Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

  
   Στριμωχνόμουν σε μια γωνιά του κουπέ μου και κοίταζα έξω τη διάφανη χειμερινή νύχτα.
   Γλιστρούσαμε πάνω στους ατέλειωτους, ίσιους και χιονοσκεπασμένους κάμπους της δυτικής Γιουτλάνδης. Ο ουρανός ήταν κρύος και διάφανος, το φεγγάρι και τ' άστρα τρεμόπαιζαν και λαμπύριζαν παγωμένα. Σκορπιστά, εδώ κι εκεί, βρίσκονταν λίγες αγροικίες και σπίτια... Ένα βαθύ συσκίασμα πάνω στο χιόνι, ένα αέτωμα φωτισμένο από το φεγγαρόφως -από πάνω γυμνά κλαδιά- μια κορυφή στέγης και μια κάτασπρη σαν καμέλια καπνοδόχος.
   Και στο μεταξύ έλαμπε κάπου κάπου κανένα φως -μια θερμή σπίθα στην ατελεύτητη έκταση.
   Σιγά σιγά, καθώς προχωρούσε η νύχτα, τα φώτα ένα γύρο έσβηναν. Ολοένα και νέοι κάμποι γλιστρούσαν μπροστά μου -το ίδιο λευκοί, το ίδιο ίσιοι. Οι χαρμόσυνες, μικρές σπίθες είχαν εξαφανιστεί, κι αισθανόμουν διπλά, πόσο οι φωτιές, οι αναμμένες από ανθρώπινα χέρια, ζεσταίνουν και ζωογονούν. Και το φεγγάρι και τ' άστρα εξακολουθούσαν να ρίχνουν το παγωμένο φως τους πάνω στο γυαλιστερό χιόνι... 
   Η πόρτα του κουπέ άνοιξε βίαια. Σαν μέσα σ' όνειρο άκουσα μια μακρόσυρτη κουβέντα, που έκανε ο οδηγός. Αυτό μόνο μπόρεσα ν' αρπάξω: Ότι ο σωλήνας της μηχανής είχε ανοίξει και δε θα μπορούσαμε για την ώρα να σαλέψουμε από τη θέση μας. Κι έτσι καθόμαστε τώρα καμιά δεκαριά αγανακτισμένοι και νυσταλέοι άνθρωποι σ' ένα μικρό σταθμό, για την ύπαρξη του οποίου οι περισσότεροι από μας ούτε την παραμικρότερη υπόνοια είχαν, μια ώρα μετά τα μεσάνυχτα και μ' ένα κρύο δέκα υπό το μηδέν! Κι άρχισαν τα ερωτήματα κι οι στεναγμοί, τα ποδοβολητά κι οι μουρμούρες -ένας χείμαρρος από διαμαρτυρίες και αναθέματα και τέλος μια έφοδος κατά την αίθουσα της αναμονής, για να εξασφαλιστεί τουλάχιστο, πενιχρό νυχτερινό κατάλυμα, μια θέση πάνω στον ξύλινο πάγκο.
   Αποφάσισα να σκοτώσω μια ώρα περπατώντας στη χιονισμένη λεωφόρο και παράτησα το σιδηροδρομικό κτίριο από το πίσω μέρος. Τους ισόπεδους κάμπους τούς είχαμε πια περάσει κι εδώ το έδαφος είχε γίνει ανώμαλο, δέντρα και θαμνώματα υψώνονταν ένα γύρο και σε κάποια απόσταση βρισκόταν κάτι, που θα μπορούσε να το περάσει κανείς για δάσος.
   Το έφτασα γρήγορα κι ακολούθησα τα ίχνη των ελκήθρων, που οδηγούσαν μέσα στο δάσος... ένα πυκνό σωρό κορμών, που στα κλαδιά τους κρέμονταν ακόμα τα περσινά, πεθαμένα φύλλα και σχημάτιζαν λόφο, γιατί τα δέντρα, εκτός από λίγα, είχαν όλα σωριαστεί εκεί. Έτσι κείτονταν πάνω στο χιόνι οι γκρεμισμένοι γίγαντες απλώνοντας τα κλαδιά τους. Εδώ κι εκεί είχαν πριονιστεί κιόλας και τοποθετηθεί σε μικρές στοίβες -τα λίγα δέντρα που έμεναν στη ζωή, ύψωναν τις άφυλλες κορυφές τους στο φεγγαρόφως της παγερής νύχτας και κάτι άλλα μικρούτσικα δεντράκια, που στέκονταν σε μια μεγάλη ίσια σειρά, ξυπνούσαν την ελπίδα σ' ένα καινούριο δάσος, που θ' ανασταινόταν πάνω στα ερείπια εκείνου, που είχε καταστραφεί.
   Ξαφνικά, σε κάποια απόσταση από μένα, είδα έναν άνθρωπο, που λες κι είχε ξεφυτρώσει από τη γη. Θα καθόταν σίγουρα πίσω από τη στοίβα των ξύλων, που ήταν μπροστά μου. Τώρα μου 'χε γυρισμένες τις πλάτες και σα να κατασκόπευε το μάκρος του δρόμου... ένα αδύνατο ανθρωπάκι με χοντρό παλτό και μπότες ως τα γόνατα, με κάτι ξανθά σκουλιά (1) στο γιακά του σακακιού του κι ένα μάλλινο σκούφο στο κεφάλι. 
   Στεκόμουν στον ίσκιο ενός δέντρου πίσω από τη στοίβα των ξύλων κι έμεινα εκεί που ήμουν. Ο άνθρωπος εκεί πέρα χτύπησε τα πόδια του πάνω στο χιόνι, βλαστήμησε χαμηλόφωνα κι έτριψε το μηρί του, χωρίς να βγάλει το χέρι από την τσέπη του. Ύστερα τίναξε σε μια πέτρα το χιόνι από τις μπότες του, έφυγε από τα πλάγια του δρόμου, ξαναγύρισε, προχώρησε προς το μέρος μου και για λίγες στιγμές έκανε βόλτες κατ' αυτόν τον τρόπο, χτυπώντας τα πόδια του, βλαστημώντας και φτύνοντας.Έφεγγε σα να 'ταν μέρα κι έτσι μπόρεσα να διακρίνω καλά το πρόσωπό του. Είχε μια έκφραση τελείως δυσαρεστημένη. Του ήταν τρομερά πληχτικό, να περιμένει εκεί· αυτό φαινόταν καθαρά. Τα μάτια του έβλεπαν δύσπιστα και γύρω από το μεγάλο του στόμα υπήρχε μια σύσπαση θυμού, που δεν μπορούσε να κρύψει το λεπτό, ξανθό μουστάκι του.
   Τώρα σταμάτησε κι αφουγκράστηκε. Κι αμέσως φάνηκε μια γυναίκα από το δάσος, που έτρεξε κατά πάνω του, όσο γρήγορα βαστούσαν τα πόδια της. Έπεσε στο λαιμό του, τον έσφιξε πάνω της και τον φίλησε, σα να 'θελε να τον αποζημιώσει μ' αυτό, για την πλήξη της αναμονής.
   Μα δεν κατόρθωσε να τον φαιδρύνει. Έμεινε με τα χέρια στις τσέπες μπροστά της και την έσπρωξε κάπως απότομα από κοντά του.
   «Δε μπορούσα να 'ρθω νωρίτερα, Καρλ... Πήγαν πολύ αργά να πλαγιάσουν... δεν πρέπει να μου θυμώνεις, καλέ μου, αγαπημένε μου...»
   «Σώπα, σώπα, Άννα! Μόνο αυτό το θόρυβο να μην κάνεις!»
   Μα εκείνη δεν ήταν σε θέση να μείνει ήσυχη· άπλωνε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και τον αγκάλιαζε ολοένα κι ήταν τόσο ευτυχισμένη, τόσο θερμή και διψασμένη για κουβέντα, σα να βρισκόταν τώρα σε μια φεγγαροφώτιστη θερινή νύχτα κι όχι ανάμεσα σε κείνη την τσουχτερή χειμωνιάτικη παγωνιά.
   «Κι είναι εδώ κι η στοίβα με τα ξύλα! Τάχα να 'ναι ακόμα εκείνο το κομμάτι;»... Κι έτρεξε πίσω από το σωρό φωνάζοντας ύστερ' από λίγο σχεδόν δυνατά: «Άκου, είναι ακόμα εδώ, είναι ακόμα εδώ!»
   Τώρα την πλησίασε σαν μια οργισμένη τίγρη: «Τσσ! Τσσ! Τρελάθηκες λοιπόν; Αν σ' ακούσει κανείς;»
   «Τι λες τώρα!»
   Μα τώρα έγινε συλλογισμένη και χαμήλωσε τη φωνή της.
   «Ναι, μπορεί κανείς να συναντήσει τη νύχτα ανθρώπους στο δάσος! Λαθροθήρες. Σαν ερχόμουν έπρεπε να κάμω μια μεγάλη βόλτα για να τους αποφύγω, όμως τους είδα καθαρά. Ο ένας ήταν ο Μαντς Λάρζεν -ξέρεις, από το βοσκοτόπι. Φόρτωναν ένα αγρίμι πάνω στο έλκηθρο».
   «Τώρα νωρίς! Και ποιο δρόμο πήραν;»
   «Δεν ξέρω -μπορεί να περάσουν κι από 'δω».
   «Τότε πρέπει να φύγουμε, Άννα. Έλα, δεν ακούς; Μα όχι, καλύτερα να χωριστούμε τώρα εδώ».
   «Κουταμάρες! Αυτοί έχουν περισσότερο φόβο από μας παρά όσο εμείς από κείνους».
   «Έλα τώρα, Άννα. Μπορούμε ν' ανταμωθούμε αύριο ή μεθαύριο -για σκέψου αν μάς έβλεπαν...»  
   Εδώ σταμάτησε και στάθηκαν μια στιγμή στήνοντας τ' αυτί τους.
   «Σσσ! Σσσ! Δεν ακούς».
   Ακούστηκε τώρα κάτι σα ρουθούνισμα ζώου κι εκεί που ο δρόμος χανόταν στο βάθος του δάσους το χιόνι σιγότριξε. Ύστερ' από μια στιγμή χάθηκαν κι οι δυο πίσω απ' τη στοίβα των ξύλων κι έσκυψαν χωρίς να βγάζουν μιλιά! Ένα λιγνό ψωράλογο φάνηκε να προχωρεί βήμα - βήμα ζεμένο ανάμεσα σε δυο σχοινιά. Ένας άντρας ντυμένος χωριάτικα πήγαινε πλάι κρατώντας τα γκέμια -ένας άλλος καθόταν πάνω στο έλκηθρο πλάι σ' ένα σκοτωμένο αγριοζάρκαδο. Ακριβώς μπροστά στον κρυψώνα μου συγκράτησε ο πρώτος το άλογο μ' ένα βίαιο τράβηγμα και μια καμτσικιά· το γέρικο ζώο σταμάτησε, ενώ τα πισινά του πόδια λύγισαν και το κεφάλι του με τα σβησμένα μάτια έγειρε βαρύ προς τα κάτω. Οι δυο λαθροθήρες άλλαζαν κάτι λόγια με πνιγμένη φωνή.
   Κοίταξα τους δυο εκεί πέρα, που κρύβονταν πίσω από τη στοίβα. Το φεγγαρόφως έπεφτε ακριβώς πάνω τους. Εκείνος ήταν πεσμένος στα γόνατα κι έσκυβε με μια έκφραση ζωηρού φόβου στην όψη -εκείνη έριχνε μόνο κλεφτά τη ματιά της στο έλκηθρο και στο τέλος γύρισε και κοίταξε μ' ένα καθησυχασμένο χαμόγελο το συνοδό της. Οι λαθροθήρες τέλειωσαν γρήγορα τη συνεννόησή τους. Ο ένας πήρε το αγρίμι στον ώμο του και τράβηξε λοξά κατά το λόφο, ο άλλος γύρισε στο έλκηθρο, ανέβηκε πάνω και πήρε τον ίδιο δρόμο από τον οποίο ήρθε. Το άλογο προχωρούσε με το ίδιο θλιβερό και συρτό βήμα και το χιόνι σιγότριζε σαν να τραγουδούσε κάτω από τα πέταλά του, προμηνώντας μεγαλύτερη παγωνιά. Τέλος έσβησε κάθε ήχος μέσα στο δάσος.
   Εκείνος τώρα σηκώθηκε και τίναξε το χιόνι από τα γόνατά του.
   «Μπορείς να δεις», είπε κατσουφιασμένος, «πόσο κοντά φτάσαμε στον κίνδυνο».
   Εκείνη χαμογέλασε σιγά κι ευτυχισμένα. Εκείνος όμως είπε:
   «Α, για μένα δεν είναι τίποτα. Μπορείς να το νιώσεις βέβαια. Εμένα μού είναι αδιάφορο. Μα αυτό μπορεί να τελειώσει άσχημα. Πολλές φορές το 'χω πει πως είναι καλύτερα ν' αφήσουμε κατά μέρος αυτές τις συναντήσεις. Ριψοκινδυνεύει κανείς πολύ».
   «Αχ, όχι... Αχ, όχι!» τον παρακάλεσε εκείνη σαν ζητιάνα κι ακούμπησε τρυφερά το κεφάλι της πάνω στον ώμο του.
   «Καλά, εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου στη φρόνησή μου», είπε κι έκανε μια χειρονομία ανυπομονησίας. «Μα δεν είναι για μένα που νοιάζομαι τόσο πολύ όσο για σένα - τι κρύο κάνει! Μ' αυτό το κακό καλύτερα να πάει ο καθένας σπίτι του».
   «Μείνε ακόμα μια στιγμούλα, Καρλ...» τον παρακάλεσε. «Δέκα λεπτά, ε; Πέντε λεπτά; Αχ, σ' ευχαριστώ. Είσαι τόσο γλυκός, τόσο καλός, και σ' αγαπώ τόσο αφάνταστα!»
   Κάθισε ανόρεχτα πάνω σ' έναν όρθιο σωρό ξύλων και μουρμούρισε κάτι, που δεν μπόρεσα να καταλάβω. Εκείνη έπεσε πάνω του και τον φίλησε πολλές φορές, τη μια μετά την άλλη.
   «Δεν είμαστε δα και τίποτα λαθροθήρες», είπε ήσυχη. «Δεν πρέπει να νοιάζεσαι τόσο πολύ για μένα. Θα 'ταν άσχημο, φυσικά, αν μάς έβλεπε κανείς, μα στο κάτω κάτω δεν κάνουμε και κανένα έγκλημα. Θα 'ξερα να μιλήσω όπως πρέπει, γι' αυτό να μην αμφιβάλλεις. Μα το χειρότερο ύστερ' απ' αυτό θα 'ταν πως θα περνούσε πολύς καιρός χωρίς να σε ξαναδώ».
   «Κρυώνω», είπε εκείνος, ανοίγοντας το στόμα του σ' ένα χασμουρητό.
   «Να! Για κοίτα!» Κι έλυσε το μάλλινο μαντήλι που φορούσε στο λαιμό της και το πέρασε στον δικό του. «Μα είναι κι απερισκεψία σου να βγαίνεις έξω χωρίς κασκόλ. Να θυμάσαι πάντα πως μού ανήκεις. Δεν έχεις το δικαίωμα να 'σαι απρόσεχτος. Κρυώνεις ακόμα;... Πού;»
   «Τα πόδια μου ξεπάγιασαν».
   Ξαναγέλασε πολύ σιγά κι ευτυχισμένα. Ύστερα έβγαλε τις γαλότσες της, τα γάντια της, τις μάλλινες μανσέτες της και τα συγκέντρωσε όλα σ' ένα σωρό. Γονάτισε μπροστά του, πάνω στο χιόνι, ανασήκωσε τα πόδια του και τα ακούμπησε πάνω στο σωρό -πάντα σιγά και χαριτωμένα, χαμογελώντας.
   «Αυτό που έκανες είναι ανοησία», είπε με μια υποψία χαμόγελου στα χείλη, χωρίς όμως και να τραβήξει τα πόδια του. «Τώρα θα κρυώσεις εσύ».
   «Αχ, μη λες βλακείες! Εγώ είμαι τόσο ζεστή, τόσο ζεστή! Θαρρείς, λοιπόν, πως θα μπορούσα να κρυώνω σαν κάθομαι πλάι στον αγαπημένο μου; Είσαι καλύτερα τώρα; Περίμενε μια στιγμή... Για κοίτα... Σήκ για λίγο... Έτσι! Θ' απλώσω το φουστάνι μου πάνω στο ξύλο.... Έτσι! Τώρα μπορείς να καθίσεις πάλι».  
   Για κάμποση ώρα δεν ακουγόταν τίποτ' άλλο παρά μόνο μουρμουρίσματα και φιλιά. Έπεφτε πάνω του και σφαλούσε τα μάτια της.
   «Πες μου ακόμα κάτι, πριν φύγω», τον παρακάλεσε. «Κάτι καλό! Κάτι που να το πάρω μαζί μου και να χαίρομαι γι' αυτό ώσπου να σε ξαναδώ».
   «Μα τι να σου πω τώρα;» απάντησε εκείνος. «Τέλος πάντων... Το 'χω μεγάλο βάρος στην ψυχή να σ' αφήσω να φύγεις μόνη μ' ένα τέτοιο κρύο».
   Του 'κλεισε το στόμα μ' ένα φιλί και σηκώθηκε αποφασιστικά. «Κρυώνω πολύ περισσότερο, όταν δεν είμαι κοντά σου», είπε. «Μα θέλω να 'μαι συνετή. Θαρρείς πως δεν το συλλογιέμαι καθόλου το πόσο κακό σού κάνουν αυτές οι παγερές νύχτες; Είναι πολύ άσχημο από μέρους μου να 'μαι τόσο εγωίστρια. Μα ύστερα πάλι νιώθω μια τέτοια λαχτάρα για σένα! Έλα, ας πηγαίνουμε τώρα. Μπας και σου περνά απ' το μυαλό η ιδέα πως θέλω να σε κάνω ν' αρρωστήσεις;» 
   Μάζεψε τα ρούχα της από κάτω κι άρχισε να τα φορά. Εκείνος έκανε να τη βοηθήσει, μα εκείνη αρνήθηκε.
   «Δεν πιστεύω να φορέσεις, Άννα, τις μάλλινες μανσέτες σου, έτσι βρεγμένες που είναι;»
   «Θα τις βάλω στην τσέπη του πανωφοριού μου», είπε πρόσχαρα. «Είμαι ζεστή σαν μια χύτρα γεμάτη καυτή σούπα».
   «Καλύτερα να χωριστούμε από 'δω κιόλας», είπε και γύρισε τρομαγμένα τα μάτια του ένα γύρο.
   «Φίλησέ με», τον παρακάλεσε.
   «Είμαι ολότελα ξυλιασμένος, Άννα... Θα 'θελα πολύ να σε συνοδέψω ως το σπίτι, μα το ξέρεις κι εσύ... απ' τον καιρό που αρρώστησα... Κι έπειτα δε θα 'ταν και φρόνιμο. Μπορούν να μάς δουν στο δρόμο, κανείς δε μπορεί να είναι σίγουρ0ς...» 
   «Έχεις δίκιο, αγαπημένε μου. Πήγαινε κατευθείαν στο σπίτι, κουκουλώσου μες στις κουβέρτες σου και δες λίγο στον ύπνο σου κι εμένα. Και να 'σαι προσεχτικός, τ' ακούς; Τι θα γίνω, αν μού αρρωστήσεις; Τώρα εγώ θα τραβήξω κατά το δάσος -δε φοβάμαι, ξέρεις, καθόλου. Σίγουρα δε θα βρεθεί κανείς να μού κάνει κακό».
   Μετακινώντας το πόδι μου, πάτησα ένα κλαδί, που έσπασε με κρότο. Κι οι δυο τινάχτηκαν και κοίταξαν προς το μέρος που κρυβόμουν. Και τότε εκείνος το 'βαλε στα πόδια, γρήγορος σαν τον άνεμο. Σ' ελάχιστα λεπτά είχε εξαφανιστεί κιόλας μέσα στο δάσος.
   Βγήκα στο μονοπάτι και πέρασα μπροστά απ' την κοπέλα, βγάζοντας το καπέλο μου. Είχε τρομάξει πολύ, καθώς φαίνεται. Μα αναθάρρεψε κι ανταπέδωσε το χαιρετισμό μου τόσο ελεύθερα και περήφανα, σαν να 'ταν έτοιμη να υπερασπιστεί και τον εαυτό της και τον δειλό που το 'χε σκάσει βιαστικά.
   Κι εξακολούθησε εντελώς ατάραχη το δρόμο της, χωρίς να καθόλου να βιάζεται και χωρίς να στρέψει ούτε μια φορά το κεφάλι για να κοιτάξει πίσω της.
 
Έβαλτ Καρλ 
(Μετφρ. Σταύρος Βέρας)
Περιοδικό «Νέα Γράμματα»,
τεύχος 1, Αθήνα 1924
 
Σημειώσεις:
(1) σκουλί: τσουλούφι, τούφα

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΝΙΚΗΤΡΑ

   
   Υπηρετούσα εισπράχτορας, εκείνον τον καιρό, στον υπόγειο σιδηρόδρομο του Σικάγου.
   Ακούστε λοιπόν τι μου συνέβηκε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, αποβραδίς.
   Σε κάποιο σταθμό, ανεβαίνει ένας κύριος στο τρένο, πολύ καθώς πρέπει, ίσαμε τριάντα χρονών πάνω κάτου.
   Μου πιάνει την κουβέντα.
   «Δε μου λέτε, πόσα λεφτά κερδίζετε απ' τη δουλειά σας;...»
   Συνηθισμένη ερώτηση στον τόπο των Γιάνκηδων. Του είπα το μισθό που έπαιρνα.
   «Δε θα 'θελες να βγάλεις καμιά δεκαριά δολάρια ακόμα;»
   Του αποκρίθηκα, εννοείται, καταφατικά.
   Τότε μου γύρεψε το δρομολόγιο του σιδηροδρόμου. Το κοίταξε κάμποση ώρα, με μεγάλη προσοχή, και κατόπι μου είπε:
   «Είστε σε υπηρεσία όλη την ημέρα σήμερα;»
   «Μάλιστα».
   «Τότε λοιπόν, μπορείς να μου κάνεις μια χάρη. Άκουσε περί τίνος πρόκειται: Κοντά στο σταθμό του Μονρόε, το τρένο περνάει πάνω από ένα πηγάδι που συγκοινωνεί με το υπόγειο καλώδιο του σιδηροδρόμου. Το πηγάδι αυτό είναι κλεισμένο από πάνω. Εγώ θα σηκώσω το σκέπασμα και θα κατέβω μέσα».  
   «Θέλετε ν' αυτοκτονήσετε;»
   «Όχι ν' αυτοκτονήσω καθαυτό. Θέλω όμως να κάνω πως αυτοκτονώ».
   «Α!...»
   «Εσείς θα σταματήσετε το τρένο και θα με βγάλετε από το πηγάδι δια της βίας».
   «Καλά».  
   «Ευχαριστώ. Για τη γυναίκα μου το κάνω. Πρέπει να πιστέψει πως είχα σκοπό ν' αυτοκτονήσω εξαιτίας της».
   «Θα 'ναι λοιπόν και η κυρία σας μέσα στο τρένο εκείνη τη στιγμή;...»
   «Μάλιστα. Θα 'ναι μες στο γκριπ».
    Ξαφνιάστηκα. Το «γκριπ» είναι το πρώτο - πρώτο βαγόνι που είναι μέσα ο οδηγός. Ένα σκέτο βαγόνι, ίδιο κάρο, τελείως ανοιχτό. Το χειμώνα δε βγαίνει ψυχή εκεί έξω να σταθεί, από τους επιβάτες εννοώ, γιατί κάνει τρομερό κρύο.
   «Μάλιστα. Θα 'ναι μες στο γκριπ», εξακολούθησε ο συνομιλητής μου. «Το 'χει υποσχεθεί στον εραστή της. Τώρα δα ακόμα διάβασα το γράμμα της».
   «Καλά, σύμφωνοι. Σας ειδοποιώ όμως: Τρία λεπτά της ώρας μόνο έχετε στη διάθεσή σας, για να σηκώσετε το σκέπασμα και να χωθείτε μέσα στο πηγάδι. Αλλιώς θα σας προλάβει το άλλο τρένο και τότε πάει το κεφάλι σας. Μήτε με ξυράφι να σας έκοβαν».
   «Το ξέρω. Μα όσο γι' αυτό πήρα τα μέτρα μου. Το σκέπασμα του πηγαδιού θα 'ναι βγαλμένο από πριν».
   «Ακόμα, και κάτι άλλο: Πώς θα καταφέρετε να ξέρετε σε ποιο τρένο ακριβώς θα 'ναι η γυναίκα σας;»
   «Θα μου τηλεφωνήσουνε. Έβαλα κάποιον να την παρακολουθήσει. Θα φοράει γούνα, κανελιά. Θα τη γνωρίσετε εύκολα: Είναι πολύ πολύ όμορφη. Αν τύχει και λιποθυμήσει, να την πάτε στο φαρμακείο που 'ναι στη γωνία της οδού Μονρόε».  
   Τον ρώτησα:
   «Καλά. Είσαστε όμως συνεννοημένος και με τον οδηγό;...»
   «Έννοια σας, του 'δωσα και κείνου άλλα τόσα δολάρια, όσα δίνω και σε σας. Μόνο, δε θα του πείτε λέξη βέβαια εσείς γι' αυτό το ζήτημα».
   «Καλά».
   «Τη στιγμή που θα ζυγώνουμε στο σταθμό Μονρόε, θα είσαστε στο γκριπ. Και καθώς δείτε το κεφάλι μου να ξεχωρίζει από μακριά, πάνω απ' τις ράγες, να δώσετε το σύνθημα του κινδύνου και το τρένο θα σταματήσει. Ο οδηγός, που είμαστε συνεννοημένοι, θα 'ρθει να σας βοηθήσει και θα με βγάλετε μαζί μέσα απ' το πηγάδι μ' όλη την αντίσταση που θα σας κάνω εγώ και με όλη μου την επιμονή πως θέλω, καλά και σώνει, να σκοτωθώ».
   Φλυαρήσαμε ακόμη μερικά λεπτά της ώρας. Το τρένο ζύγωνε στο σταθμό Μονρόε. Ο επιβάτης μου λέει: «Μην ξεχάσετε να πάτε τη γυναίκα μου στο φαρμακείο αν τύχει και λιγοθυμήσει». Και κατέβηκε.
   Το τρένο ξεκίνησε πάλι.
   «Πλουτίσαμε κατά δέκα δολάρια», συλλογιζόμουν. «Δόξα σοι ο Θεός! Να που 'χει ακόμα και όμορφες μέρες η ζωή!...»
   Κάνουμε, από 'κει και ύστερα, ένα δρομολόγιο, πηγαιμό κι ερχομό... Δυο δρομολόγια... Τρία... Τίποτα...
   Στο τέταρτο δρομολόγιο, τη στιγμή που ξεκινούσαμε απ' το σταθμό του Κότατζ, βλέπω μια νέα κυρία ν' ανεβαίνει και να κατευθύνεται κατά το γκριπ. Φορούσε γούνα, κανελιά. Πήγα κοντά της, να της δώσω εισιτήριο. Ήτανε νέα πολύ, και πολύ πολύ όμορφη. Μάτια γαλανά, γεμάτα αθωότητα.
   «Φτωχή μικρούλα», συλλογίστηκα, «μια δυνατή συγκίνηση σε περιμένει σήμερα. Ας είναι όμως... Έχεις καμωμένη κι εσύ μια τρέλα και τώρα ήρθε η ώρα να την ξεπληρώσεις. Δεν πειράζει. Όπως και να 'ναι, εγώ θα 'χω την ευχαρίστηση να σε πάω στο φαρμακείο. Και θα σε πάω όσο πιο άνετα μπορέσω, έννοια σου».
   Το τρένο εξακολουθούσε το δρόμο του.
   Από 'κει που στεκόμουν είδα τον οδηγό που είχε ανοίξει ψιλή κουβέντα με την κοπέλα. Τι κουβέντα ήτανε δυνατό να 'χει αυτός μαζί της; Άσε που του ήταν κι απαγορευμένο να πιάνει κουβέντα με τους επιβάτες την ώρα που ήταν στην υπηρεσία του. Κι όμως, όσο παράξενο κι αν μου φαινόταν, η κοπέλα ζύγωνε ολοένα πιο σιμά του και τον άκουγε με μεγάλη προσοχή.
   Μόλις είχαμε πια τριακόσια με τετρακόσια μέτρα για να φτάσουμε στο σταθμό Μονρόε.
   Η κοπέλα με τον οδηγό είχαν τελειώσει την κουβέντα τους. Και το τελευταίο πράγμα που πρόσεξα ήτανε κάποιο νόημα, σαν συγκατάθεση, που της έκανε αυτός με το κεφάλι του.
   Κατόπι έδωσε πιο πολλή ταχύτητα στο τρένο, ολοταχώς... Ξέχασα να σας πω πως οδηγός στο δρομολόγιο εκείνο ήτανε ο Πατ ο Ιρλανδέζος.
   «Κόψε μια σταλιά την ταχύτητα!» του φώναξα εγώ.
   Είχε πάρει το μάτι μου από μακριά, πάνω στις ράγες, ένα σημαδάκι να μαυρίζει. Μπορεί να 'ναι και κεφάλι ανθρώπινο- σκέφτεσαι. Κι έριξα μια ματιά προς την κοπέλα. Κι εκείνης τα μάτια της στο ίδιο σημαδάκι ήτανε καρφωμένα με αγωνία.
   «Από τώρα τρόμαξε! Ευαίσθητη που θα 'ναι η φτωχούλα η κοπέλα!...» έλεγα μέσα μου. «Σαν τι θα κάνει τότε, άμα ιδεί πως το σημάδι εκείνο είναι ο άντρας της και πως πήγε ν' αυτοκτονήσει;»
   Ο χοντρο-Πατ όμως πού να κόψει το δρόμο!... Του 'βαλα τη φωνή πως ήταν άνθρωπος εκείνο που φαινόταν στο πηγάδι. Τίποτα... «Να, τώρα πια ξεχωρίζει και το κεφάλι, χοντρο-Πατ! Είναι ο κύριος  που ήρθε με το τρένο λίγη ώρα πριν. Στέκεται μέσα στο πηγάδι με τη μούρη γυρισμένη προς εμάς».
   Σφυρίζω σύνθημα να σταματήσει. Τίποτα! Ο Πατ τραβάει πάντα μπρος, με την ίδια ταχύτητα! Δεκαπέντε δευτερόλεπτα να περάσουν ακόμα, πάει!
   Αρπάζω με ορμή το τιμόνι, γκρεμοτσακίζομαι προς τη σφυρίχτρα του κινδύνου... Αργά πια!... Το τρένο περνάει πάνω απ' το πηγάδι πρώτα και κατόπι σταματά.
   Πηδώ πάνω στις ράγες σαν τρελός. Ο οδηγός φαινότανε κι εκείνος σαστισμένος από την τρομάρα. Τραύλιζε με λόγια ακατανόητα. Η κοπέλα είχε βάλει τις φωνές: «Φριχτό! Φριχτό!...» Κι ήτανε σα μπαμπάκι το πρόσωπό της, κερωμένη. Όσο για να λιγοθυμήσει όμως, δε λιγοθύμησε. Σε λιγάκι κατέβηκε απ' το γκριπ και τράβηξε μακριά, εξαφανίστηκε...
   Κόσμος μαζεύτηκε αμέσως. Βρήκαμε το κεφάλι του δυστυχισμένου κάτω απ' το τελευταίο βαγόνι. Ανασύραμε και το κορμί απ' το πηγάδι.
   Ο αξιωματικός της αστυνομίας άρχισε πρόχειρη ανάκριση επί τόπου. Για μένα οι περισσότεροι επιβάτες ομολογήσανε πως είχα αγωνιστεί μ' όλα μου τα δυνατά να σταματήσει το τρένο.
   Την ώρα που βγαίναμε έξω στο σταθμό, ο Πατ μου γύρεψε το σουγιά μου. Φοβήθηκα μήπως τον ήθελε για τίποτα κακό και του είπα: «Φτάνει το κακό που 'γινε ίσαμε 'δω!...» Εκείνος χαμογέλασε και, δείχνοντάς μου το ρεβόλβερ του, μου είπε πως τον σουγιά μου δεν τον ήθελε για «κουταμάρες» παρά για κάτι άλλο.
   Και, σαν του τον έδωσα, μ' αποχαιρέτησε και μου είπε πως φεύγει από την υπηρεσία, από κείνη τη στιγμή. Να τον συγχωρώ πολύ, μα έπρεπε να κάνω εγώ τον οδηγό, όπως όπως, ίσαμε το τέρμα, κι εκεί πέρα πια θα μου δώσουνε άλλον.
   Όσο για το σουγιά, με παρακάλεσε να του τον αφήσω. Τον ήθελε για να πάει κάτω από καμιάν αυλόπορτα να ξηλώσει τα κουμπιά της στολής του, για να μην τον αναγνωρίζουν. Κι έφυγε...
   Θεραπεία δε χωρούσε. Τα κατάφερα κουτσά στραβά. Καλά που είχα κάνει οδηγός κι άλλες φορές κι έτσι βολεύτηκαν τα πράγματα.
 
   Κάποια βραδιά, παραμονή Πρωτοχρονιάς μου φαίνεται, δεν είχα δουλειά και γύριζα χαζεύοντας μέσα στην πολιτεία. Περνώντας από το σταθμό, μπαίνω μέσα. Ένα τρένο ετοιμαζότανε να ξεκινήσει. Εκεί δα κάποιος επιβάτης που σεκόταν στον εξώστη, με φωνάζει χαμογελώντας μου. Ήταν ο χοντρο-Πατ.
   Στην αρχή δεν τόνε γνώρισα. Είχε τα γένια του κομμένα, ήταν και πολύ καλοντυμένος. Ξαφνιάστηκα τόσο, που έβαλα τη φωνή:
   «Σουτ! Όχι τόσο δυνατά! Λοιπόν, πώς τελείωσε η υπόθεση;» με ρώτησε.
   «Μας δικάσανε!...» του αποκρίθηκα. «Και σένα, ξέρεις, σε γυρεύουνε».  
   Ο Πατ μου λέει:
   «Εγώ φεύγω για τη Δυτική Αμερική. Δε γίνεται δουλειά εδώ χάμου! Οχτώ δολάρια τη βδομάδα, χάλι είν' αυτό; Θ' αγοράσω ένα κτήμα και θα καλλιεργήσω, Λεφτά, εννοείται, έχω. Έλα μαζί μου. Έρχεσαι;...»
   «Δεν μπορώ, αδύνατο».
   «Αλήθεια, με την ευκαιρία αυτή, πάρε και το σουγιά σου... Ευχαριστώ! Άκουσέ με όμως που σου λέω: Δε θα κάνεις προκοπή όσο κάθεσαι στην εταιρεία!»
   Το τρένο σφύριζε.
   «Λοιπόν, αντίο!» λέει ο Πατ. «Για στάσου να σου πω. Άκου, πόσα σου είχε δώσει ο κύριος εκείνος που κόψαμε;»
    «Δέκα δολάρια». 
    «Και μένα δέκα... Δεν ήταν και λίγα, για να πούμε την αλήθεια. Η γυναίκα του όμως έδωσε πιο πολλά!»
   «Η γυναίκα του;»
   «Ε, βέβαια, κείνη η όμορφη κοπέλα -δε θυμάσαι; Έκανα καλά τη δουλειά μου μ' αυτή εγώ! Κοντά δυο χιλιαδούλες... Ήθελε να τον ξεφορτωθεί τονβ άντρα της με κάθε θυσία. Αγκαλά,  με τα δικά της τα λεφτά έχω τον αέρα αυτόν που βλέπεις και πηγαίνω ν' αγοράσω κτήμα καιν' αρχίσω άλλη ζωή, καινούρια».
 
Χάμσουν Κνουτ 
Ανοικτή Βιβλιοθήκη
Πηγή κειμένου: Περιοδικό «Ο Νουμάς»
τεύχος 782, 1924

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

ΣΤΗΝ ΆΚΡΗ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΟΥ

   
   Ο Γκούζλας φώναξε τον Ντούλμερη να παν στο κυνήγι. Του 'χαν πει πως στην κορφή της Αητοφωλιάς, στο μικρό οροπέδιο που σχηματίζεται πάνω στο ανατολικό βουνό που 'ναι την άνοιξη γεμάτο ασφόδελους, είχαν πέσει κοπάδια μπεκάτσες. Ακόμα είχαν φανεί χνάρια από λαγούς. Μπορούσε να 'ταν κι αγριοκούνελα. Αρκετές ντουζίνες απ' αυτά είχαν ξεκόψει την περασμένη άνοιξη απ' το γειτονικό υποστατικό κι είχαν πάρει το βουνό. Από τότε ο τόπος είχε γεμίσει κουνέλια κι οι κυνηγοί σκότωναν ταχτικά δυο και τρία ζευγάρια απ' αυτά σε κάθε τους εκδρομή. Ήσαν τόσο πολλά που και τα παιδιά τα χτυπούσαν με τις πέτρες. Ο Ντούλμερης χτύπησε τις μπότες του στις πλάκες της αυλής, χουχούληξε τα χέρια του κι είπε:
   «Θα πάρω το δίκαννο. Το λάδωσα προχθές και τραβάει μια χαρά».
   Ο ουρανός ήταν χαμηλός και βαρύς. Μεγάλοι όγκοι συννέφων κυλούσαν πάνω απ' τες στέγες των σπιτιών. Έδειχνε πως θα χιόνιζε από στιγμή σε στιγμή. Οι δρόμοι ήσαν έρημοι κι οι καπνοδόχες του χωριού άφηναν πυκνές τούφες καπνού. Κοπάδια από μαύρα αγριοπούλια περνούσαν ψηλά, κρώζοντας. Ξεκίνησαν και βγήκαν προς τους αγρούς με αργό βήμα καπνίζοντας τις χοντρές πίπες τους. Ένα μαύρο σκυλί με δασύ γυαλιστερό τρίχωμα ακολουθούσε τον Ντούλμερη που πήγαινε μπρος έχοντας το δίκαννο κρεμασμένο στον ώμο, το μαλλιαρό κούκο (1) του χωμένο ως τ' αυτιά και τα χέρια στις τσέπες. Έκανε μεγάλα κανονικά βήματα κι εψιθύριζε ένα παλιό θαλασσινό τραγούδι. Ο Γκούζλας τον ακολουθούσε ξοπίσω χωρίς να μιλάει. Κοίταζε τ' ακαλλιέργητα χωράφια, τα δένδρα που 'χε σπάσει και ξεριζώσει ο άνεμος και του 'ριχνε λοξές ματιές γεμάτες μίσος. Ήταν αληθινά ένας δυνατός άντρας ο Ντούλμερης με τετράγωνες πλάτες και γερά μπράτσα.
   Ο Γκούζλας χάιδευε το όπλο του κι έκανε αλλόκοτους συλλογισμούς. Σε μια στιγμή σκέφθηκε να τον συμμαδέψει καθώς πήγαινε μπρος, ανάμεσα στις δυο πλάτες και να τον χτυπήσει. Η σκέψη όμως αυτή δεν του φάνηκε σωστή. Ήταν στη μέση του δρόμου κι αν τον ξεμπέρδευε έτσι, θα τον έλεγαν δειλό. Αυτό δεν το ήθελε για όλη του τη ζωή. Μία κουρούνα με μαύρα φτερά και κίτρινο σαν χρυσάφι ράμφος πέρασε μπρος του και κάθισε μέσα σ' ένα χέρσο χωράφι. Έπαψε να σκέπτεται και κοίταζε το πουλί αυτό που τους άφηνε να ξεμακραίνουν για να πετάξει πάλι κοντά τους. Τους παρακολουθούσε με λοξά φτερουγίσματα περνώντας πάνω απ' το κεφάλι τους και καθόταν άλλοτε στη νοτισμένη γη κι άλλοτε πάνω στις ξερές και καμπούρικες ελιές. Τι να ήξερε τάχα και πήγαινε μαζί του; Θυμήθηκε πως οι κουρούνες τρώνε σάπιες σάρκες. Μια φορά είχε δει ένα κοπάδι απ' αυτές να μαδούν από τα μαύρα του κρέατα ένα ψόφιο άλογο κοντά στην ακρογιαλιά. Σε λίγες μέρες που ξαναπέρασε από το ίδιο μέρος είδε το σκελετό του αλόγου εντελώς γυμνό με την κοιλιά προς τα επάνω. Έμοιαζε με σκελετό βάρκας καθώς τα παγίδια του ήσαν όρθια κι η σπονδυλική του στήλη μισογερμένη πάνω στα χαλίκια όμοια με καρίνα...
   Η κουρούνα τώρα είχε πάρει θάρρος κι εζύγωνε πιο κοντά. Τους ακολουθούσε από πίσω σαν ορνίθι. Γύρισε, άρπαξε ένα βώλο χώμα και της τον πέταξε. Αυτή φτερούγισε ψηλά στον μουντό αέρα· άναψε την πίπα του και τράβηξε το δρόμο του. Ένιωθε κάποια ψυχρότητα την ημέρα αυτή για τον Ντούλμερη, με τον οποίο τόσες άλλες φορές είχαν βγει μαζί στο κυνήγι, μιλώντας στο δρόμο για τα σπαρτά, τ' άλογα, τα κρασιά και τις γυναίκες. Άρχισε να ψιθυρίζει πάλε το ίδιο θαλασσινό τραγούδι που 'χε απάνου κάτου αυτά τα λόγια:
 
Όταν πεθάνω θάψτε με κοντά στα μουράγια
 ν' ακούω τα κύματα που θα 'ρχονται και θα φεύγουν
τα φιλιά του μισεμού και του γυρισμού τα τραγούδια.
 
   Έπειτα το τραγούδι γινόταν πιο παθητικό και τέλειωνε μ' αυτά τα λόγια:
 
Μ' αρέσει η θάλασσα π' απλώνεται ολοπράσινη
σαν τα μάτια μιας νεράιδας που μ' έχει πλανέσει... 
 
   Ο Γκούζλας αισθάνθηκε κάτι να του σφίγγει το λαιμό. Αυτό το τραγούδι τον επείραζε. Ο νους του πήγε στη γυναίκα του. Η Αννέλα είχε ωραία πράσινα μάτια. Ήταν ένα παράξενο χρώμα· βαθύ γαλάζιο που έπαιρνε πράσινους κυματισμούς όταν τα κοίταζε κανείς πολλή ώρα. Ήταν κάτι βαθύ και απέραντο. Για τα μάτια της το έλεγε το τραγούδι αυτό ο Ντούλμερης. Την αγαπούσε! Ο Γκούζλας έμεινε πολλή ώρα βυθισμένος στις σκέψεις αυτές που του έσχιζαν την καρδιά. Τα θυμήθηκε τα μάτια αυτά το βράδυ του γάμου του 'δω και πέντε χρόνια. Ήσαν πιο μεγάλα και πιο φωτερά τότε. Τώρα είχαν πάρει μια αλαφριά θολάδα λύπης. Όταν μπήκαν στην κάμαρά τους το βράδυ εκείνο έπειτα από το γλέντι του γάμου του, πήρε το κεφάλι της γυναίκας του στα δυο του χέρια και κοίταξε στο βάθος των ματιών αυτών. Ήσαν όπως μια πράσινη θάλασσα, ένα χειμερινό απόβραδο, χωρίς κύματα και χωρίς τέλος. Στα βάθη τους έλαμπε όπως ένας φάρος το γλυκό φως του καντηλιού της κάμαρας π' αντανακλούσε επάνω της. Το μυστήριο αυτό των ματιών της γυναίκας του το 'ξερε τώρα κι ένας άλλος άνθρωπος ξένος αυτός και το τραγουδούσε κιόλας. Του ήρθε να κλάψει από τη λύσσα του.
   Ο Ντούλμερης είχε πάψει πια. Εβάδιζε πιο γρήγορα, γιατί το κρύο άρχισε να γίνεται πιο τσουχτερό. Η κουρούνα δεν είχε ξαναφανεί. Κανένας καλογιάννος τραγουδούσε  πάνω στους φράχτες  αμέριμνα. Ο Γκούζλας τώρα κοίταζε τον Ντούλμερη, όπως έκανε άλλοτε στα πανηγύρια όταν μαζευόντουσαν κάτω απ' τα ισκιερά πλατάνια για τ' άλογο των συντρόφων του. Κοίταζε τότε τα ζώα με φθόνο γιατ' ήσαν πιο δυνατά, πιο υπερήφανα, πιο κομψά και νοήμονα απ' το δικό του. Μέσα του ένιωθε τον ίδιο φθόνο να του καίει τα σπλάχνα. Αισθανόταν μαζί με το μίσος του, μια αδυναμία και μια ταπείνωση. Ο Ντούλμερης ήταν πιο νέος απ' αυτόν, πιο δυνατός και πιο κομψός. Το κεφάλι του συμμετρικό, με την ψημένη απ' τον ήλιο αντρίκια μορφή του, εστηρίζετο περήφανα πάνω στο γερό λαιμοτράχηλό του. Οι πλάτες του, οι δυνατοί κι εύγραμμοι γοφοί του, ελύγιζαν εύμορφα πάνω σε μια γυναικείας κομψότητος μέση. Θα τα ζήλευε κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα τα νιάτα αυτά. Και θα 'ταν λύπη να τα χαραμίσει κανείς. Σκέφτηκε τον Ντούλμερη ξαπλωμένο στη χλόη, πάνω σ' ένα ψήλωμα με το κεφάλι ανοιγμένο, πνιγμένον στο αίμα, και πήρε βαθιά την αναπνοή του. Η σκέψις του αίματος τον αλάφρωνε πολύ. Έπειτα σκέφθηκε την Αννέλα. Την νύχτα αυτή θα 'σβηνε για δαύτη ο ήλιος της ευτυχίας της. Ήταν ζήτημα αν θα μπορούσε ν' ανθέξει σε τόση συμφορά. Αυτό όμως τον ευχαριστούσε. Την στοχαζόταν να κυλιέται στο πάτωμα και να δέρνεται. Τα μαλλιά της ήσαν χυμένα γύρω. Γειτόνισσες τής έλεγαν λόγια παρηγοριάς. Έπειτα σκεφτόταν το κακό που 'χε γίνει. Ήταν ακόμη νωπή  η αμαρτία και του 'φερνε το αίμα στο κεφάλι. Εκείνος που του το φανέρωσε φάνηκε πολύ σκληρός. Έγινε ένα βράδυ που έλειπε σ' ένα μακρινό χτήμα. Είδαν τον Ντούλμερη να πηδάει απ' το παράθυρο σπίτι του και δε βγήκε παρά το γλυκοχάραγμα. Η Αννέλα τού κουνούσε μέσ' απ' το παράθυρο ένα μαντήλι. Όλ' αυτά ανακατευόντουσαν μέσα στο κεφάλι του και του 'ρχόταν σκοτοδίνη. Τ' αυτιά του βούιζαν και τα χέρια του έτρεμαν. Βιαζόταν πολύ.
   Τα πουλιά λαλούσαν ανάμεσα στους θάμνους. Το χιονόνερο έπεφτε πιο πυκνό. Ο αγέρας είχε πέσει και γύρω δεν ήταν ψυχή. Η νοτισμένη γη εμύριζε, ένα χρώμα βρεγμένης στάχτης ήταν απλωμένο παντού. Στον ουρανό αγριοπούλια μαύρα φτεροκοπούσαν, έπεφταν μ' απλωμένα τα φτερά σαν πληγωμένα κι έπειτα παίρνοντας ξαφνικά φόρα έσχιζαν γρήγορα τον αγέρα και χάνονταν πέρα πολύ μακριά, κρώζοντας. Είχαν φθάσει τώρα σ' ένα στενό μονοπάτι που έβγαζε ίσια στο ψήλωμα της αητοφωλιάς. Ο Ντούλμερης είχε σταθεί και τον περίμενε καθισμένος σε μια πέτρα. Έτρωγε λίγο ψωμί μ' ένα κομμάτι μεγάλο άσπρου τυριού. Όταν ο Γκούζλας σίμωσε σηκώθηκε και προχώρησε πλάγι του.
   «Νόμισα πως χάθηκες ανάμεσα στ' αμπέλια», του είπε. «Τι σκεφτόσουν; Για τη σοδειά ίσως. Το πράγμα είναι φανερό, πέρασαν τα καλά χρόνια. Φέτο δεν θα 'χουμε τα λάδια που 'χαμε άλλες χρονιές».
   Ο Γκούζλας τον κοίταξε στα μάτια. Εκείνος εξακολούθησε τρώγοντας την τελευταία μπουκιά του ψωμιού με φουσκωμένα μάγουλα:
   «Υγεία να υπάρχει. Ε, τι λες εσύ;»
   «Τι να πω;» 
   «Κι έπειτα δε χάθηκε ο κόσμος. Ό,τι λιγοστεύει στην παραγωγή, ακριβαίνει στην αγορά. Έτσι μπορεί να φέρει κανείς ισοζύγιο. Τι λες Γκούζλα;»
   «Ίσως να είναι έτσι...» Και τον κοίταξε λοξά, οργισμένος για την αταραξία του αυτή και την όρεξη που 'χε για κουβέντα.
   Συνέχισαν το δρόμο τους χωρίς να μιλούν. Προχωρούσαν επάνω στη βουνοπλαγιά περνώντας στενά μονοπάτια. Γύρω ήταν αφθονία από σχίνους, πρινάρια, μικρές βαλανιδιές και άλλους άγριους κι αγκαθωτούς θάμνους. Μικρά γκρίζα πουλάκια έφευγαν ξαφνισμένα και τρύπωναν ανάμεσα στα χαμόκλαδα. Επήγαιναν πια προφυλακτικά με το ένστικτο εκείνο των κυνηγών, πατώντας στις άκρες των ποδιών και γλιστρώντας ανάμεσα στα κλαδιά αθόρυβα. Ξεμάκραιναν και συναπαντιώντουσαν πάλι, γονάτιζαν και πυροβολούσαν. Τους ήχους τούς έπαιρναν και τούς αντιλαλούσαν οι γύρω βουνοπλαγιές. Πριν φτάσουν στην κορυφή ο Ντούλμερης έφθασε το Γκούζλα λαχανιασμένος.
   «Κοίτα τι χτύπησα», είπε. «Θα μου συμβεί κακό...»
   Και του έδειξε ένα χοντροκέφαλο μπούφο με τη φτερούγα σπασμένη και το στήθος γεμάτο αίματα. Το πουλί είχε γυρισμένο το κεφάλι του πλάι κι είχε μισοκλείσει τα μάτια. Ο Ντούλμερης το 'πιασε απ' το πόδι και το πέταξε μέσα σε μια βατουλιά. Πήραν το δρόμο σκεφτικοί κι αμίλητοι. Ο Ντούλμερης κοίταζε διαρκώς τ' ωρολόγι του. Απ' την ώρα που σκότωσε το πουλί εκείνο κάτι βαρύ είχε καθίσει στην καρδιά του. Τα σύννεφα χαμήλωναν πιο πολύ και σκοτείνιαζε διαρκώς.
   «Μα πού στο διάβολο βρέθηκε 'δω πάνω;» ρώτησε ξαφνικά.
   Ο Γκούζλας τον κοίταξε περίεργα.
   «Για ποιον λες;»
   «Για το πουλί!»
   Δεν του 'δωσε απάντηση. Αυτό πείραξε τον Ντούλμερη.
   «Λένε», είπε, «πως είναι κακό σημάδι. Ένας θειός μου σκότωσε ένα μπούφο στα χρόνια του κι έπεσε μια ώρα ύστερα απ' τ' άλογο στο ποτάμι και πνίγηκε. Τι λες συ γι' αυτό;»
   «Λέω πως θα 'χε κάμει κάτι κακό. Ο Θεός τιμωράει πάντα τους ανθρώπους που 'φταίξαν».
   Ο Ντούλμερης πειράχτηκε.
   «Τι θα πει αυτό; Ο Θεός τιμωράει τους ανθρώπους που του έφταιξαν, όποτε θέλει, χωρίς να τους στείλει τέτοια περιστατικά. Έπειτα κι αυτό είναι μια ιδέα. Ο Θεός τιμωράει τώρα σαν μεθυσμένος. Ο δίκαιος αυτός και πληρώνει. Στρίψε...»
   Και του έδειξε ένα μονοπάτι που τραβούσε δεξιά. Ο Γκούζλας είχε κοκκινίσει. Τον εκοίταξε κατάματα και του 'πε:  
   «Μπα!...Έτσι λες εσύ;»
   Ο Ντούλμερης άρχισε να γελάει.
   «Δεν το λέω 'γω. Το βλέπουμε δα στα πράγματα».
   Ο Γκούζλας στάθηκε. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει. Είπε βραχνά προχωρώντας ένα βήμα:
   «Ώστε και τώρα πρέπει να πέσω 'γω κάτ' απ' το βράχο; Πώς;... Αυτό λες;...»
   Ο Ντούλμερης τον κοίταξε σαστισμένος.
   «Τι θέλεις να πεις Γκούζλα; Παραμιλάς;»
   Ο Γκούζλας άρχισε να γελάει. Ήταν ένα γέλιο κρύο, όμοιο με τους κρωγμούς των πουλιών ψηλά στον αγέρα. Στάθηκε μπροστά στο Ντούλμερη και τού φώναξε κόκκινος ακόμα απ' τα γέλια, πιάνοντάς τον από τους δυο ώμους.
   «Δεν παραμιλάω. Μιλάω σωστά. Για τη γυναίκα μου μιλάω. Και για σένα. Ε, ε;...»  
   Είχαν φτάσει στην κορφή. Το χιόνι έπεφτε πυκνό και κοράκια θρηνούσαν πάνω απ' τα κεφάλια τους...
   Είχαν κυλιστεί πάνω στη χλόη και παλεύανε εκεί αρκετή ώρα, στήθος με στήθος, με τα πόδια τεντωμένα και ανοιχτά, σφίγγοντας ο ένας τον άλλον, συστρέφοντας τα σφιγμένα τους χέρια, φυσομανώντας... Ακουγόταν η αναπνοή τους ισχυρή και γρήγορη. Αίμα είχε ανεβεί στα μάτια τους και τα είχε θολώσει, αίμα έκαιγε τα μάγουλά τους, οι φλέβες του λαιμού των είχαν φουσκώσει κι απ' τ' άσπρα απ' την όργητα χείλη τους αφρός λευκός έβγαινε. Του Ντούλμερη το μέτωπο ήταν σχισμένο και το αίμα που 'τρεχε από κει άφθονο τον εστράβωνε. Ο Γκούζλας είχε γδαρμένα και ματωμένα τα χέρια και ένα μεγάλο μαύρο, μελανό σημάδι γύρω στο ζερβί του μάτι. Εσουρνόταν απάνω στο στήθος του Ντούλμερη και κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες να φτάσει και να του κόψει το λαιμό με τα δόντια. Δεν έμοιαζαν μ' ανθρώπους που πάνω στο μάλλωμά τους κυλιούνται στο χώμα και δέρνουνται. Ήταν μια τρομερή αντρίκια πάλη, ένας αγώνας λυκόσκυλων που προσπαθούν να πνίξει το ένα το άλλο. Σύννεφα θυμού περνούσαν μπρος στα μάτια τους και τα θόλωναν. Δεν έλεγαν λέξη και απ' τα σφιγμένα τους δόντια ξέφευγαν γρυλλίσματα μανίας. Κανείς δεν εφαινόταν κει πάνω. Το οροπέδιο ήταν έρημο. Το χιόνι έπεφτε πυκνό μέσα σε μια νεκρική σιωπή και μοναχά πουλιά ανεμοπάλευαν μεσούρανα. Θα είχαν κάμει χρήση των ντουφεκιών τους αν την ώρα που όρμησε ο ένας πάνω στον άλλον δεν τα είχαν αδειανά.
   Ο Γκούζλας είχε τραβήξει ένα μονόκοπο, ιταλικό λάζο (2) με πλατιά κι αστραφτερή λάμα κι είχε χτυπήσει τον Ντούλμερη στο μέτωπο. Το μαχαίρι όμως είχε κυλίσει έπειτα ανάμεσα στα χόρτα και κανείς δεν μπόρεσε να το ξαναπάρει. Η δίψα του αίματος είχε 'ρθει τώρα στο Γκούζλα άσβεστη κι ασυγκράτητη και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να καταβάλει τον αντίπαλο του. Σε μια στιγμή που κυλιόντουσαν πάνω στα ξερά χόρτα αγκομαχώντας, σήκωσε το κεφάλι του κι είδε με τρόμο πως δεν ήταν παρά λίγες δρασκελιές μακριά απ' την άκρη του γκρεμού, κάτω απ' τον οποίο ήταν τρομεροί βράχοι και πιο κάτω ένα βαθύ, σκοτεινό ρουμάνι. Αισθάνθηκε τότε το αίμα του να παγώνει κι έναν ίσκιο φόβου να περνάει μπρος στα μάτια του. Σκέφτηκε πως σε λίγα λεπτά, αν του ήταν έτσι γραμμένο, μπορούσε να βρίσκεται κάτω στο βάθος του ρουμανιού, ένας σωρός κόκκαλα σπασμένα και σάρκες γεμάτες αίμα. Έσφιξε τα δόντια του και βλαστήμησε. Το μέρος ήταν κατηφορικό και κυλούσαν διαρκώς προς το ίδιο μέρος που τελείωνε το οροπέδιο. Ο Ντούλμερης δεν είχε δει τίποτε. Είχε μεθύσει  από θυμό και λύσσα. Ο σκύλος του λίγο παρέκει ούρλιαζε. Τα κοράκια ψηλά άφηναν χαρμόσυνες κι άγριες κραυγές...
   Ένα βήμα τούς χώριζε τώρα απ' το γκρεμό. Ο Γκούζλας ανέπνεε βαθιά. Προσπαθούσε να ξεφύγει απ' τα δυνατά μπράτσα του Ντούλμερη, έβριζε και βλαστημούσε. Κοντά στην άκρη που έφερνε στο γκρεμό ήταν μια καμπούρα αγραπιδιά. Την είδε, άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε. Ο Ντούλμερης τον κρατούσε απ' τα γόνατα. Ελύγισε τα πόδια του κι έπειτα τα τίναξε μ' ορμή. Άκουσε το σώμα του Ντούλμερη να κυλάει, κάτι να σπάζει και πέτρες να φεύγουν προς τα κάτω. Έπειτα κάτι τον έσφιξε δυνατά στα πόδια, γύρω στις γάμπες, που έμεναν κρεμασμένες κάτω προς το κενό κι ένα βάρος μεγάλο κρεμάστηκε από 'κει. Ένιωσε κρύον ιδρώτα να τον πλημμυρίζει. Ο Ντούλμερης είχε κρεμαστεί από τα πόδια του. Δεν μπορούσε να κινηθεί πια. Τα χέρια του, που 'χαν αγκαλιάσει το δέντρο, πονούσαν. Ένιωθε έναν πόνο στα μηλίγγια, σαν να του κάρφωναν χοντρά, πυρωμένα καρφιά.
   Με δυσκολία, σαν το μυαλό του να 'χε σταματήσει, σκέφτηκε τη θέση του. Ο Ντούλμερης δεν θα κουραζόταν ποτέ και δεν θ' αφηνόταν να πέσει μόνος του κάτω στους βράχους. Η παράφορη μανία του θα τον κρατούσε γαντζωμένον εκεί, ως ότου να κουραστεί κι αυτός. Όσο γι' αυτό, τον ήξερε καλά τον Ντούλμερη. Ήταν άνθρωπος με βίαια πάθη. Η δύναμή του ήταν ακατάβλητη, δύναμη ζώου, συνηθισμένου να σχίζει και να ματώνει. Άρχισε να μετράει τα δευτερόλεπτα μ' αγωνία. Τα χέρια του είχαν σφιχτεί με υπεράνθρωπη δύναμη στον ξηρό και τραχύ κορμό του δένδρου. Άκουγε τον Ντούλμερη που ταλαντευότουν κρεμασμένος απ' την άκρη των ποδιών του, να φυσά με θυμό και να μουρμουρίζει. Έπειτα τού 'ρθε στο νου του η γυναίκα του, το σπίτι του, οι φίλοι του... Τι θα 'λεγαν τάχα όλοι αυτοί; Θυμήθηκε τα καινούργια μαύρα βελουδένια ρούχα του, που τα 'χε φτιάσει και δεν τα 'χε φορέσει ακόμα. Το πανταλόνι τού πήγαινε λίγο κοντό. Θυμήθηκε τη λεπτομέρεια αυτή και δυσφόρησε. Θυμήθηκε πάλι στερνά τη γυναίκα του. Μπορούσε να ήταν και αθώα, να τον είχαν γελάσει. Αλήθεια, αυτό δεν το 'χε σκεφτεί. Φέρθηκε με τυφλό πάθος, χωρίς να ζητήσει να μάθει την αλήθεια.
   Τώρα ήταν πια αργά. Ο θάνατος απαίσιος και φριχτός τον περίμενε κάτου, στο βάθος του ρουμανιού. Τον έσφιξε μια λύπη, ένας πόνος και θα 'θελε να κλάψει. Κάτι που κουνιόταν πάνω στα χόρτα, λίγο παρέκει, τον ξάφνισε. Δεν διέκρινε καλά από το μέρος που βρισκόταν. Ήταν ένα μαύρο, στρογγυλό πράγμα που πηδούσε προς το μέρος του. Όταν πλησίασε, γνώρισε την κουρούνα του δρόμου. Είχε σταθεί τρία βήματα μακριά σαν να καταλάβαινε τη θέση του και τον κοίταζε μ' ένα βλέμμα παράξενο. Έπειτα μέσα στο κοίταγμα αυτό ξεχώρισε κάποια πονηρία, κάτι σαν ειρωνεία. Το πουλί κουνούσε πότε την ουρά και πότε το κεφάλι του, σαν να τον φοβέριζε. Άρχισε να θυμώνει κι άφησε χωρίς να το θέλει μια χοντρή βλαστήμια. Η κουρούνα φτερούγισε και κάθισε παρέκει κοιτάζοντάς τον πάντα με το ίδιο σκληρό βλέμμα. Ο Ντούλμερης άκουσε τη βλαστήμια και κουνήθηκε απότομα στην άκρη των ποδιών του. Μουρμούρισε κάτι κι ύστερα μίλησε καθαρά με φωνή βραχνή κι αλλαγμένη, σαν κάποιος να τον έσφιγγε για να τον πνίξει.
   «Εξ μήνες την είχα δική μου την Αννέλα. Εννιά νύχτες ήταν όλη δική μου, ως το πρωί, σωστές εννιά νύχτες... Τη νύχτα της Πρωτομαγιάς, ήταν η πρώτη νύχτα, όταν λάλησε ο πρώτος πετεινός. Ήταν η Πούλια ένα καλάμι απάνου απ' το βουνό...»
   Ο Γκούζλας έσφιξε τον κορμό σαν να 'θελε να τον ξεριζώσει κι ούρλιαξε:
   «Ψέματα... Λες ψέματα!...»
   Ο Ντούλμερης φάνηκε πως δεν τον άκουσε. Η φωνή του είχε γίνει τώρα γλυκιά και λυπημένη, όπως όταν τραγουδούσε για τη θάλασσα:
   «Έχει μια ελιά στο στήθος, προς το μέρος του χεριού. Κι άλλη μια μεγάλη και μαύρη σαν κάρβουνο στις πλάτες. Την έκανα όπως κάνουν τα μικρά παιδιά. Έχει ένα σημάδι από δόντι επάνω στο χέρι, λίγο κάτου απ' τον ώμο και το σημάδι δεν είναι δικό σου. Την φίλησα στο στόμα, στα μάτια, εκεί που κλείνουν οι κλείδωσες των χεριών κι εκεί που σμίγουν οι πλάτες. Εννιά νύχτες ως το πρωί... Σουρνόταν κάτω σαν το φίδι κι όλο της το κορμί ήταν φλογισμένο όπως το...»
   Την τελευταία λέξη την πήρε ο άνεμος. Ο Γκούζλας ένιωσε τα χέρια του να τρέμουν. Κάτι βούιζε στ' αυτιά του σαν μηχανή σιδηρουργείου. Τα μηλίγγια του χτυπούσαν κι η καρδιά του μαζί, χτύπους δυνατούς και γρήγορους. Θέλησε να κοιτάξει τον ουρανό. «Πάτερ ημών... Θεέ μου.. Κύριε...» είπε. Άφησε το δέντρο κι αισθάνθηκε ένα βίαιο σύρσιμο προς τα κάτω. Το σκυλί ούρλιαζ' ακόμα. Τα κοράκια χόρευαν παράξενα κι έκαναν μεγάλους γύρους στον ουρανό...
 
Σταματίου Χάρης
Διαλεχτές Ιστορίες (Νέοι διηγηματογράφοι)
 Εκδ. Μ. Σαλιβέρου, Αθήνα 1933
 
Σημειώσεις:
(1) κούκος: τραγιάσκα 
(2) λάζο: μαχαίρι τσέπης με λάμα που διπλώνει μέσα στη λαβή, σουγιάς με ξύλινη λαβή και καμπυλωτή λεπίδα, πτυσσόμενος σουγιάς.

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2023

ΣΚΙΕΣ

   
   Ήταν τόσο πολύ ευτυχισμένη, τόσο πραγματικά ευτυχισμένη, εκείνην, ίσα - ίσα, τη βραδιά... Ξαπλωμένη σ' έναν καναπέ, με τα πόδια τεντωμένα στο σκαμνάκι, κοίταζε, σιωπηλά, τη θάλασσα. Ο ήλιος κόντευε σχεδόν να βασιλέψει. Οι τελευταίες κόκκινες ανταύγειες έβαφαν τα βουνά και τα νερά μ' όλα τα θεία χρώματα της ίριδος. Ένα σωρό χαρούμενα παιδάκια έπαιζαν πέρα στην ακρογιαλιά και, κάθε που τα πρόφταινε το κύμα, έμπηχναν όλα ξαφνικές και δυνατές κραυγές, που δονούσαν σύχαρα το βραδινόν αέρα...
   Κι ο ουρανός, μεγάλος, ολοκάθαρος και βυθισμένος στη βουβή γαλήνη της βραδιάς, θύμιζε χαρακτηριστικά με τις μήλινές του αποχρώσεις τα λεπτά κι εξωτικά εκείνα βάζα, που έρχονται απ' την Ανατολή και φέρνουν κάτι απ' το διάφανο μυστήριο των μακρινών, χιμαιρικών, χαμένων τους πατρίδων...
   Ήταν ξαπλωμένη στη βεράντα μ' ένα βιβλίο ανοιχτό στα γόνατά της -ένα βιβλίο που δεν είχε κατορθώσει όλο το καλοκαίρι να διαβάσει-  βυθισμένη στη γλυκιά ονειροπόληση που μάς παίρνει γενικά τις ώρες που βραδιάζει. Είχαν λείψει από το πρωί μέχρι σχεδόν τ' απομεσήμερο στην πόλη, ψωνίζοντας εδώ κι εκεί, στα γύρω μαγαζιά.
   Κι είχαν κουβαλήσει πλήθος πράματα -προετοιμασίες του χειμώνα- γιατί το καλοκαίρι ξεψυχούσε και το ημερολόγιο έδειχνε πια φθινόπωρο. Εν τούτοις, όμως, ο καιρός κρατούσε πάντα ήμερος, οι βαρκάδες εξακολουθούσαν, τα μεσημέρια έκαιγαν ακόμα. Ήταν από κείνα τα φθινόπωρα, απ' τα παράξενα εκείνα καλοκαίρια, που κρατούν όλη τη γλύκα προς το τέλος και παρατείνουν την εφήμερη ζωή τους, σα να μη θέλουν να παραδοθούν στο παγερό το πένθος του χειμώνα...
   Ήταν κουρασμένη αρκετά -αλλά και τόσο τρυφερά ευτυχισμένη, που δεν ένιωθε την κούραση καθόλου. Ήθελε, αν ήταν δυνατόν, να μην τελείωνε ποτέ αυτή η μέρα, να βαστούσε έτσι - δα, παντοτινά... 
   Η καρδιά της ήταν ανεξάντλητα, και πιο πολύ απ' όλες τις φορές, πλημμυρισμένη ευτυχία κι έρωτα!
   Εκείνος είχε κατεβεί στον κήπο και την άφησε για λίγο μοναχή. Κι ίσως - ίσως θα 'πρεπε να μείνει λίγο μόνη. Οι εντυπώσεις της χρυσής εκείνης μέρας έπρεπε κάπως να κατασταλάξουν, να πάρουν όλη τη λεπτή τους σημασία, όλη τη χαρωπή τους αρμονία, στην ησυχία και στη μοναξιά...
   Ένας στεναγμός ευτυχισμένος κι άθελος τής γέμισε τα στήθη.
   Ο ήλιος έσβηνε αργά, βασιλικά, σαν ένας πορφυρός μεγάλος δίσκος, ξαφνικά μεγαλωμένος και θεόρατος, στη βραδινή την αποθέωσή του. Τα μάτια τον κοιτούσαν τώρα άφοβα, χωρίς να παίζουν, μήτε να δακρύζουν. 
   Το καπέλο της ήταν πεσμένο δίπλα και δεν άπλωνε το χέρι να το πιάσει. Σε λίγο έτριξεν η πόρτα σιγανά κι εκείνος μπήκε μέσα. Ήρθε γελαστός ως τη βεράντα και της φίλησε με πάθος τα μαλλιά. 
   «Ξέρεις τι συλλογίζουμαι;» ψιθύρισεν εκείνη.
   «Και πώς μπορώ να ξέρω το τι κρύβει τις ώρες που δεν είμαι στο πλευρό σου αυτό το σκοτεινό το κεφαλάκι;...»
   «Να τι συλλογίζουμαι, χρυσέ μου: Είμαι πάρα πολύ ευτυχισμένη! Ίσως πιο πολύ απ' ό,τι πρέπει! Λες αυτό να μου βαστάξει έτσι πάντα;...»
   Γύρισε και την κοίταξε στα μάτια.
   «Γιατί το λες αυτό; Τι θες να πεις; Έχεις κανένα λόγο ν' αμφιβάλλεις; Γιατί προεξοφλείς έτσι το μέλλον;...»
   Εκείνη έσκυψε τα μάτια με παράπονο.
   «Θα 'θελα τόσο να μπορούσα να το κάνω! Δε μου φτάνει πια να χαίρομαι το τώρα... Θα 'θελα να 'μαι βέβαιη για πάντα!...» 
   Τής πήρε με χαμόγελο τα χέρια στα δικά του και μαλακά τής φίλησε τα δάχτυλα.
   «Κουταμάρες!»
   Είπε κι εκείνη τότε: «Κουταμάρες!...» Κι έσμιξαν παράφορα τα χείλη.
   Ο ήλιος είχε βασιλέψει τώρα. Στην παραλία, πέρα μακριά, όλα τα φώτα ήταν αναμμένα. Ένα πλήθος κόσμου σεργιανούσε κι από πιο πέρα, προς τ' αριστερά, από την άκρη μιας ολόφωτης εξέδρας, έφτανε κάποιος ήχος μουσικής.
   «Άνοιξες τα πράματα που φέραμε;» της είπε τότε ξαφνικά εκείνος.
   «Όχι απόψε. Είμαι κουρασμένη. Κι εξάλλου είμαι τρομερά ευτυχισμένη. Δε θέλω τίποτ' άλλο να σκεφτώ...»
   Τού το ξανάπε άλλη μια φορά, όταν ήταν καθισμένοι στο τραπέζι:
   «Είμαι τόσο φοβερά ευτυχισμένη».
   Τού το ξανάπε σιγανά, με τόσο πάθος, που κι εκείνος άρχισε σχεδόν ν' ανησυχεί. Την έβλεπε στο πλάι του, κοντά του, τόσο καλή και συμπαθητική, καθώς ήταν καθισμένοι κι έτρωγαν, που τού μετάδωσε κι εκείνου, επιτέλους, δεν ξέρω ποιο αόριστο συναίσθημα, το ρίγος μιας κρυφής ανησυχίας...
   Δυο - τρεις φορές τού ήρθε, ξαφνικά, μιαν όρεξη τρελή να τη φιλήσει...
   Κι η βραδιά περνούσε πιο βουβά, νοσταλγική, μοναδική, αλλόκοτη. Ώρες - ώρες έλεγε με το νου του πως ποτέ, απ' τον καιρό που ζούσανε μαζί, δεν την είχε δει τόσο αμίλητη.
   Ήταν καθισμένοι πολύ κοντά στη θάλασσα, δίπλα, σχεδόν, στο πάφλασμα του κύματος, στην πιο απόμερη γωνιά της αμμουδιάς.
   Όταν έφτασαν στα φρούτα, προς το τέλος, θέλησε κάτι να της πει, αλλά μετάνιωσε. Είχε τα μάτια καρφωμένα μακριά στο λευκό πανί κάποιας βαρκούλας, που γλιστρούσε γραφικά κι αθόρυβα, σαν ένας κύκνος μακρινός, σαν ένα φάντασμα, στη σκοτεινή γαλήνη των νερών. Όμως και η λευκή βαρκούλα πέρασε και τα μάτια, δίχως να σαλεύουν, εξακολουθούσαν να κοιτάνε, να κοιτάνε, βυθισμένα στο κενό...
   Κι όταν τής είπε πια να φύγουν από 'κει, γύρισε και τον κοίταξε με τόσην απορία, με τόσο ήσυχο και μυστικό παράπονο, ώστε μετάνιωσε που πρόφερε το λόγο:
   «Αν θέλεις, μένουμε, δε θέλω να σε βιάσω. Σου το 'πα μόνον επειδή σε βλέπω κουρασμένη...»
   «Είμαι κουρασμένη αρκετά. Αλλά θα 'θελα να μείνουμε λιγάκι...»
   Η φωνή της είχε πάρει, τώρα, κάποιον τόνο ασυνήθιστα βαθύ.
   Απ' την απόμερη εκείνην αμμουδιά, που συνήθιζαν να τρώνε κάθε βράδυ, μπορούσαν κι έβλεπαν την κίνηση τριγύρω, χωρίς αυτοί να φαίνονται στους άλλους. Την είχαν βρει σαν ένα είδος άσυλο. Συζητούσαν, εκεί πέρα, πιο ελεύθερα κι έλεγαν μ' ησυχία τα δικά τους, χωρίς η γύρω κίνηση να τους απασχολεί. Όμως εκείνη τη βραδιά δεν άνοιγαν το στόμα.
   Ήταν κι οι δυο τους απορροφημένοι από μια σκέψη μακρινή κι απροσδιόριστη.
   Εκείνη, έπειτα, σηκώθηκε με μιας, σα να ξυπνούσε ξαφνικά απ' ένα όνειρο κι έδειξε πως θέλει να γυρίσει.
   Ανέβηκαν τους βράχους, έναν έναν, πολύ αργά, πιασμένοι απ' το χέρι κι έφτασαν στο δρόμο το μεγάλο.
   Περίμεναν εκεί, δίχως μιλιά, ωσότου να περάσουν τ' αυτοκίνητα.
   Και πήραν πάλι, ήσυχα, το δρόμο του σπιτιού.
   Κι η νύχτα πέρασε γλυκιά και δίχως όνειρα -μια νύχτα μαγική κι ευλογημένη, που λες κι οι ώρες δεν πατάνε πια στη γη, αλλά περνάνε, μουσικές κι ασύλληπτες, σαν κάποια δάχτυλα νωθρά, που παίζουν άρπα...
   Κι όταν ήρθε το πρωί, γιομάτο φως κι αρώματα, ξύπνησαν, σχεδόν μαζί, μ' ένα καινούργιο κέφι.
   Εκείνος είχε πρόγραμμα ν' ανεβεί στην Αθήνα. Είχε χίλια πράγματα να κάνει, ν' ανταμώσει κάποιο δικηγόρο, να ξεμπερδέψει κάποιες υποθέσεις. Ήταν ανάγκη, ως το μεσημέρι, όλ' αυτά να βρίσκονται σε τάξη.
   Η μέρα ήταν αρκετά προχωρημένη.
   Ο ήλιος χρύσωνε τα τζάμια και τον τοίχο. Η θάλασσα φαινόταν από τ' άνοιγμα του μισογερτού παραθυριού, μόλις είχαν διαλυθεί οι πρωινές ομίχλες, σαν έν' ατλάζι γαλανό και διάφανο, με τις ανάλαφρες ρυτίδες των κυμάτων, συρμένες απαλά εδώ κι εκεί, σαν πινελιές που μόλις ξεχωρίζουν. Το πρωινό, ευτυχισμένο αγεράκι, την κόλπωνε σε μαλακές πτυχές όλο ραθυμία και νωχέλεια, σα μια μεγάλη απλωτή σημαία...
   Η ώρα ήταν, όμως, περασμένη -κι αυτός ακόμα χτενιζόταν στον καθρέφτη.
   «Μη φεύγεις!» άξαφνα τού φώναξεν εκείνη.
   Γύρισε και την κοίταξε παράξενα, μ' ένα χαμόγελο πολύ ειρωνικό, κι εξακολούθησεν, αργά, το χτένισμά του.
   Αφού τελείωσε, τής είπε μοναχά:
   «Γιατί το λες αυτό;»
   Εκείνη δεν τού αποκρίθηκεν αμέσως. Τού 'δειξε μόνο, με το χέρι, μακριά, κάποιο μεγάλο σύννεφο σαν πούπουλο, που διάβαινε, λευκό, στον ουρανό.
   Έπειτα το χέρι της ξανάπεσε.
   «Έννοια σου, και θα γυρίσω γρήγορα!» 
   Σούρωσε τα χείλη με παράπονο.
   «Θα προτιμούσα να μη φύγεις!» τού ξανάπε.
   «Από χτες είσαι πολύ... ρομαντική!»
   Είπε στην τύχη το επίθετο αυτό, γιατί δε βρήκε κάτι το κατάλληλο. Και πρόσθεσε μ' αβέβαιη φωνή:
   «Ας κοιτάξουμε και λίγο τις δουλειές μας...»
   Δεν είπαν τίποτ' άλλο.
   Εκείνος είχε πια ντυθεί, ολότελα ντυθεί -κι όμως στεκόταν πάντα στο παράθυρο, σα να καταλάβαινε, στο βάθος της καρδιάς του, πως ίσως να μην έπρεπε, πραγματικά, να φύγει...
   Είχε βγάλει το μικρό του το πιστόλι και το είχε βάλει δίπλα στο τραπέζι.
   Έπειτα πήγε στο γραφείο του, ξεκλείδωσε, έβγαλε διάφορα χαρτιά κι έπειτα ξαναγύρισε στην κάμαρα.
   Κοίταξε τα χαρτιά του ένα ένα, για να δει τι έπρεπε να πάρει. Τα κοίταζε αργά, με προσοχή, έβανε στη μπάντα μερικά, πήρε δυο - τρεις φακέλους από μέσα κι άρχισε να τους ταχτοποιεί, πολύ αργά, και σα συλλογισμένα.
   Εκείνη έριξε τα μάτια στο πιστόλι.
   Κι ενώ εκείνος ήταν γυρισμένος, άπλωσε το χέρι και το πήρε.
   Το κοίταζε απ' όλες τις μεριές, με την περιέργεια πολύ μικρού παιδιού, έκανε σα να 'θελε να ρίξει, τάχα σημαδεύοντας το σύννεφο, το μεγάλο πουπουλένιο άσπρο σύννεφο, που είχε μείνει στον ορίζοντα, μετέωρο, σα χιονισμένη κορυφή βουνού, έτσι λαμπρού, που θάμπωνε τα μάτια -κι έπειτα το γύρισε παντού, σαλεύοντας την κάννη του προς όλα τα σημεία, πότε στα πόδια μιας καρέκλας ψάθινης, πότε σ' ένα μικρό μαξιλαράκι, πότε σε μια κορνίζα κρεμασμένη...
   Το γύρισε προς όλες τις μεριές και πότε το 'φερνε πολύ κοντά στο μάτι, πότε το τέντωνε στην άκρη του χεριού, παίζοντας αμέριμνα μαζί του. Κι έπειτα, πάλι παίζοντας, το κάρφωσε στο στήθος.
   «Και να φαντασθεί, ποτέ, κανένας πως εδώ μέσα κρύβεται ο θάνατος!»
   Το είπε τόσο μελαγχολικά, που εκείνος, παραξενεμένος, γύρισε το κεφάλι και την είδε.
   «Μη!» τής φωνάζει με τρελή, βραχνή φωνή.
   Αλλά δεν πρόφθασε ν' αρθρώσει τίποτ' άλλο. Ξαφνιασμένη απ' τον ήχο της φωνής του, καθώς είχε πιασμένη τη σκαντάλη, χωρίς να θέλει, πάτησε το δάχτυλο...
   Κι ώσπου εκείνος να χιμήξει, να προλάβει... μεσ' στο γαλάζιο και χαρούμενο πρωί και μεσ' στον ήλιο που πλημμύριζε την κάμαρα, το νεκρό βόλι, ζωντανεύοντας με μιας, μ' έναν κρότο κούφιο και ξερό, τής είχε περασμένη την καρδιά...
   
Λαπαθιώτης Ναπολέων
Εφημερίδα «Φιλολογική Κυριακή»
Αρ. φύλλου 3, Αθήνα 12 Σεπτέμβρη 1943

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΩΝ

   
   Μ' άρεσε να πιάνω πάντα μια γωνιά, κι είχα σα δικιά μου μια πολυθρόνα αναπαυτική, που τις περισσότερες φορές ήταν σκεπασμένη με ντύμα, κι έμοιαζε μ' ανθρώπους, που πάνω στη δουλειά τους φορούνε μπλούζα, και κάποτε με τα καλά της, ένα φιστικί βελούδινο. Κι εκεί έμενα, άκουγα, μιλούσα, συζητούσα.
   Και πώς μ' άρεσε το σπίτι αυτό, τι ωραία που ήταν, και πως ήθελα να μην περνά η ώρα!
   Ήθελα τη συντροφιά του σπιτιού, το σπίτι, ν' ακούω το θόρυβό του, τις φωνές μέσα, την κίνηση, τη ζέστη του, και ας μου 'δινε μια μελαγχολία, ας αισθανόμουν έναν πόνο... Κι είχα τόσο βαρεθεί τη μοναξιά!
   Και πάντα πριν απ' το τσάι, μόλις επήγαινα, ο φίλος μου, ο παλιός μου φίλος ο Μίμης, θα μου έφερνε μαζί κι ένα ποτήρι κρασί.
   Εγώ τότε, έσερνα την πολυθρόνα, που 'χε ροδίτσες από κάτω, και την πήγαινα κοντά στο τραπέζι...
 
   Φίλος παλιός ο Μίμης Μαράλιος είχε παντρευτεί την κόρη του Καμπουρίδη, ενός πλούσιου γέρου με μορφή αγίου, πρώην νομάρχη. Χρόνια και χρόνια είχε κάνει νομάρχης. Τα κατάφερνε να τον αφήνουν τ' άλλα κόμματα, όταν ερχόντουσαν στην αρχή.
   Η γυναίκα του, μια παχιά γριά, μ' ένα στήθος τεράστιο, που όλο χαϊδευόταν, ή έκανε πάντα σα να τη χάιδευαν, σωστή γριά γάτα, που αν και γριά, ζητά τα χάδια σα νέα.
   «Σήμερα με πονούσε το κεφαλάκι μου», έλεγε για την κεφάλα της.
   Όλα τα δικά της τα 'κανε μικρούτσικα, το ποδαράκι της, το χεράκι της! Μα ήθελα κάποτε να μιλήσει και για το τεράστιο στήθος της, για ν' άκουγα πώς θα το 'λεγε: «Το στηθάκι μου»;
   Ο άντρας της ο Καμπουρίδης φαινόταν κι έδειχνε πως ήταν ο καλύτερος των ανθρώπων. Με τα μπαμπακένια του μαλλιά, τη σιγανή φωνή του, το ύφος του το αγαθό, μα τόσο αγαθό που έβγαινε απ' τα όρια. Αν ζούσε τον καιρό που έκαναν τους αγίους, σίγουρα θα τον έκαναν άγιο, και ας μην είχε πάει στη χώρα των υπερτάτων απολαύσεων.
   Έτσι τον είχα κι εγώ, αλλ' έμαθα πως ήταν αλλιώτικος απ' ό,τι φαινόταν. Όταν ήταν νέος και νομάρχης, σε ό,τι δουλειά, βρωμοδουλειά γινόταν για λεφτά, θα 'ταν μέσα. Μόλις εμάθαινε κάτι τέτοιο, θα 'τρεχε, και με φοβέρες ακόμα, θα κατόρθωνε να χωθεί, ή να τον πάρουν μέτοχο κι αυτόν.
   Ήθελε να πλουτίσει και το 'κανε. Τότε όμως ησύχασε. Και πάλι καλά.
   Από ένα άλλο πράγμα, ένα ελάττωμά του παλιό, δε μπόρεσε να ησυχάσει και στα γεράματά του ακόμα. Απ' την αγάπη που 'χε στις γυναίκες.
   Γιατί ήταν και γυναικάς φοβερός. Τη γυναίκα του την έκλεινε να μην τη δει κανείς, να μην την πλησιάσει, κι αυτός, σαν πετεινός ελεύθερος, έτρεχε 'δω και 'κει, κυνηγώντας τις όρνιθες των άλλων πετεινών, που έβοσκαν αμέριμνες. Κι όλ' αυτά μέσα σ' ένα σκοτάδι θα τα 'φτιαχνε, ή μέσα σε μια ομίχλη πυκνή, που τον έκρυβε.
   Ο γέρο Καμπουρίδης φυλαγόταν πολύ, και είχε πονηρία μεγάλη, να μην καταλάβουν εκείνο που έκανε.
   Και τον βοηθούσε και η εμφάνισή του, γιατί πάντα είχε το αγαθό ύφος του καλού ανθρώπου, που μπορεί κανείς να του εμπιστευθεί και την τιμή του. Σωστός διάβολος κρυμμένος σε δέρμα και πρόσωπο αγίου.
   Τελευταία όμως, ο γέρος τα 'χε κάνει θάλασσα. Είχε πάρει ένα δρόμο και δε μπορούσε να κρυφτεί, να σταματήσει, σα να 'χαν σπάσει τα φρένα της μηχανής του και του ήταν αδύνατο να τη σταματήσει. Στη θέα γυναικών τίποτα δε λογάριαζε, γινόταν κριάρι, τράγος, σκύλος, έπαυε να 'ναι άνθρωπος. Και θα πήγαινε κοντά να τριφτεί, να, να...
   Και προτιμούσε προπάντων τα κορίτσια και τις νεαρές γυναίκες.
   Είχε όμως και μια μανία που τον έκανε να μοιάζει με ζώο και περισσότερο με σκύλο: Τη μανία να μυρίζει! Ναι, μάλιστα, τη μανία να μυρίζει, να βάζει ή να κολλά τη μύτη του στα μαλλιά, στις κοτσίδες των κοριτσιών, στους κότσους των γυναικών.
   Αυτό το 'δα κι εγώ, όχι μια φορά και δυο, με τα μάτια μου, το 'χε δει και ο γέρο Μπαρής, ο παλιός του φίλος, που δεν το ήξερε αυτό, πως το 'κανε. Μα κι απ' αυτό πιάσαμε ομιλία μια μέρα, και μου διηγήθηκε και τι πράγμα ήταν ο φίλος του.
   Αλλά τι είχαν να κάνουν όλα αυτά; Αγαπούσε αυτός και η γυναίκα του το φίλο μου περισσότερο και απ' την κόρη τους και τρέμανε γι' αυτόν, όταν αργούσε!
 
   Καραβοτσακισμένος, εγώ, συναντήθηκα μια μέρα με τον παλιό μου φίλο και συμμαθητή Μαράλιο, τα είπαμε, κι αυτός έπειτα με προσκάλεσε να πηγαίνω τα βράδια στου πεθερού του το σπίτι, όπου έμενε, για να περνούμε λίγες ώρες ευχάριστες. Ω αυτές οι ώρες! Μα τι θα πει ώρα;
   Όταν επήγα στο σπίτι του Καμπουρίδη, ένα ωραίο σπίτι, εγνώρισα κι άλλους δυο. Έναν αρσενικό κι έναν θηλυκό.
   Ο αρσενικός ήταν ένας γέρος και λεγόταν Μπαρής. Πάντα εύθυμος, πάντα! Κι αυτή η ευθυμία του μ' έκανε κάτι κακό να λέω γι' αυτόν. Μα δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς!
   Ο θηλυκός ήταν μια γυναίκα περασμένη στα χρόνια, που έκανε τη νέα. Ντυνόταν σαν κοριτσάκι, έγραφε στίχους, και μιλούσε πάντα για το «ευγενές αίσθημα, τον έρωτα». Και τα ποιήματά της μόνο για έρωτα έλεγαν. Ποτέ για τίποτε άλλο. Μόνον ο έρωτας υπάρχει καλό στον κόσμο...
   Και ήταν αδύνατο να μη μαλώσει κάθε τόσο με το γέρο Μπαρή, που είχε ιδέες αντίθετες. Αυτός έλεγε τον έρωτα «αγενές αίσθημα, αρρώστια, πανούκλα, τρέλα, βλακεία!» Και η Ευρυδίκη γινόταν βαπόρι, όπως λένε, που τρέχει μ' όλη του τη δύναμη, πετώντας καπνούς πυκνούς και σπίθες.
   Σαν τη γάτα με το σκύλο κοιτάζονταν, πλησίαζε ο ένας τον άλλον. Αυτή ήταν η γάτα, έτοιμη να τσαγκρουνίσει, κι αυτός ήταν ο σκύλος, αγαθός σκύλος όμως, έτοιμος να παίξει, να πειράξει.
   Δεν ήταν όμως οι αντίθετες γνώμες που έκαναν την Ευρυδίκη έτσι. Ήταν κάτι άλλο. Μια βραδιά της είχε πει ο γέρο Μπαρής:
   «Ε, εμείς τώρα γεράσαμε, καλή ψυχή!» Πώς δεν τον έφαγε, δεν του 'βγαλε τα μάτια, δεν τον κατασπάραξε!
 
   Έτσι περνούσαν οι βραδιές μας αρκετό καιρό. Εμείς και μεις να μιλούμε, να συζητούμε, να λέμε χίλιες δυο ιστορίες, πίνοντας το τσάι μας, και να γελούμε, όταν μάλωνε ο γέρο Μπαρής με την Ευρυδίκη.
   Η Ευρυδίκη ήταν ζωντοχήρα, ο γέρο Μπαρής γεροντοπαλίκαρο.
   Κάποτε όμως, αργά και πού, χαλούσε ο κύκλος μας, και χαλούσε από εορτή. Κάποιος απ' το σπίτι θα 'χε τ' όνομά του. Και εόρταζαν όλοι εκτός απ' το φίλο μου. Εόρταζαν ακόμη και τα δυο μικρά τα παιδιά του φίλου μου, και ας ήταν κουτσούβελα.
   Τότε το σπίτι γέμιζε από κόσμο, προ πάντων από γυναίκες και κορίτσια. Τότε ο Καμπουρίδης δεν ήξερε ποια να πρωτομυρίσει...
   Δεν κρατούσαν όμως κανέναν στο τραπέζι, όπως έκαναν από μια φορά κι έναν καιρό. Ούτε εμάς ακόμα...
 
   Μια βραδιά που πήγα, είδα κι ένα άλλο πρόσωπο εκεί. Μια νέα γυναίκα. Κοντόσωμη, με κομμένα μαλλιά και μάτια μεγάλα μαύρα. Συμμαθήτρια της γυναίκας του φίλου μου, όταν πήγαινε σχολείο.
   Ήταν παντρεμένη δίχως παιδιά, μα και δίχως άντρα. Ο άντρας της έλειπε, ήταν μακριά, στη Νότιο Αφρική.
   Κοντή, κοντή, μια γυναικούλα, αλλά ζωηρή όμως όλο φωτιά. Σε μένα έκανε μια παράδοξη εντύπωση, όταν μου τη σύστησαν. Πως είχε κάτι του σκυλιού, του μικρού σκυλιού, όταν του μιλούν, στην έκφραση του ματιού, του προσώπου και στο γύρσιμο του κεφαλιού που το 'γειρε λίγο στα πλάγια. Μόνο που δεν είχε τ' αφτιά για να τα υψώσει και να τα φέρει εμπρός. Μα η έκφραση του ματιού έφθανε, ήταν σα να υπάρχουν.
   Είδε δειπνήσει με τους οικοδεσπότες.
   Ο πεθερός του φίλου μου ήταν στις δόξες. Δεν ξεκολλούσε από κοντά της. Και ποιος ξέρει πόσες φορές θα την είχε μυρίσει!
   Και κάπνιζε η κοντόσωμη αυτή κυρία, σαν αράπης, όπως λένε, το 'να τσιγάρο πάνω στ' άλλο. Είχε όμως κάτι δοντάκια κάτασπρα!
   Το νόμισα θαύμα τότε, λησμονώντας ότι υπάρχει και το βουρτσάκι...
   «Μαρουλιό», φώναξε ο Καμπουρίδης, μόλις εκάθισα κι εγώ και νόμισα πως φώναζε να μου φέρουν το συνηθισμένο μεζέ και κρασί.
   Αλλ' όταν παρουσιάστηκε η Μαρουλιό, της είπε:
   «Φέρε γρήγορα εκείνο το κίτρο».
   Κι ύστερα στη νέα γυναίκα:
   «Είναι ένα γλυκό θαυμάσιο!...»  
   «Το ξέρω, το ξέρω», έκανε κείνη με μισόκλειστα τα δοντάκια της.
   Ο φίλος μου έλειπε κείνη τη στιγμή. Μα και όταν ήρθε, λησμόνησε να με ρωτήσει αν μου έδωσαν το μεζέ και το περίφημο κρασί, που με τόση ευχαρίστηση ρουφούσα σιγά, σιγά!
 Η Ευρυδίκη δεν ήταν αυτή τη βραδιά. Και ο γέρο Μπαρής, που πάντα εύθυμος ήταν, είχε πέσει σε μελαγχολία, σα να λυπόταν γιατί δεν έβλεπε το καταζαρωμένο σα φυσαρμόνικα πρόσωπο της Ευρυδίκης.
   Εγώ ήμουν αυτή τη βραδιά στενοχωρημένος, όχι για το μεζέ και το κρασί, αλλά γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να φύγω.
   Είχα λάβει τηλεγράφημα από ένα θειο μου να τρέξω στη μικρή πόλη που έμενε, στην πατρίδα του, γιατί ήταν ανάγκη μεγάλη.
   Μα και του μεζέ και του κρασιού ο χαμός μου φάνηκε παράδοξος, πώς ήρθε έτσι πάνω σ' αυτό που θα 'φευγα να μη μου τα δώσουν...
 
   Εγύρισα μετά ένα μήνα και κάτι μέρες. Ήταν τότε φθινόπωρο, όταν έφυγα, και έμπαινε χειμώνας όταν ήρθα.
   Τίποτα δεν είχα κάνει εκεί που πήγα. Ίσα, ίσα, μού χάθηκε και κάποια ελπίδα που κάποτε έβλεπα θαμπά.
   Αλλά τώρα δεν επιθυμούσα ούτε την ευτυχία του φίλου μου, να 'χω κι εγώ έτσι μια γυναικούλα ωραία και να μ' αγαπά, ένα σπίτι ήσυχο κι ευτυχισμένο, ούτε ήθελα τη συντροφιά του σπιτιού όπως άλλοτε. Όχι, δε μ' ενοχλούσε η μοναξιά, η ερημιά κι η δυστυχία.
   Και με χαμόγελο πικρό και ειρωνικό διάβασα κάτι που 'χα τότε γράψει συρμένος απ' την ευτυχία εκείνη την πρόσκαιρη των ανθρώπων, την ψεύτικη ευτυχία:
   «Η νύχτα η ωραία χάνεται, ώρες καλές σε ύπνο περνούν, ως μη φεύγετε, φίλοι, ας μείνουμε ακόμα, είναι τόσο καλή η συντροφιά!
    »Α, πώς ήθελα να μάκραιναν οι ώρες της ευτυχίας όπως μας φαίνεται  ότι μακραίνουν οι ώρες της δυστυχίας».
   «Τι κουταμάρες», είπα. Και τι θα πει αν μακρύνουν ή κοντύνουν οι ώρες; Εκείνο τρέχει, τους πάει εκεί που όλα σβήνουν!
   Και πάλι σα να είδα εκείνο που με το νου μου το 'χα κάνει σα σιδηρόδρομο με πολλά πολλά βαγόνια, να τρέχει όλο γύρω - γύρω, να σταματά κάθε στιγμή όμως και να ρίχνει έξω σωρούς ανθρώπων, που μόλις έπεφταν διαλύονταν μεμιάς σα σταγόνες νερού σε μεγάλη φωτιά!
   Και όμως επήγα στου φίλου του Μαράλιου το σπίτι, έσυρα τον εαυτό μου να πάει εκεί με τη βία.
 
   Πίστευα πως θα το βρω όπως τ' άφησα, θα δω τα ίδια πρόσωπα. Αλλά δεν το βρήκα έτσι.
   Πρόσωπα άγνωστα είδα τώρα μέσα, που άλλοτε ποτέ δεν είχα δει. Και όχι στην τραπεζαρία, όπως άλλοτε, αλλά στη μεγάλη αίθουσα της υποδοχής.
   Και στη μέση βρισκόταν η Νότα με το τσιγάρο περασμένο στα δάχτυλα, όρθια να μιλά, να ρητορεύει...
   Με σύστησαν. Και ήταν αυτοί τρεις άντρες και μια γυναίκα. Ένας μισόκοπος με μορφή άσπρου νέγκρου, με χείλια χοντρά και μάτια γουρλωτά, που λεγόταν Ανδράμης, χρηματιστής, ένας άλλος νέος με τετράγωνο πρόσωπο, που είπε πως ήταν ανταποκριτής ξένων εφημερίδων και λέγεται Ταρόπουλος, κι ένας κοντός και παχύς με κεφάλι γίγαντα στους ώμους του, Σαπούλας τ' όνομα. Αυτός είχε και την κυρία του, μια που έμοιαζε με όρνιθα.
   Ο γέρο Μπαρής, χωμένος μέσα σ' αυτούς σε μια άκρη, με χαιρετούσε κουνώντας το κεφάλι όλος χαρά!
   «Αχ», έλεγα έπειτα, «γι' αυτό λυπούμαι, που η ζωή είναι όνειρο! Για τέτοιους ανθρώπους! Μα θα πεις πως άλλοι τέτοιοι θα 'ρθουν στη θέση τους, άλλοι!... Ναι, αλλ' όμως...»
   Κι έμεινα με το όμως...
   «Α, είσαι μια χαρά», μου είπε η γριά Καμπουρίδη και χτύπαγε με το δάχτυλο το ξύλο της καρέκλας της. «Είσαι μια χαρά!»
   Εγώ παραξενεύτηκα γι' αυτό που έκανε, να χτυπήσει το ξύλο. Δεν το 'χα δει να το κάνουν άλλοτε.
   «Ναι, στέκει καλά», είπε και η Νότα, αφού πέταξε ένα συννεφάκι απ' το στόμα της.
   «Χτύπα ξύλο!» της είπε η γριά.
   «Να, να, χτυπώ!»
   «Ναι, έχετε δίκιο», είπε και ο φίλος μου  ο Μαράλιος. «Πήρε κάτι έτσι...»
   Κι έκανε με το χέρι σα να κρατούσε κάτι, κάποιο βάζο αόρατο.
   «Πρέπει εφέτος, δίχως άλλο, να τον παντρέψουμε».
   «Α, ναι, ναι!...»
   «Μα τι σας έκανε ο άνθρωπος και θέλετε να του κάνετε αυτό το κακό;» ρώτησε ο Ανδράμης.
   «Κακό είναι;» είπε η κυρία που έμοιαζε με όρνιθα, με κούνημα του κεφαλιού σα να ζητούσε να τον τσιμπήσει. «Και μάλιστα θα σας συμβουλεύσω σα φίλη, και σεις το ίδιο να κάνετε. Να ξαναπαντρευτείτε!»
   «Κουνήσου απ' τη θέση σου, κυρά μου», έκανε ο Ανδράμης σα φοβισμένος, «είμαι καλά και καλά έτσι! Ας χτυπήσω ξύλο!»
   «Μα γιατί κάνεις έτσι;» τον ρώτησε η Νότα. «Εσύ μάλιστα που αγαπάς τόσο το γυναικείο φύλο;»
   «Ναι, ναι, το λατρεύω! Το λέω, το ορκίζομαι! Μα αν πάρω μια, θα περιοριστώ σε κείνη, ενώ εγώ θέλω να τις λατρεύω όλες!»
   Εγώ είχα πάει κοντά στο Μπαρή και κάθισα. Κι αυτός με ρωτούσε πώς πέρασα, τι έκανα. Αλλ' η γριά Καμπουρίδη τον διέκοψε, λέγοντας σε μένα:
   «Κύριε Δήμο, σας αγκαζάρω! Θα πάμε να κάνουμε ένα γύρο το τετράγωνο. Έτσι διέταξαν οι γιατροί. Ότι πρέπει να περπατώ, και εκτελώ τις διαταγές τους. Αργά, αργά, γιατί τα ποδαράκια μου, ξέρετε... Λοιπόν, τι λέτε;»
   «Όπως θέλετε σεις, κυρία. Μα πώς, οι γιατροί, τι;»
   Τα 'χα λιγάκι χάσει.
   «Οι γιατροί μού το είπαν αυτό, να περπατώ, γιατί από υγεία... ας χτυπήσω ξύλο, είμαι άριστα! Λοιπόν...»
   Και πάλεψε να σηκωθεί. Δεν πρόφτασα να τη βοηθήσω, γιατί με πρόλαβε ο Ανδράμης.
   «Ευχαριστώ πολύ, κύριε Ανδράμη», του είπε. «Το μπράτσο σας τώρα, κύριε Δήμο...» 
   Όλοι μας κοίταζαν. Αυτή στηρίχτηκε στο μπράτσο μου καλά, που μ' έκανε να γείρω σαν πλοίο που πέφτει το φορτίο απ' τη μια μεριά του. Και ξεκινήσαμε.
   «Καλόν περίπατο!» μας είπε η Νότα με ευγένεια, κάνοντας και υπόκλιση.
   Στη σκάλα κοντά μάς πρόφτασε η κόρη της και την ανάγκασε να ξεκολλήσει από πάνω μου και να φορέσει το επανωφόρι της.
   Πώς δεν πέσαμε απ' τη σκάλα έπειτα, καθώς κατεβαίναμε, ήταν θαύμα...
   Μόλις όμως είχαμε κατέβει και προσπαθούσα να πάρω αναπνοή, να και η πόρτα του δρόμου ανοίγει και παρουσιάζεται η Ευρυδίκη.
   Φορούσε ένα μεγάλο καπέλο που μου φάνηκε σαν καλοκαιρινό, γιατί είχε κάτι ταντέλες να κρέμουνται στο γύρο, για προφύλαγμα απ' τον ήλιο. Ήταν κοριτσίστικο. Είχε και μια τραχηλιά άσπρη σαν κοριτσάκι.
   Ύστερα από λίγα λόγια, ελαφρή - ελαφρή σαν παιδούλα, άρχισε ν' ανεβαίνει τα σκαλοπάτια γρήγορα...
   Εμείς εβγήκαμε έξω.
 
   Όταν επιστρέψαμε και την ανέβασα πάνω με κόπο μεγάλο, οι άλλοι εχόρευαν κι έπαιζαν πιάνο.
   Εγώ σχεδόν ετρόμαξα όταν είδα να γυρίζει, ή να προσπαθεί να χορέψει τσαλαπατώντας το χρόνο άγρια, το γέρο Καμπουρίδη με τη μικρόσωμη Νότα.
   Αυτή γελούσε και προσπαθούσε να τον κάνει να πατά και όχι να τσαλαπατά το δύστυχο ρυθμό. Μα όσο κι αν πολέμησε, ο ρυθμός βρισκόταν στα πόδια των άλλων, απ' τα δικά τους είχε φύγει ολότελα. Και είχε αρχίσει, επιμένοντας να χορεύει, ο Καμπουρίδης να πηδά σαν αρκούδα όρθια. Και στο τέλος θα πάθαινε, αν δε σταματούσε.
   Λαχανιασμένον, ιδρωμένον, τον έβαλε η ντάμα του να καθίσει, γελώντας σα να μην είχε πηδήσει, χορέψει διόλου αυτή.
   Εγώ πήγα και απόθεσα το φορτίο μου σε μια πολυθρόνα, προσέχοντας μη συγκρουστώ με κανένα ζευγάρι, και κάθισα έπειτα κοντά στο γέρο Μπαρή.
   «Θα ίδρωσες, ε; Θα κουράστηκες, φουκαρά μου!» τον άκουσα να μου λέει.
   Κούνησα το κεφάλι και κοίταξα τον Ανδράμη, που έπαιζε πιάνο, κάνοντας και σκέρτσα σα να χόρευε κι αυτός.
   «Ξέρει πιάνο, και καλό», μου είπε ο γέρο Μπαρής. «Για έλα τώρα, πάμε απ' εδώ...»  
   Και σηκώθηκε. Τον ακολούθησα.
   Πήγαμε στην τραπεζαρία, εκεί που καθόμαστε άλλοτε. Ήταν φωτισμένη αλλ' έρημη.
   Δεν ξέρω, με συγκίνησε. Είδα και την πολυθρόνα μου δίχως το ντύμα, κι έτρεξα και κάθισα.
   «Για λέγε τώρα», είπα στο γέρο Μπαρή, που στεκόταν ακόμα ορθός.
   «Τι να σου πω, τι να σου πω, μωρέ παιδί μου», απάντησε αυτός, σύροντας καρέκλα να καθίσει. «Αχ, άστα!»
   Κι έπειτα, αφού κάθισε κοντά στο τραπέζι:
   «Τι να σου πω, τι να σου πω, μωρέ παιδί; Τι να σου πω; Εγώ ξέρεις πόσο τους αγαπώ αυτούς εδώ, αλλά...  Τι θέλεις να σου πω; Εγώ τα 'χω χαμένα!... Μπα να πάρει ο διάβολος! Τι πάθανε αυτοί;... Να, ανάκατα!... Ξέρω 'γω τι γίνεται! Να, κοντεύω να τα χάσω κι εγώ, εδώ είναι κείνο: εμπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά... κατάλαβες;... Έκαναν, λέει, σπίτι ανοιχτό! Καλύτερα να μη ζεις, είπε η κυρία του φίλου σου -τ' άκουσα με τ' αυτιά μου!- αν δε ζεις με ανοιχτό σπίτι!... Κάθε Πέμπτη δέχονται! Τρελοκομείο σωστό! Αντίο Λεωνόρα! Εκείνος ο γέρος όμως φταίει, εκείνος! Μα...  δε μπορώ να μιλήσω! Όχι, δε μιλώ! Δεν πάει στο διάολο, ουφ! Ο φίλος σου... το καημένο το παιδί! Αυτό, θα στο πω, θα πάει άδικα!... Ναι, αυτός έφερε αντίσταση μικρή... Τι του περνά εδώ; Και δέχτηκε!... Και κουβάλησε κείνο το πακιακιό, κουβάλησε όλους εκείνους τους μασκαράδες  που είδες μέσα!... Λέει ότι είναι συγγενείς της, μα αλήθεια είναι;...» 
 
   Μιλήσαμε λίγο ακόμα κι έπειτα πήγαμε μέσα. Κανείς δε μας είχε ζητήσει, κανείς δεν πέρασε να μας δει. Οι υπηρέτριες μόνο.
   Και το πιάνο είχε πάψει, ο χορός είχε σταματήσει.
   Άλλοι παίζανε χαρτιά και άλλοι ήταν κοντά στο σκαμνί που καθόταν ακόμα, γυρισμένος όμως προς τους ανθρώπους, ο Ανδράμης.
   Η Ευρυδίκη όρθια εκεί κοντά τους, με το περίφημο καπέλο της το κοριτσίστικο στο κεφάλι, κάτι ετοιμαζόταν να κάνει και το έμπασμά μας τη διέκοψε.
   «Τι, αντικάμαρα μάς κάνατε», είπε η Νότα, σηκώνοντας το κεφάλι απ' τα χαρτιά.
   «Απάνω κάτω αυτό που είπατε, κυρία Νότα», της απάντησε ο γέρο Μπαρής.
   Εγώ είδα πίσω στο σβέρκο της κολλημένο το ρύγχος του Καμπουρίδη.
   «Δεν καθόσαστε ακόμα», είπε και η Ευρυδίκη, «τι ήρθατε;» 
   «Για να το λες αυτό», της απάντησε ο γέρο Μπαρής, «θα πει πως κάτι κακό ήσουν έτοιμη να κάνεις!»
   «Όχι, όχι», φωναχτά είπε ο Ανδράμης, «ίσα - ίσα, κάτι καλό, καλό η νέα Σαπφώ μας θα κάνει! Θα μας απαγγείλει!»
   «Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία...»
   «Όχι, όχι, δεν έχετε δίκιο! Σας αφαιρούμε το λόγο!» φώναξαν πολλοί και πολλές.
   «Καλά, καλά, καλά! Υποχωρώ. Εκεί θα πάμε να καθίσουμε και μιλιά...»
   «Έλα, έλα, Ευρυδίκη μου, μην τους ακούς», είπε η γυναίκα του φίλου μου, «και λέγε μας το ποίημά σου! Α, για στάσου, να σου βγάλω πρώτα το καπέλο σου, γιατί θα σ' ενοχλεί!...»
   Η Ευρυδίκη θέλησε ν' αντισταθεί, να μη της βγάλει την καπέλα που έμοιαζε σαν ανοιχτή ομπρέλα, αλλ' υποχώρησε και η καπελάρα βγήκε και φάνηκε καλά και καθαρά η μορφή της κυρίας Ευρυδίκης.
   Τώρα ένα χαρτί που 'χε στα χέρια διπλωμένο, τ' άνοιξε, κι έπειτα στράφηκε σε μας, προς το μέρος μας και μας κοίταξε:
   «Ο κύριος Μπαρής πιστεύω...» είπε και σταμάτησε.
   «Ναι, θα βουβαθεί!» της απάντησε κι έβαλε αυτός, στο μέρος που άφησε αυτή ανοιχτό.
   «Καλά, καλά, καλά», έκανε η γυναίκα του Μέμου γρήγορα, γρήγορα, «λέγε Ευρυδίκη...»  
   «Είμαστε όλο αφτιά», είπε και ο Ανδράμης.
   «Και μεις θ' ακούμε, και μεις, κυρία Ευρυδίκη», είπε η Νότα, ρίχνοντας το κεφάλι πίσω για να τη δει και φέρνοντας τα χαρτιά που κρατούσε κοντά στο στήθος της.
   Πίσω της λίγο απ' το δεξί της ώμο καθόταν ο Καμπουρίδης κοντά, κοντά, τάχα ότι βλέπει τα χαρτιά της, να συμβουλεύει. Έπαιζε και ο Μαράλιος χαρτιά, που άλλοτε δεν ήθελε ούτε να τα πιάσει...
   «Ναι, ναι», είπαν και οι άλλοι που παίζανε, υψώνοντας λίγο το κεφάλι απ' τα χαρτιά, «και μεις και μεις!» Και πάλι σκύψανε σ' αυτά. 
   Η Ευρυδίκη  κοίταξε το χαρτί, έπειτα ύψωσε το κεφάλι σαν πετεινός  που θέλει να λαλήσει, κι άρχισε:
 
Ο έρωτας φωλιά δεν είχε,
άστεγος γύριζε 'δω και κει, 
μια μέρα βρήκε την καρδιά μου
κι από τότε εκεί κατοικεί...
  
   «Αυτό το πιστεύω», μίλησε ο Μπαρής.
   «Ορίστε τον!» έκανε η Ευρυδίκη, ρίχνοντας κάτω το χέρι που κρατούσε το χαρτί.
   «Καλά, καλά, λέγε, δε μιλώ...»
   «Θα του βάλουμε πιπέρι στο στόμα...» 
   Η Ευρυδίκη, αφού κοίταξε το Μπαρή κουνώντας το κεφάλι, ξακολούθησε να λέει το ποίημά της.
   Ο Μπαρής δε μιλούσε. Όταν όμως έφθασε σ' ένα μέρος στο τέλος που έλεγε:  και είμαι χτυπημένη, δε μπόρεσε να κρατηθεί και είπε κι αυτός:
   «Και ξυλοδαρμένη!»  
   Απ' τη γαλήνη τότε, τα λόγια κείνα έφεραν την τρικυμία. Χειροκροτούσαν, φώναζαν: «Ασέβεια!» και «Κάτου ο Μπαρής!»
   Η Ευρυδίκη όμως είχε θυμώσει με τα σωστά της. Και είχε δίκιο. Αλλ' ο γέρο Μπαρής, όπως μου είπε έπειτα, δεν το 'θελε, του ξέφυγε, τον έκανε να το πει η ομοιοκαταληξία. Και δεν έπρεπε να το πει, γιατί ήξερε πως ο σύζυγός της πρώτα την ξυλοφόρτωσε κι έπειτα την έδιωξε. Και η αιτία ήταν το ευγενές αίσθημα που την έπιασε να το καλλιεργεί με άλλον για να βγάλει καρπούς, που δεν είχε βγάλει έως τότε...
   «Μην τους ακούς, καλή μου, μην τους ακούς, από ζήλια το κάνουν! Και είχες μια φωνή θαυμασία... χτυπάτε ξύλο!...»
   Όλοι και όλες χτύπησαν καρέκλες, τραπεζάκια...
   «Έλα, κάθισε εδώ, κοντά μου, εδώ».
   Και η γριά Καμπουρίδη, που τα 'λεγε αυτά, χτύπησε με το χέρι της ένα κάθισμα που ήταν άδειο, δίπλα της. Και η Ευρυδίκη πήγε και κάθισε. Είχε όμως ύφος παραπονιάρικο.
   Ο Ανδράμης, όρθιος τώρα, στράφηκε και πήρε από πάνω απ' το πιάτο ένα ποτηράκι με ποτό και, υψώνοντάς το, είπε:
   «Πίνω εις υγείαν της ποιήτριάς μας! Είναι η νέα μας Σαπφώ!»
   «Μάλιστα, μάλιστα!» φώναξαν όλοι, και κείνοι που χαρτόπαιζαν, υψώνοντας τους φάντηδες και τους άσσους και τ' άλλα που κρατούσαν.
   Και νέα χειροκροτήματα.
   Ο Μπαρής, που τους έβλεπε χαμογελώντας, γύρισε σε μένα και μου είπε:
   «Γιατί την είπανε νέα; Αφού έχουν την ίδια ηλικία με κείνη την άλλη!»
   «Κάτι λέει πάλι!» 
   «Το πιπέρι να φέρουν».
   Η Νότα γύρισε γελαστή στον Μπαρή κρατώντας τα χαρτιά της:
   «Κατετροπώθητε, κύριε Μπαρή!» του είπε.
   «Εγώ;...»
   «Ναι, εσείς!...»
   «Πώς, γιατί; Επειδή σας είπε ένα ωραίο ποίημα και σας έσυρε όλους με το μέρος της; Αν θέλω, λέω κι εγώ ένα και τότε θα αναγκασθείτε να πείτε και μένα Όμηρο!» 
   «Α, α, μα εσείς ιδέα δεν έχετε από ποίημα!»
   «Ε, τι λέτε, κυρία Νότα; Τότε θα πω!»
   «Να πείτε, να πείτε!» ακούστηκαν πολλές φωνές να λένε.
   «Ο Μπαρής ποιητής!» έκανε ο Καμπουρίδης ξεκολλώντας τη μύτη του απ' τον ώμο της Νότας. «Θα μου φανεί παράξενο!...» 
   «Σταθείτε!... Μιλιά δε θέλω! Και σεις, κυρά Ευρυδίκη, μη χαμογελάτε!»
 
Φυσά βοριάς στης ερημιάς
την έρημη τη ράχη.
Άγιος Βασίλης έρχεται
και ό,τι λάχει, λάχει!...
 
   «Σφυράτε τον!»
   Έγινε τέτοιος θόρυβος από σφυρίγματα, φωνές, που ο γέρο Μπαρής αναγκάστηκε να βουλώσει τ' αφτιά του:
   «Δεν το ξανακάνω, όχι! » φώναξε.
   Άρχισα να πηγαίνω, έτσι χωρίς να το θέλω. Το βράδυ, που έφευγα, έλεγα να μην ξαναπατήσω, και την άλλη βραδιά πήγαινα.
   Οι νέοι είχαν γίνει πια δικοί τους, εμάς σα να μας είχαν βάλει στην άκρη.
   Αυτό ήταν το παράπονο του γέρο Μπαρή. Εγώ δεν πειραζόμουν διόλου και μάλιστα σα να ευχαριστιόμουν και απ' αυτή την εγκατάλειψη. Κι έλεγα πως, αν δεν πατούσα διόλου κι έπαυα να πηγαίνω, κανείς δε θα το πρόσεχε. Αλλ' όχι, υπήρχε κάποιος....
 
   Ο γέρο Μπαρής τα 'χε όμως πολύ με τη Νότα και της έσερνε όσα δε μπορεί να σύρει η σκούπα:
   «Αυτή», μου έλεγε, «είναι ο συμβουλάτορας όλων, αυτή! Αυτή έφερε, στο 'πα, κείνον τον γουρλομάτη, που είναι!... Θεέ φύλαγε! Βάζω το κεφάλι μου στοίχημα και ας μην αξίζει πολύ... Αυτή, που λες, έφερε το γουρλομάτη αυτόν, που παίζει πιάνο και κάνει σαν κοκότα! Τον λέει συγγενή της! Έστω, επιτέλους, μπορεί να 'ναι. Αλλά σήμερα ποιος λογαριάζει τέτοια πράγματα. Αχ, μωρέ, κάτι χτυπά στα ρουθούνια μου βρώμικο!... Θα το δεις, θα το δεις!... Αμ' εκείνον πάλι, το νιο, ποιος τον έφερε; Δεν τον έφερε αυτή; Εκείνον το νιο, τον, τον, τον, πώς, διάολο, τον λένε. Δεν τον έφερε αυτή;... Κομψός νέος! Δε βγάζει τα γάντια απ' τα χέρια του!... Και θα τα φορά, σου βάζω στοίχημα, και τη νύχτα. Και κάτι γάντια!... Μα τα 'δες; Δεν τα βάζει καλύτερα στα πόδια του για παπούτσια! Άσε κείνον  με τις γκέτες και το μονόκλ, και με τη γυναίκα του. Αυτός όμως είναι χρηματιστής. Είναι και κάτι άλλοι, που δεν έρχονται συχνά, θα τους δεις...»
   Ήταν η αλήθεια πως όλο το σπίτι είχε αλλάξει, και σε μικρό διάστημα. Εκτός απ' το γέρο που τον γνώρισα έτσι, ξεβιδωμένο, όλοι οι άλλοι δεν ήταν αυτοί που 'χα γνωρίσει. Σα να 'ταν, να 'γιναν άλλοι άνθρωποι.
   Ο φίλος μου ο Μέμος μου φαινόταν σα ζαλισμένος, αφηρημένος και λίγο μου μιλούσε. Αυτό με πείραξε στην αρχή και είχα πει να πάψω να πηγαίνω.
   Η γυναίκα του πάλι, που ήταν τόσο σεμνή και γλυκιά, τώρα γελούσε, φώναζε και κάπνιζε άγρια σαν τη Νότα.
   Κι όλοι χτυπούσαν ξύλο όταν έλεγαν κάτι καλό γι' αυτούς ή για κάποιον της παρέας, πράγμα που άλλοτε δεν το 'καναν, δεν το 'ξεραν, όπως δεν το 'ξερα κι εγώ. 
   Ο Μπαρής μου είπε πως αυτό το 'φεραν δυο, η Νότα με τον Ανδράμη. Κι έτσι απλώθηκε σε όλους.
   Κι εγώ που τους έβλεπα να χτυπούν το ξύλο, έλεγα:
   «Καλά, μα θα έρθει! Κανείς δε γλιτώνει!...»
   Και οι βραδιές ήταν όμοιες η μια με την άλλη σα να 'τανε μια, κι έτσι περνούσανε όλο γέλια, ματιές ερωτικές, μυρίσματα και χτυπήματα ξύλων.
   Και ύστερα, όταν χώριζαν:
   «Καλή νύχτα, υγεία να δώσει ο Θεός! Αυτό είναι το πρώτο! Υγεία, υγεία!...»
   Κι εγώ με το νου μου:
   «Έως πότε, έως πότε; Κι έπειτα, γιατί τρέμουν; Τι δίνουν ευχές; Δε θα το αποφύγουν!...» 
 
   Κάθε Πέμπτη γινόταν πανδαιμόνιο. Γυναίκες, άντρες, κορίτσια, το απόγευμα, γέμιζαν το σπίτι.
   Ο Καμπουρίδης όμως, πιστός στη Νότα, δεν έτρεχε να μιλήσει μ' άλλες, έτρεχε, την ακολουθούσε σα σκυλάκι πιστό, όπου πήγαινε. Εδώ αυτή, εδώ κι αυτός, εκεί αυτή, εκεί κι αυτός.
   Αλλά λησμόνησα κάτι να πω: Τι είχε πάθει εκείνη η γριά, τι είχε πάθει; Μόλις πατούσα το σπίτι, θα ζητούσε να την πάω περίπατο! Και τι να 'κανα 'γω; Την πήγαινα. Φορτωνόμουν κείνον τον όγκο και τραβούσα.
   Και κολλούσε επάνω μου, κολλούσε ένα μέρος του τεράστιου στήθους της και μου 'σφιγγε το μπράτσο δυνατά, έπεφτε πάνω μου.
   Και είχε γίνει και ρομαντικιά κι έλεγε μ' έναν τόνο που μου θύμιζε την Ευρυδίκη:
   «Αχ, τι βραδιά απόψε, τι γλυκιά βραδιά!... Κοιτάτε τ' αστέρια, κοιτάτε τα, τι ωραία που 'ναι. Και πώς λάμπουν, πώς λάμπουν!... Δε σας φαίνεται, πέτε μου, δε σας φαίνεται πως μας κοιτάζουν;... Τι ωραία! Μα ο Γαλαξίας που 'ναι;»  
   Κι έλεγα κι εγώ με το νου μου, σύροντας το χοντρό εκείνο ερείπιο:
   «Μα τι διάολο έπαθε τούτη; Έτσι δεν ήταν, δεν ήταν έτσι!... Τώρα τα γεράματα την έκαναν έτσι, κόλλησε απ' τους άλλους αυτό; Μα όποιο και να 'ναι, καλό της έκανε ή κακό; Ίσως καλό! Καλό είναι να μην ξέρει κανείς πού είναι, να μη βλέπει τι θα γίνει, το τέλος του! Μην εγώ είμαι ευτυχής που τα βλέπω όπως είναι, ψεύτικα; Που βλέπω πως για κάπου πάμε όλοι, και το κάπου αυτό είναι ο χαμός;
   »Αυτή θα βρεθεί ξαφνικά: Α, τι καλά αυτοί που είναι έτσι! Να, τούτη 'δω, μιλάει για τ' αστέρια. Δε σκέπτεται τίποτα παραπάνω! Δε σκέπτεται, γιατί κοιμάται και ξυπνά και πάλι το ίδιο κάνει. Τι περιμένει αυτός και οι άλλοι; Παίζουν χαρτιά για να περάσει η ώρα. Χωρατεύουν, γελούν, παίζουν πιάνο, τραγουδούν! Τι περιμένουν να 'ρθει;»
 
   Η Ευρυδίκη είχε γίνει το χαϊδεμένο παιδί όλων, όλων εκείνων δηλαδή. Και ήταν αδύνατο να μην απαγγείλει και ποίημα. Μα ήταν και αδύνατο να μην της πει κάτι ο γέρο Μπαρής.
   Εύθυμος γέρος ο Μπαρής, που δε χαλούσε την καρδιά του για τίποτα. Έβλεπε ό,τι γινόταν, στενοχωριόταν, αλλ' η ευθυμία δεν του 'φευγε. Κι αν στην καρδιά της Ευρυδίκης, όπως είχε πει στο ποίημά της, είχε κάνει ο έρωτας μόνιμη κατοικία, στου γέρο Μπαρή είχε κάνει η ευθυμία. Κι αν στενοχωριόταν κάποτε κανένα κομματάκι της, θα 'ταν το πλυσταριό της.
   Και δεν άφηνε κανένα να μην του πει κάτι, όταν εύρισκε αφορμή.
   Και όταν ο κοντός χρηματιστής, που τον βιάσαν να πει κι αυτός κάτι, γιατί σχεδόν δε μιλούσε, αλλά κοίταζε τη Νότα, είπε σα να 'χε καραμέλα στο στόμα:
   «Εγώ ακούω, μ' αρέσει ν' ακούω! Κρατώ εκείνο το παλιό: Όποιος μίλησε, έχασε, κι όποιος δε μίλησε, εκέρδισε!...»
   «Σοφόν», είπε ο Ανδράμης με ύφος τρομερού σοφού.
   «Μπα, διόλου!» είπε και ο γέρο Μπαρής, «Γιατί ένα άλλο λέει: Ο λόγος του στην ώρα του αξίζει δυο χιλιάδες!»
   «Τόσο λίγο ποσόν», έκανε χαμογελώντας ο κοντός χρηματιστής.
 
   Μια βραδιά έδωσα δίκαιο και δίκαιο στο γέρο Μπαρή που δε χώνευε διόλου τον Ανδράμη. Είδα κι εγώ πως ο χρηματιστής αυτός ήταν επικίνδυνος άνθρωπος μέσα στα σπίτια.
   Όλοι μιλούσαν χωριστά δυο - δυο, τρεις. Και ο Μπαρής ακόμη. Εγώ με κανέναν, στη θέση μου. Ο Ανδράμης μιλούσε με τη γυναίκα του Μέμου. Τους κοίταζα που μιλούσαν...
   Ξαφνικά βλέπω να την κοιτάζει με τέτοιον τρόπο, που μου φάνηκε να της έλεγε:
   «Θα σε φάω!»
   Τα μάτια του τα γουρλωτά, μου φάνηκαν σα να 'χαν βγει έξω, να κρεμάστηκαν, να 'γιναν και μικρούτσικες προβοσκίδες!
 
   Έκανα δυο τρεις ημέρες να πάω. Έπρεπε να τελειώσω κάποια εργασία και δε μου έμεινε ούτε το βράδυ καιρός.
   Και ήθελα τώρα να είμαι κει, να παρακολουθώ. Ήταν τόσο καλός και αγαθός ο Μέμος...
   Όταν βρέθηκα στο σπίτι του Καμπουρίδη, είδα μεγαλύτερη κίνηση, περισσότερα φώτα. Έμαθα πως ήταν η εορτή του μικρότερου γιου του Μέμου.
   Το πιάνο, κείνη τη στιγμή που μπήκα, είχε πάψει.
   «Τι γινήκατε, τι γινήκατε;» μου είπε η Καμπουρίδη. «Χαθήκατε! Εγώ ήμουν λίγο άρρωστη. Το στομαχάκι μου. Τώρα ευτυχώς, ας χτυπήσω ξύλο, πάει καλά, πολύ καλά. Εσείς; Καλά ε; Ας χτυπήσω ξύλο... Γιατί χαθήκατε;»
   Η κόρη της την πλησίασε, καθώς εγώ της έλεγα πως είχα εργασία.
   «Δε θα πας να κάνεις τη βόλτα σου στο τετράγωνο;» τη ρώτησε.
   «Όχι, όχι απόψε, απόψε δε θέλω», έκανε η γριά σα μικρή χαϊδεμένη παιδούλα, που της λένε να πάει κάπου κι αυτή αρνιέται έτοιμη να κλάψει.
   Εκάθησα κοντά στο Μπαρή. Είδα τότε πιο καλά τους άλλους που ήταν εκεί και δεν τους ήξερα, ούτε μου τους σύστησαν. Τρεις τον αριθμό, δυο άντρες και μια γυναίκα. Ένας απ' τους άντρες είχε μουστάκια, όμως σαν αγριόγατος. Καθώς έμαθα απ' το Μπαρή, ήταν συγγενής του άντρα της Νότας, πρώην αξιωματικός, πεταμένος απ' το στράτευμα για μια βρωμοδουλειά. Η γυναίκα ήταν αδελφή του και ο άλλος άντρας, γαμπρός του...
   Ο Μπαρής κάτι μου 'λεγε, αλλά, καθώς εγώ πρόσεχα, είδα κίνηση, να φεύγουν όλοι, να περνούν προς την τραπεζαρία...
   «Ελάτε, ελάτε», μας είπε η γριά Καμπουρίδη, στρέφοντας σε μας καθώς την είχε φορτωθεί και την πήγαινε ο Ανδράμης.
 
   Άλλοι όρθιοι, άλλοι καθιστοί, παίρναμε απ' το γεμάτο διάφορα φαγώσιμα τραπέζι. Και πίναμε. Εγώ βρισκόμουν σε άλλη μεριά από κείνη που καθόμουν μια φορά κι έναν καιρό, μακριά απ' την πολυθρόνα μου. Σ' αυτήν είχε καθήσει τώρα η γριά Καμπουρίδη.
   Το κρασί ήταν μαύρο, που άμα το 'δε ο Μπαρής, μου είπε:
   «Δε μ' αρέσει το μαύρο, αλλά τι να κάνω, θα πιω!»
   Ο Καμπουρίδης καθισμένος κοντά στη Νότα και κοντά στο τραπέζι το μεγάλο, έτρωγε κρέατα μασώντας γρήγορα και προσέφερε και στη Νότα. Αυτή πάλι, που είχε ριχτεί κι έτρωγε άγρια, αναγκαζόταν, καθώς μασούσε, ν' ανοίξει το γεμάτο στόμα της και να πάρει και κείνο, όπως κάνει ένα γεμάτο λεωφορείο, που στέκεται και παίρνει ακόμα επιβάτες στο δρόμο του.
   Ευθυμία απλωνόταν σ' όλους. Είδα τα μάτια του Μέμου να λάμπουν από χαρά, ευχαρίστηση.
   Πού να 'ξερε τι προσπαθεί ένα πρόσωπο που του κάνει το φίλο, τι προσπαθεί να του φτιάξει!...
   Μα μπορούσε να κατορθώσει τίποτα; Ο Μέμος ήταν άγγελος μπροστά του...
   Ευχές άπειρες για το παιδάκι του, που το 'χαν βάλει να κοιμηθεί.
   Εγώ μελαγχόλησα πάλι. Το κρασί, αντί να μου δώσει ευθυμία, κάποια χαρά, κάποια ελπίδα, μου έριξε μελαγχολία, μια απογοήτευση μεγάλη. Και πάλι μου ήρθαν οι σκέψεις εκείνες στο σκοτεινιασμένο νου μου, όπως τα πουλιά της τρικυμίας που τρέχουν, πετούν, αφήνοντας κρωγμούς χαράς άγριας, στο μαυρισμένο ουρανό.
   «Όλοι ξένοιαστοι, ευθυμούν, γελούν. Καμιά σκέψη δεν τους ταράζει, τα πράγματα ψεύτικα είναι!... Μπα!... Και ας είναι και σαν τα τραγιά στο σφαγείο, που κάθε τόσο το χέρι του σφάχτη απλώνεται κι αρπάζει, παίρνει κάποιο...»
   Μια φωνή γάτου ακούστηκε ξαφνικά, δυνατή και κοντά στο τραπέζι, και σε μια στιγμή που έδινε πάλι ευχές, κρατώντας το ποτήρι του γεμάτο, ο πρώην αξιωματικός είπε:
   «Μπα, καλώς ήρθες!»
   Και ο γέρο Καμπουρίδης, βγάζοντας το πόδι του από καρέκλες και πόδια γυναικών, του έδωσε μια κλωτσιά.
   Ο γάτος έφυγε.
   Κάτι είπαν για τον γάτο, πώς βρίσκεται εκεί, στο σπίτι, και δεν είναι στα κεραμίδια.
   «Θα υπάρχει κάποια αιτία», είπε η Μίνα. «Και ξέρετε τι κλέφταρος είναι;...»
   «Ε, τη δουλειά του κάνει!» της απάντησε γουρλώνοντας τα μάτια του ο Ανδράμης.
   Παράξενο! Όλο μου φαινόταν, όταν κοίταζε τη γυναίκα του Μέμου, πως τα μάτια του έβγαιναν έξω...
   Η Ευρυδίκη, ξαναμμένη απ' το κρασί, σηκώθηκε κι άπλωσε τα χέρια της να επιβάλει σιωπή.
   «Α, ποίημα, ποίημα», είπαν όλοι. «Μπράβο Ευρυδίκη!...»
   Κι η Ευρυδίκη άρχισε ν' απαγγέλει...
   Δεν ξέρω πως μου φάνηκε, σαν να της είχε στρίψει η βίδα...
   Το ποίημά της ήταν ερωτικό κι έλεγε πως ο έρως είναι το παν!
   Τη χειροκρότησαν άγρια και τα «Σαπφώ» πετάγονταν απ' τα στόματα άπειρα.
    Ο Ανδράμης όμως σηκώθηκε, όχι να χτυπήσει το ποίημα, αλλά κείνο που έλεγε, ότι ο έρωτας είναι το παν...
   «Είναι αλήθεια, δε λέω όχι», είπε, «πως ο έρως είναι κάτι μεγάλο, μέγιστο! Όμως ότι είναι το παν....»
   «Νιάου, νιάου!»
   Άλλο ξεφωνητό γάτου!
   Και ήταν ο ίδιος εκείνος γάτος. Ανεβασμένος τώρα στον καναπέ και ψηλά στο ακουμπηστήρι, απ' εκεί ξεφώνιζε σα να 'βγαζε λόγο.
   Η Μίνα όμως, που καθόταν στον καναπέ, στράφηκε και τον σταμάτησε χτυπώντας τον με το χέρι γρήγορα. Ο γάτος το 'βαλε στα πόδια και χάθηκε. Αλλ' η Μίνα έτριβε το χέρι της...
   «Μα τι του 'ρθε ν' ανεβεί εκεί επάνω και να φωνάζει έτσι;» ρώτησε η κυρία που έμοιαζε με όρνιθα.  
   «Τι του 'ρθε;» της απάντησε η Μίνα. «Να, πίσω απ' αυτό το πορτάκι έχουμε κρεμάσει το κρέας! Το πήραμε απ' το κλουβί και το κρεμάσαμε 'δω, όχι από φόβο των Ιουδαίων, αλλά της Κατερίνας! Το ρημάζει άμα το βρει!... Μας το 'πε η Μαρουλιό...»
   «Ωραίο!...»
   «Έξοχο!...»
   «Α, γι' αυτό έχει γίνει σα φράπα!» είπε και ο Ανδράμης.
   «Να τος!...»
   «Και τα δουλικά ακόμα γλυκοκοιτάζει», είπε η γυναίκα του φίλου μου, η Μίνα.
   «Μα τι; Δεν είναι θηλυκά αυτά;» 
   «Τι, τι;» ρώτησε ο Καμπουρίδης. «Δεν άκουσα....»
   Είχε μισοναρκωθεί μυρίζοντας τη Νότα και απ' το κρασί.
  «Οι άντρες δεν έχουν εμπιστοσύνη», είπε η κυρία που δε μου σύστησαν.
   «Α, ναι, ναι», είπαν όλες.
   «Κατά τον άντρα», μίλησε και η γριά Καμπουρίδη.
   «Τι, όλοι τα ίδια είναι!...»
   «Έτσι, σωστό, σωστό!... Όλοι!»  
   «Μα γιατί δεν...» έκανε να ρωτήσει ο γέρο Καμπουρίδης, αλλ' η Νότα  δεν τον άφησε:
   «Σεις οι άντρες», του φώναξε σα να 'χε κουφαθεί ο γέρο Καμπουρίδης, «δεν έχετε πίστη, τίποτα!... Εμείς τα 'χουμε όλα!...»
   «Το παραδέχουμαι», της απάντησε ο γέρο Καμπουρίδης. «Εγώ είμαι μαζί σας!... Σεις τα 'χετε όλα...» 
   «Μην τρέχετε, μην τρέχετε!» φώναξε η Ευρυδίκη όρθια πάλι.
   «Όταν δεν υπάρχει έρως, όλα είναι πρόστυχα!... Ο έρως αγιάζει!»
   «Ξεπαγιάζει! Αυτό πες καλύτερα», της είπε ο γέρο Μπαρής.
  «Κύριε Μπαρή», του απάντησε η Ευρυδίκη, «καθώς φαίνεται δεν αισθανθήκατε εσείς ποτέ το αγνόν αυτό αίσθημα!...»
   «Εγώ δεν το αισθάνθηκα; Τι λέτε;... Το αισθάνθηκα και το παρααισθάνθηκα, και γι' αυτό επάγωσα!...»
  «Αφήστε τα αυτά, αφήστε τα!» φώναξε ο πρώην αξιωματικός υψώνοντας το ποτήρι του γεμάτο. «Εδώ είναι η ζωή, εδώ! Το κρασί!»
   «Μόνον;» τον ρώτησε ο Ανδράμης.
   «Και η γυναίκα!... Αυτά είναι το παν!»
   «Χωρίς τον άντρα;» τον ρώτησε η Μίνα.
   «Και ο άντρας μαζί! Μα τότε ποιος θα απολάμβανε και τα δύο;»
   «Ας είναι», είπε ο Ανδράμης κουνώντας το κεφάλι, «εάν δεν ήταν το κρασί, δεν υπήρχε, δε θα υπήρχε και η ευθυμία! Σε εμπνέει, βρε αδελφέ! Εγώ, όταν κάθομαι και θέλω να γράψω κάτι, και μια επιστολή ακόμα, θα πιω».
   «Εγώ πάλι δε μπορώ», άρχισε να λέει ο Μέμος, «άμα πιω λίγο, τα θαλασσώνω... Όταν έκανα το σχέδιο εκείνης της μεγάλης οικοδομής, που θαυμάστηκε...»
   Κανείς σχεδόν δεν τον άκουγε, άλλα έλεγαν, και ο Μέμος, ζαλισμένος, ήθελε να τον ακούσουν.
   «Κύριε Ανδράμη, κύριε Ταρόπουλε, για ακούτε, κυρίες...»
   Αυτοί γύρισαν και θέλησαν ν' ακούσουν, αλλ' η γυναίκα του, που μιλούσε  με τον Ανδράμη, θυμωμένη του είπε:
   «Ε, πάψε πια!... Δε ρωτάς κι αν θέλει κανείς να σ' ακούει;»
   Μια σιωπή έπεσε.
   «Μίνα!» έκανε η μητέρα της απ' την πολυθρόνα.
   «Μα εγώ τώρα μίλησα... Μπα, τι έπαθε;»
   Και κοίταξε τη γυναίκα του, τους άλλους....
   Η Νότα σηκώθηκε και αγκάλιασε τη φίλη της.
   «Μα τι, μαλώσατε;» ρώτησε ο Καμπουρίδης.
   «Μίνα, φταις! Δεν έκανες καλά...» της είπε η μητέρα της.
   «Ας μην έκανα!» της απάντησε αυτή.
   Ο φίλος μου έφυγε.
   Οι καλεσμένοι στράφηκαν σε λίγο ο ένας στον άλλον και είπαν σιγά:
   «Πάμε;» 
  «Όχι, όχι, καθίστε, καθίστε!» φώναξε η Μίνα. «Πώς θύμωσε; Θα ξεθυμώσει...»
 
   Εγώ και ο Μπαρής απ' εκείνη τη βραδιά εκόψαμε να πηγαίνουμε στο σπίτι του Καμπουρίδη. 
   Αυτό το σπίτι είχε γίνει, όπως έλεγε ο Μπαρής, από παράδεισος, κόλαση!
   Περνούσαμε τις βραδιές μαζί. Αυτός όμως είχε γίνει μελαγχολικός, ζητούσε σπίτι να καθίσει, να μιλήσει, οικογένεια. Χωρίς να το πει καθαρά, το ένιωθα. Μα το 'χα πάθει κι εγώ αυτό. 
   Τρώγαμε μαζί σ' ένα μαγαζάκι, κι έπειτα σε καφενείο και τα λέγαμε.
  Μια βραδιά μου λέει πως τον βρήκε ο Καμπουρίδης και του έκανε παράπονα, γιατί έπαψε να πηγαίνει. Και ο Μπαρής του υποσχέθηκε να πάει, παίρνοντας και μένα μαζί του.
   «Δε θα πάμε απόψε, αλλ' αύριο το βράδυ», μου είπε στο τέλος.
   Ήθελα να πάω και δεν ήθελα. Είχε αρχίσει να μ' αρέσει η ταβέρνα, το πιοτό. Και γι' αυτό έπρεπε να κάνω ό,τι πριν έκανα. Τώρα όμως, πώς θα παρουσιαζόμαστε ύστερα από δυο μηνών απουσία;
   Το άλλο βράδυ, άμα δειπνήσαμε, πήραμε το δρόμο για το σπίτι του Καμπουρίδη.
   Εγώ πήγαινα στενοχωρημένος και σα να μ' έσερνε με τη βία ο Μπαρής που είχε ξαναγίνει εύθυμος...
 
   Μας έμπασε κείνη η δούλα, που ο Ανδράμης την εύρισκε πως έγινε σα φράπα.
   Κανείς όμως δεν είχε πάει ακόμα, από κείνους που ξέραμε πως κάθε βράδυ θα 'διναν εκεί το παρών. Ούτε ήταν κάτω και κανείς του σπιτιού.
  «Τι διάολο!» σκέφτηκα, «μην έπαψαν να 'ρχονται, κάτι να συνέβηκε;» 
   Και είδα πως επεθύμησα αυτό, να ερχόταν η παλιά, ας την πω έτσι, κείνη εποχή πίσω...
   «Μου φαίνεται», μου είπε ο Μπαρής, «πως νωρίς ήρθαμε...»
   «Όχι», του είπα κοιτάζοντας το ρολόι μου, «καλά ήρθαμε...»
   «Ε, τότε, ας διαβάσω την εφημερίδα μου, ώσπου να έρθουνε».
   Και ο γέρο Μπαρής, βγάζοντας απ' την τσέπη του την εφημερίδα του, εκάθισε, την άνοιξε, έψαξε να βρει κάτι να τον ενδιαφέρει, κι άρχισε να διαβάζει.
   Εκάθισα κι εγώ. Άκουσα σιωπή, ησυχία. Μα γιατί ήταν έτσι απόψε; Και δεν ήταν πολυφωτισμένο το σπίτι, τα ηλεκτρικά της μεγάλης σάλας δεν ήταν όλα αναμμένα.
   «Για, για», άκουσα να μου λέει ο Μπαρής, «είδες, πέθανε ο στρατηγός.... πώς διάολο τον λένε, τον γράφουν γαλλικά... Λένε όμως πως ήταν ονομαστός, ένδοξος, είδε δόξες!»
   «Ε, και τώρα;» είπα εγώ. «Τώρα τι Γάλλος, τι Άγγλος, τι Γερμανός, Έλληνας, Τούρκος! Κολοκύθια!»
   «Έχεις δίκιο, έτσι είναι», μου απάντησε ο Μπαρής, «μα μένει στην Ιστορία...» 
   «Στην Ιστορία μένει;» του είπα εγώ. «Υπήρξε αυτός ή δεν υπήρξε; Σα γράψω κι εγώ έναν ήρωα φανταστικό, δε θα ζει κι αυτός, όπως εκείνος, στο χαρτί; Ποιο είναι το παραπάνω...»
   Ο γέρο Μπαρής δε μίλησε, έσκυψε στο διάβασμα.
   Εγώ, αφού στα ίδια γύρισα για λίγο και σκέφτηκα και είπα πολλά στον εαυτό μου, κοίταξα την ώρα. Είχε προχωρήσει απ' την ώρα που μαζευόμαστε...
   «Μα τι συμβαίνει;» 
  Η παράξενη σιωπή του  σπιτιού, και να μην παρουσιάζεται κανείς απ' τους οικοδεσπότες, μού άγγιξαν πληγή, που μόλις είχε κλείσει.
  «Κάποιος είναι άρρωστος, δίχως άλλο», είπα με το νου μου, «κάποιος είναι άρρωστος!»
   Όλων τα πρόσωπα πέρασαν απ' το νου μου. Και σα να 'δα τότε το σιδηρόδρομο εκείνον, που όλο γύριζε, γύριζε, έφερνε βόλτες στο ίδιο πάντα μέρος, να, τον είδα να στέκεται και να πετά έξω επιβάτες...  
   Σηκώθηκα και βγήκα έξω απ' τη σάλα.
   Η τραπεζαρία ήταν φωτισμένη, αλλ' έρημη.
  Μου φάνηκε τότε πως ονειρευόμουν. Κάτι τέτοια όνειρα συχνά έβλεπα, γραφεία έρημα και φωτισμένα, σπίτια...
   Η πολυθρόνα που καθόμουν τότε, στη γωνιά, με το ντύμα της, που πάνω του είχε σταμπαρισμένα άνθη, τριαντάφυλλα μεγάλα...
   Η σκηνή της βραδιάς του μαλώματος έκανε ν' απλωθεί ή σα να 'δα τη σκιά της, που ερχόταν, αλλά σταμάτησε, έφυγε. Σα να την απομάκρυνε η μεγάλη ερημιά, να την έδιωξε η σιωπή...
   Πήγα μεσ' στη σάλα. Ο Μπαρής σήκωσε το κεφάλι του απ' την εφημερίδα.
   «Κανείς ακόμα ε; Δεν είδες εσύ κανέναν του σπιτιού;... Πού είχες πάει;»  
  «Εδώ, στην τραπεζαρία. Κανείς και σιωπή... Δεν ακούγεται κανείς...»
   Ο γερο Μπαρής σήκωσε το κεφάλι του περισσότερο.
   «Μπα, μπα, μπα!» έκανε. «Δε σου φαίνεται παράξενο; Βρε παιδί, κάτι τρέχει! Τι συμβαίνει;» Και ο γέρο Μπαρής γύρισε αργά το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά, σα να ζητούσε να βρει τι γινόταν.
   «Πρέπει να ρωτήσουμε», είπε έπειτα. «Μα κι αυτή η Κατερίνα δε μας είπε τίποτα... Ας ρωτήσουμε όμως...»  
   Κι εδίπλωσε την εφημερίδα, την έβαλε στην τσέπη του και σηκώθηκε.
   Αλλά να ένα βήμα. Κάποιος ερχόταν...
   Στην πόρτα φάνηκε η Ευρυδίκη.
   «Α, εσείς!» μας είπε, «είδατε, ε, είδατε! Ποιος το πίστευε, ποιος...»
   «Μα τι συμβαίνει, τι συμβαίνει;» ρώτησα εγώ και ο Μπαρής μαζί, τρομαγμένοι.
   «Τι συμβαίνει; Μα δεν το ξέρετε, δεν το ξέρετε; Όχι! Α, δεν το ξέρετε!... Μα τι να σας πω, τι να σας πω! Α, εκείνο το τέρας, κείνη η κοντή τα 'κανε μεγάλα! Κατάστρεψε αυτό το σπίτι! Πήρε τον άντρα της Μίνας κι έφυγε, έφυγαν!... Μάλιστα, μάλιστα!... Πήρε τον άντρα της κι έφυγε! Τ' ακούτε; Μάλιστα! Θέλετε ακόμα κι άλλο, θέλετε ακόμα κι άλλο;... Τι κακό έφερε η στρίγγλα σ' αυτό το σπίτι! Ο γέρο Καμπουρίδης τελειώνει! Έπαθε συμφόρηση! Και τον έχουν σε μια κλινική εδώ κοντά... Έπεσε στο δρόμο, απ' έξω... Α, δεν έχει καμιά ελπίδα να σωθεί, δεν έχει! Η Μίνα πάλι έπαθε κρίση. Είναι στο κρεβάτι... Και η καημένη η γριά, και κείνη στο κρεβάτι. Μα τι είναι αυτό το κακό που έπεσε σ' ένα τόσο ευτυχισμένο σπίτι!»
   Εγώ δε μίλησα, είχα μείνει κοιτάζοντάς την. Ο γέρο Μπαρής εκάθισε ή έπεσε σε μια καρέκλα. 
   «Εγώ το 'λεγα», έλεγε, «το 'λεγα ο φουκαράς... Τους την έφερε την καταστροφή».
   Και η Ευρυδίκη, αφού στάθηκε για λίγο κουνώντας το κεφάλι:
  «Αυτά, αυτά!» είπε. «Ποιος το πίστευε; Και τι καλά περνούσαμε! Τώρα, πάει! Πάνε όλα, πάει και ο γέρος... Αγαπούσε τις γυναίκες πολύ ο καημένος!... Εμείς το παραβλέπαμε... Και η γυναίκα του τον συγχωρούσε... Πάει τώρα, πάει, δεν έχει καμιά ελπίδα».
   «Έπρεπε να 'ρθει το τέλος», είπα εγώ με το νου μου χωρίς να το θέλω....
   Η Ευρυδίκη έφυγε για ν' ανεβεί στο επάνω πάτωμα, όπου ήταν οι κοιτώνες, για να δει τι κάνουν οι φίλες της. Είχαν δυο νοσοκόμες....
   Ο γέρο Μπαρής μονολογούσε καθισμένος στην καρέκλα.
   Εγώ, αφού τα σκέφτηκα όλα, και τη διαγωγή του φίλου μου, είπα με το νου μου με κάποια κακιά ευχαρίστηση, κάτι που 'χα βγάλει και γράψει απ' εκείνα, που όλο γύριζαν στο νου μου και με βασάνιζαν:
  «Κοιμούνται, ξυπνούν και πάλι το ίδιο κάνουν. Τι περιμένουν; Παίζουν χαρτιά, καπνίζουνε για να περάσει η ώρα. Τι περιμένουν; Ω, ταξιδιώτες είμαστε όλοι μας και κάθε τόσο που της μοίρας το τρένο σταματά, πετιούνται έξω, κατεβαίνουν, όσοι έχουν φθάσει στο τέλος του ταξιδιού τους».
 
Βουτυράς Δημοσθένης
Περιοδικό «Νέα Εστία» 
τεύχη 201 - 202, Μάιος 1935