Τετάρτη 3 Μαΐου 2023

ΤΑ ΣΠΙΤΑΛΙΑ

   «Βγαίνουν ακόμα φαντάσματα στα Σπιτάλια;» ρώτησα μια μέρα τον κυρ Λεωνίδα, που με είχε συντροφέψει σ' έναν μακρινό περίπατο.
   Ήτανε μούχρωμα. Γυρίζαμε στην αγαπημένη γενέθλια πόλη που με είχε καλοδεχτεί ύστερα από τόσα χρόνια ξενιτιάς, κουρασμένοι, σκονισμένοι, μα με την ψυχή γεμάτη από τις δροσιές και τα οράματα της εξοχής.
   Εκεί, αντίκρυ από τα δυο μεγάλα χτίσματα που υψωνόντανε στη μέση ενός απέραντου ρημαγμένου κήπου στολισμένου με συντρίμμια αρχαίων μνημείων, είχαμε μακρύνει το βήμα κι εγώ αγνάντευα τη μεριά που, σαν ήμουνα μικρός,  περνούσα βιαστικά με τρόμο. Ένας παλιός θρύλος έλεγε πως ήτανε στοιχειωμένος ο διπλός εκείνος πύργος.
   «Νάτα κιόλας», έκανε ο σύντροφός μου πιάνοντάς με από το χέρι.
   Η γέρικη σκεβρωμένη πόρτα άνοιξε τρίζοντας και μέσ' στο σύθαμπο προβάλανε δυο ανθρώποι. Δυο ανθρώπινοι ίσκιοι, πες. Ένας σκούρος λιγνός γέρος, ντυμένος με κουρέλια, και μια κοντή χλωμή σα θειάφι γυναίκα, τυλιγμένη σ' ένα μακρύ μαντύα πρασινωπό. Προχωρούσανε χεροπιασμένοι, αμίλητοι, αλαφροπάτητοι.
   Ξαφνικά η γυναίκα στρίγγλισε:
   «Κοίτα, ξημέρωσε. Χα, χα, χα!»
   Ο άντρας είπε σιγανά σ' έναν αβέβαιο τόνο:
   «Θα 'ρθουν όπου να 'ναι τα παιδιά. Δε μπορεί...»
   Δεν ακούσαμε άλλα λόγια. Με γοργά απίθανα βήματα είχανε ξεμακρύνει πια οι δυο ίσκιοι, σβήσανε μέσ΄στη γκριζογάλανη αχλύ της καλοκαιριάτικης αμφιλύκας (1).
   «Τα παλιά φαντάσματα χάθηκαν από καιρό. Τα διώξανε τούτα τα καινούρια», είπε ο κυρ - Λεωνίδας.
   «Μα ποιοι είναι αυτοί;»
   «Θα 'χεις ακουστά τους Αστάχηδες που κληρονομήσανε τα Σπιτάλια από τον Τσάμη, τον αγωνιστή του '21. Ήτανε οι μόνοι συγγενείς του κι όπως πέθανε ξαφνικά τούς τ' αφήκε, θέλοντας και μη. Οι Αστάχηδες  ήτανε δυο αδέλφια. Ζούσανε στο εξωτερικό, σε κάτι χώρες πολύ μακρινές, ούτε ξέρω καλά - καλά πού. Κάνανε μεγάλες δουλειές  κι είχανε βιός αμέτρητο. Για τούτα τα χτίρια δεν έδιναν δεκάρα. Τα 'χαν απαρατήσει έτσι έρημα, κλειδαμπαρωμένα. Ένα φιλανθρωπικό σωματείο, ο «Άγιος Πέτρος», κάποτε τούς έγραψε: “Ο τόπος έχει μεγάλη ανάγκη από μια κλινική. Κρατούμε κάμποσα χρήματα, μπορούμε να μαζέψουμε κι άλλα. Μα δεν υπάρχει εδώ κατάλληλη οικοδομή, ούτε κι είναι εύκολο να χτιστεί. Τα σπίτια σας αυτά που και στα παλιά τα χρόνια ήτανε νοσοκομείο, περίφημα για τον σκοπό αυτό. Ψηλά, γεμάτα φως και αέρα, χτισμένα σε μέρος ανοιχτό μέσα σε κήπο. Κάντε μας τη χάρη να μάς τα δώσετε, έστω και μ' ένα λογικό νοίκι, και θα σάς ευλογάει ολάκερη η επαρχία που δεν έχει κανένα νοσοκομείο”. Δε βαριέσαι... Μήτε απάντηση.
   »Τούς έγραψαν οι άρχοντες: ο Νομάρχης, ο Δεσπότης, ο Φρούραρχος, ο Δήμαρχος. Έκαναν ένα ωραίο έγγραφο με τις υπογραφές τους και με κάμποσες άλλες ακόμα, σημαντικών ανθρώπων. Όλοι τους είχανε ενθουσιαστεί με την ιδέα του νοσοκομείου, βλέπανε κιόλας πρόθυμους τους νοικοκυραίους να κάνουνε θυσίες και τον πρόεδρο του «Αγίου Πέτρου, το γιατρό, ζωντανό, τίμιο, δημιουργικό.
   »Σε δυο μήνες πήγε στη Νομαρχία στεγνή η απάντηση σ' ένα ακριβό χαρτοφάκελο, πλουμισμένο, με χτυπητό οικόσημο. “Λυπούμαστε που πρέπει ν' αρνηθούμε, μα έχουμε διαφορετικούς σκοπούς για το χτήμα μας”.
      »Έτσι έμεινε ο δίδυμος αυτός πύργος σφαλιστός, βουβός, αζύγωτος, με τις ψηλές του μάντρες που μήτε τον κήπο να ιδείς δεν αφήνουν γεμάτες φοβέρα, με την μονάκριβη, πελώρια χουρμαδιά να τονίζει την ερημιά του, με τον ίσκιο του τον βαρύ που φέρνει έναν αλλόκοτο τρόμο στους γειτόνους και στους διαβάτες. Έμενε κι έρεβε. Το σαράκι βασίλευε στις μεγάλες κάμαρες με τα βαριά βενετσιάνικα έπιπλα και στην αστράχα (2) οι κουκουβάγιες. Όπου μια μέρα, θα είναι καμιά εικοσαριά χρόνια τώρα, φάνηκε ένα αμάξι να σταματάει απ' όξω και να κατεβαίνουνε τέσσερις άνθρωποι: Ένας άντρας μεσόκοπος, μια γυναίκα λίγο μικρότερή του και δυο παιδιά: ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Ανοίξανε το πρώτο σπίτι, μπάσανε μέσα τα πράματά τους και τέντωσαν όλα τα παραθύρια. Ο άντρας έτρεξε στην αγορά ζητώντας ανθρώπους να καθαρίσουνε. Ρωτούσε δεξιά ζερβά, πού να τους βρει; Τόνε στείλανε σε κάνα δυο παραδουλεύτρες, αλλά αυτές, σα μάθανε για πού τις θέλουν, αρνηθήκανε. Τέλος ο αστυνόμος φρόντισε και τού βρήκε δυο αλάνια. Μια βδομάδα μπαινοβγαίνανε κει μέσα, τούς έψησαν το ψάρι στα χείλη, αλλά τούς βόλεψαν.
   »Με κάτι επισκευές που κάνανε ο ένας πύργος δεν άργησε να γίνει της ανθρωπιάς. Η φαμίλια, που στο μεταξύ έμενε στο ξενοδοχείο, εγκαταστάθηκε κει μέσα.
   »Οι τέσσερις ξένοι ζήσανε κάμποσα χρόνια κρυφά από το Θεό. Ποτέ τους δε θελήσανε να γνωριστούνε με κανένα ντόπιο, μα και κανένας δε ζήτησε να γνωριστεί με δαύτους. Ο τόπος όλος τούς περιφρονούσε γιατί είχανε δειχτεί σκληροί γι' αυτόν. Ετούτα τα χτίρια θα μπορούσαν να γιατρέψουν πολλές πληγές!
   »Θέλανε να ειπούν ότι οι Αστάχηδες είχανε φαλήρει σε μια μεγάλη κρίση. Ο μεγαλύτερος αδελφός έκανε λίγους μήνες φυλακή κι εκεί πέθανε. Πώς; Είναι μυστήριο. Οι ρέστοι πήρανε ό,τι μπορέσανε να σώσουν από τη χρεωκοπία και κουβαληθήκανε δω.
   »Κάποτε γράψανε στην εφημερίδα πως νοικιάζεται το ένα σπίτι, αλλά δε βρέθηκε κανείς που ν' αποφασίσει να το πιάσει. Για κλινική δε χρειαζότανε πια. Ο «Άγιος Πέτρος» είχε αποκτήσει δικό του Νοσοκομείο με τη βοήθεια των Αμερικάνων.
   »Τα δυο παιδιά του Αστάχη ήτανε ένα μπόι, μια κοψιά. Ψηλόλιγνα, καστανά, καλοφτιαγμένα. Βγαίνανε αντάμα πάντα και φαινόντανε πολύ αγαπημένα. Μα είχανε κι αυτά κληρονομήσει κάτι από την ψωροπερηφάνια και τη σκληρή καρδιά των γονιών τους. Ούτε μιλούσανε κανενός, ούτε πατούσανε σ' εκκλησιά, ούτε έκαναν έτσι να δώσουνε μια δεκάρα σε φτωχό. Τα 'βλεπες να διαβαίνουν αλύγιστα, φαντασμένα, με τα μάτια γεμάτα περιφρόνηση για όλο τον κόσμο και μήτε ο πόνος, μήτε κι η χαρά των αλλονών τα συγκινούσε. Προσπερνούσαν όμοια αδιάφορα μια κηδεία ή ένα χορό σε λαϊκό πανηγύρι. Κοτζάμ παλικάρι τ' αγόρι, και το κορίτσι της παντρειάς πια, δεν είχαν ούτε έναν γνώριμο. Φερνόντουσαν σαν μεγάλοι αριστοκράτες που τούς έκανε κακό ν' ανακατωθούν με το μικρό λαό. Ούθε περνούσανε τούς κουβεντιάζανε και τούς σιχαίνονταν, όπως και τα γονικά τους. Αλλά κείνα κάνε δεν πολυφαινόντουσαν, ενώ τούτοι δω τριγυρνούσανε μέσα στην πόλη. Έτσι ξένοι και αδιάφοροι στον τόπο ζήσανε οι Αστάχηδες. Μια κουβέντα δεν είχανε αλλάξει με άνθρωπο. Ακόμα μήτε στον μπακάλη τους, μήτε στο φούρναρη δεν έλεγαν καλημέρα. Το ψώνιο και δρόμο. Τα παραθύρια τους κλειστά, η πόρτα μανταλωμένη.
   »Ξάφνου ένα βράδυ οι γειτόνοι ακούσανε καυγάδες στο σπίτι τους. Τι λέγανε; Ποιος ξέρει. Ως τα μεσάνυχτα βάσταξε κείνο το κακό. Ο κόσμος είχε σηκωθεί στο ποδάρι. Στο τέλος έπεσε φαίνεται και ξύλο. Ακουστήκανε κάτι κρότοι, σα σπασίματα γυαλικών κι ύστερα φωνές και κλάματα. Τέλος απότομα όλα ησυχάσανε κι ο πύργος ξανάπεσε στην πρωτινή του βουβαμάρα.
   »Την αυγή ένα παραθύρι ανοίχτηκε με πάταγο και πρόβαλε η μητέρα με την πουκαμίσα ουρλιάζοντας: - “Τα παιδιά μου! Χαθήκανε τα παιδιά μου!” 
   »Κανένας δε νοιάστηκε να μάθει τι τρέχει. Ο πατέρας βγήκε σε λίγο στους δρόμους αλλοσούσουμος (3) και γύρευε να μάθει από τους ανθρώπους της γειτονιάς αν είδανε τα παιδιά, αν ξέρανε κατά πού είχανε τραβήξει. Όλοι όσους ρώταγε σηκώνανε τους ώμους, αμίλητοι. Κίνησε και πήγε στην αστυνομία. Μήτε κει δε μπόρεσε να μάθει τίποτα. Όπου κατά το μεσημέρι ήρθε από κάτου απ' το γιαλό ένας ψαράς κι είπε στο δήμαρχο πως την αυγή, κει που πήγαινε κατά το καρνάγιο, είδε δυο παιδιά έτσι κι έτσι να 'χουν λυμένη τη βάρκα του και ν' ανοίγονται στη θάλασσα. Τράβηξε πηλαλώντας (4) στο περιγιάλι κι έβαλε τις φωνές. Ο καιρός ήτανε χάλια· η τρικυμία λυσσομανούσε, τα κύματα ήτανε βουνά.  Μα κείνα μήτε γύρισαν να τον ιδούν. Είχαν απλώσει το πανί κι η βάρκα τραβούσε, σα σαΐτα, στα βαθιά. Ύστερα, μόλις που μπορούσε να ξεχωρίζει, είδε να σηκώνονται ολόρθα και τα δυο και να πέφτουν αγκαλιασμένα στα νερά. Όσο να κάνει πως γδύνεται, το κύμα τα 'χε καταπιεί. Άρπαξε μια ξένη βάρκα και βάλθηκε να ψάχνει τη θάλασσα, μα μήτε ένα κουμπί, που λέει ο λόγος, δε μπόρεσε να βρει. Δέκα φορές κόντεψε να πνιγεί. Όσο για τη βάρκα του, πάει,  χάθηκε και κείνη, γίνηκε συντρίμμια σε μια ξέρα.
   »Είχαμε τότε δήμαρχο εκείνον τον χρυσό άνθρωπο τον Αρνή, καλή του ώρα, που πήρε τα μάτια του και μίσεψε στην Αμερική, κοντά στον αδελφό του, ύστερα από τη χασούρα του στις εκλογές. Άμα πήρε το κακό μαντάτο από τον ψαρά. κίνησε και πήγε ο ίδιος στα Σπιτάλια, να το ειπεί με τρόπο  στους Αστάχηδες, προτού το μάθουν άγαρμπα από κανέναν άλλο, να τούς δώσει καμιάν ελπίδα, όσο να το χωνέψουνε.
   »Εκείνοι του φερθήκανε σαν εχτροί. - “Μπα, ποιος το λέει; Τι δουλειά είχανε κει πέρα τα παιδιά; Εξάλλου ξέρουνε κολύμπι και τα δυο, είναι σωστά θαλασσοπούλια. Όλα τους τα χρόνια στη θάλασσα ζήσανε. Αν μπαίνανε στη βάρκα, θα πήγαιναν όπου θέλανε, σίγουρα”. 
   - “Μα η βάρκα τσακίστηκε. Την είδε ο ψαράς”.
   - “Ψέματα. Κι έπειτα πού ξέρουμε αν ήτανε τα δικά μας τα παιδιά; Τα γνωρίζει; Και τι απογίνανε; Αν παθαίνανε κακό, θα βγαίνανε τα κουφάρια τους στη στεριά”.
   »Έφυγε ο άνθρωπος κάνοντας το σταυρό του.
   »Περάσανε μέρες δίχως να μάθει κανένας τίποτα για τους πνιγμένους. Ύστερα από καιρό μαθεύτηκε πως πέρα, κατά το Άστρος, κάτι τσοπαναραίοι περαστικοί από ένα ερημικό ακρογιάλι νιώσανε μια αποφορά κι είδανε από ψηλά κάτι κουρέλια να δέρνονται από το κύμα. Δε μαθεύτηκε ποτέ γιατί αυτοκτονήσανε τα παιδιά. Από ποιον να μάθεις; Ήτανε που ήτανε αμίλητοι οι Αστάχηδες, απόγιναν ύστερα από το κακό. Μ' αυτό μονάχα; Δεν άργησαν να χάσουν τα φρένα. Η πίκρα, η ερημιά, η φτώχεια, ποιος ξέρει, μπορεί κι ή τύψη να τούς ετσάκισαν. Ήρθανε και σουρώσανε, τα ρούχα πέφταν από πάνω τους. Έδωσαν για ένα κομμάτι ψωμί του κόσμου τα πράματα. Το παλιό στοιχειωμένο σπίτι ξαναστοίχειωσε. Οι αράχνες κι οι ποντικοί γιομίσανε τις κάμαρες, ο σάρακας έστησε ξανά κει μέσα το λημέρι του».
   «Και τώρα πώς ζούνε;»
   «Ο ταχυδρόμος λέει πως κάποιος δικός τους τούς στέλνει κάθε τόσο κάτι τι, ίσια για ψωμί».
    «Και πώς δεν πουλάνε τα σπίτια, τουλάχιστον το ένα, να πορευτούνε».
   «Ποιος να το κάνει; Ετούτοι είναι σα να μην υπάρχουν Έπειτα δε ρωτάς αν το παίρνει και κανείς;»
 
Παναγιωτόπουλος Σπύρος
Περιοδικό «Αυλαία»
τεύχος 1, Αθήνα, Οκτώβριος 1945
 
Σημειώσεις:
(1) αμφιλύκη: το θαμπό φως την ώρα που ξημερώνει, γλυκοχάραμα, το ημίφως πριν από την ανατολή ή τη δύση του ήλιου 
(2) αστράχα: το γείσο μιας στέγης, το κενό διάστημα ανάμεσα στη στέγη και το πάνω μέρος ενός τοίχου, η υδρορρόη της στέγης
(3) αλλοσούσουμος: αυτός που έχει αλλοιωμένα χαρακτηριστικά, αλλιώτικος στην όψη, αλλοπαρμένος, αγνώριστος
(4) πηλαλώ: τρέχω πολύ γρήγορα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου