Το θυμάμαι πάντα το πανδοχείο αυτό με το συγκλονιστικό όνομα, όταν ακούω τον κόσμο να μιλάει για έρωτες στο μέτωπο, για ειδύλλια κάτω απ' τις οβίδες, ή όταν διαβάζω κάποιο αφελές και χαριτωμένο διήγημα, όταν μια χωριατοπούλα φοράει μεταξωτές κάλτσες κι ο νεαρός λοχίας έχει γεμάτη την παλάσκα του με μαραμένες βιολέτες. Πόσο ωραίος θα φαίνεται ο πόλεμος όταν θα τον διηγούνται έπειτ' από εκατό χρόνια! Άλλωστε, τούτες τις ίδιες ιστορίες μάς διηγούνται πάντα κι όλα γίνονται στο ίδιο ρόδινο και γαλάζιο χωριό, που οι κάτοικοί του φυτεύουν ορτανσίες αντί να πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες.
Η φλογερή νονά συναντάει το βαφτιστικό της στον καταυλισμό, μεταμφιεσμένη σε χωριατοπούλα, φορώντας δαντελένιο σάλι και τσόκαρα με τακούνια Λουδοβίκου 15ου, η ωραία ηθοποιός, περιοδεύοντας στο στρατό, ερωτεύεται ένα νεαρό φαντάρο, ντροπαλό και γενναίο, και τον ακολουθεί αδιάκοπα από τομέα σε τομέα, κρυμμένη μέσ' το νοσοκομειακό φορείο του συντάγματος, η βοσκοπούλα με τ' αθώα μάτια, κατακόκκινη, κοιτάζει τον ουρανό, μετρώντας τις κανονιές: «Μ' αγαπά... δε μ' αγαπά... μ' αγαπά» σα να ξεφυλλίζει μαργαρίτες. Α! Κουτόλογα τρυφερά που κάνετε τους εύπιστους βετεράνους να ονειροπολούν και ν' ανθίζει στα χείλη των νεοσύλλεκτων η «Μαντελόν». Α! Σεις, οι ωραίες του μετώπου.
Κι όμως σάς γνώρισα, σα βρισκόμουνα εκεί πάνω, αλλά δεν είχα μάθει να σάς βλέπω και τώρα νιώθω τη θλίψη να με καίει, αφού πέρασα τόσο κοντά απ' την περιπέτεια δίχως να την αδράξω, τόσο κοντά απ' την ευτυχία δίχως να την καταλάβω.
Ο έρωτας, ίσως ήσουνα εσύ, όμορφη μπακάλισσα απ' το Ρουσύ, με τα λαμπερά και κόκκινα σαν τα μήλα μάγουλα, που, καθισμένη μπρος στο ταμείο σου, κυνηγούσες ποιος ξέρει τι νοσταλγικό όνειρο, γεμάτο από μεταξωτά κορσάζ (1) κι από αρώματα πασχαλιάς. Τι συνωστισμός στο μαγαζί σου! Και τι δεν αγόραζαν για να σ' ευχαριστήσουν: πόσα κουτιά κονσέρβες, πόσες λίτρες σοκολάτα, σαπούνια, τυριά! Πώς θα ξεχάσεις ποτέ σου όλους αυτούς τους παραφουσκωμένους κομψά θαυμαστές σου μέσ' στους ξεφτισμένους μανδύες τους, που σού ψιθύριζαν από πάνω σου στίχους της δεκάρας; Ήμουνα κι εγώ ανάμεσα σ' αυτούς κυρία μου...
Θυμάμαι ένα συνάδελφο που για να σε πλησιάσει, να σού αρέσει -ποιος ξέρει, ίσως για να σε καταχτήσει- ξόδεψε στο μαγαζί σου, μέσ' στις τέσσερις μέρες της αδείας του, όλες τις επιταγές του ενός ολόκληρου μήνα. Ο ουλαμός (2) του έτρωγε έξι βδομάδες φασόλια με λαρδί (3) και πατσά, αυτός όμως μήτε τα δοκίμασε, γιατί η καρδιά του ήταν ραγισμένη: τα 'βρισκε άνοστα.
Ίσως να 'σουνα εσύ, προσφυγοπούλα απ' το Σαιν - Πολ, που πουλούσες τόσα περιττά ψιλικά, σ' ένα τόσο δα μαγαζάκι. Ερχόνταν αυτού από τον πόθο να δουν τα ξανθά σου μαλλιά, το λεπτοκαμωμένο λαιμό σου, που φάνταζε απ' το κεντητό κορσάζ, τα περιποιημένα χέρια σου. Ναι, από πόθο, όπως τόσοι άλλοι χάζευαν μπρος στις βιτρίνες για να σβήσουν απ' τα μάτια τους τη μελαγχολική οπτασία των ξεκοιλιασμένων προσόψεων και των ερειπωμένων εκκλησιών. Ανάμεσα σε δυο ψώνια, κουβεντιάζαμε για το Παρίσι, που φανταζόσουν πως το 'ξερες τόσο καλά. Φλερτάραμε: μια στιγμή λησμονιάς.
Αγόρασα απ' το στενό σου μαγαζί ένα ζευγάρι γυαλιά που κόστιζε είκοσι εννιά πεντάρες και που μού το πούλησες έξι φράγκα. Το 'θελα για να προφυλαχτώ απ' τ' ασφυξιογόνα. Αν την άλλη μέρα μάς έριχναν ασφυξιογόνα οι Γερμανοί, θα τυφλωνόμουνα.
Δε σού κρατάω κακία γι' αυτό, προσφυγοπούλα μου. Δεν ήταν τα γυαλιά που γυρεύαμε στο μαγαζί σου, ούτε κι ο έρωτας: ήσουνα τίμια. Ένα τίποτα που δεν πουλιέται, αυταπάτη... Ήταν η παραμυθένια χαρά, σα βγαίναμε απ' τα χαρακώματα, με το μανδύα ξεσκονισμένο και τα χέρια πεντακάθαρα, να ξεφύγουμε μια στιγμή απ' την κτηνώδη αυτή ζωή και να κουβεντιάσουμε, να ζήσουμε λίγο σαν άλλοτε, να ξεχάσουμε τις οβίδες, τη λάσπη, το κρύο ρύζι, τις ψείρες, τα ποντίκια, όλο αυτό το αφάνταστο μαρτύριο...
Κι όμως, όσο και να δουλέψει η φαντασία μου, δε μπορώ να πλέξω ένα ερωτικό ειδύλλιο. Κάποτε ντρέπομαι γιατί πέρασε η εκστρατεία αυτή δίχως περιπέτεια και θα 'θελα να πω ψέματα, να διηγηθώ κι εγώ το ερωτικό μου επεισόδιο, με νονές, με όρκους, με χέρια που σφίγγονται πάνω απ' τον αγκαθωτό φράχτη, με ραντεβού κάτω απ' τις καρυδιές... Μα την τελευταία στιγμή, σαν κάποια κακή μοίρα να με σπρώχνει, ξαναθυμάμαι το πανδοχείο της «Ωραίας Γυναίκας» και τότε, πάει, δεν αντέχω πια...
Βρισκόταν, εκεί ψηλά στο μέτωπο το πανδοχείο αυτό της παλιάς Γαλλίας, κάπου στην Καμπανία, ανάμεσα απ' το Μπέρρυ και τη Ρενς, και το γνώρισα ένα βράδυ του Σεπτέμβρη, στα 1914, όταν η ραβδωτή βροχή χτυπούσε, στους λασπωμένους δρόμους, το αποκαμωμένο μας σύνταγμα (4), που είχε πολεμήσει στο Κουρσύ.
Είχαμε περάσει χωρίς να σταθούμε απ' ένα αποκοιμισμένο χωριό κι έπειτα από μια εξαντλητική πορεία σ' ένα δρόμο, χαλασμένο απ' τα κάρα, σταματήσαμε στην άκρη ενός σκοτεινού βάλτου, όπου καλαμωτές καλύβες είχαν ξεπεταχτεί σαν τις ψαθωτές χαμοκέλες (5) ενός χωριού μαύρων. Αμέσως τρέξαμε στα καταφύγια και, μέσ' στο σκοτάδι, αρχίσαμε να μαλλιοτραβιόμαστε για τις ψάθες. Οι αξιωματικοί αναγκάστηκαν να μπήξουν τις φωνές για να μάς συγκρατήσουν. Σα μια σκοτεινή μάζα, ο λόχος ξανασχηματίστηκε.
«Έχω ανάγκη από είκοσι άντρες», μάς είπε ο λοχαγός, «είκοσι παιδιά για να πάνε περίπολο μαζί με το λοχία Πρεβό».
Ούτε μια φωνή δεν ακούστηκε να λέει: «Παρών!» Μήτε ένα χέρι δεν υψώθηκε. Οι άντρες παραήτανε κουρασμένοι, η βροχή έπεφτε πυκνή. Κατάπληκτος, ο λοχαγός επέμενε:
«Πρόκειται για πολύ σημαντική επιχείρηση. Προτιμώ καλύτερα να μην υποδείξω εγώ τους άντρες. Εμπρός, ποιος θέλει να πάει;... Πρέπει να καταλάβουμε, προς το δρόμο του Λαόν, κάτω απ' τη μύτη των Γερμανών, το πανδοχείο της «Ωραίας Γυναίκας»».
Νόμισα τότε πως η μαγική αυτή λέξη ξυπνούσε τους αποκαμωμένους συναδέλφους. Όλος ο λόχος ανατρίχιασε.
Το πανδοχείο της «Ωραίας Γυναίκας»... Ήταν, ξαφνικά, σα μια υπόσχεση ζεστής ευτυχίας, πλούσιου γεύματος, φοβερού γλεντιού. Η Ωραία Γυναίκα... Όλοι οι φαντάροι είχαν πλησιάσει, δελεασμένοι, σα να τους τραβούσε η μυρωδιά κάποιου πιάτου. Και, με ορμή, πενήντα φωνές ακούστηκαν μέσ' στο σκοτάδι.
«Παρών! Εγώ! Εγώ!... Ο Λουστώ... Ο Ρικουά... Ο Ντεσμέ... Εγώ, λοχαγέ μου...»
Ήταν ένα πλήθος απ' όπου έπρεπε να διαλέξει. Έλαβα μέρος στο μικρό στρατό, που ξεκίνησε χαρούμενος, αφήνοντας τους άλλους να τους τρώει η ζήλια κάτω απ' τις καλαμωτές καλύβες τους.
Προχωρούσαμε στα τυφλά, με την πλάτη καμπουριασμένη απ' την καταιγίδα, με τις αρβύλες βαριές από γλίτσα. Ω! Κανένας πια δεν ήταν κουρασμένος. Μέσ' στον κρότο των βημάτων που ξεκολλούσαν απ' το βούρκο, μέσ' στο βρόντο που 'κάναν οι λόγχες, άκουγα φωνές υπόκωφες, δυναμωμένες από χαρά.
«Ε! Συ, άκουσες, μωρέ, το πανδοχείο της «Ωραίας Γυναίκας»... είμαστε τυχεροί. Θα το ρίξουμε έξω! Όσο για παλιό κρασί, θα βρούμε, ξέρεις, μπόλικο. Εγώ λέω πως η κυρία θα 'ναι καμιά χοντρή, καμιά καστανομάτα».
Δε μάς οδηγούσε ο λοχίας Πρεβό: μάς πήγαινε μπρος η Αυταπάτη, ο Έρωτας. Πλατσουρίζαμε μέσα στη λάσπη, χωνόμαστε μέσα σε ύπουλους βάλτους και κάποτε, σκουντουφλώντας μέσ' στα κοκκινογούλια, ένας άντρας έπεφτε φαρδύς πλατύς, μ' ένα τρομερό κρότο παγουριού και καραβάνας. Ωστόσο, παρ' όλ' αυτά, τους άκουγες να γελούν και η περίπολος μαγεμένη ακολουθούσε το λοχία δίχως να παραπονιέται.
Καθώς η βροχή δυνάμωνε, ο Λουστώ μουρμούρισε, όλος λιχουδιά:
«Θα την περιποιηθούμε «εν τάξει», ε, παιδιά;...»
«Εγώ θα το κόψω αμέσως δίπλα», ονειρευόταν ηδονικά κάποιος άλλος... «Για σκέψου, πάνε δυο μήνες τώρα που...»
Στο μάκρος του δρόμου, που οι φτελιές ήταν φουσκωμένες απ' το νερό, πηγαίναμε ο ένας πίσω απ' τον άλλο, με τ' όπλο στο χέρι.
«Κοντεύουμε», έκανε ο λοχίας.
Οι πλάτες ισιώθηκαν, το βήμα τάχυνε...
Επί τέλους, φτάσαμε. Ήταν εκεί...
Ναι, ήταν αυτό που είχα προβλέψει.
Το πανδοχείο ήταν φτιαγμένο από 'να γραφικό μικρό σωρό τριμμένων λιθαριών και πολτοποιημένων τούβλων, όπου υψωνόταν παράξενα ένας σκελετός από στέγη, πεσμένος μονοκόμματα πάνω στα ερείπια. Τα τρομαγμένα κεραμίδια του είχαν ξεφύγει απ' τις οβίδες σα φωλιά κόκκινων περιστεριών. Οι γέρικες μπουκάλες βρίσκονταν από κάτω, και, ποιος ξέρει, ίσως και η ωραία γυναίκα...
Ζαρωμένοι μέσ' στα ερείπια, περάσαμε μια φρικιαστική νύχτα, παγωμένοι, μουσκεμένοι, παραφυλάγοντας τις εχθρικές σκιές των Γερμανών που μάς περιτριγύριζαν.
Αυτή υπήρξε η μοναδική ερωτική μου ιστορία στο μέτωπο. Μέσ' στο μυαλό μου, η περιπέτεια αυτή απόμεινε σα σύμβολο του πολέμου. Είχαμε ξεκινήσει σχεδόν χαρούμενοι, πιστεύοντας σε κάποια περιπέτεια... Και ξαναγυρίσαμε απογοητευμένοι, έπειτ' από μέρες, μήνες, χρόνια, σαν και πρώτα μεθυσμένοι, δίχως να 'χουμε δει τίποτ' άλλο εξόν από ερείπια... Ίσως κάτω απ' αυτά κάτι να βρισκόταν...
Κι όμως είναι τόσο ωραίο να διηγείσαι ιστορία. Πόσοι δεν ένιωσαν, μέσα στα τέσσερα χρόνια του πολέμου, τη μελαγχολική χαρά που δίνει μια απογοήτευση; Η αλήθεια, η θλιβερή αλήθεια, είναι πως ο έρωτας ήταν ανύπαρχτος, πως στο μέτωπο οι γυναίκες ήταν ανύπαρχτες κι αυτές -όπως ανύπαρχτα ήταν το βούτυρο στην τροχοφόρο κουζίνα και τα χαλιά στ' αχυρόσπιτα. Κάποτε βέβαια αντικρίζαμε μια γυναίκα, μια πραγματική γυναίκα που συγκέντρωνε μέσ' στο χρωματισμένο ανέμισμα της φούστας της όλους τους πόθους ενός τάγματος.
Ήταν βέβαια οι κοπέλες του χτήματος, η «δεσποινίς» του ταχυδρομείου, η κομμώτρια, οι μπακάλισσες -όλες οι γυναίκες στο μέτωπο ήταν μπακάλισσες, οι άλλες έπλεναν ρούχα- αλλά πώς να τους δώσεις έναν κατάλληλο ρόλο σ' ένα ερωτικό ειδύλλιο; Άραγε θα ήμουνα ειλικρινής αν τις κορόιδευα;
Εξόριστοι απ' την αστική ζωή, φεύγοντας απ' τα χαρακώματά μας μονάχα για να πάμε σε κάποια αποψιλωμένα χωριά, όπου μεγάλωναν αδύνατα πουλερικά και μυξιάρικα παιδιά, βρίσκαμε τις γυναίκες ωραίες. Οι φούστες τους, αυτές προ πάντων, άναβαν τους πόθους μας, έτσι καθώς ήταν φαρδιές, φουσκωμένες στους γοφούς σα σακιά με στάρι, και κοιτάζαμε τα χείλη τους λαίμαργα, καθώς ξάνοιγαν χαμογελώντας σ' ένα στόμα απ' όπου έλειπαν δόντια. Οι χοντρές αυτές κοπέλες, γεννημένες για δυο κτηνώδεις απολαύσεις στο μέτωπο, που προορίζονταν στο τέλος για την αγκαλιά κάποιου αμαξά σαν καλές γυναικούλες, δε θαμπώνονταν διόλου απ' το κυνήγημα που τους έκαναν εκατοντάδες άντρες, που, αν ήταν πολίτες, μήτε θα γύριζαν ποτέ να τις κοιτάξουν. Νιώθοντας τον εαυτό τους πιο άνετο στην καινούργια αυτή ζωή που περνούσαν, είχαν ύφος σπουδαίο, περπατούσαν κουνιστές στο μεγάλο δρόμο, στριφογύριζαν τα πισινά τους σαν παγόνια και δέχονταν όλες τις εκδηλώσεις, όντας σίγουρες πως τα θέλγητρά τους είχαν την αξία τους.
Παντού σ' όλα τα χωριά του μετώπου, όπου τέσσερα χρόνια ξεχύνονταν τα συντάγματα, πετώντας σαν κοχύλια τα τενεκεδένια κουτιά τους, νόμιζες πως ξανάβρισκες τις ίδιες κοπέλες, αντιγραμμένες απ' το ίδιο καλούπι για να διασκεδάζουν οι φαντάροι, έτσι που με την απόσταση η μνήμη μπερδεύεται κι ανακατεύει όλες αυτές τις χοντρογυναίκες.
Γνώρισα, ωστόσο, μερικές που δε θα τις ξεχάσω και είμαι βέβαιος πως οι φαντάροι που στρατοπέδευαν στο Χ..., στην Τουρνουάλ, θα θυμούνται πάντα τις ωραίες του χωριού.
Ήταν τόσο πολλές που την Κυριακή, στη λειτουργία, γέμιζαν πέντε σειρές προσευχητάρια. Έπρεπε να τις βλέπατε αυτή την ημέρα, στολισμένες, με τα καπέλα τους, με τα πλατιά τους πόδια τεντωμένα μέσ' στα παπούτσια με τα ψηλά τακούνια. Απ' την απλή καθημερινή ομορφιά τους είχαν μονάχα τα θαμπά μαλλιά τους, χτενισμένα σε κότσους, και τα ωραία τους μάγουλα, γυαλιστερά από υγεία, τόσο γυαλιστερά, λες και τα 'χαν αλείψει με παρκετίνη, για να μιμηθούν την παριζιάνικη μόδα, είχαν κόψει, με τόλμη, λίγο πιο πάνω απ' τον αστράγαλο, τα αντραβέ (6) τους φορέματα, ραμμένα πριν από πέντε χρόνια, αποκαλύπτοντας ξεδιάντροπα τις χοντρές τους γάμπες, που φούσκωναν μέσ' στις βαμβακερές κάλτσες. Αυτές οι γάμπες έφερναν σε ταραχή τον εφημέριο.
Ροδοκόκκινος, ζωηρός, αγαθός, λίγο φωνακλάς, ήταν ένας αληθινός παπάς του Ντωντέ (7) και ποτέ μου δεν τον φαντάστηκα αλλιώτικο τον εφημέριο του Κουκουνιάν (8). Ο αγαθός αυτός άνθρωπος καθοδηγούσε την ενορία του με βήμα γοργό, έτσι που να πορεύεται με τα κηρύγματα και τις διδαχές κι όσοι από μάς δεν πήγαιναν στη λειτουργία από ευλάβεια, πήγαιναν για ν' ακούσουν τους λόγους του.
Την Κυριακή έβγαιναν στη φόρα όλα τ' άπλυτα της ενορίας. Πάντα αγαναχτισμένος, κατακόκκινος, έξω φρενών, ο κ. Εφημέριος ξεμπέρδευε γρήγορα το Ευαγγέλιο της ημέρας, ακουμπούσε το βιβλίο του στον άμβωνα, χτύπαγε τη γροθιά του κι άρχιζε, δίχως προλόγους, να κατακεραυνώνει το ποίμνιό του για τις ντροπές του.
«Ο μικρός Θεόδουλος Γκαγιέ πάλι δεν ξέρει την κατήχησή του», ξεφώνιζε, τρομοκρατώντας τους πιτσιρίκους με βλέμμα συνοφρυωμένο. «Αίσχος! Οι γονείς του θα 'πρεπε ν' αγρυπνούν... Απαιτώ ν' αποστηθίσει αυτή τη βδομάδα τα Άγια Μυστήρια, κι αν δε μπορέσει να μού τα πει την Πέμπτη, θα τον εξετάσω την Κυριακή στη λειτουργία, μπροστά σ' όλους. Τ' ακούς, Θεόδουλε;»
Έβλεπε πότε τα μεγάλα αυτιά του μυξιάρικου, κόκκινα σα δυο φέτες από παστό κρέας και, πιο κάτω, στην άλλη άκρη της εκκλησίας, διακόσιες αγαθές φάτσες φαντάρων, χαρούμενες. Καθένας περίμενε τη σειρά του. Ο εφημέριος τα 'βαζε με τους άντρες που γύριζαν σπίτι τους μεθυσμένοι, με τις κουτσομπόλες που περνούσαν τις μέρες τους, φλυαρώντας σαν καρακάξες αντί να μαγειρεύουν τη σούπα τους, με τα παραστρατημένα κορίτσια που πρόσφερναν κρασί στους φαντάρους πέρ' από την κανονική ώρα, δείχνοντας σ' όλους τις γάμπες τους, έχοντας λιγότερη τσίπα κι απ' τα ζώα.
Η επιτυχία του όμως, ο θρίαμβός του, η μεγάλη δραματική σκηνή, ήταν σαν τα 'βαζε με τη γυναίκα του χασάπη. Οργισμένος, κουνώντας τα χέρια του μέσ' στα ράσα του, λες και καλούσε τη «θεία δίκη» να κάψει το σκυμμένο κεφάλι της χοντρής κοπέλας που καθόταν πάντα κάτω απ' τον άμβωνα.
Την κατηγορούσε πως είχε διαφθείρει την ενορία, δίνοντας στις φιλενάδες της ένα ολέθριο παράδειγμα με τις άσεμνες τουαλέτες της και τα ελαφρά ήθη της. Δεν την ονόμαζε, αλλά οι υπαινιγμοί του, οι χειρονομίες του, τα αγριεμένα του βλέμματα, τα πάντα υπονοούσαν αυτή. Λιγότερο σπλαχνικός από τον Ιησού κι απ' τον χασάπη, δε συχώραγε τη μοιχαλίδα κι απορούσε κι ο ίδιος πώς δεν την είχε διώξει ακόμα από τον Οίκον του Κυρίου. Γυρίζοντας καμιά φορά προς το μέρος μας ένα πρόσωπο κατακόκκινο, όπου ζωγραφίζονταν ο θυμός και η φρίκη, μάς φώναζε:
«Προσέξτε, φαντάροι, σα θα συναντήσετε αυτή τη σειρήνα στο δρόμο σας! Θα σάς σάπιζε όχι μόνο την ψυχή, αλλά και το σώμα. Σάς λέω όλη την αλήθεια: είναι η κοπριά του Ιώβ κάτω απ' την εσθήτα της Λαΐδος».
Οι συνάδελφοι άκουγαν μ' ενδιαφέρον και προσοχή τα ιερά αυτά λόγια.
«Μπουμ!» φώναζαν στο τέλος, αρκετά πληροφορημένοι για τις απολαύσεις του τόπου. «Έχει πράμα για ψώνιο στο χωριό!»
Κι όταν η γυναίκα του χασάπη έβγαινε απ' την εκκλησία μάλλον περήφανη για την τιμή που τής είχε κάνει ο παπάς, φλογερά βλέμματα την παρακολουθούσαν, γδύνοντας το παχουλό αυτό κορμί, το τόσο καλοφτιαγμένο για την αμαρτία. Ποτέ μου δε συνάντησα γυναίκα με χειρότερη φήμη.
Αλίμονο! Άραγε είν' ανάγκη και το Δικαστήριο του Θεού να πέφτει σε δικαστικές πλάνες; Τη γνώρισα καλά, εγώ, τη γυναίκα του χασάπη, και μπορώ να ορκιστώ πως ήταν μια άγια γυναίκα, κάπως ξεθωριασμένη ίσως απ' τη συναναστροφή της με τους φαντάρους, αλλ' άγια.
Πόσα συντάγματα, έπειτ' απ' το δικό μας, υπέβαλλαν σε δοκιμασία την άτεγκτη αρετή της και ήπιαν τα ποτηράκια της στο κρυφό μαγαζί της όπου πουλούσε σε τιμές τοκογλύφου βερμούτ ξινά και ποτά χωνευτικά χαλασμένα; Σε πόσες χιλιάδες άντρες αναγκάστηκε ακόμα ν' αντισταθεί;
Σαν έμπαινες στο μαγαζί της, έβρισκες πάντα ένα φαντάρο που τής έκανε κόρτε. Αυτή ήταν κατακόκκινη, ενώ το μάτι του στρατιώτη γυάλιζε. Κι έπρεπε να περιμένεις τη σειρά σου, στη γραμμή, με την πλάτη στον τοίχο, όπως στο κουρείο, ενώ εκείνη άκουγε τον κατακτητή, ακουμπισμένη στο ταμείο στην αγαπημένη της πόζα με τα στήθη της απλωμένα πάνω στο συρτάρι. Ήταν χάρμα να τη βλέπεις. Γελούσε εκνευρισμένη, ανατριχιάζοντας σαν τής άγγιζαν έστω και το παχουλό της μπράτσο. Κοκκίνιζε, όχι από συστολή, αλλ' από πυρετό, και, επειδή ήταν πολύ καλή, δεν αρνιόταν ποτέ και στο τέλος έλεγε πάντα το ναι. Ο συνάδελφος τσέπωνε θριαμβευτικά αυτό το «ναι», σα συναλλαγματική τραβηγμένη πάνω στην ευδαιμονία.
«Δεν πρέπει να σε δουν οι γειτόνοι, προ πάντων όταν θα μπαίνεις», τού 'λεγε σιγανά η ωραία μας. «Θα περάσεις από την αυλή, εκεί ο κίνδυνος να σε δούνε είναι λιγότερος. Δεν έχεις παρά να πάρεις τη σκάλα που είναι έξω, κοντά στο αλώνι και θα πηδήξεις απ' τον τοίχο: το παράθυρό μου θα είναι ανοιχτό! Πρόσεξε όμως: αν η σκάλα βρίσκεται κιόλας εκεί...» (έσκυβε τότε το κεφάλι με ύφος στενοχωρημένο) «τότε, να μην έλθεις. Ντρέπομαι να σού το πω, αλλά να... μπορεί να 'χω κάποιον ταγματάρχη μέσα στην κάμαρά μου...»
Τι κακοτυχία αλήθεια! Όταν ο ερωτευμένος έφτανε, περπατώντας ανάλαφρα, έβρισκε πάντα τη σκάλα πάνω στον τοίχο. Ο Ρωμαίος με τις αρβύλες περίμενε μια - δυο ώρες, με το αίμα να κοχλάζει μέσα του, έπειτα, επειδή δεν έβλεπε τον ταγματάρχη να βγαίνει, το 'σκαζε βλαστημώντας, απογοητευμένος, φουρκισμένος και καταριόταν τη «γκόμενα» και το στραβό της το κεφάλι!
Ε, λοιπόν, εγώ την έπιασα στα πράσα τη γυναίκα του χασάπη. Δεν υπήρχε κανένας ταγματάρχης: αυτή η ίδια, μάλιστα η ίδια, όταν νύχτωνε έπαιρνε τη σκάλα απ' τ' αλώνι και την ακουμπούσε στον τοίχο. Έτσι, οι ερωτευμένοι δεν τολμούσαν ν' ανεβούν. Και, ατιμασμένη στα μάτια των άλλων, με τ' όνομά της κηλιδωμένο, η ενάρετη σύζυγος κοιμόταν φρόνιμα στο κρεβάτι της, προφυλαγμένη πολύ καλύτερα απ' τη σκάλα της παρά από 'να λυκόσκυλο!
Δεν κορτάρισα ποτέ μου τη γυναίκα του χασάπη, ούτε και τη φιλενάδα της, τη μικρή μελαχρινή, που πουλούσε κρασί γεμάτο βαφή και τυρί σαν τεμπεσίρι (9), ούτε και την πλύστρα του Σαβύ - Μπερλέτ, που σ' αποζημίωνε με τα πιο γλυκά χαμόγελα για όσα έχανε δικά σου εσώρουχα.
Δεν ήμουνα περισσότερο κορόιδο απ' τους άλλους, ήξερα όμως από πριν τι με περίμενε: αφού αγοράζαμε όλες τις κονσέρβες του μαγαζιού, αφού πίναμε όλα τ' «απεριτίφ» στην υγειά μας και στην υγειά των συγγενών μας, αφού κινδυνεύαμε τουλάχιστον είκοσι φορές να μάς περιμαζέψουν οι χωροφύλακες γιατί η ώρα ήταν περασμένη, μόλις καταφέρναμε -κι αυτό για μας ήταν τύχη σπουδαία- να φιλήσουμε στα πεταχτά πίσω απ' την πόρτα ένα ηλιοκαμένο λαιμό που μύριζε ακόμα σαπουνάδα. Κι αυτό ήταν όλο...
Οι ωραίες στο μέτωπο ήταν ενάρετες: προ πάντων οι «πρωτάρες». Η αντίστασή τους άλλωστε δεν είχε και μεγάλη αξία. Δεν ξέρετε πόσο είναι δύσκολο να αρέσετε στις γυναίκες όταν φοράτε ένα μανδύα ξεθωριασμένο, που φθάνει ως τα οπίσθιά σας, γκέτες ξεφτισμένες, και μια γραβάτα -αυτό απαιτεί ο κανονισμός- για να 'χετε ύφος κυριακάτικο.
«Ώστε δεν είχατε καμιά περιπέτεια στο μέτωπο; Μήτε έναν έρωτα;...»
«Όχι, ποτέ... ή ναι, μπορεί... μα είναι τόσο τιποτένιο αυτό, που φοβάμαι μη τυχόν και σβήσω αυτή την ανάλαφρη ανάμνηση, έστω κι αν ανοίξω το μενταγιόν μου».
Η φιλενάδα μου! Ήταν μια χωριατοπούλα που τη γνώρισα στις όχθες του Αΐν, σ' ένα φτωχικό χωριό όπου πηγαίναμε για να ξαποστάσουμε. Δεν ήταν άσχημη, φανταζόταν όμως τον εαυτό της ωραίο, γιατί έτσι τής είχαν πει όλοι οι φαντάροι. Ήταν μια φύση ξεχωριστή και το μοναδικό της όνειρο ήταν να πάρει τον κακό δρόμο. Ήθελε να παρατήσει τα πάντα: τους γονιούς της, την κατσίκα της, το σπίτι της, για να γλεντήσει στο Παρίσι. Δίσταζε πολύ να κάνει το πρώτο βήμα. Ποτέ δεν τη βοήθησα σ' αυτό, έτσι κι ο έρωτάς μας δεν προχώρησε πέρ' απ' τα γλυκόλογα!
Ξαπλωμένος νωχελικά στο καροτσάκι της, το γεμάτο από τριφύλλι, όπως σε μια πολυθρόνα φτιαγμένη από χλόη, τής προέλεγα με βεβαιότητα πως όλο το Παρίσι θα ήταν στα πόδια της, πως θ' αποκτούσε αυτοκίνητα, κοσμήματα, πως θα πήγαινε κάθε βράδυ στο θέατρο -αυτό τής έφερνε ρίγη- και πως κάθε πρωί θα 'παιρνε το λουτρό της- αυτό την έκανε να γελάει.
Νομίζω πως μ' αγαπούσε για τα ψέματα που τής έλεγα, αλλά με αγαπούσε. Μια φορά, γυρίζοντας μαζί απ' τα χαρακώματα, μού γύρεψε αναστενάζοντας μια τούφα απ' τα μαλλιά μου. Παράξενη επιθυμία που δεν κατάφερα να την ικανοποιήσω, γιατί τότε το κεφάλι μου ήταν γουλί. Την παρηγόρησα χαρίζοντάς της ένα δαχτυλίδι από αλουμίνιο και μια χαρτοσακούλα καραμέλες της δεκάρας. Αργότερα, αναγκαστήκαμε να χωρίσει ο ένας απ' τον άλλο: η μεραρχία μου έφευγε για το Αρτουά. Ένα βράδυ, κοντά σ' ένα φράχτη, γεμάτο κούμαρα, αποχαιρετιστήκαμε. Η νύχτα ήταν σπαρμένη με τόσα αστέρια, λες κι είχε γεμίσει χρυσάφι ο ουράνιος θόλος.
«Δε θέλω να με ξεχάσεις», μού είπε η μικρή μου φίλη, υψώνοντας τα βλέμματά της στον ουρανό,. «Άκουσε κάτι: κάθε βράδυ στις δέκα, θα κοιτάζουμε το ίδιο αστέρι για να θυμάται ο ένας τον άλλο».
Με τα δάχτυλα ενωμένα, με τη μυτίτσα της ανασηκωμένη, ψάξαμε να βρούμε τ' αστέρι μας. Διαλέξαμε ένα, κάπου εκεί κοντά στο άρμα του Δαυίδ, ούτε πολύ μικρό, ούτε και πολύ μεγάλο: λες και είχε γεννηθεί για μας τους δυο.
Περήφανη, η φιλεναδούλα μου κοκορεύτηκε:
«Ξέρεις, μονάχα εγώ θα 'χω το αστέρι μου. Τ' άλλα τα κορίτσια παραείναι κουτά... Για πες μου, θα το μαντεύεις εύκολα το αστέρι μας;...»
«Θα το μαντεύω!»
Ένα τελευταίο φίλημα, ένα τελευταίο χαίρε: έπειτα, έφυγε.
Μήνες και μήνες κύλησαν, έπειτα χρόνια και χρόνια, πάνω απ' το φτωχικό μου ειδύλλιο... Κι όμως, μερικά βράδια, στην εξοχή, σαν ακούω το ρολόι να σημαίνει τις δέκα, μού τυχαίνει να υψώνω το βλέμμα μου προς το άρμα του Δαυίδ και, ψάχνοντας να βρω έν' αστέρι, που δεν καταφέρνω, ωστόσο, να το ανακαλύψω πια, θυμάμαι χαμογελώντας τη βοσκοπούλα του Κονσεβρέ, μια βοσκοπούλα δίχως ραβδί που φύλαγε ένα κοπάδι χήνες.
Ντορζελές Ρολάν
(Μετφρ. Γιώργος Πράτσικας)
Περιοδικό «Νέα Πορεία», τεύχος 7
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 1955
Σημειώσεις:
(1) κορσάζ: το τμήμα του γυναικείου ρούχου που καλύπτει το επάνω μέρος του σώματος από τους ώμους ως τη μέση· το μπούστο
(2) ουλαμός: (στρατιωτικός όρος) υπομονάδα του στρατού ξηράς, μικρότερη της ίλης ή της πυροβολαρχίας, που αριθμεί περίπου τριάντα άνδρες, ισοδύναμο προς τη διμοιρία πεζικού
(3) λαρδί: κομμάτι ζωικού λίπους, κυρίως χοιρινό, που διατηρείται και καταναλώνεται παστό ή καπνιστό
(4) σύνταγμα: στρατιωτική μονάδα αποτελούμενη από χίλιους άντρες, η οποία διοικείται από έναν συνταγματάρχη
(5) χαμοκέλα: φτωχόσπιτο, χαμόσπιτο, καλύβα
(6) αντραβέ: Γυναικεία μόδα στην περίοδο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (1912 - 1913) με κύριο χαρακτηριστικό την πολύ μακριά φούστα, η οποία λίγο πιο κάτω απ' τα γόνατα έφερε εξωτερικά ταινία σε μορφή ζώνης που τη συνέσφιγγε ελαφρά και εμπόδιζε τα μεγάλα βήματα.
(7) Ντωντέ Αλφόνς: (1840 - 1897) Γάλλος πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας
(8) Υπαινιγμός του συγγραφέα στον ήρωα του διηγήματος του Αλφόνσου Ντωντέ, απ' τη συλλογή «Τα Γράμματα του Μύλου μου». (Σημ. μεταφρ.)
(9) τεμπεσίρι: κιμωλία

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου