Τρίτη 23 Μαΐου 2023

Ο ΚΑΠΤΑ-ΣΚΑΡΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΠΤΑ-ΣΑΛΑΜΑΣΤΡΑΣ

   
   Ο κυρ Γιάννης, ο κουρέας, με το φουντωτό χοντρό κεφάλι και τα παχιά μάγουλα ανασηκώνει κάθε τόσο ανυπόμονα τη ματιά και βλέπει το κρεμασμένο στον τοίχο ρολόι. Κάθεται αναπαμένος στη φαρδιά πολυθρόνα του κουρείου του, μα ξεκάθαρα φαίνεται η ανυπομονησία του. Ολοένα σηκώνεται, πηγαίνει στην πόρτα και προβάλλει το χοντρό κεφάλι. Ύστερα νευριασμένος γυρίζει, κοιτάζει πάλι το ρολόι και ξανακάθεται. Η ώρα αργοκυλά. Οι δείχτες σιμώνουν (1) τις τέσσερις. Σηκώνεται μονομιάς και κοιτάζει ξανά έξω. Από το αντικρινό καλντερίμι (2) κατεβαίνει ξερός ήχος: τικ - τακ,  τικ - τακ, τικ - τακ.
   Ο κυρ - Γιάννης, γελαστός, πετιέται σβέλτος ως την πόρτα του διπλανού μαγαζιού και κάτι λέει χαρούμενος.  Ο κυρ Φώτης, ο τσαγκάρης, παρατά μια στιγμή τη δουλειά και τρέχει στην πόρτα. Πρώτα προβάλλει η στρογγυλή κοιλιά κι ύστερα το αιματώδικο (3) πρόσωπο χαμοσκύβει, κάτι σφυρίζει στο διπλανό φούρνο και ο φούρναρης με τον παραγιό (4) του πετιούνται στο παράθυρο δίχως σακάκι κι ανασκουμπωμένοι.
   Αφουγκράζουνται, αγναντεύοντας το στενορίμι (5). Το πρόσωπό τους έχει πάρει μια πονηρούτσικη πειραξίτικη (6) έκφραση, ταπεινή.
   Σε λίγο, νάσου φαίνεται ο καπτά - Σκαρμός, με τα δυο ροζιασμένα μπαστούνια στα χέρια, που κατεβαίνει το καλντερίμι σκαμπανεβάζοντας και σέρνοντας ξωπίσω του τα μισοπαραλυμένα ποδάρια. Κάποτε, χρόνια τώρα, τα σύντριψε ο μολυσμένος αγέρας του σκάφαντρου (7).
   «Ψιτ... Ψιτ...» ειδοποιεί ο κουρέας περήφανος για την πρωτοβουλία του, «άμα σηκώσω ψηλά το χέρι - ούλοι μαζί».
   Οι άλλοι γνέφουνε σύμφωνοι.
   Ο καπτά - Σκαρμός έχει το κεφάλι ριγμένο μπροστά και παλεύει με αγκομαχητά χτυπώντας τα δεκανίκια στο πλακοστρωμένο στενό.
   Είναι αδύναμος, με σουρωμένα μάγουλα και κάτασπρα άγρια μουστάκια.
   Μπόρες της θάλασσας και μπόρες της στεριάς πέρασαν απάνω του κι αφήσανε τα χνάρια τους στο τσακισμένο κορμί και στο αδυνατισμένο πρόσωπο. Όμως η καρδιά κρατήθηκε παιδική. Ένας λόγος φτάνει να τόνε γιομίσει χαρά ή να τού δώσει τη θλίψη. Η άρμη της θάλασσας τόνε γέρασε πρόωρα και του δύτη το φόρεμα τού πήρε τη ζωντάνια από τα πόδια.
