτια της, είχε ανοίξει και την καρδιά της για να χωρέσει η αξίωση του Λορέντζου. Κείνος απλοποίησε όσο μπορούσε τα πράγματα.
   - Σκέψου, της είπε, τον πιο όμορφο τρόπο για να μου φέρει το θάνατο. Δε σου το 'λεγα πάντα; Θέλω να πάω εκεί πέρα όπως είμαι σήμερα, απείραχτος απ' την αρρώστια που σακατεύει. Απείραχτος κι' απ' την ασχήμια που θα 'ρθει. Ίσως νομίσεις, ίσως και να 'ναι, τρομερό αυτό που σκέφτηκα και που σου ζητάω. Μα πιο απαίσιο, τέλεια απαράδεχτο είναι το άλλο!
   Αγράμματη και θρησκόληπτη ήταν η κυρά Κλειώ, και δε μπορούσε να υποφέρει αυτή την ιστορία. Κοίταξε όμως το Λορέντζο κατάματα και χάρηκε άλλη μια φορά την ομορφιά του. Αυτός ο άντρακλας έπιανε ακόμα ολάκερο το κρεβάτι, γέμιζε τον κόσμο με το κορμί του, έδινε φως στο σκοτάδι με τα μάτια του. Ω, της ήταν, ναι, και της ίδιας αδύνατο να λιγοστέψει κι' ένα σπυρί τούτος ο άνθρωπος και να φαρδύνει ολόγυρά του, το κρεβάτι, η κάμαρα, η γη... Ωστόσο, κι' ας μην την πίστευε, έκαμε την τελευταία της προσπάθεια.
   - Ας δούμε πρώτα πώς θα πάει η αρρώστια, τον παρακάλεσε. Μπορεί αυτοί οι πόνοι των ποδιών να 'ναι περαστικοί και να σηκωθείτε μια μέρα πάλι σαν παλληκαράκι. Κι' ύστερα, έχουμε τον τρόπο να σας βοηθήσουμε στο περπάτημα τις πρώτες μέρες, αν θέλετε. Είπε ο γιατρός...
   - Τι; φώναξε απότομα κείνος.
   - Είπε ότι μπορώ να σας αγοράσω ένα μπαστουνάκι για να κυκλοφορείτε αστενοχώρητα.
   Ο Λορέντζος έσκασε κάτι χαχανητά που ανατρίχιασε το δωμάτιο. Κι' αμέσως αρπάζοντας την κυρά Κλειώ σφιχτά απ' τους ώμους, την τράνταξε με μια κραυγή:
   - Το λες λοιπόν και συ; Εσύ, μια μάνα;
   Σα μάνα βέβαια ένιωθε η κυρά Κλειώ και γι' αυτό το 'λεγε. Μα όταν πρόβελνε μπροστά της το φανταστικό σχήμα του Λορέντζου στηριγμένο πάνω σ' ένα ξύλινο μπαστούνι, χύμαγε μυστικά μέσα της, του 'παιρνε το μπαστούνι και το κομμάτιαζε με το μίσος που αισθάνεται κανένας για την πιο άδικη ανορθογραφία.
   Η αγωνία κι' ο πόνος τούς είχαν κουράσει και τους δυο. Ο Λορέντζος ξάπλωσε μήπως καταφέρει να κοιμηθεί. Μέσ' στο σκοτάδι ακούστηκε πιο χαριτωμένη από κάθε άλλη φορά η φωνή του:
   - Αγάπη μου κυρά Κλειώ, δεν πρέπει να με συνεριστείς. 'Ετσι;
   - Έτσι...
   - Και... μην αργήσεις! Ναι;
   Το «ναι» δεν το συλλάβισε η γριούλα γιατί θα της έκαιγε την καρδιά.

   Όταν τη βεβαίωσε ο γιατρός ότι το κακό θα προχωρούσε καλπάζοντας, πήγε σέρνοντας τα πόδια και την ψυχή της στο Πρατήριο Γεωργικών Φαρμάκων κι' αγόρασε κείνο το υγρό. Ήταν ένα φάρμακο που το 'λεγαν Συστόξ,  είπε αδιάφορα πως το 'θελε για την μελίγκρα και της το 'δωσαν χωρίς υποψία.
   Τη νύχτα η κυρά Κλειώ ξαγρύπνησε σε μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου. Το φεγγάρι του Νοέμβρη έφερνε κι' άδειαζε πάνω στην αγκαλιά της ένα σωρό θλιμμένες αχτίδες ανάκατες με σκέψεις και τύψεις που την καμπούριαζαν πιο πολύ. Από μέσα της έρχονταν κάποιες αντίθετες φωνές: άλλες την καθήλωναν κατηγορώντας τη ότι ήταν μια φόνισσα, κι' άλλες την παίνευαν για την ευεργεσία που θα 'κανε.
   «Κι' ο Θεός;» αναρωτιόταν συχνά.
   Κι' αμέσως: «Μα κι' ο Λορέντζος;»
   Πάλευε να ταιριάξει αυτά τα δυο πρόσωπα, να ισορροπήσει την ενοχή με τη συμπόνια. Και κάθε φορά που 'νιωθε το αδιέξοδο να της πνίγει το λαιμό, σπάραζε από ένα σιωπηλό κλάμα.
   Ο Λορέντζος κοιμόταν τόσο ήσυχος σα να 'ταν σίγουρος για το θάνατο που θα 'ρχόταν αύριο. Το φεγγάρι πήγαινε και σε κείνον, κύλαγε τα χέρια πάνω στο πρόσωπό του και του το χάιδευε, με μια σπάνια ερωτική λύπη.
   Σιμά καθώς καθόταν η κυρά Κλειώ τον θαύμαζε και τον πονούσε. Ο καρκίνος δεν είχε ακόμα τολμήσει να πάρει και την πιο μικρή μπουκιά απ' τη σάρκα του, ούτε κι' έβαλε δόντι στα κόκκαλά του. Μονάχα που πάνω στο στήθος του η μοίρα άρχιζε να κόβει άταχτα την ανάσα της ζωής.
   Ώσπου να ξημερώσει, οι ώρες μεγάλωναν και βάραιναν. Το δωμάτιο γέμιζε αγωνία, οι τοίχοι κατάπιναν το σκοτάδι και σκούραιναν.
   Η κυρά Κλειώ σηκώθηκε τα χαράματα ανάλαφρα και συγύρισε την κάμαρα όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Έβαλε τα πιο καινούργια παντού, τόσο που και τα πιο ασήμαντα πράγματα πήρανε ένα τέτοιο επίσημο ύφος λες και περίμεναν κάποια σπουδαία επίσκεψη. Κατέβηκε και σ' ένα γειτονικό κήπο, έκοψε χρυσάνθεμα και στόλισε τα βάζα.
   Το ίδιο, τέλος, στολίστηκε κι' η ίδια, στα κατάμαυρα βέβαια.
   Μόλις ξύπνησε ο Λορέντζος, όλα ήταν όμορφα τριγύρω. Έτριψε τα μάτια του από έκπληξη και χαρά, χαμογέλασε. Του 'γινε κιόλας όρεξη να ξυριστεί και να ντυθεί, να πάει κι' αυτός στο παράθυρο να ιδεί τους φθινοπωρινούς ανθρώπους που τρέχανε πρωί - πρωί στις δουλειές τους.
   - Δεν το λες και συ, κυρά Κλειώ; ρώτησε τη γερόντισσα. Θα μπορέσω, διάβολε, να κάνω λίγα βήματα...
   - Στο κάτω - κάτω έχουμε και το μπαστουνάκι για ρεζέρβα! πετάχτηκε κείνη. Εγώ το πήρα... Για μια ώρα ανάγκης, θέλω να πω.
   - Ποτέ! έσκουξε αυτός.
   Έπειτα η κυρά Κλειώ τού κουβάλησε τα ξυριστικά στο κρεβάτι και φρέσκαρε το πρόσωπό του. Η κρέμα κι' η κολόνια μοσκοβόλησαν τον τόπο. Δίπλα το τρανζίστορ είχε ανοίξει το στόμα της πρωινής ολόχαρης μουσικής.
   Τον βοήθησε να ντυθεί, πήγανε μαζί ως το παράθυρο και τα χέρια του γαντζώθηκαν στο περβάζι. Ο κόσμος δεν κοίταζε ως εκεί ψηλά, δεν ήξερε τίποτα γι' αυτόν τον άνθρωπο κι' έκοβε ξέγνοιαστα κι' ασυμπόνευτα τους δρόμους.
   Σε λίγο ο Λορέντζος γύρισε στην κυρά Κλειώ.
   - Ξεχάστηκες και συ σήμερα, βλέπω, της είπε. Έχω σηκωθεί μια ώρα τώρα και καφέ ακόμα δεν πήρα!
   - Καφέ; έκαμε απορώντας κείνη.
   - Το καφεδάκι μας, κυρά Κλειώ μου! Το καφεδάκι που πίνουμε παρεούλα κάθε πρωί... Μήπως αποφάσισες να μου το κόψεις για λόγους, ας πούμε, οικονομίας;
   - Κάθε άλλο, αγόρι μου! Μα χάζευα κι' εγώ τον κόσμο, γελάστηκα με τη χαρά που σηκώθηκες και ντύθηκες, που είσαι δω στο παραθύρι και κοιτάς έξω...
   - Τρέξε, λοιπόν! Κι' άσε τις δικαιολογίες, πονηρούλα μου.
   Η γριά σύρθηκε ως την κουζίνα, μα κι' εκεί άργησε τόσο πολύ που ο Λορέντζος ανησύχησε και της φώναξε μην έπαθε τίποτα.
   - Όχι, του απάντησε πνιχτά κι' ετοίμασε τον καφέ. Του τον έψησε όπως τον έπινε, βαρύ γλυκό, και τον σέρβιρε στο φλιτζάνι με τα μοβ τριαντάφυλλα που προτιμούσε. Έκανε σαν όλες τις φορές απάνω - απάνω ένα χοντρό καϊμάκι, μονάχα που είχε μια μικρή διαφορά απ' τις άλλες μέρες: μαζί με τον καφέ και τη ζάχαρη η κυρά Κλειώ σήμερα έβαλε και μισή κουταλιά απ' το Συστόξ που 'χε αγοράσει για τη μελίγκρα...
   Ίδρωσε και σπάραξε η γριούλα ώσπου ν' ανοίξει το μπουκάλι με το φάρμακο του θανάτου και να ρίξει στο κουταλάκι την ελάχιστη κείνη δόση. Έτρεμε σύγκορμη, καταράστηκε την ώρα που έπεισε τον εαυτό της ν' αγαπήσει και να πονέσει τόσο πολύ το Λορέντζο ώστε να 'χει τη δύναμη και να τον σκοτώσει ακόμα για να μην υποφέρει και για να μη γίνει τόσο άσχημος. Μέτρησε τις στάλες του Συστόξ -λίγες, μηδαμινές μπρος στα χρόνια μιας ζωής που θ' αφάνιζαν.
   Κουράστηκε για να στερεωθεί στα πόδια της. Κι' όταν μπόρεσε ν' αποχτήσει ένα σίγουρο βήμα, ίσιωσε το καμπουριασμένο της κορμί, κράτησε ορθή και την ψυχή της και τράβηξε για το δωμάτιο.
   Χαμογελούσε με τον πιο τραγικό κόπο όταν του σέρβιρε τον καφέ. Τον απίθωσε στο μικρό τραπεζάκι της μέσης και του 'δωσε και τα τσιγάρα του. Δεν τον προσκάλεσε να τον πιει -μόνο που η μυρουδιά του καφέ έστησε σαν παγίδα παντού την ανάσα της. Πιο κει, όρθια η κυρά Κλειώ τον περίμενε με το ίδιο ψεύτικο χαμόγελο που δύσκολα στήριζε τα γόνατά της, έτοιμα να τσακιστούν.
   Ο Λορέντζος κάθησε στην άκρη του κρεβατιού του κι' άναψε ένα τσιγάρο. Το σπίρτο φώτισε σαν αστραπή το πρόσωπό του χωρίς να τρομάξει την ομορφιά και τη γαλήνη του. Ήρεμες, δίχως να σταματήσουν σε καμιά υποψία, ανέβηκαν ταξιδιάρες στο κενό οι πρώτες τουλίπες.
   Αβίαστα, όπως πάντα, κι' ανύποπτα ο Λορέντζος άπλωσε το δεξί του χέρι και πήρε το φλιτζάνι. Το ζύγιασε μισοτρέμοντας, ανάμεσα ζωής και θανάτου, και το ζύγωσε σιγά - σιγά στα χείλη του. Εκειδά, καθώς γινόταν κάθε φορά, φύσηξε τον καφέ του -για να ξεζεστάνει βέβαια. Το καϊμάκι σάλεψε, πτύχωσε κρυφογελώντας.
   Η κυρά Κλειώ μέτραγε κάθε κίνηση, μονάχα που η μια στιγμή κρατούσε πια ολάκερο αιώνα.
   Πριν τραβήξει την πρώτη ρουφηξιά του, ο άρρωστος θυμήθηκε το λογαριασμό του με το θάνατο. Σήκωσε τα μάτια του και τα κάρφωσε στην κυρά Κλειώ.
   -Θυμάσαι, τη ρώτησε, τι είπαμε την τελευταία φορά;
   - Για ποιο! Δεν ξέρω, μάτια μου.
   - Για ν' αφήσεις στην άκρη τις δικαιολογίες και να μην αργήσεις.
   Κείνη έσκουξε.
   - Αυτά θα λέμε πρωί - πρωί;
   Το ηδονικό ρούφηγμα του καφέ έπνιξε τη φωνή της. Ο Λορέντζος κατάπιε την πρώτη γουλιά με τη συνηθισμένη του χαρά και τράβηξε μονομιάς και δεύτερη. Έβγαλε και τη γλώσσα του μαζεύοντας απ' τα χείλη του τα μικρά στίγματα του καφέ.
   Η γριούλα τον είδε που ακούμπησε το φλιτζάνι στο τραπεζάκι, κι' η καρδιά της κόπηκε.
   Σε λίγο ο Λορέντζος χλώμιασε. Κίνησε πάλι το χέρι του για να πάρει και ν' αποτελειώσει τον καφέ του, μα τον έπιασαν φοβεροί πόνοι στην κοιλιά και το κορμί του τραντάχτηκε απ' την προσπάθεια να κάμει εμετό. Δεν αγανάχτησε ωστόσο, δεν ζήτησε καν βοήθεια για να σωθεί! Άφησε τους πόνους να τον σφάζουν, του άρεσε λες που η κοιλιά και το στομάχι του ανεβοκατέβαιναν σα θαλασσινά κύματα που τα βρίσκει ξαφνικά η θύελλα.
   Έτρεξε η κυρά Κλειώ να τον ξαναφέρει στον κόσμο, μα την έσπρωξε με τέτοια καλωσύνη που την αφόπλισε. Την κοίταζε χαμογελώντας από ευγνωμοσύνη, και το μόνο ιδιαίτερο ήταν ότι τα μάτια του πλανιόνταν δω κι' εκεί μ' ένα θολό ακυβέρνητο φως που τρέκλιζε ολοένα κι' αποσωνόταν μέσ' στους βολβούς τους.
   Γύρω τα πράγματα, κι' η ζωή βέβαια, άρχισαν να θαμπώνουν.

   Όταν όλα σκοτείνιασαν για τον άρρωστο, είχε περάσει σχεδόν μια ώρα.
   Ο Λορέντζος είχε ξαπλώσει έτοιμος από πριν, με το καλύτερο κοστούμι του πάνω στο κρεβάτι. Καμάρωνε και χαμογελούσε όπως κάθε πρωί, μονάχα που δε σάλευε.
   Η κυρά Κλειώ άνοιξε τα παντζούρια και του άλλου παραθυριού κι' άφησε το φθινοπωρινό ήλιο να ξεχυθεί σ' όλο τον πεθαμένο. Κάθησε ύστερα και τον θαύμαζε. Έσερνε μαζί με τον ήλιο τα μάτια της στα μαλλιά του, στο πρόσωπο, στη γραβάτα, στο σακάκι του χαϊδεύοντάς τον πότε με αφάνταστο πόνο και πότε με μυστική ηδονή.
   Έμοιαζε ακόμα τόσο ζωντανός αυτός ο άνθρωπος, που η γριούλα ξεθαρρεύτηκε σε μια στιγμή και τον ρώτησε πότε θα σηκωθεί.
   - Στην ανάγκη, τού πρόσθεσε, να σου φέρω σήμερα και το μπαστουνάκι. Δεν είναι λόγος να στενοχωρηθείς. Μόνο για σήμερα...
   Μόλις είδε ότι δεν της απαντούσε κι' ότι δεν θα της απαντούσε ποτέ πια, τότε η κυρά Κλειώ άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα.
   Πλάι της, πάνω στο τραπεζάκι ο καφές είχε μείνει μισοτέλειωτος και καταπαγωμένος σα νεκρός. Και δίπλα του το τσιγάρο του Λορέντζου είχε σβήσει μόνο του, πιο 'δωθε απ' τη μέση.

  Δόξας Τάκης
Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία, Ανθολογία, τομ. 2, 
εκδ. Άλμπατρος
   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου