Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

ΤΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ ΤΗΣ "ΩΡΑΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ"

   Το θυμάμαι πάντα το πανδοχείο αυτό με το συγκλονιστικό όνομα, όταν ακούω τον κόσμο να μιλάει για έρωτες στο μέτωπο, για ειδύλλια κάτω απ' τις οβίδες, ή όταν διαβάζω κάποιο αφελές και χαριτωμένο διήγημα, όταν μια χωριατοπούλα  φοράει μεταξωτές κάλτσες κι ο νεαρός λοχίας έχει γεμάτη την παλάσκα του με μαραμένες βιολέτες. Πόσο ωραίος θα φαίνεται ο πόλεμος όταν θα τον διηγούνται έπειτ' από εκατό χρόνια! Άλλωστε, τούτες τις ίδιες ιστορίες μάς διηγούνται πάντα κι όλα γίνονται στο ίδιο ρόδινο και γαλάζιο χωριό, που οι κάτοικοί του φυτεύουν ορτανσίες αντί να πουλάνε φύκια  για μεταξωτές κορδέλες.
   Η φλογερή νονά συναντάει το βαφτιστικό της στον καταυλισμό, μεταμφιεσμένη σε χωριατοπούλα, φορώντας δαντελένιο σάλι και τσόκαρα με τακούνια Λουδοβίκου 15ου, η ωραία ηθοποιός, περιοδεύοντας στο στρατό, ερωτεύεται ένα νεαρό φαντάρο, ντροπαλό και γενναίο, και τον ακολουθεί αδιάκοπα από τομέα σε τομέα, κρυμμένη μέσ' το νοσοκομειακό φορείο του συντάγματος, η βοσκοπούλα με τ' αθώα μάτια, κατακόκκινη, κοιτάζει τον ουρανό, μετρώντας τις κανονιές: «Μ' αγαπά... δε μ' αγαπά... μ' αγαπά» σα να ξεφυλλίζει μαργαρίτες. Α! Κουτόλογα τρυφερά που κάνετε τους εύπιστους βετεράνους να ονειροπολούν και ν' ανθίζει στα χείλη των νεοσύλλεκτων η  «Μαντελόν». Α! Σεις, οι ωραίες του μετώπου.
   Κι όμως σάς γνώρισα, σα βρισκόμουνα εκεί πάνω, αλλά δεν είχα μάθει να σάς βλέπω και τώρα νιώθω τη θλίψη να με καίει, αφού πέρασα τόσο κοντά απ' την περιπέτεια δίχως να την αδράξω, τόσο κοντά απ' την ευτυχία δίχως να την καταλάβω.
   Ο έρωτας, ίσως ήσουνα εσύ, όμορφη μπακάλισσα απ' το Ρουσύ, με τα λαμπερά και κόκκινα σαν τα μήλα μάγουλα, που, καθισμένη μπρος στο ταμείο σου, κυνηγούσες ποιος ξέρει τι νοσταλγικό όνειρο, γεμάτο από μεταξωτά κορσάζ (1) κι από αρώματα πασχαλιάς. Τι συνωστισμός στο μαγαζί σου! Και τι δεν αγόραζαν για να σ' ευχαριστήσουν: πόσα κουτιά κονσέρβες, πόσες λίτρες σοκολάτα, σαπούνια, τυριά! Πώς θα ξεχάσεις ποτέ σου όλους αυτούς τους παραφουσκωμένους κομψά θαυμαστές σου μέσ' στους ξεφτισμένους μανδύες τους, που σού ψιθύριζαν από πάνω σου στίχους της δεκάρας; Ήμουνα κι εγώ ανάμεσα σ' αυτούς κυρία μου...
   Θυμάμαι ένα συνάδελφο που για να σε πλησιάσει, να σού αρέσει -ποιος ξέρει, ίσως για να σε καταχτήσει- ξόδεψε στο μαγαζί σου, μέσ' στις τέσσερις μέρες της αδείας του, όλες τις επιταγές του ενός  ολόκληρου μήνα. Ο ουλαμός (2) του έτρωγε έξι βδομάδες φασόλια με λαρδί (3) και πατσά, αυτός όμως μήτε τα δοκίμασε, γιατί η καρδιά του ήταν ραγισμένη: τα 'βρισκε άνοστα.
   Ίσως να 'σουνα εσύ, προσφυγοπούλα απ' το Σαιν - Πολ, που πουλούσες τόσα περιττά ψιλικά, σ' ένα τόσο δα μαγαζάκι. Ερχόνταν αυτού από τον πόθο να δουν τα ξανθά σου μαλλιά, το λεπτοκαμωμένο λαιμό σου, που φάνταζε  απ' το κεντητό κορσάζ, τα περιποιημένα χέρια σου. Ναι, από πόθο, όπως τόσοι άλλοι χάζευαν μπρος στις βιτρίνες για να σβήσουν απ' τα μάτια τους τη μελαγχολική οπτασία των ξεκοιλιασμένων προσόψεων και των ερειπωμένων εκκλησιών. Ανάμεσα σε δυο ψώνια, κουβεντιάζαμε για το Παρίσι, που φανταζόσουν πως το 'ξερες τόσο καλά. Φλερτάραμε: μια στιγμή λησμονιάς.
   Αγόρασα απ' το στενό σου μαγαζί ένα ζευγάρι γυαλιά που κόστιζε είκοσι εννιά πεντάρες και που μού το πούλησες έξι φράγκα. Το 'θελα για να προφυλαχτώ απ' τ' ασφυξιογόνα. Αν την άλλη μέρα μάς έριχναν ασφυξιογόνα οι Γερμανοί, θα τυφλωνόμουνα.
   Δε σού κρατάω κακία γι' αυτό, προσφυγοπούλα μου. Δεν ήταν τα γυαλιά που γυρεύαμε στο μαγαζί σου, ούτε κι ο έρωτας: ήσουνα τίμια. Ένα τίποτα που δεν πουλιέται, αυταπάτη... Ήταν η παραμυθένια χαρά, σα βγαίναμε απ' τα χαρακώματα, με το μανδύα ξεσκονισμένο και τα χέρια πεντακάθαρα, να ξεφύγουμε μια στιγμή απ' την κτηνώδη αυτή ζωή και να κουβεντιάσουμε, να ζήσουμε λίγο σαν άλλοτε, να ξεχάσουμε τις οβίδες, τη λάσπη, το κρύο ρύζι, τις ψείρες, τα ποντίκια, όλο αυτό το αφάνταστο μαρτύριο...
   Κι όμως,  όσο και να δουλέψει η φαντασία μου, δε μπορώ να πλέξω ένα ερωτικό ειδύλλιο. Κάποτε ντρέπομαι γιατί πέρασε η εκστρατεία αυτή δίχως περιπέτεια και θα 'θελα να πω ψέματα, να διηγηθώ κι εγώ το ερωτικό μου επεισόδιο, με νονές, με όρκους, με χέρια που σφίγγονται πάνω απ' τον αγκαθωτό φράχτη, με ραντεβού κάτω απ' τις καρυδιές... Μα την τελευταία στιγμή, σαν κάποια κακή μοίρα να με σπρώχνει, ξαναθυμάμαι το πανδοχείο της «Ωραίας Γυναίκας» και τότε, πάει, δεν αντέχω πια...
   Βρισκόταν, εκεί ψηλά στο μέτωπο το πανδοχείο αυτό της παλιάς Γαλλίας, κάπου στην Καμπανία, ανάμεσα απ' το Μπέρρυ και τη Ρενς, και το γνώρισα ένα βράδυ του Σεπτέμβρη, στα 1914, όταν η ραβδωτή βροχή χτυπούσε, στους λασπωμένους δρόμους, το αποκαμωμένο μας σύνταγμα (4), που είχε πολεμήσει στο Κουρσύ.
   Είχαμε περάσει χωρίς να σταθούμε απ' ένα αποκοιμισμένο χωριό κι έπειτα από μια εξαντλητική πορεία σ' ένα δρόμο, χαλασμένο απ' τα κάρα, σταματήσαμε στην άκρη ενός σκοτεινού βάλτου, όπου καλαμωτές καλύβες είχαν ξεπεταχτεί σαν τις ψαθωτές χαμοκέλες (5) ενός χωριού μαύρων. Αμέσως τρέξαμε στα καταφύγια και, μέσ' στο σκοτάδι, αρχίσαμε να μαλλιοτραβιόμαστε για τις ψάθες. Οι αξιωματικοί αναγκάστηκαν να μπήξουν τις φωνές για να μάς συγκρατήσουν. Σα μια σκοτεινή μάζα, ο λόχος ξανασχηματίστηκε.
   «Έχω ανάγκη από είκοσι άντρες», μάς είπε ο λοχαγός, «είκοσι παιδιά για να πάνε περίπολο μαζί με το λοχία Πρεβό».
   Ούτε μια φωνή δεν ακούστηκε να λέει: «Παρών!» Μήτε ένα χέρι δεν υψώθηκε. Οι άντρες παραήτανε κουρασμένοι, η βροχή έπεφτε πυκνή. Κατάπληκτος, ο λοχαγός επέμενε:
   «Πρόκειται για πολύ σημαντική επιχείρηση. Προτιμώ καλύτερα να μην υποδείξω εγώ τους άντρες. Εμπρός, ποιος θέλει να πάει;... Πρέπει να καταλάβουμε, προς το δρόμο του Λαόν, κάτω απ' τη μύτη των Γερμανών, το πανδοχείο της «Ωραίας Γυναίκας»».
   Νόμισα τότε πως η μαγική αυτή λέξη ξυπνούσε τους αποκαμωμένους  συναδέλφους. Όλος ο λόχος ανατρίχιασε.
   Το πανδοχείο της «Ωραίας Γυναίκας»... Ήταν, ξαφνικά, σα μια υπόσχεση ζεστής ευτυχίας, πλούσιου γεύματος, φοβερού γλεντιού. Η Ωραία Γυναίκα... Όλοι οι φαντάροι είχαν πλησιάσει, δελεασμένοι, σα να τους τραβούσε η μυρωδιά κάποιου πιάτου. Και, με ορμή, πενήντα φωνές ακούστηκαν μέσ' στο σκοτάδι.
   «Παρών! Εγώ! Εγώ!... Ο Λουστώ... Ο Ρικουά... Ο Ντεσμέ... Εγώ, λοχαγέ μου...»
   Ήταν ένα πλήθος απ' όπου έπρεπε να διαλέξει. Έλαβα μέρος στο μικρό στρατό, που ξεκίνησε χαρούμενος, αφήνοντας τους άλλους να τους τρώει η ζήλια κάτω απ' τις καλαμωτές καλύβες τους.
   Προχωρούσαμε στα τυφλά, με την πλάτη καμπουριασμένη απ' την καταιγίδα, με τις αρβύλες βαριές από γλίτσα. Ω! Κανένας πια δεν ήταν κουρασμένος. Μέσ' στον κρότο των βημάτων που ξεκολλούσαν απ' το βούρκο, μέσ' στο βρόντο που 'κάναν οι λόγχες, άκουγα φωνές υπόκωφες, δυναμωμένες από χαρά.
   «Ε! Συ, άκουσες, μωρέ, το πανδοχείο της «Ωραίας Γυναίκας»... είμαστε τυχεροί. Θα το ρίξουμε έξω! Όσο για παλιό κρασί, θα βρούμε, ξέρεις, μπόλικο. Εγώ λέω πως η κυρία θα 'ναι καμιά χοντρή, καμιά καστανομάτα».
   Δε μάς οδηγούσε ο λοχίας Πρεβό: μάς πήγαινε μπρος η Αυταπάτη, ο Έρωτας. Πλατσουρίζαμε μέσα στη λάσπη, χωνόμαστε μέσα σε ύπουλους βάλτους και κάποτε, σκουντουφλώντας μέσ' στα κοκκινογούλια, ένας άντρας έπεφτε φαρδύς πλατύς, μ' ένα τρομερό κρότο παγουριού και καραβάνας. Ωστόσο, παρ' όλ' αυτά, τους άκουγες να γελούν και η περίπολος μαγεμένη ακολουθούσε το λοχία δίχως να παραπονιέται.
   Καθώς η βροχή δυνάμωνε, ο Λουστώ μουρμούρισε, όλος λιχουδιά:
   «Θα την περιποιηθούμε «εν τάξει», ε, παιδιά;...»
   «Εγώ θα το κόψω αμέσως δίπλα», ονειρευόταν ηδονικά κάποιος άλλος... «Για σκέψου, πάνε δυο μήνες τώρα που...»
   Στο μάκρος του δρόμου, που οι φτελιές ήταν φουσκωμένες απ' το νερό, πηγαίναμε ο ένας πίσω απ' τον άλλο, με τ' όπλο στο χέρι.
   «Κοντεύουμε», έκανε ο λοχίας.
   Οι πλάτες ισιώθηκαν, το βήμα τάχυνε...
   Επί τέλους, φτάσαμε. Ήταν εκεί...
   Ναι, ήταν αυτό που είχα προβλέψει.
   Το πανδοχείο ήταν φτιαγμένο από 'να γραφικό μικρό σωρό τριμμένων λιθαριών και πολτοποιημένων τούβλων, όπου υψωνόταν παράξενα ένας σκελετός από στέγη, πεσμένος μονοκόμματα πάνω στα ερείπια. Τα τρομαγμένα κεραμίδια του είχαν ξεφύγει απ' τις οβίδες σα φωλιά κόκκινων περιστεριών. Οι γέρικες μπουκάλες βρίσκονταν από κάτω, και, ποιος ξέρει, ίσως και η ωραία γυναίκα...
   Ζαρωμένοι μέσ' στα ερείπια, περάσαμε μια φρικιαστική νύχτα, παγωμένοι, μουσκεμένοι, παραφυλάγοντας τις εχθρικές σκιές των Γερμανών που μάς περιτριγύριζαν.
   Αυτή υπήρξε η μοναδική ερωτική μου ιστορία στο μέτωπο. Μέσ' στο μυαλό μου, η περιπέτεια αυτή απόμεινε σα σύμβολο του πολέμου. Είχαμε ξεκινήσει σχεδόν χαρούμενοι, πιστεύοντας σε κάποια περιπέτεια... Και ξαναγυρίσαμε απογοητευμένοι, έπειτ' από μέρες, μήνες, χρόνια, σαν και πρώτα μεθυσμένοι, δίχως να 'χουμε δει τίποτ' άλλο εξόν από ερείπια... Ίσως κάτω απ' αυτά κάτι να βρισκόταν...
 
   Κι όμως είναι τόσο ωραίο να διηγείσαι ιστορία. Πόσοι δεν ένιωσαν, μέσα στα τέσσερα χρόνια του πολέμου, τη μελαγχολική χαρά που δίνει μια απογοήτευση; Η αλήθεια, η θλιβερή αλήθεια, είναι πως ο έρωτας ήταν ανύπαρχτος, πως στο μέτωπο οι γυναίκες ήταν ανύπαρχτες κι αυτές -όπως ανύπαρχτα ήταν το βούτυρο στην τροχοφόρο κουζίνα και τα χαλιά  στ' αχυρόσπιτα. Κάποτε βέβαια αντικρίζαμε μια γυναίκα, μια πραγματική γυναίκα που συγκέντρωνε μέσ' στο χρωματισμένο ανέμισμα της φούστας της όλους τους πόθους ενός τάγματος.
   Ήταν βέβαια οι κοπέλες του χτήματος, η «δεσποινίς» του ταχυδρομείου, η κομμώτρια, οι μπακάλισσες -όλες οι γυναίκες στο μέτωπο ήταν μπακάλισσες, οι άλλες έπλεναν ρούχα- αλλά πώς να τους δώσεις έναν κατάλληλο ρόλο σ' ένα ερωτικό ειδύλλιο; Άραγε θα ήμουνα ειλικρινής αν τις κορόιδευα;
   Εξόριστοι απ' την αστική ζωή, φεύγοντας απ' τα χαρακώματά μας μονάχα για να πάμε σε κάποια αποψιλωμένα χωριά, όπου μεγάλωναν αδύνατα πουλερικά και μυξιάρικα παιδιά, βρίσκαμε τις γυναίκες ωραίες. Οι φούστες τους, αυτές προ πάντων, άναβαν τους πόθους μας, έτσι καθώς ήταν φαρδιές, φουσκωμένες στους γοφούς σα σακιά με στάρι, και κοιτάζαμε τα χείλη τους λαίμαργα, καθώς ξάνοιγαν χαμογελώντας σ' ένα στόμα απ' όπου έλειπαν δόντια. Οι χοντρές αυτές κοπέλες, γεννημένες για δυο κτηνώδεις απολαύσεις στο μέτωπο, που προορίζονταν στο τέλος για την αγκαλιά κάποιου αμαξά σαν καλές γυναικούλες, δε θαμπώνονταν διόλου απ' το κυνήγημα που τους έκαναν εκατοντάδες άντρες, που, αν ήταν πολίτες, μήτε θα γύριζαν ποτέ να τις κοιτάξουν. Νιώθοντας τον εαυτό τους πιο άνετο στην καινούργια αυτή ζωή που περνούσαν, είχαν ύφος σπουδαίο, περπατούσαν κουνιστές στο μεγάλο δρόμο, στριφογύριζαν τα πισινά τους σαν παγόνια και δέχονταν όλες τις εκδηλώσεις, όντας σίγουρες πως τα θέλγητρά τους είχαν την αξία τους.
   Παντού σ' όλα τα χωριά του μετώπου, όπου τέσσερα χρόνια ξεχύνονταν τα συντάγματα, πετώντας σαν κοχύλια τα τενεκεδένια κουτιά τους, νόμιζες πως ξανάβρισκες τις ίδιες κοπέλες, αντιγραμμένες απ' το ίδιο καλούπι για να διασκεδάζουν οι φαντάροι, έτσι που με την απόσταση η μνήμη μπερδεύεται κι ανακατεύει  όλες αυτές τις χοντρογυναίκες.
   Γνώρισα, ωστόσο, μερικές που δε θα τις ξεχάσω και είμαι βέβαιος πως οι φαντάροι που στρατοπέδευαν στο Χ..., στην Τουρνουάλ, θα θυμούνται πάντα τις ωραίες του χωριού.
   Ήταν τόσο πολλές που την Κυριακή, στη λειτουργία, γέμιζαν πέντε σειρές προσευχητάρια. Έπρεπε να τις βλέπατε αυτή την ημέρα, στολισμένες, με τα καπέλα τους, με τα πλατιά τους πόδια τεντωμένα μέσ' στα παπούτσια με τα ψηλά τακούνια. Απ' την απλή καθημερινή ομορφιά τους είχαν μονάχα τα θαμπά μαλλιά τους, χτενισμένα σε κότσους, και τα ωραία τους μάγουλα, γυαλιστερά από υγεία, τόσο γυαλιστερά, λες και τα 'χαν αλείψει με παρκετίνη, για να μιμηθούν την παριζιάνικη μόδα, είχαν κόψει, με τόλμη, λίγο πιο πάνω απ' τον αστράγαλο, τα αντραβέ (6) τους φορέματα, ραμμένα πριν από πέντε χρόνια, αποκαλύπτοντας ξεδιάντροπα τις χοντρές τους γάμπες, που φούσκωναν μέσ' στις βαμβακερές κάλτσες. Αυτές οι γάμπες έφερναν σε ταραχή τον εφημέριο.
   Ροδοκόκκινος, ζωηρός, αγαθός, λίγο φωνακλάς, ήταν ένας αληθινός παπάς του Ντωντέ (7) και ποτέ μου δεν τον φαντάστηκα αλλιώτικο τον εφημέριο του Κουκουνιάν (8). Ο αγαθός αυτός άνθρωπος καθοδηγούσε την ενορία του με βήμα γοργό, έτσι που να πορεύεται με τα κηρύγματα και τις διδαχές κι όσοι από μάς δεν πήγαιναν στη λειτουργία από ευλάβεια, πήγαιναν για ν' ακούσουν τους λόγους του.
   Την Κυριακή έβγαιναν στη φόρα όλα τ' άπλυτα της ενορίας. Πάντα αγαναχτισμένος, κατακόκκινος, έξω φρενών, ο κ. Εφημέριος ξεμπέρδευε γρήγορα το Ευαγγέλιο της ημέρας, ακουμπούσε το βιβλίο του στον άμβωνα, χτύπαγε τη γροθιά του κι άρχιζε, δίχως προλόγους, να κατακεραυνώνει το ποίμνιό του για τις ντροπές του.
   «Ο μικρός Θεόδουλος Γκαγιέ πάλι δεν ξέρει την κατήχησή του», ξεφώνιζε, τρομοκρατώντας τους πιτσιρίκους με βλέμμα συνοφρυωμένο. «Αίσχος! Οι γονείς του θα 'πρεπε ν' αγρυπνούν... Απαιτώ ν' αποστηθίσει αυτή τη βδομάδα τα Άγια Μυστήρια, κι αν δε μπορέσει να μού τα πει την Πέμπτη, θα τον εξετάσω την Κυριακή στη λειτουργία, μπροστά σ' όλους. Τ' ακούς, Θεόδουλε;»
   Έβλεπε πότε τα μεγάλα αυτιά του μυξιάρικου, κόκκινα σα δυο φέτες από παστό κρέας και, πιο κάτω, στην άλλη άκρη της εκκλησίας, διακόσιες αγαθές φάτσες φαντάρων, χαρούμενες. Καθένας περίμενε τη σειρά του. Ο εφημέριος  τα 'βαζε με τους άντρες που γύριζαν σπίτι τους μεθυσμένοι, με τις κουτσομπόλες που περνούσαν τις μέρες τους, φλυαρώντας σαν καρακάξες αντί να μαγειρεύουν τη σούπα τους, με τα παραστρατημένα κορίτσια που πρόσφερναν κρασί στους φαντάρους πέρ' από την κανονική ώρα, δείχνοντας σ' όλους τις γάμπες τους, έχοντας λιγότερη τσίπα κι απ' τα ζώα.
   Η επιτυχία του όμως, ο θρίαμβός του, η μεγάλη δραματική σκηνή, ήταν σαν τα 'βαζε με τη γυναίκα του χασάπη. Οργισμένος, κουνώντας τα χέρια του μέσ' στα ράσα του, λες και καλούσε τη «θεία δίκη» να κάψει το σκυμμένο κεφάλι της χοντρής κοπέλας που καθόταν πάντα κάτω απ' τον άμβωνα.
   Την κατηγορούσε πως είχε διαφθείρει την ενορία, δίνοντας στις φιλενάδες της ένα ολέθριο παράδειγμα με τις άσεμνες τουαλέτες της και τα ελαφρά ήθη της. Δεν την ονόμαζε, αλλά οι υπαινιγμοί του, οι χειρονομίες του, τα αγριεμένα του βλέμματα, τα πάντα υπονοούσαν αυτή. Λιγότερο σπλαχνικός από τον Ιησού κι απ' τον χασάπη, δε συχώραγε τη μοιχαλίδα κι απορούσε κι ο ίδιος πώς δεν την είχε διώξει ακόμα από τον Οίκον του Κυρίου. Γυρίζοντας καμιά φορά προς το μέρος μας ένα πρόσωπο κατακόκκινο, όπου ζωγραφίζονταν ο θυμός και η φρίκη, μάς φώναζε:
   «Προσέξτε, φαντάροι, σα θα συναντήσετε αυτή τη σειρήνα στο δρόμο σας! Θα σάς σάπιζε όχι μόνο την ψυχή, αλλά και το σώμα. Σάς λέω όλη την αλήθεια: είναι η κοπριά του Ιώβ κάτω απ' την εσθήτα της Λαΐδος».
   Οι συνάδελφοι άκουγαν μ' ενδιαφέρον και προσοχή τα ιερά αυτά λόγια.
   «Μπουμ!» φώναζαν στο τέλος, αρκετά πληροφορημένοι για τις απολαύσεις του τόπου. «Έχει πράμα για ψώνιο στο χωριό!»
   Κι όταν η γυναίκα του χασάπη έβγαινε απ' την εκκλησία μάλλον περήφανη για την τιμή που τής είχε κάνει ο παπάς, φλογερά βλέμματα την παρακολουθούσαν, γδύνοντας το παχουλό αυτό κορμί, το τόσο καλοφτιαγμένο για την αμαρτία. Ποτέ μου δε συνάντησα γυναίκα με χειρότερη φήμη.
   Αλίμονο! Άραγε είν' ανάγκη και το Δικαστήριο του Θεού να πέφτει σε δικαστικές πλάνες; Τη γνώρισα καλά, εγώ, τη γυναίκα του χασάπη, και μπορώ να ορκιστώ πως ήταν μια άγια γυναίκα, κάπως ξεθωριασμένη ίσως απ' τη συναναστροφή της με τους φαντάρους, αλλ' άγια.
   Πόσα συντάγματα, έπειτ' απ' το δικό μας, υπέβαλλαν σε δοκιμασία την άτεγκτη αρετή της και ήπιαν τα ποτηράκια της στο κρυφό μαγαζί της όπου πουλούσε σε τιμές τοκογλύφου βερμούτ ξινά και ποτά χωνευτικά χαλασμένα; Σε πόσες χιλιάδες άντρες αναγκάστηκε ακόμα ν' αντισταθεί;
   Σαν έμπαινες στο μαγαζί της, έβρισκες πάντα ένα φαντάρο που τής έκανε κόρτε. Αυτή ήταν κατακόκκινη, ενώ το μάτι του στρατιώτη γυάλιζε. Κι έπρεπε να περιμένεις τη σειρά σου, στη γραμμή, με την πλάτη στον τοίχο, όπως στο κουρείο, ενώ εκείνη άκουγε τον κατακτητή, ακουμπισμένη στο ταμείο στην αγαπημένη της πόζα με τα στήθη της απλωμένα πάνω στο συρτάρι. Ήταν χάρμα να τη βλέπεις. Γελούσε εκνευρισμένη, ανατριχιάζοντας σαν τής άγγιζαν έστω και το παχουλό της μπράτσο. Κοκκίνιζε, όχι από συστολή, αλλ' από πυρετό, και, επειδή ήταν πολύ καλή, δεν αρνιόταν ποτέ και στο τέλος έλεγε πάντα το ναι. Ο συνάδελφος τσέπωνε θριαμβευτικά αυτό το «ναι», σα συναλλαγματική τραβηγμένη πάνω στην ευδαιμονία.
   «Δεν πρέπει να σε δουν οι γειτόνοι, προ πάντων όταν θα μπαίνεις», τού 'λεγε σιγανά η ωραία μας.  «Θα περάσεις από την αυλή, εκεί ο κίνδυνος να σε δούνε είναι λιγότερος. Δεν έχεις παρά να πάρεις τη σκάλα που είναι έξω, κοντά στο αλώνι και θα πηδήξεις απ' τον τοίχο: το παράθυρό μου θα είναι ανοιχτό! Πρόσεξε όμως: αν η σκάλα βρίσκεται κιόλας εκεί...» (έσκυβε τότε το κεφάλι με ύφος στενοχωρημένο) «τότε, να μην έλθεις. Ντρέπομαι να σού το πω, αλλά να... μπορεί να 'χω κάποιον ταγματάρχη μέσα στην κάμαρά μου...»
   Τι κακοτυχία αλήθεια! Όταν ο ερωτευμένος έφτανε, περπατώντας ανάλαφρα, έβρισκε πάντα τη σκάλα πάνω στον τοίχο. Ο Ρωμαίος με τις αρβύλες περίμενε μια - δυο ώρες, με το αίμα να κοχλάζει μέσα του, έπειτα, επειδή δεν έβλεπε τον ταγματάρχη να βγαίνει, το 'σκαζε  βλαστημώντας, απογοητευμένος, φουρκισμένος και καταριόταν τη «γκόμενα» και το στραβό της το κεφάλι!
   Ε, λοιπόν, εγώ την έπιασα στα πράσα τη γυναίκα του χασάπη. Δεν υπήρχε κανένας ταγματάρχης: αυτή η ίδια, μάλιστα η ίδια, όταν νύχτωνε έπαιρνε τη σκάλα απ' τ' αλώνι και την ακουμπούσε στον τοίχο. Έτσι, οι ερωτευμένοι δεν τολμούσαν ν' ανεβούν. Και, ατιμασμένη στα μάτια των άλλων, με τ' όνομά της κηλιδωμένο, η ενάρετη σύζυγος κοιμόταν φρόνιμα στο κρεβάτι της, προφυλαγμένη πολύ καλύτερα απ' τη σκάλα της παρά από 'να λυκόσκυλο!
 
   Δεν κορτάρισα ποτέ μου τη γυναίκα του χασάπη, ούτε και τη φιλενάδα της, τη μικρή μελαχρινή, που πουλούσε κρασί γεμάτο βαφή και τυρί σαν τεμπεσίρι (9), ούτε και την πλύστρα του Σαβύ - Μπερλέτ, που σ' αποζημίωνε με τα πιο γλυκά χαμόγελα για όσα έχανε δικά σου εσώρουχα.
   Δεν ήμουνα περισσότερο κορόιδο απ' τους άλλους, ήξερα όμως από πριν τι με περίμενε: αφού αγοράζαμε όλες τις κονσέρβες του μαγαζιού, αφού πίναμε όλα τ'  «απεριτίφ» στην υγειά μας και στην υγειά των συγγενών μας, αφού κινδυνεύαμε τουλάχιστον είκοσι φορές να μάς περιμαζέψουν οι χωροφύλακες γιατί η ώρα ήταν περασμένη, μόλις καταφέρναμε -κι αυτό για μας ήταν τύχη σπουδαία- να φιλήσουμε στα πεταχτά πίσω απ' την πόρτα ένα ηλιοκαμένο λαιμό που μύριζε ακόμα σαπουνάδα. Κι αυτό ήταν όλο...
   Οι  ωραίες στο μέτωπο ήταν ενάρετες: προ πάντων οι «πρωτάρες». Η αντίστασή τους άλλωστε δεν είχε και μεγάλη αξία. Δεν ξέρετε πόσο είναι δύσκολο να αρέσετε στις γυναίκες όταν φοράτε ένα μανδύα ξεθωριασμένο, που φθάνει ως τα οπίσθιά σας, γκέτες ξεφτισμένες, και μια γραβάτα -αυτό απαιτεί ο κανονισμός- για να 'χετε ύφος κυριακάτικο.
   «Ώστε δεν είχατε καμιά περιπέτεια στο μέτωπο; Μήτε έναν έρωτα;...»   
   «Όχι, ποτέ... ή ναι, μπορεί... μα είναι τόσο τιποτένιο αυτό, που φοβάμαι μη τυχόν και σβήσω αυτή την ανάλαφρη ανάμνηση, έστω κι αν ανοίξω το μενταγιόν μου».
   Η φιλενάδα μου! Ήταν μια χωριατοπούλα που τη γνώρισα στις όχθες του Αΐν, σ' ένα φτωχικό χωριό όπου πηγαίναμε για να ξαποστάσουμε. Δεν ήταν άσχημη, φανταζόταν όμως τον εαυτό της ωραίο, γιατί έτσι τής είχαν πει όλοι οι φαντάροι. Ήταν μια φύση ξεχωριστή και το μοναδικό της όνειρο ήταν να πάρει τον κακό δρόμο. Ήθελε να παρατήσει τα πάντα: τους γονιούς της, την κατσίκα της, το σπίτι της, για να γλεντήσει στο Παρίσι. Δίσταζε πολύ να κάνει το πρώτο βήμα. Ποτέ δεν τη βοήθησα σ' αυτό, έτσι κι ο έρωτάς μας δεν προχώρησε πέρ' απ' τα γλυκόλογα!
   Ξαπλωμένος νωχελικά στο καροτσάκι της, το γεμάτο από τριφύλλι, όπως σε μια πολυθρόνα φτιαγμένη από χλόη, τής προέλεγα με βεβαιότητα πως όλο το Παρίσι θα ήταν στα πόδια της, πως θ' αποκτούσε αυτοκίνητα, κοσμήματα, πως θα πήγαινε κάθε βράδυ στο θέατρο -αυτό τής έφερνε ρίγη- και πως κάθε πρωί θα 'παιρνε το λουτρό της- αυτό την έκανε να γελάει.
   Νομίζω πως μ' αγαπούσε για τα ψέματα που τής έλεγα, αλλά με αγαπούσε. Μια φορά, γυρίζοντας μαζί απ' τα χαρακώματα, μού γύρεψε αναστενάζοντας μια τούφα απ' τα μαλλιά μου. Παράξενη επιθυμία που δεν κατάφερα να την ικανοποιήσω, γιατί τότε το κεφάλι μου ήταν γουλί. Την παρηγόρησα χαρίζοντάς της ένα δαχτυλίδι από αλουμίνιο και μια χαρτοσακούλα καραμέλες της δεκάρας. Αργότερα, αναγκαστήκαμε να χωρίσει ο ένας απ' τον άλλο: η μεραρχία μου έφευγε για το Αρτουά. Ένα βράδυ, κοντά σ' ένα φράχτη, γεμάτο κούμαρα, αποχαιρετιστήκαμε. Η νύχτα ήταν σπαρμένη με τόσα αστέρια, λες κι είχε γεμίσει χρυσάφι ο ουράνιος θόλος.
   «Δε θέλω να με ξεχάσεις», μού είπε η μικρή μου φίλη, υψώνοντας τα βλέμματά της στον ουρανό,. «Άκουσε κάτι: κάθε βράδυ στις δέκα, θα κοιτάζουμε το ίδιο αστέρι για να θυμάται ο ένας τον άλλο».
   Με τα δάχτυλα ενωμένα, με τη μυτίτσα της ανασηκωμένη, ψάξαμε να βρούμε τ' αστέρι μας. Διαλέξαμε ένα, κάπου εκεί κοντά στο άρμα του Δαυίδ, ούτε πολύ μικρό, ούτε και πολύ μεγάλο: λες και είχε γεννηθεί για μας τους δυο.
   Περήφανη, η φιλεναδούλα μου κοκορεύτηκε:
   «Ξέρεις, μονάχα εγώ θα 'χω το αστέρι μου. Τ' άλλα τα κορίτσια παραείναι κουτά... Για πες μου, θα το μαντεύεις εύκολα το αστέρι μας;...»
   «Θα το μαντεύω!» 
   Ένα τελευταίο φίλημα, ένα τελευταίο χαίρε: έπειτα, έφυγε.
 
   Μήνες και μήνες κύλησαν, έπειτα χρόνια και χρόνια, πάνω απ' το φτωχικό μου ειδύλλιο... Κι όμως, μερικά βράδια, στην εξοχή, σαν ακούω το ρολόι να σημαίνει τις δέκα, μού τυχαίνει να υψώνω το βλέμμα μου προς το άρμα του Δαυίδ και, ψάχνοντας να βρω έν' αστέρι, που δεν καταφέρνω, ωστόσο, να το ανακαλύψω πια, θυμάμαι χαμογελώντας τη βοσκοπούλα του Κονσεβρέ, μια βοσκοπούλα δίχως ραβδί που φύλαγε ένα κοπάδι χήνες.
 
Ντορζελές Ρολάν
(Μετφρ. Γιώργος Πράτσικας)
Περιοδικό «Νέα Πορεία», τεύχος 7
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 1955   
 
Σημειώσεις:
(1) κορσάζ: το τμήμα του γυναικείου ρούχου που καλύπτει το επάνω μέρος του σώματος από τους ώμους ως τη μέση· το μπούστο
(2) ουλαμός: (στρατιωτικός όρος) υπομονάδα του στρατού ξηράς, μικρότερη της ίλης ή της πυροβολαρχίας, που αριθμεί περίπου τριάντα άνδρες, ισοδύναμο προς τη διμοιρία πεζικού 
(3) λαρδί: κομμάτι ζωικού λίπους, κυρίως χοιρινό, που διατηρείται και καταναλώνεται παστό ή καπνιστό
(4) σύνταγμα: στρατιωτική μονάδα αποτελούμενη από χίλιους άντρες, η οποία διοικείται από έναν συνταγματάρχη 
(5) χαμοκέλα: φτωχόσπιτο, χαμόσπιτο, καλύβα 
(6) αντραβέ:  Γυναικεία μόδα στην περίοδο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (1912 - 1913) με κύριο χαρακτηριστικό την πολύ μακριά φούστα, η οποία λίγο πιο κάτω απ' τα γόνατα έφερε εξωτερικά ταινία σε μορφή ζώνης που τη συνέσφιγγε ελαφρά και εμπόδιζε τα μεγάλα βήματα.
(7) Ντωντέ Αλφόνς: (1840 - 1897) Γάλλος πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας  
(8) Υπαινιγμός του συγγραφέα στον ήρωα του διηγήματος του Αλφόνσου Ντωντέ, απ' τη συλλογή «Τα Γράμματα του Μύλου μου». (Σημ. μεταφρ.)
(9) τεμπεσίρι: κιμωλία

Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

    «Έτοιμα όλα!» είπε στον Ηλία Μαυρίδη η γυναίκα του, ανοίγοντας την πόρτα. Και χωρίς να προσέξει στη ματιά, που τής έριξε, και ήταν αυτή γεμάτη έχθρα, άρχισε να τού λέει για τις ετοιμασίες, που είχε κάνει τη νύχτα, ενώ αυτός κοιμότανε. Και εύρισκε πως απ' όλους, όσοι ήτανε για την ξενιτιά, αυτός θα ήταν πιο καλά συγυρισμένος...
   Ο Ηλίας, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, δεν μιλούσε· αισθανόταν όμως τα λόγια της να τον πειράζουνε, τα αισθανότανε σαν παγωμένο νερό να στάζουν πάνω του.
   Η γυναίκα του, επιτέλους, έφυγε, τον άφησε μόνο. Αναστέναξε.
   «Τα 'θελες, τα 'παθες!...» είπε στον εαυτό του.
   Το είχε μετανιώσει, που θα 'φευγε, μα πώς να κάνει; Αν δεν έφευγε και τώρα, που είχε δώσει τον λόγο του, θα γινότανε ρεζίλης.
   «Τα 'θελες, τα 'παθες!...» είπε πάλι στον εαυτό του και αισθάνθηκε θυμό, θυμό εναντίον του, που όλο ζητούσε να ξενιτευτεί, ενώ δεν είχε το θάρρος και κινούσε και τους άλλους να πάνε. Και φεύγανε οι άλλοι, ενώ αυτός έμενε... Αυτή τη φορά όμως τού είχανε πάρει το λόγο του πως δεν θα τους άφηνε κι αυτούς μόνους να φύγουνε, αλλά θα τους ακολουθούσε.
   Και το 'χει πια τελειωμένο, δε χωρεί καμιά ψευτιά, την έχει πάθει! Θα φύγει, θα φύγει!... Κρυφά όμως, μ' όλα αυτά, πιστεύει πως δε θα φύγει, το αισθάνεται, αλλά θέλει να πιστεύει πως θα ξενιτευθεί, και θέλει να γίνει έτσι, να δει κόσμο, πόλεις νέες, χώρες ξένες, άγνωστες!...
   Και η καρδιά του χτυπά από συγκίνηση και επιθυμία, αλλ' αισθάνεται σε κάθε χτύπο κάτι κρύο να πέφτει. Μια απόφαση!... Άμα μπει στο πλοίο, θα ησυχάσει!... Βλέπει τη βάρκα, που τον παίρνει και τον πηγαίνει στο βαπόρι. Αυτό καπνίζει, στέλνει στον ουρανό το γαλανό τον μαύρο καπνό του. Φωνές, χτύποι και κατραμιού μυρουδιά δυνατή. Οι ναύτες τρέχουνε, οι επιβάτες βιαστικοί. Βαλίτσες, κρότοι, βλαστήμιες, σφυρίγματα βραχνά. Η άγκυρα σηκώνεται. Το πλοίο φεύγει...
   Για το σπίτι του!... Να το!... Η γυναίκα του θα 'ναι κείνη την ώρα στην ταράτσα. Κουνά ένα άσπρο μαντίλι... Να, η αγία Αικατερίνη!... Το περιβόλι του Δημάρχου. Τού είχε δώσει μαύρο στις εκλογές...
   Ο καφενές του γέρο Τσέκα, κοντά στο φανάρι, όπου συχνάζουνε οι ψαράδες, και που απ' έξω μπαλώνουνε τα δίχτυα τους. Σιγά, σιγά χάνονται, το άπειρο τα καταπίνει και για λίγο ακόμα βλέπει την κορυφή του προφήτου Ηλία. Πόσες φορές από 'κει κοίταζε τα πλεούμενα!... Πάει κι αυτή!... Τώρα παντού ουρανός και θάλασσα και κλεισμένο έτσι απ' αυτή και απ' αυτόν το βαπόρι, σα μικρό ξυλάκι με πάνω του μυρμήγκια, τρέχει, τρέχει...
   Φθάνει σε μια πολιτεία. Τι κόσμος!... Μιλούνε ξένη γλώσσα, πηδούνε στις βάρκες, φωνάζουνε, κινιόντουσαν με θόρυβο τρομαχτικό. Πιάνουν αλλού πάλι. Γράφει εδώ ένα γράμμα στη γυναίκα του κι αισθάνεται επιθυμιά να 'τανε στο νησί του, κοντά της.
   Ξαφνικά στον ωκεανό, που περνά το πλοίο, ο ουρανός μαυρίζει απ' τα σύννεφα και η θάλασσα ταράζεται σα δεμένο άγριο βόδι...
   Τα κύματα ανοίγουνε γκρεμνούς, βάραθρα· και το πλοίο κατεβαίνει, γκρεμίζεται... Ο Ηλίας ταράζεται και συνέρχεται και με χαρά βλέπει πως είναι 'κει, στο κρεβάτι του, και σφίγγει δυνατά τις σιδερένιες σωλήνες του κρεβατιού.
   Πάλι όμως τον σέρνει η ξενιτιά και προ πάντων ο γυρισμός και, πηδώντας την τρικυμία και άλλα, βλέπει τον εαυτό του, μετά δυο χρόνια, κουρασμένον απ' την ξενιτιά να γυρίζει στο σπίτι του. Τι χαρά, χαρά στους δικούς του!... Όλοι πηδούνε, χορεύουνε!...
   Αυτός κατεβαίνει κάτω στην αυλή μ' ένα μαχαίρι και σφάζει ένα αρνί με πλατιά ουρά για να διασκεδάσουν. Κι έχει καλέσει το Νικόλα το Συνάπα και το Στάθη Μπονάτσα με τις οικογένειές τους. Ο Ηλίας συνήρθε και στην ενθύμηση του ταξιδιού, που έπρεπε να κάνει, αισθάνθηκε κούραση, κούραση σαν εκείνη τη στιγμή να 'χε έρθει από ταξίδι και τον βιάζανε να κάνει κι άλλο. Πάλι όμως τού ήρθε κείνη η κρυφή ελπίδα ότι δεν θα φύγει, και μια ευχή φάνηκε στο νου του, χωρίς να τη σκεφτεί καλά, σα να γινόταν πιο βαθιά και 'κει, στο νου του, να φάνηκε η σκιά της, η ηχώ της. Κι έλεγε αυτή η ευχή: Ίσως το καράβι κάτι κακό θα πάθαινε στο δρόμο καθώς ερχόταν, μια αρρώστια θα 'πεφτε στη χώρα...
   Ξαφνικά, καθώς ακόμα βρισκόταν η κρυφή ευχή, η γυναίκα του μπήκε μέσα με βία και τού είπε:
   «Είσαι τυχερός, με νέο βαπόρι θα ταξιδέψεις, που κάνει τώρα το πρώτο του ταξίδι!... Και θα 'ρθει πότε νομίζεις;... Καλά που τα ετοίμασα όλα!... Θα 'ρθει αύριο!... Δηλαδή δυο μέρες πριν!...»
 
   Όταν άρχισε να τού λέει η γυναίκα του, νόμισε πως θα τού έλεγε κάποιο κακό για το πλοίο, αλλά... - Πάει, πάει!...
   Αισθάνθηκε και την κρυφή ελπίδα να τον αφήνει μόνο, έρημο, και έτσι τού 'ρθε ν' αρχίσει το κλάμα ή να πει πως δεν πάει, δεν θέλει να πάει όπως κάνουν τα παιδιά όταν τα στέλνουνε σχολείο και δε θέλουνε να πάνε...
   Καθώς έβγαινε απ' το δωμάτιο, άκουσε τη γυναίκα του να μιλά απ' το παράθυρο με μια γειτόνισσα και να λέει πως ο άντρας της αδυνάτισε. Άκουσε και τη γειτόνισσα.
   «Αμ' ταξίδι, ξενιτιά είναι αυτή!... Μικρό πράμα το 'χεις;»
   «Εγώ, κυρά Ευτέρπη, δεν τον βίασα!... Εγώ, μάλιστα, δεν το 'θελα, κείνος...»
   Χάρηκε. Αλλά πώς να κάνει;...
   «Αχ, ν' αρρώσταινα!...» είπε με το νου του.
   Βγήκε έξω. Άκουσε όμως όλους να μιλούνε για το βαπόρι, που ερχόταν και να λένε και ποιοι θα 'φεύγαν. Δείχνανε κι αυτόν. Τού φάνηκε σα να 'τανε δεμένος μην ξεφύγει...
   Γεμάτος απελπισία πήγε στο σπίτι του. Το φαΐ ήταν έτοιμο. Αλλ' είδε ότι δεν είχε όρεξη να φάει και μια μεγάλη αδιαθεσία να τον πιάνει σιγά, σιγά. Έφαγε όμως με τη βία. Η γυναίκα του τού μιλούσε, τού έλεγε πολλά, και μαζί τού είπε πως οι συγγενείς τους θέλανε το τραπέζι να τους το κάνει το βράδυ και, και... Κουνούσε το κεφάλι χωρίς να λέει τίποτα. Όταν σηκώθηκε με χαρά, είδε την αδιαθεσία να μεγαλώνει και να αισθάνεται και ρίγος.
   Δεν είπε τίποτα γι' αυτό πάλι και βγήκε έξω. Προχώρησε για το καφενείο που σύχναζαν όλοι όσοι θα φεύγανε.
   Και είχανε μαζευτεί αυτοί και μαζί τους πολλοί συγγενείς τους, φίλοι και άλλοι.
   «Έτοιμος, ε;» τον ρώτησε ένας ψηλός, με μουστάκες, ντυμένος τα καλά του και που, ενώ δε φορούσε ποτέ κολάρο, είχε τυλίξει το λαιμό του με γιγάντιο κολάρο ίσαμε τ' αυτιά του.
   «Έτοιμος!... Αύριο θα είμαστε για να 'μαστε!...»
   Πιάσανε ομιλία. Αυτός αισθανότανε τώρα  να καίει κι έλεγε με το νου του:
   «Αμ' δε θα 'ρθω 'γω!... Στο σπιτάκι μου καλύτερα, στο σπιτάκι μου!»
   Κάποτε κοίταζε και για κάποιον μη φανεί και στενοχωριόταν που δεν τον έβλεπε να έρχεται.
   Δεν πέρασε όμως και πολύ και φάνηκε κι αυτός. Ήταν ο Κλάδας ο γιατρός.
   Αυτός ο γιατρός, παλιός του φίλος, τον είχε συμβουλέψει να μη φύγει, να μη μπει μέσα στην παρέα αυτή, που θέλανε την ξενιτιά, και να πάψει να υμνεί τα καλά της ξενιτιάς!
   Άμα τον είδε ο γιατρός, τον πλησίασε και τού 'δωσε το χέρι του.
   «Μα εσύ καις!... Για στάσου!... Μωρ' έχεις πυρετό!... Μια στιγμή, μια στιγμή!...» τού είπε. Κι έβγαλε το θερμόμετρο.
   «Βάλτο στη μασχάλη σου!»
   Και όταν, σε λίγο, το πήρε από πάνω του, είπε κοιτάζοντάς το:
   «Σχεδόν 39!... Και κάθεσαι έξω! Για κοιτάτε!» είπε στους άλλους δείχνοντας το θερμόμετρο.
   Λιωμένος από χαρά ο Ηλίας μίλησε:
   «Μα θα φύγω, αύριο...»
   «Τι λες!... Ταξίδι να κάνεις;... Εκτός αν θέλεις να ταΐσεις τα ψάρια!»
 
   Ήτανε ξαπλωμένος τ' απόγευμα της άλλης μέρας, στο κρεβάτι του. Ρετσινόλαδα, κινίνο, συναπισμούς (1), ποτήρια για βεντούζες ήτανε γεμάτο το τραπεζάκι κοντά του.
   Όλο το σώμα του βρέθηκε να πονά, τότε το μαρτύρησε, γιατί πριν το υπόφερε, για να μην πούνε οι σύντροφοι πως μετανόησε. Και τώρα υπέφερε γενναία τους συναπισμούς, τις βεντούζες και τ' άλλα.
   Αισθανόταν όμως μια γαλήνη, ησυχία, να τον γαργαλά και χαμογελούσε κρυφά με πονηριά κοιτάζοντας τα κλαδιά της αμυγδαλιάς, τον ήλιο, το σπίτι. Και ευχαριστούσε, από μέσα του, το γιατρό, που τον εμπόδισε, που, γιατί δεν ήθελε να φύγει, βρήκε αφορμή να τον κρατήσει λέγοντάς του για κίνδυνο μεγάλης αρρώστιας και τα λοιπά. Να πει άλλη φορά πως θα φύγει!
   Έτσι έμενε όταν άκουσε πυροβολισμούς. Κατάλαβε τι έτρεχε. Οι άλλοι, οι συντρόφοι του, φεύγανε και πυροβολούσαν και αυτοί και οι φίλοι και συγγενείς τους απ' το νησί.
   Κανείς δεν ήταν εκεί, κείνη τη στιγμή και ντύθηκε γρήγορα κι ανέβηκε στο δώμα.
   Πέρα, στη γαλανή θάλασσα πάνω, ένα βαπόρι μακρυνόταν, έφευγε, αφήνοντας ένα χάραγμα στη θάλασσα, που περνούσε. Καπνός έβγαινε πυκνός απ' τα φουγάρα του κι έπεφτε στην καθάρια ατμοσφαίρα.
   Το βαπόρι χάθηκε σιγά - σιγά, και μόνο ο καπνός του, μακριά, φαινότανε ν' ανεβαίνει... Κατέβαινε κάτω.
   Η γυναίκα του, που ήρθε κείνη τη στιγμή, θέλησε να τον μαλώσει γιατί σηκώθηκε, αλλ' αυτός τη σταμάτησε.
   «Αφού αισθάνομαι», τής είπε, «καλά τον εαυτό μου! Οι βεντούζες, που μού έβαλες, βάζω στοίχημα, αυτές μ' ωφέλησαν! Και η ησυχία! Τώρα που λες, νιώθω πείνα, πείνα φοβερή! Για φαντάσου όμως να 'φευγα! Έτσι όπως ήμουνα άρρωστος! Α, δε θα γλίτωνα!»
   «Πω, πω! Μη το λες!... Ο Θεός μάς φύλαξε!»
   «Μα γι' αυτό κι εγώ, ξέρεις τι θα κάνω; Θα πάω ένα κερί στη Χάρη της αύριο, και θα σφάξω και το αρνάκι με την πλατιά ουρά, για να φάμε και να πιούμε! Πες ότι πήγα και γύρισα!»
 
Βουτυράς Δημοσθένης
Ημερολόγιο Σκόκου, Αθήνα 1918
 
Σημειώσεις:
(1) συναπισμός: φαρμακοσκεύασμα για τα κρυολογήματα, φτιαγμένο από σπόρους σιναπιού που τρίβουν σε σκόνη κι ανακατεύουν με βραστούς κόκκους λιναριού και νερό κι έπειτα απλώνουν στην πλάτη του ασθενούς ώστε να δημιουργηθεί υπεραιμία.

Σάββατο 27 Μαΐου 2023

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΤΕΡΑΤΟΣ

   
    Η νύχτα ήταν ασφυκτική και μέναμε ξαπλωμένοι κοντά στο μεγάλο κλουβί ενός ουραγκοτάγκου, στο κατάστρωμα του ατμοπλοίου, μαζί με τον Χανς Βρέτμον, το Γερμανό.
   Στον ύπνο του, ο ουραγκοτάγκος είδε ίσως κάποιο όνειρο και άρχισε να ουρλιάζει.
   «Να ήταν έξω από το κλουβί αυτή τη στιγμή... Θα μάς έκανε όλους κομμάτια», είπε νωθρά ο Χανς. «Κοιτάξτε τώρα πώς θα τον ημερέψω».
   Και άρχισε ένα σφύριγμα δυνατό και παρατεταμένο, απαράλλαχτα όπως σφυρίζουν τα φίδια. Ο ουραγκοτάγκος άρχισε να τρέμει από φόβο.
   «Αυτό τον ημερώνει», είπε ο Χανς. «Το 'μαθα αυτό το κόλπο στο Μογκούγκ Τονζόγκ, όταν μάζωνα πιθήκους για να τους πουλήσω στο Βερολίνο. Όλα τα ζώα του κόσμου φοβούνται τους πιθήκους και οι πίθηκοι φοβούνται τα φίδια. Θα σάς διηγηθώ σχετικά μια ιστορία και, αν θέλετε, πιστέψτε την. Λοιπόν, τον καιρό που μάζωνα αυτούς τους μικρούς πιθήκους, κατά τα 1880, βρισκόμουν στα νησιά του Αρχιπελάγους, στη Νέα Γουινέα. Καλύτερα να μαζώνεις διαόλους παρά πιθήκους. Άλλοι θα σού κόψουν κανένα δάχτυλο με τα δόντια, άλλοι πεθαίνουν από νοσταλγία. Έζησα εκεί ένα χρόνο και γνωρίστηκα μ' ένα Γάλλο φυσιοδίφη που τον λέγαν Μπερτράντ. Αυτός ο Μπερτράντ είχε σπίτι του έναν μεγάλο ουραγκοτάγκο, όμοιο και απαράλλαχτο μ' αυτόν εδώ, που λες και ήταν άνθρωπος. Τον βρήκε από μικρό, και τον είχε σαν παιδί του, σαν αδελφό του. Ο ουραγκοτάγκος είχε το ιδιαίτερό του δωμάτιο, με κρεβάτι και σκεπάσματα και σηκωνόταν το πρωί, κάπνιζε το πούρο του και έτρωγε μαζί με τον Μπερτράντ. Πήγαιναν ακόμη και περίπατο μαζί, κρατημένοι από το χέρι, πράγμα που προξενούσε εντύπωση φρικιαστική. Το είδα αυτό το ζώο να λιγώνεται στα γέλια ξαπλωμένο στην καρέκλα του, όποτε ο Μπερτράντ του 'λεγε αστεία. Ήταν σωστός άνθρωπος. Και σε μένα φερόταν πάντα ευγενικά, παρεκτός όταν φλυαρούσα πολλή ώρα με τον Μπερτράντ. Τότε με τραβούσε έξω με τα μεγάλα του χέρια, σαν να ήμουν παιδί. Βεβαίωνα πως ήταν σωστός άνθρωπος και ο Μπερτράντ το ίδιο, και ο ουραγκοτάγκος μάς καταλάβαινε και τους δυο και γελούσε, έχοντας το πούρο στο στόμα του και δείχνοντας τα μεγάλα δόντια του και τα γαλάζια γούλια (1) του. 
 
   »Πέρασα εκεί ένα χρόνο. Μια φορά ο Μπερτράντ μού είπε ότι πρόκειται να παντρευτεί γιατί βρήκε μια νέα που τού ταίριαζε και με ρώτησε αν βρίσκω καλή την ιδέα του γάμου. “Η ιδέα είναι καλή”, του είπα, “αλλά συλλογίστηκες τον Μιμί; Αν εμένα με τραβάει έξω όταν σου μιλώ πολλή ώρα, τι θα της κάνει της γυναίκας σου; Θα την κομματιάσει. Αν ήμουν εγώ στη θέση σου, Μπερτράντ, θα πρόσφερα στη γυναίκα μου γαμήλιο δώρο τον Μιμί βαλσαμωμένο!” “Να τον σκοτώσω;” είπε ο Μπερτράντ. “Είναι δικός σου”, του είπα,“αν ήτανε δικός μου, θα τον είχα τώρα σκοτωμένο”.
   »Τότε αισθάνθηκα πίσω στο σβέρκο μου τα δάχτυλα του Μιμί. Θεέ μου! Σάς λέω πως μιλούσε με τα δάχτυλά του, όπως έχουν οι κωφάλαλοι το αλφάβητό τους. Πέρασε το δασύτριχο μπράτσο του γύρω στο λαιμό μου, μού σήκωσε το πηγούνι  και με κοίταξε στο πρόσωπο, μόνο για να δει αν καταλάβαινα τη γλώσσα του όπως αυτός καταλάβαινε τη δική μου.
   “Κοίταξέ τον!” είπε ο Μπερτράντ. “Και θέλεις να τον σκοτώσω τη στιγμή που σε χαϊδεύει; Να τι θα πει γερμανική αχαριστία!”  
   »Μα εγώ ήξερα πως ο Μιμί από κείνη τη στιγμή έγινε για πάντα εχθρός μου. Όταν τον ξαναείδα είχα πιστόλι στο ζωνάρι. Το άγγιξε μια φορά και σήκωσα το λύκο (2) για να του δείξω ότι ήταν γεμάτο. Είδε που σκότωναν μικρούς πιθήκους στα δάση. Κατάλαβε...
   »Λοιπόν, ο Μπερτράντ παντρεύτηκε και λησμόνησε τον Μιμί που χοροπηδούσε πια στην ακρογιαλιά. Τον έβλεπα που χόρευε. Έπαιρνε ένα χοντρό κλαδί και χτυπούσε την άμμο, όσο που έσκαβε μια μεγάλη τρύπα, σαν λάκκο. Τότε είπα στον Μπερτράντ:
   “Για όνομα του Θεού, σκότωσέ τον τον Μιμί! Είναι τρελός από ζήλια”.
   »Ο Μπερτράντ μού απάντησε:
   “Κάθε άλλο. Αγαπά τη γυναίκα μου και την υπακούει. Αν του πει να πάει να μου φέρει τις παντόφλες, πηγαίνει και μου τις φέρνει”.
   »Και κοίταξε τη γυναίκα του μέσα στο δωμάτιο. Ήταν μια όμορφη Γαλλίδα κρεολή.
   »Τότε του είπα:
   “Λες πως ξέρεις από πιθήκους και τον αφήνεις να χτυπάει την αμμουδιά από τη λύσσα του γιατί δεν του γελάς! Φύτεψέ του μια σφαίρα, όταν θα 'ρθει στο σπίτι, γιατί τα μάτια του καθρεφτίζουν το θάνατο”.
   »Ο Μιμί ήρθε στο σπίτι, μα τα μάτια του ημέρεψαν. Τα 'κρυψε όλα για μια στιγμή από πονηριά. Πήγε να φέρει τις παντόφλες όπως τον πρόσταξε η γυναίκα και ο Μπερτράντ μου είπε:
   “Τον ξέρεις εσύ καλύτερα από μένα που τον έχω κοντά μου δώδεκα χρόνια; Μη μάς ξαναπείς πια τέτοιες ανοησίες”.
   »Την άλλη μέρα ο Μπερτράντ ήρθε στο σπίτι μου να με βοηθήσει να φτιάξω κάτι κιβώτια για δείγματα που είχα να στείλω. Μού είπε πως άφησε μόνη τη γυναίκα του στον κήπο του σπιτιού του μαζί με τον Μιμί. Τότε βιάστηκα ν' αποτελειώσω τα κιβώτια και του είπα:
   “Πάμε σπίτι σου να πιούμε ένα ποτήρι κρασί”.
   “Πάμε”, είπε εκείνος γελώντας.
   »Η γυναίκα δεν ήταν στον κήπο και ο Μιμί δεν ήρθε στο κάλεσμα του Μπερτράντ. Χτύπησε την πόρτα του δωματίου και ήταν διπλοκλειδωμένη. Τότε με κοίταξε και η όψη του ήταν κίτρινη σαν θειάφι. Παραβίασα την πόρτα με την πλάτη. Στο ταβάνι ήταν ανοιγμένη μια μεγάλη τρύπα και ο ήλιος έπεφτε στο πάτωμα.
   »Εκείνο που αντικρίσαμε τότε μάς γέμισε φρίκη. Ήταν εντελώς ανατριχιαστικό. Κάτω στο πάτωμα βρισκόταν το σώμα της γυναίκας του Μπερτράντ, κομματιασμένο. Κομμάτια από χέρια και πόδια, κομμάτια απ' το σώμα της, αίματα, τρίχες μαλλιών, αιμόφυρτα καταξεσκισμένα ρούχα, μια ανατριχίλα το όλο θέαμα!
   »Ο Μπερτράντ, βλέποντας τη φρικιαστική αυτή εικόνα έμεινε σιωπηλός. Χλόμιασε. Έτριξε τα δόντια του. Κι άρχισε ξάφνου να γελά. Είχε τρελαθεί!... Απότομα γύρισε και μού είπε:
   “Θα επισκευάσουμε την τρύπα στο ταβάνι και θα περιμένουμε τον Μιμί. Σίγουρα θα ξανάρθει”.
 
   »Περιμέναμε στο σπίτι δέκα μέρες και μια - δυο φορές είδαμε τον Μιμί να περνάει λίγα μέτρα έξω απ' το δάσος. Ήταν φοβισμένος, γιατί γνώριζε πως είχε κάνει κακό. Τη δέκατη μέρα ο Μπερτράντ, με καλοπιάσματα, τον ξανάφερε στο σπίτι. Ο Μιμί διέσχισε τ' ακρογιάλι με μικρές κραυγές, κρατώντας στο χέρι μια μακριά μπούκλα από μαύρα μαλλιά!...
   »Επί τρεις μέρες ο Μπερτράντ τού έκανε καλοπιάσματα, γιατί ο Μιμί δεν άφηνε κανέναν να τον αγγίξει. Σιγά - σιγά, όμως, ξεθάρρεψε κι ήρθε να δειπνήσει στο ίδιο τραπέζι μαζί μας.
   »Ο Μπερτράντ τού 'δωσε κρασί δυνατό, μέχρι που ο Μιμί μέθυσε, και τότε...»
   Ο Χανς σταμάτησε για ν' ανάψει το πούρο του.
   «Και τότε;...» τον ρώτησα.
   «Τότε ο Μπερτράντ τον σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια, ενώ εγώ πήγα να περπατήσω στην ακρογιαλιά. Αυτή ήταν δουλειά του Μπερτράντ. Όταν επέστρεψα, βρήκα τον ουραγκοτάγκο νεκρό και τον Μπερτράντ να ψυχορραγεί ατάραχο όπως πάντα. Φαινόταν ευχαριστημένος. Ξέρεις ότι η δύναμη ενός ουραγκοτάγκου είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δύναμη ενός ανθρώπου... περίπου εφτά προς ένα. Ωστόσο ο Μπερτράντ σκότωσε τον Μιμί με τα όπλα που τού 'δωσε ο Θεός -με τα χέρια του μόνο- κι αυτό είναι το θαύμα».
   «Μα, για όνομα του Θεού, γιατί δεν έμεινες να τον βοηθήσεις;» ρώτησα.
   «Αγαπητέ μου», είπε ο Χανς μ' ένα χασμουρητό, προτού κλείσει τα μάτια νυσταγμένος, «δεν άντεχε να ζήσει μετά τον τόσο τραγικό θάνατο της γυναίκας του. Τον άφησα, λοιπόν, μόνο του να σκοτώσει τον Μιμί για να σκοτωθεί κι ο ίδιος».
 
Κίπλινγκ Ρούντγιαρντ
 Περιοδικό «Μπουκέτο», Αθήνα, 8 Ιουνίου 1924
 
Σημειώσεις:
(1) (τα) γούλια: τα ούλα 
(2) ο λύκος: το λεπτό και μακρόστενο τμήμα ενός όπλου, που μεταδίδει το κτύπημα της σφύρας στο καψύλι του φυσιγγίου, προκαλώντας την πυροδότηση 
 

Πέμπτη 25 Μαΐου 2023

ΈΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ...

   
   Ο Ρουζέ ήταν ένας καλός ποδηλάτης, μα άγνωστος. Εντελώς άσημος. Μια μέρα, βγαίνοντας από τα αποδυτήρια, είδε να τον πλησιάζει ένας κοντός άνθρωπος, ζωηρός κι ολοστρόγγυλος, και να τού λέει:
   «Παιδί μου, έχω κάτι τι να σάς δώσω να υπογράψετε... ένα μικρό συμβόλαιο... Είμαι ο κύριος Λεπούτρ. Ξέρετε, ο Λεπούτρ... της εταιρείας των ποδηλάτων «Αστραπή». Την έχετε ακουστά; Μα ακριβώς αυτό είναι το πρόβλημά μου! Τα ποδήλατα «Αστραπή» δεν είναι γνωστά στον πολύ κόσμο. Μάλιστα είναι τόσο άγνωστα ως ποδήλατα, όσο κι εσείς είστε άγνωστος ως ποδηλάτης. Ωστόσο είναι τα πιο υπέροχα μικρά κι ελαφρά ποδήλατα που μπορεί κανείς να φανταστεί! Το ίδιο κι εσείς, θεωρώ πως έχετε τις προϋποθέσεις ώστε να γίνετε ένας ποδηλάτης πρώτης γραμμής. Αλλά δεν έχετε κάποιον άνθρωπο να σάς προωθήσει κι εγώ δεν έχω πεντάρα τσακιστή. Πώς μπορούμε, λέτε, ν' αντιμετωπίσουμε αυτή την κατάσταση; 
   »Μα ενώνοντας σ' έναν κοινό συνεταιρισμό τις φτώχειες μας, μικρέ μου. Δυο φτώχειες ενωμένες μπορούν ν' αποδειχτούν πιο δυνατές από έναν πλούτο μόνο του. Φανταστείτε ακόμη ότι ένας μεγάλος κεφαλαιούχος αναλαμβάνει να μού δώσει  τα κεφάλαια που απαιτούνται για να μεγαλώσω την επιχείρησή μου, αν το ποδήλατο «Αστραπή» κερδίσει μια μεγάλη διάκριση που θ' αποδεικνύει την αξία του. Αυτή τη μεγάλη διάκριση μπορούμε να την κερδίσουμε μαζί στον ποδηλατικό αγώνα Παρισιού - Τουλούζης που θα διεξαχθεί σε δύο μήνες. Όλοι όσοι παίρνουν μέρος σ' αυτόν τον αγώνα έχουν συνεργασίες με μεγάλες εταιρείες και καταστήματα ποδηλάτων και φυσικά θα ξεσπούσαν σε γέλια, αν πήγαινα να τους προτείνω να προτιμήσουν το ποδήλατό μου. Λοιπόν, σάς είδα που κάνατε προπόνηση με το ποδήλατο, είδα το σφιγμένο σαγόνι σας, που αποκαλύπτει άνθρωπο με πείσμα κι επιμονή... είδα και τα πόδια σας που είναι πραγματικά σαν να 'ναι φτιαγμένα από ατσάλι... Και είπα μέσα μου: “Να ο άνθρωπός μου!” Κι έτσι ετοίμασα αυτό το μικρό συμβόλαιο. Αν αποτύχουμε, θα φάμε απλά κι οι δυο μια μικρή χυλόπιτα, μα αν νικήσουμε, θα 'χουμε κι οι δυο μεγάλα κέρδη. Ο κεφαλαιούχος, με τον οποίο είμαι σε συζητήσεις, πληρώνει καλά. Βέβαια, όλο αυτό θα είναι πολύ κοπιαστικό, αφού εμείς δεν έχουμε ούτε προπονητές, ούτε βοηθούς, ούτε κάτι άλλο από τ' αναγκαία για έναν αγώνα... τίποτα, τίποτα, παρά μόνο το ποδήλατο «Αστραπή» κι ένα ανταλλακτικό λάστιχο γύρω απ' το λαιμό για την περίπτωση που προκύψει σκάσιμο. Αλλά θα έχουμε τον πιο σημαντικό βοηθό απ' όλους: τη θέλησή μας! Ξέρετε τι έκαμε ο Βοναπάρτης; Όχι; Ε, λοιπόν, δε χρειάζεται να το μάθετε τώρα, χάνοντας άσκοπα τον καιρό σας.  Ελάτε τώρα να υπογράψετε το συμβόλαιο κι έπειτα από αύριο αρχίστε να προπονείστε με περισσότερο ζήλο και η νίκη στον αγώνα Παρίσι - Τουλούζη θα είναι δική μας».
   Ο Ρουζέ υπέγραψε το συμβόλαιο κι από την επόμενη μέρα ξεκίνησε να προπονείται και να γυμνάζεται εντατικά και με ζήλο. Λίγες μέρες, όμως, αργότερα ο κύριος Λεπούτρ άρχισε τη μουρμούρα: 
   «Δε γίνεται δουλειά έτσι! Δε γίνεται δουλειά! Εκτελείς το καθήκον σου, αλλά δε δείχνεις το πάθος του ανθρώπου που είναι βέβαιος πως θα νικήσει. Σού λείπει η πίστη, ο ενθουσιασμός».
   Στο μεταξύ, βέβαια, ο ενθουσιασμός γεννήθηκε στην ψυχή του, αλλά αυτό έγινε για εντελώς άλλους λόγους. Στο διάστημα που ο Ρουζέ γύμναζε τα πόδια του στο ποδηλατοδρόμιο και τα πνευμόνια του στο δρόμο, έβλεπε καθημερινά στο πεζοδρόμιο μια όμορφη γυναίκα, ξανθιά, ψηλή, λυγερή και χαριτωμένη, να παρακολουθεί τις προπονήσεις του με ζωηρό ενδιαφέρον.  
   Προσπαθούσε να ικανοποιήσει την προσοχή και το ενδιαφέρον της και πάντοτε αργότερα απορούσε κι ο ίδιος με τον εαυτό του για την ταχύτητά του στην προπόνηση. Κι ένα πρωινό η ωραία άγνωστη τού έδωσε ένα γραμματάκι που έγραφε μέσα αυτά τα λόγια:
   «Κερδίστε το βραβείο στον αγώνα Παρίσι - Τουλούζη. Εκείνη που αγαπάτε θα γίνει δική σας».
   Ο Ρουζέ ήταν ένας άνθρωπος που αντιμετώπιζε τα πράγματα με τρόπο απλοϊκό.
   Αυτού του είδους οι άνθρωποι δεν αισθάνονται καμιά έκπληξη, ακόμα κι όταν στη ζωή προκύπτουν οι πιο περίπλοκες καταστάσεις. Επιπλέον, δεν έχουν καν τη φρόνηση να μπουν σε προβληματισμούς ή αμφισβητήσεις γι' αυτές. 
   Έτσι ο Ρουζέ ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά κι ένα έντονο συναίσθημα ξαφνικής ενεργητικότητας και ζωντάνιας τον κυρίεψε ολόκληρο.
   Είχε την αίσθηση πως ήταν ελαφρύς σαν φτερό, όταν βρισκόταν πάνω στο ποδήλατό του. Κάθε φορά που περνούσε μπροστά από τη μυστηριώδη θαυμάστριά του, που τον κοιτούσε με μάτια φλογερά, σκεφτόταν:
   «Θεέ μου! Θεέ μου! Τι όμορφη που είναι! Λες και είναι κάποια πριγκίπισσα!...»
   Γιατί ο κάθε άνθρωπος πάντα θέλει να φτιάχνει παραμύθια με το νου του.
  Η καρδιά του γέμισε τρυφερότητα, αλλά την ίδια στιγμή και το σώμα του απέκτησε ακατάβλητη ζωτικότητα. Η ταχύτητα, με την οποία έτρεχε στις προπονήσεις,  άρχισε να γίνεται όλο και πιο γρήγορη. 
   Οκτώ μέρες πριν από τον περίφημο αγώνα, ο κύριος Λεπούτρ τον ακολούθησε με το αυτοκίνητο, από το Παρίσι ως τη Σαρτρ.
   Στην επιστροφή χτύπησε φιλικά τον ώμο του ποδηλάτη, φωνάζοντας μ' ενθουσιασμό:
   «Μπράβο!... Τους έχουμε στο χέρι!...»
  «Κι έτσι πρέπει να γίνει!...» απάντησε με φυσικότητα ο Ρουζέ. «Το έχω αποφασίσει!»
   Έφτασε, τέλος, κι η μέρα του αγώνα.
   Ο πρώτος άνθρωπος που πρόσεξε ο Ρουζέ, όταν πήρε θέση στην αφετηρία μαζί με τους συναθλητές του, ήταν η άγνωστη γυναίκα, πιο όμορφη και πιο εντυπωσιακή από κάθε άλλη φορά. Πήγε κατευθείαν προς το μέρος της.
   «Όπως βλέπετε είμαι τρελός για σας... Ναι, έτσι όπως σάς το λέω! Τρελός! Λοιπόν, ισχύουν όσα γράψατε, αν φτάσω πρώτος στην Τουλούζη;»
   Εκείνη, πολύ σοβαρή, τού ένευσε καταφατικά με μια κίνηση του κεφαλιού και πρόσθεσε χαμηλόφωνα:
   «Θα είμαι εκεί όταν φτάσετε».  
   Στο Ντουρντάν ξεχώρισε και προηγήθηκε η πρώτη ομάδα ποδηλατών. Ήταν έξι. Μετά την Αρζαντάν απέμειναν τέσσερις. Τρεις στη Λιμόζ, οι οποίοι έπεφταν και ξανασηκώνονταν: ο Παρέζ, ο Ρικάρ -οι πρωταθλητές- και ο Ρουζέ. Σε απόσταση δύο χιλιομέτρων απ' την πόλη, ο Ρουζέ έπεσε και κυλίστηκε κατά γης. Οι δυο άλλοι συνέχισαν και βγήκαν μπροστά. Στο ύψωμα Μπουασιγί, όμως, ο Ρουζέ προσπέρασε τον Ρικάρ, του οποίου το ποδήλατο είχε κολλήσει. Τότε ο Ρικάρ τού φώναξε βραχνά με κομμένη ανάσα: 
   «Ρουζέ!... Άκουσε, Ρουζέ!... Μη μ' αφήνεις πίσω! Δε μπορείς να κερδίσεις, Ρουζέ!... Δεν έχεις κάνει την κατάλληλη προετοιμασία...  Ακόμη και χθες το βράδυ έφαγες μόνο ένα αυγό κι ήπιες δυο ποτήρια νερό... Θα καταρρεύσεις!... Μην τρέχεις λοιπόν έτσι, βλάκα, στάσου κι άκουσέ με!... Αν μ' αφήσεις να νικήσω, πάντα θα φροντίζω για σένα...  Θα προχωρήσουμε μαζί ως την Τουλούζη κι εκεί, αν μ' αφήσεις να περάσω μπροστά, σού υπόσχομαι ότι θα μοιραστώ τα κέρδη μου μαζί σου... Τι σε νοιάζει, άλλωστε, εσένα να βγεις πρώτος;... Το ποδήλατό σου δεν είναι και κάποιας σπουδαίας μάρκας!... Ρουζέ!...»
   Αλλά σ' αυτά τα λόγια ο Ρουζέ απαντούσε μ' ένα γέλιο σαρκαστικό και κοιτούσε τον αντίπαλό του μ' ένα βλέμμα θριάμβου, χωρίς να βγαίνει μιλιά απ' το στόμα του, αφού αυτό απαιτούσε κόπο τρομερό.  
   Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να πάρει τον κατήφορο, γύρισε πίσω το κεφάλι του να δει. Ήταν μόνος. Η μορφή του χαράχτηκε μέσα στο πρωινό φως σαν οβίδα.
   Όταν πλησίαζε στην Καόρ, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε πάνω σε μυτερά χαλίκια. Τα χέρια και τα γόνατά του μάτωσαν. Σηκώθηκε κι ανέβηκε πάλι στο ποδήλατό του βογκώντας: «Τ' αποφάσισα! Τ' αποφάσισα!» Και συνέχισε το δρόμο του. Στην έξοδό του από το Μουτουβάν έπεσε πάλι. Αυτή τη φορά απέμεινε καταγής ξαπλωμένος, με σπασμούς σ' όλο του το κορμί. «Σίγουρα πεθαίνω. Κρίμα! Κρίμα! Τ' αποφάσισα!» Πονούσε τρομερά. Και τότε μια εικόνα ήρθε στο μυαλό του, που τον έκανε να χαμογελάσει. Ανασηκώθηκε με κόπο κι έπιασε ξανά το ποδήλατό του... 
   Κάποια στιγμή φάνηκε από μακριά η Τουλούζη, το τέρμα της διαδρομής. Μέσα από μια κόκκινη θαμπάδα που τρεμόπαιζε μπροστά στα βλέφαρά του, είδε ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων να 'ρχεται προς το μέρος του. Όλη η πόλη τον υποδέχτηκε με μια βοή θριάμβου. Ξαναβρήκε λίγη ακόμη δύναμη για να φτάσει στη γραμμή τερματισμού, να χτυπήσει την κόρνα του, να παραμερίσει ο κόσμος. Εκείνη βρισκόταν εκεί. Ο Ρουζέ λιποθύμησε.
   Όταν συνήλθε, η ωραία άγνωστη βρισκόταν κοντά στο προσκέφαλό του.
   «Α!» ψέλλισε ο Ρουζέ μ' ένα ρόγχο γεμάτο αγωνία. «Υπέμεινα χίλια μαρτύρια!... Αλλά δε με νοιάζει!... Σάς αγαπώ... σάς αγαπώ!...» 
   Εκείνη τον κοίταξε μ' ένα βλέμμα γεμάτο συμπάθεια και τού 'πε με φωνή σιγανή:
   «Φτωχέ μου φίλε... είμαι η κυρία Λεπούτρ... Όλο αυτό το μικρό τέχνασμα ήταν για να σάς κάνουμε  να κερδίσετε τον αγώνα. Αυτή σας η νίκη θα σήμαινε τα πάντα για μας. Έχετε τα πόδια... Θέλαμε να σάς δώσουμε και την καρδιά, ελπίζω να με καταλαβαίνετε... Αλλά είμαι τίμια γυναίκα, Ρουζέ... Τίποτα δεν πρέπει να ελπίζετε».  
   Εκείνος δεν απάντησε. Τής έριξε μόνο μια ματιά, το βλέμμα του ζώου βαριά πληγωμένου. Κι έπειτα χοντρά δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα κατακόκκινα μάτια του. 
   Και τότε εκείνη έγινε κατάχλωμη, γιατί συνειδητοποίησε ξαφνικά  ότι δεν πρέπει να παίζουμε με την απλοϊκή καρδιά  εκείνων που τα πόδια τους είναι πιο δυνατά απ' το μυαλό τους...
 
Κιστεμεκέρ Ανρί
Περιοδικό «Μπουκέτο»
Αθήνα, Μάιος 1924

Τρίτη 23 Μαΐου 2023

Ο ΚΑΠΤΑ-ΣΚΑΡΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΠΤΑ-ΣΑΛΑΜΑΣΤΡΑΣ

   
   Ο κυρ Γιάννης, ο κουρέας, με το φουντωτό χοντρό κεφάλι και τα παχιά μάγουλα ανασηκώνει κάθε τόσο ανυπόμονα τη ματιά και βλέπει το κρεμασμένο στον τοίχο ρολόι. Κάθεται αναπαμένος στη φαρδιά πολυθρόνα του κουρείου του, μα ξεκάθαρα φαίνεται η ανυπομονησία του. Ολοένα σηκώνεται, πηγαίνει στην πόρτα και προβάλλει το χοντρό κεφάλι. Ύστερα νευριασμένος γυρίζει, κοιτάζει πάλι το ρολόι και ξανακάθεται. Η ώρα αργοκυλά. Οι δείχτες σιμώνουν (1) τις τέσσερις. Σηκώνεται μονομιάς και κοιτάζει ξανά έξω. Από το αντικρινό καλντερίμι (2) κατεβαίνει ξερός ήχος: τικ - τακ,  τικ - τακ, τικ - τακ.
   Ο κυρ - Γιάννης, γελαστός, πετιέται σβέλτος ως την πόρτα του διπλανού μαγαζιού και κάτι λέει χαρούμενος.  Ο κυρ Φώτης, ο τσαγκάρης, παρατά μια στιγμή τη δουλειά και τρέχει στην πόρτα. Πρώτα προβάλλει η στρογγυλή κοιλιά κι ύστερα το αιματώδικο (3) πρόσωπο χαμοσκύβει, κάτι σφυρίζει στο διπλανό φούρνο και ο φούρναρης με τον παραγιό (4) του πετιούνται στο παράθυρο δίχως σακάκι κι ανασκουμπωμένοι.
   Αφουγκράζουνται, αγναντεύοντας το στενορίμι (5). Το πρόσωπό τους έχει πάρει μια πονηρούτσικη πειραξίτικη (6) έκφραση, ταπεινή.
   Σε λίγο, νάσου φαίνεται ο καπτά - Σκαρμός, με τα δυο ροζιασμένα μπαστούνια στα χέρια, που κατεβαίνει το καλντερίμι σκαμπανεβάζοντας και σέρνοντας ξωπίσω του τα μισοπαραλυμένα ποδάρια. Κάποτε, χρόνια τώρα, τα σύντριψε ο μολυσμένος αγέρας του σκάφαντρου (7).
   «Ψιτ... Ψιτ...» ειδοποιεί ο κουρέας περήφανος για την πρωτοβουλία του, «άμα σηκώσω ψηλά το χέρι - ούλοι μαζί».
   Οι άλλοι γνέφουνε σύμφωνοι.
   Ο καπτά - Σκαρμός έχει το κεφάλι ριγμένο μπροστά και παλεύει με αγκομαχητά χτυπώντας τα δεκανίκια στο πλακοστρωμένο στενό.
   Είναι αδύναμος, με σουρωμένα μάγουλα και κάτασπρα άγρια μουστάκια.
   Μπόρες της θάλασσας και μπόρες της στεριάς πέρασαν απάνω του κι αφήσανε τα χνάρια τους στο τσακισμένο κορμί και στο αδυνατισμένο πρόσωπο. Όμως η καρδιά κρατήθηκε παιδική. Ένας λόγος φτάνει να τόνε γιομίσει χαρά ή να τού δώσει τη θλίψη. Η άρμη της θάλασσας τόνε γέρασε πρόωρα και του δύτη το φόρεμα τού πήρε τη ζωντάνια από τα πόδια.
   Και όμως ακόμη δε θέλει να πιστέψει πως γέρασε και τα πόδια του κατάντησαν μισοπαράλυτα. Τ' αρέσουνε τα παινέματα και οι κουβέντες που ιστορούνε την παλιά λεβεντιά του. Αναγαλλιάζει κάθε φορά που τ' ακούει. Μα στην πρώτη προσβλητικιά λέξη το φρένο (8) του σαλεύει. Αγριεύει κι αφρίζει. Αυτό το γνωρίζουν καλά οι ανθρωπάκηδες του νησιού και το μεταχειρίζουνται για να κάνουνε χάζι...
   «Ώρα καλή», λέει σιμώνοντας στο κουρείο και χαμοστέκεται (9) να πάρει ανάσα.
   «Καλώς τονε», λένε τρεις - τέσσερις φωνές και κρυφογελάνε περιπαιχτικά συναμεταξύ τους.
   «Κακόμοιρα νιάτα!...» λέει κοροϊδευτικά ο κουρέας και κουνάει τάχατες λυπημένα το κεφάλι! «Ε, πού εκείνα τα χρόνια, καπτά - Σκαρμέ! Από 'δω», σαν τάχατες να μη τον ξέρανε, γυρίζει και λέει στους άλλους, χειρονομώντας, «ήτανε, βλέπεις, ο καλύτερος δύτης στον ντουνιά (10). Καυγάδες κάναν οι καπεταναίοι ποιος να τον πρωτοπάρει στο τσούρμο (11) του».
   Ο καπτά - Σκαρμός ακούει φχαριστημένος και κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι.
   «Ε, τι να κάνουμε; Αυτά έχει η ζήση. Μεγαλεία από τη μια και φτώχεια από την άλλη», μιλά λυπημένα και κάνει να φύγει.
   Μα ο φούρναρης τρίβει με την αλευρωμένη χερούκλα το αξύριστο πρόσωπο και μιλά απότομα, τάχατες θυμωμένα.
   «Πάψε, μωρέ κυρ Γιάννη, πάψε ν' ακούσουμε. Άϊντε, καπτά - Σκαρμέ, λέγε να μάθουμε τι έγινε παρακάτω».
   «Μίλα, λεβέντη μου, καπτά - Σκαρμέ, μίλα εσύ και μη φοβάσαι κανένα», λέει ο κυρ Φώτης ο παπουτσής. Σταματά πάλι ο καπτά - Σκαρμός, ανακορδίζεται (12) χαμογελαστά. Ξαστέρωσε:
   «Να φοβηθώ! Δεν είμαστε καλά. Κανένα δε φοβάται ο καπτά - Σκαρμός. Κανένα». Ανακορδίζεται, χαμογελά και χαϊδεύει τη μουστάκα  με την κοφτή της χέρας. Μιλά:
   «Μια βολά (13) που λέτε φτάξαμε (14) στον Τράχηλα. Τα νερά κοφτά και μαύρα, φοβάσαι που τα κοιτάς. Σταματά η ανάσα, βλέπεις. Κόβεται η όρεξη με το μαχαίρι. Ποιος να βουτήξει, που λένε πως το μέρος κρύβει ψάρι;»
   «Ποιος άλλος; Ποιος;» ρωτάει και ο κυρ Γιάννης.
   «Ο πιο παλικαράς σ' όλο το νησί», μιλάει ο φούρναρης. «Ο...»
   «Ο καπτά - Σκαρμός». Φωνάζουνε όλοι μαζί και στα πρόσωπά τους φαίνεται τάχατες ν' απλώνεται η αγαλλίαση.
   Και κείνος ακουμπισμένος στα ροζιασμένα μπαστούνια του, με το κεφάλι λίγο αναγερμένο, με φεγγαρίσιο χαμόγελο απλωμένο σ' όλο το κακογερασμένο, στεγνό μα ήμερο πρόσωπο, μη νιώθοντας πάλι το ανάμπαιγμα (15), ακούει να τον υμνούν και ολόκληρη η αγαθή ψυχή του φραίνεται (16) όπως παιδί.
   «Κατέβηκες ποτές σαράντα οργιές (17), καπτά - Σκαρμέ;» κόβει τη θερμή ατμόσφαιρα ο κυρ Φώτης με τη μασημένη προφορά του.
   «Σαράντα; Και τ' είναι σαράντα, βρε;... Βάλε σαράντα πέντε και πενήντα», λέει εκείνος, φουσκώνοντας περήφανα τα μάγουλα, και με τη μαγκούρα στο χέρι κάνει δυο - τρεις ανοιχτές χειρονομίες. «Ε, πού 'σαι... κατεβαίνεις στον πάτο και το γράδο (18) είναι άσπρο. Όμως ο κουλαουζέρης (19) φωνάζει τριάντα τέσσερις, τριάντα πέντε... Αμή τα ξέρουμε δα τούτα τα μασκαραλίκια. Το φόρεμα μάς ρούφηξε το γαίμα...»
   «Ε, μπορεί να 'τανε μόνο και τριάντα», λέει ο φούρναρης για να τόνε πειράξει κι ανασηκώνει με την απαλάμη τα πεσμένα μαλλιά απ' το φαλακρό κεφάλι. «Εσύ 'σαι στον πάτο και δεν γνωρίζεις τι γίνεται απάνω».
   «Σωστά, σωστά», λένε οι άλλοι επιδοκιμαστικά και κλείνουν ο ένας στον άλλο το μάτι.
   Ο καπτά - Σκαρμός θυμώνει μονομιάς, αγριεύει, θέλει να μιλήσει, μα τρέμουν τα σαγόνια του και χτυπάει βροντερά το δεξί δεκανίκι στις πέτρες.
   «Βρε», φωνάζει στα τελευταία, «εσύ είσαι όξω από το φούρνο και δεν ξέρεις τι γίνεται μέσα;»
   «Εγώ... εγώ...» μιλά ο άλλος και χτυπά το στήθος με την απαλάμη. «Εγώ ξέρω τι γίνεται, μα τα ψωμιά δεν ξέρουνε τι γίνεται απ' όξω. Τα ίδια και συ, σαν το ζυμάρι είσαι». 
   «Α, σιχτήρ», λέει θυμωμένος ο παράλυτος κι αναμασά περιπαιχτικά τα τελευταία λόγια του φούρναρη. Σκύβει το κεφάλι και, σφίγγοντας νευρικά τα δεκανίκια, ακολουθά το δρόμο του.
   Ο τσαγκάρης, ο φούρναρης και ο παραγιός του αγναντεύουνε ανυπόμονα τον κουρέα. Εκείνος τούς γνέφει καθησυχαστικά και σηκώνει το κεφάλι απάνω.
   «Τάχατες περιμένετε ακόμη λίγο. Αφήστε τον να πάει παρακάτω».
   Σαν τον αφήσανε και προχώρησε καμιά δεκαπενταριά μέτρα, ο κουρέας σηκώνει το χέρι, δίνει το σύνθημα κι αρχίζουν όλοι μαζί.
   «Μάινα (20) και χάθηκα... μάινα και πνίγουμαι... Δεν ξαναμπαίνω στη θάλασσα...»
   Ο γέρος σφουγγαράς ξεσπιέται (21) σα να τον άγγιξε φίδι. Γυρίζει το κεφάλι και το μισοπαραλυμένο κορμί και ξέφρενα, παραλοϊσμένος, ουρλιάζει.
   «Δεν έχει μάινα. Δεν έχει μάινα ο καπτά - Σκαρμός. Αγέρα... αγέρα, όλο μπρος. Τη δάμασε τη θάλασσα ο καπτά - Σκαρμός».
   Το στόμα του αφρίζει και τα χέρια του τρέμουν. Φέρνει το δεξί χέρι στο ζερβό και τού πασάρει το δεκανίκι. Ύστερα τεντώνει την απαλάμη με τα δάχτυλα ανοιχτά.
   «Να, κερατάδες... αγιογδύτες... τιποτένιοι. Δεν έχει μάινα ο καπτά - Σκαρμός. Αγέρα... αγέρα... όλο μπρος».
   Οι άλλοι κρυμμένοι πίσω από τον παραστάτη της πόρτας προβάλουν το 'να μάτι και ουρλιάζουν.
   «Μάινα... μάινα και χάθηκα...»  
   Ο γέρο - Σκαρμός καρφωμένος στη θέση του τραβάει φασκελιές και βλαστημά, πασκίζοντας να κρατηθεί στο 'να του δεκανίκι.
   Από χρόνια, σχεδόν κάθε μέρα, γίνεται το ίδιο παιχνίδι. Στις τέσσερις ακριβώς που ο καπτά - Σκαρμός πηγαίνει στο παραλιακό καφενεδάκι ν' ανταμώσει το γέρο φίλο του, τον καπτά - Σαλαμάστρα. Ο κάπτα - Σαλαμάστρας φτάνει πάντοτε πρώτος και περιμένει ήσυχα ήσυχα.
   Περιμένοντας, θα ρουφήξει θορυβώδικα τον καφεδάκο του και θα στρίψει ένα τσιγαράκι χοντρό σα δάχτυλο. Ρουφά τον καπνό και μισοκλείνει ηδονικά τα ήμερα ματάκια.
   Έχει πατήσει από καιρό τα εβδομήντα πέντε, μα φαίνεται πιο γέρος. Είναι κοντούτσικος, κοιλαράς και το κεφάλι του δε φτάνει στον ώμο του καπτά - Σκαρμού. Τα μάτια μικρούλικα και γαλανά, παθημένα από την άρμη και τον ήλιο, μα τα σκληρά φρύδια του, όπως είναι δυο δάχτυλα χοντρά πεταμένα έξω, μοιάζουνε λιγάκι με πυκνοφυτεμένα βούρλα. Φορεί πάντα το ίδιο λεκιασμένο χοντρό χακί, που τώρα στερνά ολοένα στενεύει. Κάθεται αμίλητος και κατσουφιασμένος, μα η ψυχή του είναι τρυφερή όπως θάλασσα γαληνεμένη. Και να, από το βρώμικο παραθυράκι, αγναντεύει τον καπτά - Σκαρμό που, σκαμπανεβάζοντας, σιμώνει. Η ψυχή του αναγαλλιάζει. Το χαμόγελό της ανεβαίνει στα χείλη. Ο άλλος φτάνει στο κατώφλι, περνά το δεξί δεκανίκι στα τρία δάχτυλα και με τ' άλλα δυο λέφτερα πιάνει τον παραστάτη της πόρτας κι ανεβαίνει την πέτρα του κατωφλιού. Ύστερα σκύβει τη λιγνή ζαρωμένη φάτσα, κοιτάει τη συνηθισμένη γωνιά και, βλέποντας τον κάπτα - Σαλαμάστρα, χαμογελά.
   «Ώρα καλή, καλώς τον καπτά - Σκαρμό», προλαβαίνει ο σύντροφος και λέει χαρούμενα.
   «Ώρα καλή, καλώς τα κάνεις καπτά - Σαλαμάστρα», μιλάει κι ο άλλος ευτυχισμένος κι από τον καυγά δεν απομένει τίποτα μέσα στην παιδική καρδιά του. Όλα τα 'χει ξεχάσει: «Σαν αυτά», σκέφτεται, «εμείς έχουμε ανταμώσει φουρτούνες και φουρτούνες...»
   Τώρα κάθουνται αγνάντια, αμίλητοι, γερασμένοι, κακοπαθιασμένοι.
   Κοιτάζουνε το δρόμο απ' το μονάκριβο παραθυράκι και δε μιλάνε. Καμιά φορά η σκέψη του καπτά - Σκαρμού γυρνάει στα παλιά, στα νιάτα και τα κλωθογυρίζει. Με το τρεμάμενο χέρι θα στρίψει το ξεφτισμένο μουστάκι και, σα να 'χει διηγηθεί ολόκληρες ιστορίες, θα πει φωναχτά.
   «Αυτά που λες καπτά - Σαλαμάστρα. Αυτά και τίποτις άλλο».
   «Αυτά μαθές, καπτά - Σκαρμέ».
   Και οι δυο φίλοι θα κουνήσουνε σύμφωνοι το κεφάλι και θα σωπάσουν ξανά ώρες ολόκληρες.
   Τώρα στερνά, χρόνος δεν έκλεισε, οι σχέσεις τους έχουνε πλουτίσει. Με το άναμμα της λάμπας θα φανεί στην πόρτα ο γέρο - Πρόεδρος του νησιού. Είναι κι αυτός κοντόχοντρος, με μεγάλα μουστάκια ασπρόξανθα απ' το τσιγάρο και μαλλιά σύριζα κομμένα. Με κάτι μεγάλα αφτιά, ριγμένα στα έξω όπως χερούλια σουπιέρας.
   «Καλησπέρα, καπεταναίοι», θα πει γελαστά και θα καθίσει. Η μιλιά του είναι φαγωμένη  και σβηστή, γιατί βγαίνει ολότελα από τη μύτη.
   Ως καθίσει, θ' ανοίξει το μπλε ξεθωριασμένο σακάκι και θα τραβήξει την καραβάνα (22) τη δεμένη με χοντρή χρυσή αλυσίδα, θα δει την ώρα, θα σηκώσει τα φρύδια και θα πει την ίδια κουβέντα: «Άργησε πάλι ο ευλογημένος». Πάνω στην ώρα θα προβάλει και ο φαρμακοτρίφτης (23). Θα βάλει στο κατώφλι το κοντό ποδάρι και με τη βοήθεια του μπαστουνιού θ' ανεβάσει και το μακρύ. Μετά θα σταθεί έτσι, με τον ένα ώμο χαμογελά και τον άλλο σηκωμένο, θα σκύψει το κεφάλι και πίσω απ' τα γυαλιά, με τη γοργή πονηρή ματιά του, θα κοιτάξει έναν - ένα χωριστά, τους τρεις συντρόφους.
   Όταν καθίσουν αγνάντια ο ένας στον άλλο, θα σαλιώσουν τα δάχτυλα με τη γλώσσα και ο Πρόεδρος θα πει:
   «Ε, τι λέτε; Κάνουμε κι ένα σκαμπίλι (24);»
   Από μήνες τώρα συνεχίζεται αυτή η δουλειά χωρίς δυο κουβέντες να σταυρωθούν παραπάνω, χωρίς δυο λεφτά να χάσει ο καθένας από την ώρα του.
   Στο σκαμπίλι οι δυο γεροκαπεταναίοι είναι άσσοι. Καημό το 'χουν οι άλλοι να κερδίσουν. Κάθε βράδυ θα πιούνε τζάμπα τον καφεδάκο τους ή θα φάνε το λουκουμάκι τους και μετά «καληνύχτα - καλό σου ξημέρωμα», ξαπολιούνται φχαριστημένοι ο καθένας για το δρόμο του.
   Όμως εκείνη τη βραδιά ο διάολος θέλησε να τους πειράξει. Παίζουν οι καπεταναίοι και χάνουν.
   Το χαμόγελο τούς κόπηκε στο στόμα. Σηκώνουνται με τα κεφάλια σκυμμένα και θλιμμένα.
    Ο Πρόεδρος χαμογελά αγαθά και λέει ρουθουνάτα:
   «Εις υγείαν σας και αύριο με το καλό τα ξαναλέμε».
   Μα ο φαρμακοτρίφτης τούς φαρμακώνει:
   «Αν σ' αρέσει μπάρμπα Λάμπρο», λέει, «ξαναπέρνα από την Άντρο» και, καθισμένος όπως είναι, γελά σκαστά, παίζει τα δάχτυλα στο τραπέζι και χαιρέκακα παρακολουθεί τις ζαρωμένες φάτσες των χαμένων που φεύγουν χωρίς να καληνυχτίσουν.
   Το ίδιο βράδυ πλαγιασμένος στον κρέβατο ο καπτά - Σκαρμός χαμοαναστενάζει άυπνος. Μια κουτή, πεισματάρικη σκέψη, καρφώθηκε στο μυαλό του. Αξάφνου η καρδιά του χτυπά. Απ' τη χαρά του νιώθει το αίμα να σαλεύει. Ανασηκώνεται, φορεί βιαστικά το παντελόνι, το σακάκι και τις ξηλωμένες μπότες, αρπάζει τα ροζιασμένα μπαστούνια και πετιέται στο δρόμο.
   Ψηλά ο ουρανός λαμπαδοφέγγει. Το μισοφέγγαρο στη φήρα (25) του χαμοφωτίζει τα στενά. Ακούγεται το αλαφρό ροχαλητό της θάλασσας που ανεβαίνει από το καλντερίμι. Θα 'ναι κοντά τρεις. Τα δεκανίκια χτυπάνε σκληρά τα πετροστρωμένα δρομάκια.
   Ο καπετάνιος σκαμπανεβάζει σα φελούκα (26) στην τρικυμιά.
   Σε μισή ώρα - τρία κάρτα (27) φτάνει μπρος στο σπίτι του γέρο - Σαλαμάστρα.
   Χτυπάει τη μαγκούρα δυνατά στην πόρτα. Φωνάζει:
   «Κοιμάσαι, καπτά - Σαλαμάστρα; Ε, καπτά - Σαλαμάστρα, εσένα λέω, κοιμάσαι;» 
   «Πού να κλείσω μάτι, καπτά - Σκαρμέ», απαντά ο άλλος από μέσα αναστενάζοντας κι ανακαθίζει στο στρώμα του. «Δε με παίρνει ύπνος, καπτά - Σκαρμέ. Μωρέ, ακούς να χάσουμε; Τέτοιο ρεζιλίκι δεν το αντέχω... θα σκάσω».
   «Υπομονή, καπτά - Σαλαμάστρα, τι να γένει; Γραφτό μας ήτανε και τούτο», απαντά ο άλλος με φωνή σβησμένη. «Ξέρεις όμως ένα λόγο, καπτά - Σαλαμάστρα; Αντίς, λέω, για το εννιά μπαστούνι να 'ριχνες το βαλέ καρό θα κερδίζαμε σίγουρα».
   Ο άλλος δεν απαντά αμέσως. Χαμοσκέφτεται μια στιγμή και λογαριάζει. Μονομιάς φωνάζει:
   «Μωρέ καλά το λες, καπτά - Σκαρμέ, καλά το λες. Δίκιο έχεις. Το άτιμο το εννιά μπαστούνι μάς ρεζίλεψε. Αύριο θα τους συγυρίσω».
   Μερεύει. Αγάλι - αγάλια ξαπλώνεται ήσυχος, ικανοποιημένος. Χασμιέται (28) μια, δυο, τρεις, κλείνει τα πονεμένα ματάκια κι αποκοιμιέται.
   Και ο καπτά - Σκαρμός, αναπηδώντας όπως ακρίδα, γυρνάει στο ρημάδι του γαληνεμένος, μισογελώντας περήφανα κάτω από τα χοντρά μουστάκια.
 
Μαγκλής Γιάννης
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»
Αθήνα, Μάρτιος 1956
 
Σημειώσεις:
(1) σιμώνω: πλησιάζω, κοντεύω 
(2) καλντερίμι: λιθόστρωτος δρόμος του οποίου οι πέτρες δεν είναι κατεργασμένες
(3) αιματώδικος: με ζωηρό κόκκινο χρώμα 
(4) παραγιός: νεαρό άτομο που μαθαίνει κάποια τέχνη ή επάγγελμα δουλεύοντας σε κάποιον τεχνίτη ή καταστηματάρχη / υπηρέτης ή βοηθός επαγγελματία 
(5) στενορίμι: στενό δρομάκι 
(6) πειραξίτικος: πειρακτικός 
(7) σκάφαντρο ή σκάφανδρο: η στεγανού τύπου υποβρύχια στολή που βοηθά τον δύτη να μείνει στο υδάτινο περιβάλλον, για μακρό χρόνο, εξαρτώμενος από ομφάλιο λώρο, μέσω του οποίου γίνεται η παροχή αέρα και σε πολλές περιπτώσεις η επικοινωνία με την επιφάνεια. Χρησιμοποιείται κυρίως στις επαγγελματικές καταδύσεις (σφουγγαράδες), αν και ελαφρύτερες παραλλαγές του εισάγονται κατά καιρούς στις καταδύσεις αναψυχής. 
(8) το φρένο: το μυαλό, το λογικό 
(9) χαμοστέκομαι: κοντοστέκομαι 
(10) ντουνιάς: ο κόσμος 
(11) τσούρμο: ομάδα, πλήρωμα καραβιού 
(12) ανακοδίζομαι: αναθαρρώ, ξεσηκώνομαι, τεντώνομαι θαρρετά 
(13) βολά: φορά 
(14) φτάξαμε: φτάσαμε (ιδιωμ.) 
(15) ανάμπαιγμα: κοροϊδία, χλευασμός, πείραγμα 
(16) φραίνομαι: ευφραίνομαι: ευχαριστιέμαι 
(17) οργιά: μονάδα μήκους που ισούται με έξι πόδια, όσο περίπου είναι το άνοιγμα των τεντωμένων χεριών ενός άνδρα / (ναυτικός όρος) μονάδα μήκους ίσον με δύο γιάρδες 
(18) γράδο: όργανο που μετρά την πυκνότητα ενός υγρού, το πυκνόμετρο ή αραιόμετρο 
(19) κουλαουζέρης: ο επιτηρητής, ο καθοδηγητής των δυτών. Έχει, κυρίως, την ευθύνη της ασφαλούς παραμονής τους στο βυθό, με τον ακριβή έλεγχο του χρόνου και του βάθους της κατάδυσης και της σχετικής ενημέρωσης των δυτών, οι οποίοι όφειλαν να υπακούσουν στις υποδείξεις του.
(20) μάινα: ναυτικό πρόσταγμα για να χαλαρώσουν τα σχοινιά ή να κατεβούν τα πανιά, προκειμένου να ακινητοποιηθεί το πλοίο 
(21) ξεσπιέμαι: ξεπετιέμαι, πετάγομαι, τινάζομαι 
(22) καραβάνα: ειδικό μεταλλικό σκεύος με λαβή που χρησιμοποιείται για το συσσίτιο των στρατιωτών/ εδώ η λέξη χρησιμοποιείται ειρωνικά για το ρολόι τσέπης 
(23) φαρμακοτρίφτης: ο φαρμακοποιός 
(24) σκαμπίλι: είδος τυχερού παιχνιδιού που παίζεται με τράπουλα
(25) φήρα / φύρα: ελάττωση, χάση 
(26) φελούκα: πλοιάριο της Μεσογείου, χαμηλό, στενό και άφρακτο, που κινείται με κουπιά ή με ιστία και που ο τύπος του έχει σχεδόν εκλείψει 
(27) κάρτο: τέταρτο 
(28) χασμιέμαι: χασμουριέμαι