   Και όμως ακόμη δε θέλει να πιστέψει πως γέρασε και τα πόδια του κατάντησαν μισοπαράλυτα. Τ' αρέσουνε τα παινέματα και οι κουβέντες που ιστορούνε την παλιά λεβεντιά του. Αναγαλλιάζει κάθε φορά που τ' ακούει. Μα στην πρώτη προσβλητικιά λέξη το φρένο (8) του σαλεύει. Αγριεύει κι αφρίζει. Αυτό το γνωρίζουν καλά οι ανθρωπάκηδες του νησιού και το μεταχειρίζουνται για να κάνουνε χάζι...
   «Ώρα καλή», λέει σιμώνοντας στο κουρείο και χαμοστέκεται (9) να πάρει ανάσα.
   «Καλώς τονε», λένε τρεις - τέσσερις φωνές και κρυφογελάνε περιπαιχτικά συναμεταξύ τους.
   «Κακόμοιρα νιάτα!...» λέει κοροϊδευτικά ο κουρέας και κουνάει τάχατες λυπημένα το κεφάλι! «Ε, πού εκείνα τα χρόνια, καπτά - Σκαρμέ! Από 'δω», σαν τάχατες να μη τον ξέρανε, γυρίζει και λέει στους άλλους, χειρονομώντας, «ήτανε, βλέπεις, ο καλύτερος δύτης στον ντουνιά (10). Καυγάδες κάναν οι καπεταναίοι ποιος να τον πρωτοπάρει στο τσούρμο (11) του».
   Ο καπτά - Σκαρμός ακούει φχαριστημένος και κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι.
   «Ε, τι να κάνουμε; Αυτά έχει η ζήση. Μεγαλεία από τη μια και φτώχεια από την άλλη», μιλά λυπημένα και κάνει να φύγει.
   Μα ο φούρναρης τρίβει με την αλευρωμένη χερούκλα το αξύριστο πρόσωπο και μιλά απότομα, τάχατες θυμωμένα.
   «Πάψε, μωρέ κυρ Γιάννη, πάψε ν' ακούσουμε. Άϊντε, καπτά - Σκαρμέ, λέγε να μάθουμε τι έγινε παρακάτω».
   «Μίλα, λεβέντη μου, καπτά - Σκαρμέ, μίλα εσύ και μη φοβάσαι κανένα», λέει ο κυρ Φώτης ο παπουτσής. Σταματά πάλι ο καπτά - Σκαρμός, ανακορδίζεται (12) χαμογελαστά. Ξαστέρωσε:
   «Να φοβηθώ! Δεν είμαστε καλά. Κανένα δε φοβάται ο καπτά - Σκαρμός. Κανένα». Ανακορδίζεται, χαμογελά και χαϊδεύει τη μουστάκα  με την κοφτή της χέρας. Μιλά:
   «Μια βολά (13) που λέτε φτάξαμε (14) στον Τράχηλα. Τα νερά κοφτά και μαύρα, φοβάσαι που τα κοιτάς. Σταματά η ανάσα, βλέπεις. Κόβεται η όρεξη με το μαχαίρι. Ποιος να βουτήξει, που λένε πως το μέρος κρύβει ψάρι;»
   «Ποιος άλλος; Ποιος;» ρωτάει και ο κυρ Γιάννης.
   «Ο πιο παλικαράς σ' όλο το νησί», μιλάει ο φούρναρης. «Ο...»
   «Ο καπτά - Σκαρμός». Φωνάζουνε όλοι μαζί και στα πρόσωπά τους φαίνεται τάχατες ν' απλώνεται η αγαλλίαση.
   Και κείνος ακουμπισμένος στα ροζιασμένα μπαστούνια του, με το κεφάλι λίγο αναγερμένο, με φεγγαρίσιο χαμόγελο απλωμένο σ' όλο το κακογερασμένο, στεγνό μα ήμερο πρόσωπο, μη νιώθοντας πάλι το ανάμπαιγμα (15), ακούει να τον υμνούν και ολόκληρη η αγαθή ψυχή του φραίνεται (16) όπως παιδί.
   «Κατέβηκες ποτές σαράντα οργιές (17), καπτά - Σκαρμέ;» κόβει τη θερμή ατμόσφαιρα ο κυρ Φώτης με τη μασημένη προφορά του.
   «Σαράντα; Και τ' είναι σαράντα, βρε;... Βάλε σαράντα πέντε και πενήντα», λέει εκείνος, φουσκώνοντας περήφανα τα μάγουλα, και με τη μαγκούρα στο χέρι κάνει δυο - τρεις ανοιχτές χειρονομίες. «Ε, πού 'σαι... κατεβαίνεις στον πάτο και το γράδο (18) είναι άσπρο. Όμως ο κουλαουζέρης (19) φωνάζει τριάντα τέσσερις, τριάντα πέντε... Αμή τα ξέρουμε δα τούτα τα μασκαραλίκια. Το φόρεμα μάς ρούφηξε το γαίμα...»
   «Ε, μπορεί να 'τανε μόνο και τριάντα», λέει ο φούρναρης για να τόνε πειράξει κι ανασηκώνει με την απαλάμη τα πεσμένα μαλλιά απ' το φαλακρό κεφάλι. «Εσύ 'σαι στον πάτο και δεν γνωρίζεις τι γίνεται απάνω».
   «Σωστά, σωστά», λένε οι άλλοι επιδοκιμαστικά και κλείνουν ο ένας στον άλλο το μάτι.
   Ο καπτά - Σκαρμός θυμώνει μονομιάς, αγριεύει, θέλει να μιλήσει, μα τρέμουν τα σαγόνια του και χτυπάει βροντερά το δεξί δεκανίκι στις πέτρες.
   «Βρε», φωνάζει στα τελευταία, «εσύ είσαι όξω από το φούρνο και δεν ξέρεις τι γίνεται μέσα;»
   «Εγώ... εγώ...» μιλά ο άλλος και χτυπά το στήθος με την απαλάμη. «Εγώ ξέρω τι γίνεται, μα τα ψωμιά δεν ξέρουνε τι γίνεται απ' όξω. Τα ίδια και συ, σαν το ζυμάρι είσαι». 
   «Α, σιχτήρ», λέει θυμωμένος ο παράλυτος κι αναμασά περιπαιχτικά τα τελευταία λόγια του φούρναρη. Σκύβει το κεφάλι και, σφίγγοντας νευρικά τα δεκανίκια, ακολουθά το δρόμο του.
   Ο τσαγκάρης, ο φούρναρης και ο παραγιός του αγναντεύουνε ανυπόμονα τον κουρέα. Εκείνος τούς γνέφει καθησυχαστικά και σηκώνει το κεφάλι απάνω.
   «Τάχατες περιμένετε ακόμη λίγο. Αφήστε τον να πάει παρακάτω».
   Σαν τον αφήσανε και προχώρησε καμιά δεκαπενταριά μέτρα, ο κουρέας σηκώνει το χέρι, δίνει το σύνθημα κι αρχίζουν όλοι μαζί.
   «Μάινα (20) και χάθηκα... μάινα και πνίγουμαι... Δεν ξαναμπαίνω στη θάλασσα...»
   Ο γέρος σφουγγαράς ξεσπιέται (21) σα να τον άγγιξε φίδι. Γυρίζει το κεφάλι και το μισοπαραλυμένο κορμί και ξέφρενα, παραλοϊσμένος, ουρλιάζει.
   «Δεν έχει μάινα. Δεν έχει μάινα ο καπτά - Σκαρμός. Αγέρα... αγέρα, όλο μπρος. Τη δάμασε τη θάλασσα ο καπτά - Σκαρμός».
   Το στόμα του αφρίζει και τα χέρια του τρέμουν. Φέρνει το δεξί χέρι στο ζερβό και τού πασάρει το δεκανίκι. Ύστερα τεντώνει την απαλάμη με τα δάχτυλα ανοιχτά.
   «Να, κερατάδες... αγιογδύτες... τιποτένιοι. Δεν έχει μάινα ο καπτά - Σκαρμός. Αγέρα... αγέρα... όλο μπρος».
   Οι άλλοι κρυμμένοι πίσω από τον παραστάτη της πόρτας προβάλουν το 'να μάτι και ουρλιάζουν.
   «Μάινα... μάινα και χάθηκα...»  
   Ο γέρο - Σκαρμός καρφωμένος στη θέση του τραβάει φασκελιές και βλαστημά, πασκίζοντας να κρατηθεί στο 'να του δεκανίκι.
   Από χρόνια, σχεδόν κάθε μέρα, γίνεται το ίδιο παιχνίδι. Στις τέσσερις ακριβώς που ο καπτά - Σκαρμός πηγαίνει στο παραλιακό καφενεδάκι ν' ανταμώσει το γέρο φίλο του, τον καπτά - Σαλαμάστρα. Ο κάπτα - Σαλαμάστρας φτάνει πάντοτε πρώτος και περιμένει ήσυχα ήσυχα.
   Περιμένοντας, θα ρουφήξει θορυβώδικα τον καφεδάκο του και θα στρίψει ένα τσιγαράκι χοντρό σα δάχτυλο. Ρουφά τον καπνό και μισοκλείνει ηδονικά τα ήμερα ματάκια.
   Έχει πατήσει από καιρό τα εβδομήντα πέντε, μα φαίνεται πιο γέρος. Είναι κοντούτσικος, κοιλαράς και το κεφάλι του δε φτάνει στον ώμο του καπτά - Σκαρμού. Τα μάτια μικρούλικα και γαλανά, παθημένα από την άρμη και τον ήλιο, μα τα σκληρά φρύδια του, όπως είναι δυο δάχτυλα χοντρά πεταμένα έξω, μοιάζουνε λιγάκι με πυκνοφυτεμένα βούρλα. Φορεί πάντα το ίδιο λεκιασμένο χοντρό χακί, που τώρα στερνά ολοένα στενεύει. Κάθεται αμίλητος και κατσουφιασμένος, μα η ψυχή του είναι τρυφερή όπως θάλασσα γαληνεμένη. Και να, από το βρώμικο παραθυράκι, αγναντεύει τον καπτά - Σκαρμό που, σκαμπανεβάζοντας, σιμώνει. Η ψυχή του αναγαλλιάζει. Το χαμόγελό της ανεβαίνει στα χείλη. Ο άλλος φτάνει στο κατώφλι, περνά το δεξί δεκανίκι στα τρία δάχτυλα και με τ' άλλα δυο λέφτερα πιάνει τον παραστάτη της πόρτας κι ανεβαίνει την πέτρα του κατωφλιού. Ύστερα σκύβει τη λιγνή ζαρωμένη φάτσα, κοιτάει τη συνηθισμένη γωνιά και, βλέποντας τον κάπτα - Σαλαμάστρα, χαμογελά.
   «Ώρα καλή, καλώς τον καπτά - Σκαρμό», προλαβαίνει ο σύντροφος και λέει χαρούμενα.
   «Ώρα καλή, καλώς τα κάνεις καπτά - Σαλαμάστρα», μιλάει κι ο άλλος ευτυχισμένος κι από τον καυγά δεν απομένει τίποτα μέσα στην παιδική καρδιά του. Όλα τα 'χει ξεχάσει: «Σαν αυτά», σκέφτεται, «εμείς έχουμε ανταμώσει φουρτούνες και φουρτούνες...»
   Τώρα κάθουνται αγνάντια, αμίλητοι, γερασμένοι, κακοπαθιασμένοι.
   Κοιτάζουνε το δρόμο απ' το μονάκριβο παραθυράκι και δε μιλάνε. Καμιά φορά η σκέψη του καπτά - Σκαρμού γυρνάει στα παλιά, στα νιάτα και τα κλωθογυρίζει. Με το τρεμάμενο χέρι θα στρίψει το ξεφτισμένο μουστάκι και, σα να 'χει διηγηθεί ολόκληρες ιστορίες, θα πει φωναχτά.
   «Αυτά που λες καπτά - Σαλαμάστρα. Αυτά και τίποτις άλλο».
   «Αυτά μαθές, καπτά - Σκαρμέ».
   Και οι δυο φίλοι θα κουνήσουνε σύμφωνοι το κεφάλι και θα σωπάσουν ξανά ώρες ολόκληρες.
   Τώρα στερνά, χρόνος δεν έκλεισε, οι σχέσεις τους έχουνε πλουτίσει. Με το άναμμα της λάμπας θα φανεί στην πόρτα ο γέρο - Πρόεδρος του νησιού. Είναι κι αυτός κοντόχοντρος, με μεγάλα μουστάκια ασπρόξανθα απ' το τσιγάρο και μαλλιά σύριζα κομμένα. Με κάτι μεγάλα αφτιά, ριγμένα στα έξω όπως χερούλια σουπιέρας.
   «Καλησπέρα, καπεταναίοι», θα πει γελαστά και θα καθίσει. Η μιλιά του είναι φαγωμένη  και σβηστή, γιατί βγαίνει ολότελα από τη μύτη.
   Ως καθίσει, θ' ανοίξει το μπλε ξεθωριασμένο σακάκι και θα τραβήξει την καραβάνα (22) τη δεμένη με χοντρή χρυσή αλυσίδα, θα δει την ώρα, θα σηκώσει τα φρύδια και θα πει την ίδια κουβέντα: «Άργησε πάλι ο ευλογημένος». Πάνω στην ώρα θα προβάλει και ο φαρμακοτρίφτης (23). Θα βάλει στο κατώφλι το κοντό ποδάρι και με τη βοήθεια του μπαστουνιού θ' ανεβάσει και το μακρύ. Μετά θα σταθεί έτσι, με τον ένα ώμο χαμογελά και τον άλλο σηκωμένο, θα σκύψει το κεφάλι και πίσω απ' τα γυαλιά, με τη γοργή πονηρή ματιά του, θα κοιτάξει έναν - ένα χωριστά, τους τρεις συντρόφους.
   Όταν καθίσουν αγνάντια ο ένας στον άλλο, θα σαλιώσουν τα δάχτυλα με τη γλώσσα και ο Πρόεδρος θα πει:
   «Ε, τι λέτε; Κάνουμε κι ένα σκαμπίλι (24);»
   Από μήνες τώρα συνεχίζεται αυτή η δουλειά χωρίς δυο κουβέντες να σταυρωθούν παραπάνω, χωρίς δυο λεφτά να χάσει ο καθένας από την ώρα του.
   Στο σκαμπίλι οι δυο γεροκαπεταναίοι είναι άσσοι. Καημό το 'χουν οι άλλοι να κερδίσουν. Κάθε βράδυ θα πιούνε τζάμπα τον καφεδάκο τους ή θα φάνε το λουκουμάκι τους και μετά «καληνύχτα - καλό σου ξημέρωμα», ξαπολιούνται φχαριστημένοι ο καθένας για το δρόμο του.
   Όμως εκείνη τη βραδιά ο διάολος θέλησε να τους πειράξει. Παίζουν οι καπεταναίοι και χάνουν.
   Το χαμόγελο τούς κόπηκε στο στόμα. Σηκώνουνται με τα κεφάλια σκυμμένα και θλιμμένα.
    Ο Πρόεδρος χαμογελά αγαθά και λέει ρουθουνάτα:
   «Εις υγείαν σας και αύριο με το καλό τα ξαναλέμε».
   Μα ο φαρμακοτρίφτης τούς φαρμακώνει:
   «Αν σ' αρέσει μπάρμπα Λάμπρο», λέει, «ξαναπέρνα από την Άντρο» και, καθισμένος όπως είναι, γελά σκαστά, παίζει τα δάχτυλα στο τραπέζι και χαιρέκακα παρακολουθεί τις ζαρωμένες φάτσες των χαμένων που φεύγουν χωρίς να καληνυχτίσουν.
   Το ίδιο βράδυ πλαγιασμένος στον κρέβατο ο καπτά - Σκαρμός χαμοαναστενάζει άυπνος. Μια κουτή, πεισματάρικη σκέψη, καρφώθηκε στο μυαλό του. Αξάφνου η καρδιά του χτυπά. Απ' τη χαρά του νιώθει το αίμα να σαλεύει. Ανασηκώνεται, φορεί βιαστικά το παντελόνι, το σακάκι και τις ξηλωμένες μπότες, αρπάζει τα ροζιασμένα μπαστούνια και πετιέται στο δρόμο.
   Ψηλά ο ουρανός λαμπαδοφέγγει. Το μισοφέγγαρο στη φήρα (25) του χαμοφωτίζει τα στενά. Ακούγεται το αλαφρό ροχαλητό της θάλασσας που ανεβαίνει από το καλντερίμι. Θα 'ναι κοντά τρεις. Τα δεκανίκια χτυπάνε σκληρά τα πετροστρωμένα δρομάκια.
   Ο καπετάνιος σκαμπανεβάζει σα φελούκα (26) στην τρικυμιά.
   Σε μισή ώρα - τρία κάρτα (27) φτάνει μπρος στο σπίτι του γέρο - Σαλαμάστρα.
   Χτυπάει τη μαγκούρα δυνατά στην πόρτα. Φωνάζει:
   «Κοιμάσαι, καπτά - Σαλαμάστρα; Ε, καπτά - Σαλαμάστρα, εσένα λέω, κοιμάσαι;» 
   «Πού να κλείσω μάτι, καπτά - Σκαρμέ», απαντά ο άλλος από μέσα αναστενάζοντας κι ανακαθίζει στο στρώμα του. «Δε με παίρνει ύπνος, καπτά - Σκαρμέ. Μωρέ, ακούς να χάσουμε; Τέτοιο ρεζιλίκι δεν το αντέχω... θα σκάσω».
   «Υπομονή, καπτά - Σαλαμάστρα, τι να γένει; Γραφτό μας ήτανε και τούτο», απαντά ο άλλος με φωνή σβησμένη. «Ξέρεις όμως ένα λόγο, καπτά - Σαλαμάστρα; Αντίς, λέω, για το εννιά μπαστούνι να 'ριχνες το βαλέ καρό θα κερδίζαμε σίγουρα».
   Ο άλλος δεν απαντά αμέσως. Χαμοσκέφτεται μια στιγμή και λογαριάζει. Μονομιάς φωνάζει:
   «Μωρέ καλά το λες, καπτά - Σκαρμέ, καλά το λες. Δίκιο έχεις. Το άτιμο το εννιά μπαστούνι μάς ρεζίλεψε. Αύριο θα τους συγυρίσω».
   Μερεύει. Αγάλι - αγάλια ξαπλώνεται ήσυχος, ικανοποιημένος. Χασμιέται (28) μια, δυο, τρεις, κλείνει τα πονεμένα ματάκια κι αποκοιμιέται.
   Και ο καπτά - Σκαρμός, αναπηδώντας όπως ακρίδα, γυρνάει στο ρημάδι του γαληνεμένος, μισογελώντας περήφανα κάτω από τα χοντρά μουστάκια.
 
Μαγκλής Γιάννης
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»
Αθήνα, Μάρτιος 1956
 
Σημειώσεις:
(1) σιμώνω: πλησιάζω, κοντεύω 
(2) καλντερίμι: λιθόστρωτος δρόμος του οποίου οι πέτρες δεν είναι κατεργασμένες
(3) αιματώδικος: με ζωηρό κόκκινο χρώμα 
(4) παραγιός: νεαρό άτομο που μαθαίνει κάποια τέχνη ή επάγγελμα δουλεύοντας σε κάποιον τεχνίτη ή καταστηματάρχη / υπηρέτης ή βοηθός επαγγελματία 
(5) στενορίμι: στενό δρομάκι 
(6) πειραξίτικος: πειρακτικός 
(7) σκάφαντρο ή σκάφανδρο: η στεγανού τύπου υποβρύχια στολή που βοηθά τον δύτη να μείνει στο υδάτινο περιβάλλον, για μακρό χρόνο, εξαρτώμενος από ομφάλιο λώρο, μέσω του οποίου γίνεται η παροχή αέρα και σε πολλές περιπτώσεις η επικοινωνία με την επιφάνεια. Χρησιμοποιείται κυρίως στις επαγγελματικές καταδύσεις (σφουγγαράδες), αν και ελαφρύτερες παραλλαγές του εισάγονται κατά καιρούς στις καταδύσεις αναψυχής. 
(8) το φρένο: το μυαλό, το λογικό 
(9) χαμοστέκομαι: κοντοστέκομαι 
(10) ντουνιάς: ο κόσμος 
(11) τσούρμο: ομάδα, πλήρωμα καραβιού 
(12) ανακοδίζομαι: αναθαρρώ, ξεσηκώνομαι, τεντώνομαι θαρρετά 
(13) βολά: φορά 
(14) φτάξαμε: φτάσαμε (ιδιωμ.) 
(15) ανάμπαιγμα: κοροϊδία, χλευασμός, πείραγμα 
(16) φραίνομαι: ευφραίνομαι: ευχαριστιέμαι 
(17) οργιά: μονάδα μήκους που ισούται με έξι πόδια, όσο περίπου είναι το άνοιγμα των τεντωμένων χεριών ενός άνδρα / (ναυτικός όρος) μονάδα μήκους ίσον με δύο γιάρδες 
(18) γράδο: όργανο που μετρά την πυκνότητα ενός υγρού, το πυκνόμετρο ή αραιόμετρο 
(19) κουλαουζέρης: ο επιτηρητής, ο καθοδηγητής των δυτών. Έχει, κυρίως, την ευθύνη της ασφαλούς παραμονής τους στο βυθό, με τον ακριβή έλεγχο του χρόνου και του βάθους της κατάδυσης και της σχετικής ενημέρωσης των δυτών, οι οποίοι όφειλαν να υπακούσουν στις υποδείξεις του.
(20) μάινα: ναυτικό πρόσταγμα για να χαλαρώσουν τα σχοινιά ή να κατεβούν τα πανιά, προκειμένου να ακινητοποιηθεί το πλοίο 
(21) ξεσπιέμαι: ξεπετιέμαι, πετάγομαι, τινάζομαι 
(22) καραβάνα: ειδικό μεταλλικό σκεύος με λαβή που χρησιμοποιείται για το συσσίτιο των στρατιωτών/ εδώ η λέξη χρησιμοποιείται ειρωνικά για το ρολόι τσέπης 
(23) φαρμακοτρίφτης: ο φαρμακοποιός 
(24) σκαμπίλι: είδος τυχερού παιχνιδιού που παίζεται με τράπουλα
(25) φήρα / φύρα: ελάττωση, χάση 
(26) φελούκα: πλοιάριο της Μεσογείου, χαμηλό, στενό και άφρακτο, που κινείται με κουπιά ή με ιστία και που ο τύπος του έχει σχεδόν εκλείψει 
(27) κάρτο: τέταρτο 
(28) χασμιέμαι: χασμουριέμαι 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου