Μ' άρεσε να πιάνω πάντα μια γωνιά, κι είχα σα δικιά μου μια πολυθρόνα αναπαυτική, που τις περισσότερες φορές ήταν σκεπασμένη με ντύμα, κι έμοιαζε μ' ανθρώπους, που πάνω στη δουλειά τους φορούνε μπλούζα, και κάποτε με τα καλά της, ένα φιστικί βελούδινο. Κι εκεί έμενα, άκουγα, μιλούσα, συζητούσα. Και πώς μ' άρεσε το σπίτι αυτό, τι ωραία που ήταν, και πως ήθελα να μην περνά η ώρα!
Ήθελα τη συντροφιά του σπιτιού, το σπίτι, ν' ακούω το θόρυβό του, τις φωνές μέσα, την κίνηση, τη ζέστη του, και ας μου 'δινε μια μελαγχολία, ας αισθανόμουν έναν πόνο... Κι είχα τόσο βαρεθεί τη μοναξιά!
Και πάντα πριν απ' το τσάι, μόλις επήγαινα, ο φίλος μου, ο παλιός μου φίλος ο Μίμης, θα μου έφερνε μαζί κι ένα ποτήρι κρασί.
Εγώ τότε, έσερνα την πολυθρόνα, που 'χε ροδίτσες από κάτω, και την πήγαινα κοντά στο τραπέζι...
Φίλος παλιός ο Μίμης Μαράλιος είχε παντρευτεί την κόρη του Καμπουρίδη, ενός πλούσιου γέρου με μορφή αγίου, πρώην νομάρχη. Χρόνια και χρόνια είχε κάνει νομάρχης. Τα κατάφερνε να τον αφήνουν τ' άλλα κόμματα, όταν ερχόντουσαν στην αρχή.
Η γυναίκα του, μια παχιά γριά, μ' ένα στήθος τεράστιο, που όλο χαϊδευόταν, ή έκανε πάντα σα να τη χάιδευαν, σωστή γριά γάτα, που αν και γριά, ζητά τα χάδια σα νέα.
«Σήμερα με πονούσε το κεφαλάκι μου», έλεγε για την κεφάλα της.
Όλα τα δικά της τα 'κανε μικρούτσικα, το ποδαράκι της, το χεράκι της! Μα ήθελα κάποτε να μιλήσει και για το τεράστιο στήθος της, για ν' άκουγα πώς θα το 'λεγε: «Το στηθάκι μου»;
Ο άντρας της ο Καμπουρίδης φαινόταν κι έδειχνε πως ήταν ο καλύτερος των ανθρώπων. Με τα μπαμπακένια του μαλλιά, τη σιγανή φωνή του, το ύφος του το αγαθό, μα τόσο αγαθό που έβγαινε απ' τα όρια. Αν ζούσε τον καιρό που έκαναν τους αγίους, σίγουρα θα τον έκαναν άγιο, και ας μην είχε πάει στη χώρα των υπερτάτων απολαύσεων.
Έτσι τον είχα κι εγώ, αλλ' έμαθα πως ήταν αλλιώτικος απ' ό,τι φαινόταν. Όταν ήταν νέος και νομάρχης, σε ό,τι δουλειά, βρωμοδουλειά γινόταν για λεφτά, θα 'ταν μέσα. Μόλις εμάθαινε κάτι τέτοιο, θα 'τρεχε, και με φοβέρες ακόμα, θα κατόρθωνε να χωθεί, ή να τον πάρουν μέτοχο κι αυτόν.
Ήθελε να πλουτίσει και το 'κανε. Τότε όμως ησύχασε. Και πάλι καλά.
Από ένα άλλο πράγμα, ένα ελάττωμά του παλιό, δε μπόρεσε να ησυχάσει και στα γεράματά του ακόμα. Απ' την αγάπη που 'χε στις γυναίκες.
Γιατί ήταν και γυναικάς φοβερός. Τη γυναίκα του την έκλεινε να μην τη δει κανείς, να μην την πλησιάσει, κι αυτός, σαν πετεινός ελεύθερος, έτρεχε 'δω και 'κει, κυνηγώντας τις όρνιθες των άλλων πετεινών, που έβοσκαν αμέριμνες. Κι όλ' αυτά μέσα σ' ένα σκοτάδι θα τα 'φτιαχνε, ή μέσα σε μια ομίχλη πυκνή, που τον έκρυβε.
Ο γέρο Καμπουρίδης φυλαγόταν πολύ, και είχε πονηρία μεγάλη, να μην καταλάβουν εκείνο που έκανε.
Και τον βοηθούσε και η εμφάνισή του, γιατί πάντα είχε το αγαθό ύφος του καλού ανθρώπου, που μπορεί κανείς να του εμπιστευθεί και την τιμή του. Σωστός διάβολος κρυμμένος σε δέρμα και πρόσωπο αγίου.
Τελευταία όμως, ο γέρος τα 'χε κάνει θάλασσα. Είχε πάρει ένα δρόμο και δε μπορούσε να κρυφτεί, να σταματήσει, σα να 'χαν σπάσει τα φρένα της μηχανής του και του ήταν αδύνατο να τη σταματήσει. Στη θέα γυναικών τίποτα δε λογάριαζε, γινόταν κριάρι, τράγος, σκύλος, έπαυε να 'ναι άνθρωπος. Και θα πήγαινε κοντά να τριφτεί, να, να...
Και προτιμούσε προπάντων τα κορίτσια και τις νεαρές γυναίκες.
Είχε όμως και μια μανία που τον έκανε να μοιάζει με ζώο και περισσότερο με σκύλο: Τη μανία να μυρίζει! Ναι, μάλιστα, τη μανία να μυρίζει, να βάζει ή να κολλά τη μύτη του στα μαλλιά, στις κοτσίδες των κοριτσιών, στους κότσους των γυναικών.
Αυτό το 'δα κι εγώ, όχι μια φορά και δυο, με τα μάτια μου, το 'χε δει και ο γέρο Μπαρής, ο παλιός του φίλος, που δεν το ήξερε αυτό, πως το 'κανε. Μα κι απ' αυτό πιάσαμε ομιλία μια μέρα, και μου διηγήθηκε και τι πράγμα ήταν ο φίλος του.
Αλλά τι είχαν να κάνουν όλα αυτά; Αγαπούσε αυτός και η γυναίκα του το φίλο μου περισσότερο και απ' την κόρη τους και τρέμανε γι' αυτόν, όταν αργούσε!
Καραβοτσακισμένος, εγώ, συναντήθηκα μια μέρα με τον παλιό μου φίλο και συμμαθητή Μαράλιο, τα είπαμε, κι αυτός έπειτα με προσκάλεσε να πηγαίνω τα βράδια στου πεθερού του το σπίτι, όπου έμενε, για να περνούμε λίγες ώρες ευχάριστες. Ω αυτές οι ώρες! Μα τι θα πει ώρα;
Όταν επήγα στο σπίτι του Καμπουρίδη, ένα ωραίο σπίτι, εγνώρισα κι άλλους δυο. Έναν αρσενικό κι έναν θηλυκό.
Ο αρσενικός ήταν ένας γέρος και λεγόταν Μπαρής. Πάντα εύθυμος, πάντα! Κι αυτή η ευθυμία του μ' έκανε κάτι κακό να λέω γι' αυτόν. Μα δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς!
Ο θηλυκός ήταν μια γυναίκα περασμένη στα χρόνια, που έκανε τη νέα. Ντυνόταν σαν κοριτσάκι, έγραφε στίχους, και μιλούσε πάντα για το «ευγενές αίσθημα, τον έρωτα». Και τα ποιήματά της μόνο για έρωτα έλεγαν. Ποτέ για τίποτε άλλο. Μόνον ο έρωτας υπάρχει καλό στον κόσμο...
Και ήταν αδύνατο να μη μαλώσει κάθε τόσο με το γέρο Μπαρή, που είχε ιδέες αντίθετες. Αυτός έλεγε τον έρωτα «αγενές αίσθημα, αρρώστια, πανούκλα, τρέλα, βλακεία!» Και η Ευρυδίκη γινόταν βαπόρι, όπως λένε, που τρέχει μ' όλη του τη δύναμη, πετώντας καπνούς πυκνούς και σπίθες.
Σαν τη γάτα με το σκύλο κοιτάζονταν, πλησίαζε ο ένας τον άλλον. Αυτή ήταν η γάτα, έτοιμη να τσαγκρουνίσει, κι αυτός ήταν ο σκύλος, αγαθός σκύλος όμως, έτοιμος να παίξει, να πειράξει.
Δεν ήταν όμως οι αντίθετες γνώμες που έκαναν την Ευρυδίκη έτσι. Ήταν κάτι άλλο. Μια βραδιά της είχε πει ο γέρο Μπαρής:
«Ε, εμείς τώρα γεράσαμε, καλή ψυχή!» Πώς δεν τον έφαγε, δεν του 'βγαλε τα μάτια, δεν τον κατασπάραξε!
Έτσι περνούσαν οι βραδιές μας αρκετό καιρό. Εμείς και μεις να μιλούμε, να συζητούμε, να λέμε χίλιες δυο ιστορίες, πίνοντας το τσάι μας, και να γελούμε, όταν μάλωνε ο γέρο Μπαρής με την Ευρυδίκη.
Η Ευρυδίκη ήταν ζωντοχήρα, ο γέρο Μπαρής γεροντοπαλίκαρο.
Κάποτε όμως, αργά και πού, χαλούσε ο κύκλος μας, και χαλούσε από εορτή. Κάποιος απ' το σπίτι θα 'χε τ' όνομά του. Και εόρταζαν όλοι εκτός απ' το φίλο μου. Εόρταζαν ακόμη και τα δυο μικρά τα παιδιά του φίλου μου, και ας ήταν κουτσούβελα.
Τότε το σπίτι γέμιζε από κόσμο, προ πάντων από γυναίκες και κορίτσια. Τότε ο Καμπουρίδης δεν ήξερε ποια να πρωτομυρίσει...
Δεν κρατούσαν όμως κανέναν στο τραπέζι, όπως έκαναν από μια φορά κι έναν καιρό. Ούτε εμάς ακόμα...
Μια βραδιά που πήγα, είδα κι ένα άλλο πρόσωπο εκεί. Μια νέα γυναίκα. Κοντόσωμη, με κομμένα μαλλιά και μάτια μεγάλα μαύρα. Συμμαθήτρια της γυναίκας του φίλου μου, όταν πήγαινε σχολείο.
Ήταν παντρεμένη δίχως παιδιά, μα και δίχως άντρα. Ο άντρας της έλειπε, ήταν μακριά, στη Νότιο Αφρική.
Κοντή, κοντή, μια γυναικούλα, αλλά ζωηρή όμως όλο φωτιά. Σε μένα έκανε μια παράδοξη εντύπωση, όταν μου τη σύστησαν. Πως είχε κάτι του σκυλιού, του μικρού σκυλιού, όταν του μιλούν, στην έκφραση του ματιού, του προσώπου και στο γύρσιμο του κεφαλιού που το 'γειρε λίγο στα πλάγια. Μόνο που δεν είχε τ' αφτιά για να τα υψώσει και να τα φέρει εμπρός. Μα η έκφραση του ματιού έφθανε, ήταν σα να υπάρχουν.
Είδε δειπνήσει με τους οικοδεσπότες.
Ο πεθερός του φίλου μου ήταν στις δόξες. Δεν ξεκολλούσε από κοντά της. Και ποιος ξέρει πόσες φορές θα την είχε μυρίσει!
Και κάπνιζε η κοντόσωμη αυτή κυρία, σαν αράπης, όπως λένε, το 'να τσιγάρο πάνω στ' άλλο. Είχε όμως κάτι δοντάκια κάτασπρα!
Το νόμισα θαύμα τότε, λησμονώντας ότι υπάρχει και το βουρτσάκι...
«Μαρουλιό», φώναξε ο Καμπουρίδης, μόλις εκάθισα κι εγώ και νόμισα πως φώναζε να μου φέρουν το συνηθισμένο μεζέ και κρασί.
Αλλ' όταν παρουσιάστηκε η Μαρουλιό, της είπε:
«Φέρε γρήγορα εκείνο το κίτρο».
Κι ύστερα στη νέα γυναίκα:
«Είναι ένα γλυκό θαυμάσιο!...»
«Το ξέρω, το ξέρω», έκανε κείνη με μισόκλειστα τα δοντάκια της.
Ο φίλος μου έλειπε κείνη τη στιγμή. Μα και όταν ήρθε, λησμόνησε να με ρωτήσει αν μου έδωσαν το μεζέ και το περίφημο κρασί, που με τόση ευχαρίστηση ρουφούσα σιγά, σιγά!
Η Ευρυδίκη δεν ήταν αυτή τη βραδιά. Και ο γέρο Μπαρής, που πάντα εύθυμος ήταν, είχε πέσει σε μελαγχολία, σα να λυπόταν γιατί δεν έβλεπε το καταζαρωμένο σα φυσαρμόνικα πρόσωπο της Ευρυδίκης.
Εγώ ήμουν αυτή τη βραδιά στενοχωρημένος, όχι για το μεζέ και το κρασί, αλλά γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να φύγω.
Είχα λάβει τηλεγράφημα από ένα θειο μου να τρέξω στη μικρή πόλη που έμενε, στην πατρίδα του, γιατί ήταν ανάγκη μεγάλη.
Μα και του μεζέ και του κρασιού ο χαμός μου φάνηκε παράδοξος, πώς ήρθε έτσι πάνω σ' αυτό που θα 'φευγα να μη μου τα δώσουν...
Εγύρισα μετά ένα μήνα και κάτι μέρες. Ήταν τότε φθινόπωρο, όταν έφυγα, και έμπαινε χειμώνας όταν ήρθα.
Τίποτα δεν είχα κάνει εκεί που πήγα. Ίσα, ίσα, μού χάθηκε και κάποια ελπίδα που κάποτε έβλεπα θαμπά.
Αλλά τώρα δεν επιθυμούσα ούτε την ευτυχία του φίλου μου, να 'χω κι εγώ έτσι μια γυναικούλα ωραία και να μ' αγαπά, ένα σπίτι ήσυχο κι ευτυχισμένο, ούτε ήθελα τη συντροφιά του σπιτιού όπως άλλοτε. Όχι, δε μ' ενοχλούσε η μοναξιά, η ερημιά κι η δυστυχία.
Και με χαμόγελο πικρό και ειρωνικό διάβασα κάτι που 'χα τότε γράψει συρμένος απ' την ευτυχία εκείνη την πρόσκαιρη των ανθρώπων, την ψεύτικη ευτυχία:
«Η νύχτα η ωραία χάνεται, ώρες καλές σε ύπνο περνούν, ως μη φεύγετε, φίλοι, ας μείνουμε ακόμα, είναι τόσο καλή η συντροφιά!
»Α, πώς ήθελα να μάκραιναν οι ώρες της ευτυχίας όπως μας φαίνεται ότι μακραίνουν οι ώρες της δυστυχίας».
«Τι κουταμάρες», είπα. Και τι θα πει αν μακρύνουν ή κοντύνουν οι ώρες; Εκείνο τρέχει, τους πάει εκεί που όλα σβήνουν!
Και πάλι σα να είδα εκείνο που με το νου μου το 'χα κάνει σα σιδηρόδρομο με πολλά πολλά βαγόνια, να τρέχει όλο γύρω - γύρω, να σταματά κάθε στιγμή όμως και να ρίχνει έξω σωρούς ανθρώπων, που μόλις έπεφταν διαλύονταν μεμιάς σα σταγόνες νερού σε μεγάλη φωτιά!
Και όμως επήγα στου φίλου του Μαράλιου το σπίτι, έσυρα τον εαυτό μου να πάει εκεί με τη βία.
Πίστευα πως θα το βρω όπως τ' άφησα, θα δω τα ίδια πρόσωπα. Αλλά δεν το βρήκα έτσι.
Πρόσωπα άγνωστα είδα τώρα μέσα, που άλλοτε ποτέ δεν είχα δει. Και όχι στην τραπεζαρία, όπως άλλοτε, αλλά στη μεγάλη αίθουσα της υποδοχής.
Και στη μέση βρισκόταν η Νότα με το τσιγάρο περασμένο στα δάχτυλα, όρθια να μιλά, να ρητορεύει...
Με σύστησαν. Και ήταν αυτοί τρεις άντρες και μια γυναίκα. Ένας μισόκοπος με μορφή άσπρου νέγκρου, με χείλια χοντρά και μάτια γουρλωτά, που λεγόταν Ανδράμης, χρηματιστής, ένας άλλος νέος με τετράγωνο πρόσωπο, που είπε πως ήταν ανταποκριτής ξένων εφημερίδων και λέγεται Ταρόπουλος, κι ένας κοντός και παχύς με κεφάλι γίγαντα στους ώμους του, Σαπούλας τ' όνομα. Αυτός είχε και την κυρία του, μια που έμοιαζε με όρνιθα.
Ο γέρο Μπαρής, χωμένος μέσα σ' αυτούς σε μια άκρη, με χαιρετούσε κουνώντας το κεφάλι όλος χαρά!
«Αχ», έλεγα έπειτα, «γι' αυτό λυπούμαι, που η ζωή είναι όνειρο! Για τέτοιους ανθρώπους! Μα θα πεις πως άλλοι τέτοιοι θα 'ρθουν στη θέση τους, άλλοι!... Ναι, αλλ' όμως...»
Κι έμεινα με το όμως...
«Α, είσαι μια χαρά», μου είπε η γριά Καμπουρίδη και χτύπαγε με το δάχτυλο το ξύλο της καρέκλας της. «Είσαι μια χαρά!»
Εγώ παραξενεύτηκα γι' αυτό που έκανε, να χτυπήσει το ξύλο. Δεν το 'χα δει να το κάνουν άλλοτε.
«Ναι, στέκει καλά», είπε και η Νότα, αφού πέταξε ένα συννεφάκι απ' το στόμα της.
«Χτύπα ξύλο!» της είπε η γριά.
«Να, να, χτυπώ!»
«Ναι, έχετε δίκιο», είπε και ο φίλος μου ο Μαράλιος. «Πήρε κάτι έτσι...»
Κι έκανε με το χέρι σα να κρατούσε κάτι, κάποιο βάζο αόρατο.
«Πρέπει εφέτος, δίχως άλλο, να τον παντρέψουμε».
«Α, ναι, ναι!...»
«Μα τι σας έκανε ο άνθρωπος και θέλετε να του κάνετε αυτό το κακό;» ρώτησε ο Ανδράμης.
«Κακό είναι;» είπε η κυρία που έμοιαζε με όρνιθα, με κούνημα του κεφαλιού σα να ζητούσε να τον τσιμπήσει. «Και μάλιστα θα σας συμβουλεύσω σα φίλη, και σεις το ίδιο να κάνετε. Να ξαναπαντρευτείτε!»
«Κουνήσου απ' τη θέση σου, κυρά μου», έκανε ο Ανδράμης σα φοβισμένος, «είμαι καλά και καλά έτσι! Ας χτυπήσω ξύλο!»
«Μα γιατί κάνεις έτσι;» τον ρώτησε η Νότα. «Εσύ μάλιστα που αγαπάς τόσο το γυναικείο φύλο;»
«Ναι, ναι, το λατρεύω! Το λέω, το ορκίζομαι! Μα αν πάρω μια, θα περιοριστώ σε κείνη, ενώ εγώ θέλω να τις λατρεύω όλες!»
Εγώ είχα πάει κοντά στο Μπαρή και κάθισα. Κι αυτός με ρωτούσε πώς πέρασα, τι έκανα. Αλλ' η γριά Καμπουρίδη τον διέκοψε, λέγοντας σε μένα:
«Κύριε Δήμο, σας αγκαζάρω! Θα πάμε να κάνουμε ένα γύρο το τετράγωνο. Έτσι διέταξαν οι γιατροί. Ότι πρέπει να περπατώ, και εκτελώ τις διαταγές τους. Αργά, αργά, γιατί τα ποδαράκια μου, ξέρετε... Λοιπόν, τι λέτε;»
«Όπως θέλετε σεις, κυρία. Μα πώς, οι γιατροί, τι;»
Τα 'χα λιγάκι χάσει.
«Οι γιατροί μού το είπαν αυτό, να περπατώ, γιατί από υγεία... ας χτυπήσω ξύλο, είμαι άριστα! Λοιπόν...»
Και πάλεψε να σηκωθεί. Δεν πρόφτασα να τη βοηθήσω, γιατί με πρόλαβε ο Ανδράμης.
«Ευχαριστώ πολύ, κύριε Ανδράμη», του είπε. «Το μπράτσο σας τώρα, κύριε Δήμο...»
Όλοι μας κοίταζαν. Αυτή στηρίχτηκε στο μπράτσο μου καλά, που μ' έκανε να γείρω σαν πλοίο που πέφτει το φορτίο απ' τη μια μεριά του. Και ξεκινήσαμε.
«Καλόν περίπατο!» μας είπε η Νότα με ευγένεια, κάνοντας και υπόκλιση.
Στη σκάλα κοντά μάς πρόφτασε η κόρη της και την ανάγκασε να ξεκολλήσει από πάνω μου και να φορέσει το επανωφόρι της.
Πώς δεν πέσαμε απ' τη σκάλα έπειτα, καθώς κατεβαίναμε, ήταν θαύμα...
Μόλις όμως είχαμε κατέβει και προσπαθούσα να πάρω αναπνοή, να και η πόρτα του δρόμου ανοίγει και παρουσιάζεται η Ευρυδίκη.
Φορούσε ένα μεγάλο καπέλο που μου φάνηκε σαν καλοκαιρινό, γιατί είχε κάτι ταντέλες να κρέμουνται στο γύρο, για προφύλαγμα απ' τον ήλιο. Ήταν κοριτσίστικο. Είχε και μια τραχηλιά άσπρη σαν κοριτσάκι.
Ύστερα από λίγα λόγια, ελαφρή - ελαφρή σαν παιδούλα, άρχισε ν' ανεβαίνει τα σκαλοπάτια γρήγορα...
Εμείς εβγήκαμε έξω.
Όταν επιστρέψαμε και την ανέβασα πάνω με κόπο μεγάλο, οι άλλοι εχόρευαν κι έπαιζαν πιάνο.
Εγώ σχεδόν ετρόμαξα όταν είδα να γυρίζει, ή να προσπαθεί να χορέψει τσαλαπατώντας το χρόνο άγρια, το γέρο Καμπουρίδη με τη μικρόσωμη Νότα.
Αυτή γελούσε και προσπαθούσε να τον κάνει να πατά και όχι να τσαλαπατά το δύστυχο ρυθμό. Μα όσο κι αν πολέμησε, ο ρυθμός βρισκόταν στα πόδια των άλλων, απ' τα δικά τους είχε φύγει ολότελα. Και είχε αρχίσει, επιμένοντας να χορεύει, ο Καμπουρίδης να πηδά σαν αρκούδα όρθια. Και στο τέλος θα πάθαινε, αν δε σταματούσε.
Λαχανιασμένον, ιδρωμένον, τον έβαλε η ντάμα του να καθίσει, γελώντας σα να μην είχε πηδήσει, χορέψει διόλου αυτή.
Εγώ πήγα και απόθεσα το φορτίο μου σε μια πολυθρόνα, προσέχοντας μη συγκρουστώ με κανένα ζευγάρι, και κάθισα έπειτα κοντά στο γέρο Μπαρή.
«Θα ίδρωσες, ε; Θα κουράστηκες, φουκαρά μου!» τον άκουσα να μου λέει.
Κούνησα το κεφάλι και κοίταξα τον Ανδράμη, που έπαιζε πιάνο, κάνοντας και σκέρτσα σα να χόρευε κι αυτός.
«Ξέρει πιάνο, και καλό», μου είπε ο γέρο Μπαρής. «Για έλα τώρα, πάμε απ' εδώ...»
Και σηκώθηκε. Τον ακολούθησα.
Πήγαμε στην τραπεζαρία, εκεί που καθόμαστε άλλοτε. Ήταν φωτισμένη αλλ' έρημη.
Δεν ξέρω, με συγκίνησε. Είδα και την πολυθρόνα μου δίχως το ντύμα, κι έτρεξα και κάθισα.
«Για λέγε τώρα», είπα στο γέρο Μπαρή, που στεκόταν ακόμα ορθός.
«Τι να σου πω, τι να σου πω, μωρέ παιδί μου», απάντησε αυτός, σύροντας καρέκλα να καθίσει. «Αχ, άστα!»
Κι έπειτα, αφού κάθισε κοντά στο τραπέζι:
«Τι να σου πω, τι να σου πω, μωρέ παιδί; Τι να σου πω; Εγώ ξέρεις πόσο τους αγαπώ αυτούς εδώ, αλλά... Τι θέλεις να σου πω; Εγώ τα 'χω χαμένα!... Μπα να πάρει ο διάβολος! Τι πάθανε αυτοί;... Να, ανάκατα!... Ξέρω 'γω τι γίνεται! Να, κοντεύω να τα χάσω κι εγώ, εδώ είναι κείνο: εμπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά... κατάλαβες;... Έκαναν, λέει, σπίτι ανοιχτό! Καλύτερα να μη ζεις, είπε η κυρία του φίλου σου -τ' άκουσα με τ' αυτιά μου!- αν δε ζεις με ανοιχτό σπίτι!... Κάθε Πέμπτη δέχονται! Τρελοκομείο σωστό! Αντίο Λεωνόρα! Εκείνος ο γέρος όμως φταίει, εκείνος! Μα... δε μπορώ να μιλήσω! Όχι, δε μιλώ! Δεν πάει στο διάολο, ουφ! Ο φίλος σου... το καημένο το παιδί! Αυτό, θα στο πω, θα πάει άδικα!... Ναι, αυτός έφερε αντίσταση μικρή... Τι του περνά εδώ; Και δέχτηκε!... Και κουβάλησε κείνο το πακιακιό, κουβάλησε όλους εκείνους τους μασκαράδες που είδες μέσα!... Λέει ότι είναι συγγενείς της, μα αλήθεια είναι;...»
Μιλήσαμε λίγο ακόμα κι έπειτα πήγαμε μέσα. Κανείς δε μας είχε ζητήσει, κανείς δεν πέρασε να μας δει. Οι υπηρέτριες μόνο.
Και το πιάνο είχε πάψει, ο χορός είχε σταματήσει.
Άλλοι παίζανε χαρτιά και άλλοι ήταν κοντά στο σκαμνί που καθόταν ακόμα, γυρισμένος όμως προς τους ανθρώπους, ο Ανδράμης.
Η Ευρυδίκη όρθια εκεί κοντά τους, με το περίφημο καπέλο της το κοριτσίστικο στο κεφάλι, κάτι ετοιμαζόταν να κάνει και το έμπασμά μας τη διέκοψε.
«Τι, αντικάμαρα μάς κάνατε», είπε η Νότα, σηκώνοντας το κεφάλι απ' τα χαρτιά.
«Απάνω κάτω αυτό που είπατε, κυρία Νότα», της απάντησε ο γέρο Μπαρής.
Εγώ είδα πίσω στο σβέρκο της κολλημένο το ρύγχος του Καμπουρίδη.
«Δεν καθόσαστε ακόμα», είπε και η Ευρυδίκη, «τι ήρθατε;»
«Για να το λες αυτό», της απάντησε ο γέρο Μπαρής, «θα πει πως κάτι κακό ήσουν έτοιμη να κάνεις!»
«Όχι, όχι», φωναχτά είπε ο Ανδράμης, «ίσα - ίσα, κάτι καλό, καλό η νέα Σαπφώ μας θα κάνει! Θα μας απαγγείλει!»
«Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία...»
«Όχι, όχι, δεν έχετε δίκιο! Σας αφαιρούμε το λόγο!» φώναξαν πολλοί και πολλές.
«Καλά, καλά, καλά! Υποχωρώ. Εκεί θα πάμε να καθίσουμε και μιλιά...»
«Έλα, έλα, Ευρυδίκη μου, μην τους ακούς», είπε η γυναίκα του φίλου μου, «και λέγε μας το ποίημά σου! Α, για στάσου, να σου βγάλω πρώτα το καπέλο σου, γιατί θα σ' ενοχλεί!...»
Η Ευρυδίκη θέλησε ν' αντισταθεί, να μη της βγάλει την καπέλα που έμοιαζε σαν ανοιχτή ομπρέλα, αλλ' υποχώρησε και η καπελάρα βγήκε και φάνηκε καλά και καθαρά η μορφή της κυρίας Ευρυδίκης.
Τώρα ένα χαρτί που 'χε στα χέρια διπλωμένο, τ' άνοιξε, κι έπειτα στράφηκε σε μας, προς το μέρος μας και μας κοίταξε:
«Ο κύριος Μπαρής πιστεύω...» είπε και σταμάτησε.
«Ναι, θα βουβαθεί!» της απάντησε κι έβαλε αυτός, στο μέρος που άφησε αυτή ανοιχτό.
«Καλά, καλά, καλά», έκανε η γυναίκα του Μέμου γρήγορα, γρήγορα, «λέγε Ευρυδίκη...»
«Είμαστε όλο αφτιά», είπε και ο Ανδράμης.
«Και μεις θ' ακούμε, και μεις, κυρία Ευρυδίκη», είπε η Νότα, ρίχνοντας το κεφάλι πίσω για να τη δει και φέρνοντας τα χαρτιά που κρατούσε κοντά στο στήθος της.
Πίσω της λίγο απ' το δεξί της ώμο καθόταν ο Καμπουρίδης κοντά, κοντά, τάχα ότι βλέπει τα χαρτιά της, να συμβουλεύει. Έπαιζε και ο Μαράλιος χαρτιά, που άλλοτε δεν ήθελε ούτε να τα πιάσει...
«Ναι, ναι», είπαν και οι άλλοι που παίζανε, υψώνοντας λίγο το κεφάλι απ' τα χαρτιά, «και μεις και μεις!» Και πάλι σκύψανε σ' αυτά.
Η Ευρυδίκη κοίταξε το χαρτί, έπειτα ύψωσε το κεφάλι σαν πετεινός που θέλει να λαλήσει, κι άρχισε:
Ο έρωτας φωλιά δεν είχε,
άστεγος γύριζε 'δω και κει,
μια μέρα βρήκε την καρδιά μου
κι από τότε εκεί κατοικεί...
«Αυτό το πιστεύω», μίλησε ο Μπαρής.
«Ορίστε τον!» έκανε η Ευρυδίκη, ρίχνοντας κάτω το χέρι που κρατούσε το χαρτί.
«Καλά, καλά, λέγε, δε μιλώ...»
«Θα του βάλουμε πιπέρι στο στόμα...»
Η Ευρυδίκη, αφού κοίταξε το Μπαρή κουνώντας το κεφάλι, ξακολούθησε να λέει το ποίημά της.
Ο Μπαρής δε μιλούσε. Όταν όμως έφθασε σ' ένα μέρος στο τέλος που έλεγε: και είμαι χτυπημένη, δε μπόρεσε να κρατηθεί και είπε κι αυτός:
«Και ξυλοδαρμένη!»
Απ' τη γαλήνη τότε, τα λόγια κείνα έφεραν την τρικυμία. Χειροκροτούσαν, φώναζαν: «Ασέβεια!» και «Κάτου ο Μπαρής!»
Η Ευρυδίκη όμως είχε θυμώσει με τα σωστά της. Και είχε δίκιο. Αλλ' ο γέρο Μπαρής, όπως μου είπε έπειτα, δεν το 'θελε, του ξέφυγε, τον έκανε να το πει η ομοιοκαταληξία. Και δεν έπρεπε να το πει, γιατί ήξερε πως ο σύζυγός της πρώτα την ξυλοφόρτωσε κι έπειτα την έδιωξε. Και η αιτία ήταν το ευγενές αίσθημα που την έπιασε να το καλλιεργεί με άλλον για να βγάλει καρπούς, που δεν είχε βγάλει έως τότε...
«Μην τους ακούς, καλή μου, μην τους ακούς, από ζήλια το κάνουν! Και είχες μια φωνή θαυμασία... χτυπάτε ξύλο!...»
Όλοι και όλες χτύπησαν καρέκλες, τραπεζάκια...
«Έλα, κάθισε εδώ, κοντά μου, εδώ».
Και η γριά Καμπουρίδη, που τα 'λεγε αυτά, χτύπησε με το χέρι της ένα κάθισμα που ήταν άδειο, δίπλα της. Και η Ευρυδίκη πήγε και κάθισε. Είχε όμως ύφος παραπονιάρικο.
Ο Ανδράμης, όρθιος τώρα, στράφηκε και πήρε από πάνω απ' το πιάτο ένα ποτηράκι με ποτό και, υψώνοντάς το, είπε:
«Πίνω εις υγείαν της ποιήτριάς μας! Είναι η νέα μας Σαπφώ!»
«Μάλιστα, μάλιστα!» φώναξαν όλοι, και κείνοι που χαρτόπαιζαν, υψώνοντας τους φάντηδες και τους άσσους και τ' άλλα που κρατούσαν.
Και νέα χειροκροτήματα.
Ο Μπαρής, που τους έβλεπε χαμογελώντας, γύρισε σε μένα και μου είπε:
«Γιατί την είπανε νέα; Αφού έχουν την ίδια ηλικία με κείνη την άλλη!»
«Κάτι λέει πάλι!»
«Το πιπέρι να φέρουν».
Η Νότα γύρισε γελαστή στον Μπαρή κρατώντας τα χαρτιά της:
«Κατετροπώθητε, κύριε Μπαρή!» του είπε.
«Εγώ;...»
«Ναι, εσείς!...»
«Πώς, γιατί; Επειδή σας είπε ένα ωραίο ποίημα και σας έσυρε όλους με το μέρος της; Αν θέλω, λέω κι εγώ ένα και τότε θα αναγκασθείτε να πείτε και μένα Όμηρο!»
«Α, α, μα εσείς ιδέα δεν έχετε από ποίημα!»
«Ε, τι λέτε, κυρία Νότα; Τότε θα πω!»
«Να πείτε, να πείτε!» ακούστηκαν πολλές φωνές να λένε.
«Ο Μπαρής ποιητής!» έκανε ο Καμπουρίδης ξεκολλώντας τη μύτη του απ' τον ώμο της Νότας. «Θα μου φανεί παράξενο!...»
«Σταθείτε!... Μιλιά δε θέλω! Και σεις, κυρά Ευρυδίκη, μη χαμογελάτε!»
Φυσά βοριάς στης ερημιάς
την έρημη τη ράχη.
Άγιος Βασίλης έρχεται
και ό,τι λάχει, λάχει!...
«Σφυράτε τον!»
Έγινε τέτοιος θόρυβος από σφυρίγματα, φωνές, που ο γέρο Μπαρής αναγκάστηκε να βουλώσει τ' αφτιά του:
«Δεν το ξανακάνω, όχι! » φώναξε.
Άρχισα να πηγαίνω, έτσι χωρίς να το θέλω. Το βράδυ, που έφευγα, έλεγα να μην ξαναπατήσω, και την άλλη βραδιά πήγαινα.
Οι νέοι είχαν γίνει πια δικοί τους, εμάς σα να μας είχαν βάλει στην άκρη.
Αυτό ήταν το παράπονο του γέρο Μπαρή. Εγώ δεν πειραζόμουν διόλου και μάλιστα σα να ευχαριστιόμουν και απ' αυτή την εγκατάλειψη. Κι έλεγα πως, αν δεν πατούσα διόλου κι έπαυα να πηγαίνω, κανείς δε θα το πρόσεχε. Αλλ' όχι, υπήρχε κάποιος....
Ο γέρο Μπαρής τα 'χε όμως πολύ με τη Νότα και της έσερνε όσα δε μπορεί να σύρει η σκούπα:
«Αυτή», μου έλεγε, «είναι ο συμβουλάτορας όλων, αυτή! Αυτή έφερε, στο 'πα, κείνον τον γουρλομάτη, που είναι!... Θεέ φύλαγε! Βάζω το κεφάλι μου στοίχημα και ας μην αξίζει πολύ... Αυτή, που λες, έφερε το γουρλομάτη αυτόν, που παίζει πιάνο και κάνει σαν κοκότα! Τον λέει συγγενή της! Έστω, επιτέλους, μπορεί να 'ναι. Αλλά σήμερα ποιος λογαριάζει τέτοια πράγματα. Αχ, μωρέ, κάτι χτυπά στα ρουθούνια μου βρώμικο!... Θα το δεις, θα το δεις!... Αμ' εκείνον πάλι, το νιο, ποιος τον έφερε; Δεν τον έφερε αυτή; Εκείνον το νιο, τον, τον, τον, πώς, διάολο, τον λένε. Δεν τον έφερε αυτή;... Κομψός νέος! Δε βγάζει τα γάντια απ' τα χέρια του!... Και θα τα φορά, σου βάζω στοίχημα, και τη νύχτα. Και κάτι γάντια!... Μα τα 'δες; Δεν τα βάζει καλύτερα στα πόδια του για παπούτσια! Άσε κείνον με τις γκέτες και το μονόκλ, και με τη γυναίκα του. Αυτός όμως είναι χρηματιστής. Είναι και κάτι άλλοι, που δεν έρχονται συχνά, θα τους δεις...»
Ήταν η αλήθεια πως όλο το σπίτι είχε αλλάξει, και σε μικρό διάστημα. Εκτός απ' το γέρο που τον γνώρισα έτσι, ξεβιδωμένο, όλοι οι άλλοι δεν ήταν αυτοί που 'χα γνωρίσει. Σα να 'ταν, να 'γιναν άλλοι άνθρωποι.
Ο φίλος μου ο Μέμος μου φαινόταν σα ζαλισμένος, αφηρημένος και λίγο μου μιλούσε. Αυτό με πείραξε στην αρχή και είχα πει να πάψω να πηγαίνω.
Η γυναίκα του πάλι, που ήταν τόσο σεμνή και γλυκιά, τώρα γελούσε, φώναζε και κάπνιζε άγρια σαν τη Νότα.
Κι όλοι χτυπούσαν ξύλο όταν έλεγαν κάτι καλό γι' αυτούς ή για κάποιον της παρέας, πράγμα που άλλοτε δεν το 'καναν, δεν το 'ξεραν, όπως δεν το 'ξερα κι εγώ.
Ο Μπαρής μου είπε πως αυτό το 'φεραν δυο, η Νότα με τον Ανδράμη. Κι έτσι απλώθηκε σε όλους.
Κι εγώ που τους έβλεπα να χτυπούν το ξύλο, έλεγα:
«Καλά, μα θα έρθει! Κανείς δε γλιτώνει!...»
Και οι βραδιές ήταν όμοιες η μια με την άλλη σα να 'τανε μια, κι έτσι περνούσανε όλο γέλια, ματιές ερωτικές, μυρίσματα και χτυπήματα ξύλων.
Και ύστερα, όταν χώριζαν:
«Καλή νύχτα, υγεία να δώσει ο Θεός! Αυτό είναι το πρώτο! Υγεία, υγεία!...»
Κι εγώ με το νου μου:
«Έως πότε, έως πότε; Κι έπειτα, γιατί τρέμουν; Τι δίνουν ευχές; Δε θα το αποφύγουν!...»
Κάθε Πέμπτη γινόταν πανδαιμόνιο. Γυναίκες, άντρες, κορίτσια, το απόγευμα, γέμιζαν το σπίτι.
Ο Καμπουρίδης όμως, πιστός στη Νότα, δεν έτρεχε να μιλήσει μ' άλλες, έτρεχε, την ακολουθούσε σα σκυλάκι πιστό, όπου πήγαινε. Εδώ αυτή, εδώ κι αυτός, εκεί αυτή, εκεί κι αυτός.
Αλλά λησμόνησα κάτι να πω: Τι είχε πάθει εκείνη η γριά, τι είχε πάθει; Μόλις πατούσα το σπίτι, θα ζητούσε να την πάω περίπατο! Και τι να 'κανα 'γω; Την πήγαινα. Φορτωνόμουν κείνον τον όγκο και τραβούσα.
Και κολλούσε επάνω μου, κολλούσε ένα μέρος του τεράστιου στήθους της και μου 'σφιγγε το μπράτσο δυνατά, έπεφτε πάνω μου.
Και είχε γίνει και ρομαντικιά κι έλεγε μ' έναν τόνο που μου θύμιζε την Ευρυδίκη:
«Αχ, τι βραδιά απόψε, τι γλυκιά βραδιά!... Κοιτάτε τ' αστέρια, κοιτάτε τα, τι ωραία που 'ναι. Και πώς λάμπουν, πώς λάμπουν!... Δε σας φαίνεται, πέτε μου, δε σας φαίνεται πως μας κοιτάζουν;... Τι ωραία! Μα ο Γαλαξίας που 'ναι;»
Κι έλεγα κι εγώ με το νου μου, σύροντας το χοντρό εκείνο ερείπιο:
«Μα τι διάολο έπαθε τούτη; Έτσι δεν ήταν, δεν ήταν έτσι!... Τώρα τα γεράματα την έκαναν έτσι, κόλλησε απ' τους άλλους αυτό; Μα όποιο και να 'ναι, καλό της έκανε ή κακό; Ίσως καλό! Καλό είναι να μην ξέρει κανείς πού είναι, να μη βλέπει τι θα γίνει, το τέλος του! Μην εγώ είμαι ευτυχής που τα βλέπω όπως είναι, ψεύτικα; Που βλέπω πως για κάπου πάμε όλοι, και το κάπου αυτό είναι ο χαμός;
»Αυτή θα βρεθεί ξαφνικά: Α, τι καλά αυτοί που είναι έτσι! Να, τούτη 'δω, μιλάει για τ' αστέρια. Δε σκέπτεται τίποτα παραπάνω! Δε σκέπτεται, γιατί κοιμάται και ξυπνά και πάλι το ίδιο κάνει. Τι περιμένει αυτός και οι άλλοι; Παίζουν χαρτιά για να περάσει η ώρα. Χωρατεύουν, γελούν, παίζουν πιάνο, τραγουδούν! Τι περιμένουν να 'ρθει;»
Η Ευρυδίκη είχε γίνει το χαϊδεμένο παιδί όλων, όλων εκείνων δηλαδή. Και ήταν αδύνατο να μην απαγγείλει και ποίημα. Μα ήταν και αδύνατο να μην της πει κάτι ο γέρο Μπαρής.
Εύθυμος γέρος ο Μπαρής, που δε χαλούσε την καρδιά του για τίποτα. Έβλεπε ό,τι γινόταν, στενοχωριόταν, αλλ' η ευθυμία δεν του 'φευγε. Κι αν στην καρδιά της Ευρυδίκης, όπως είχε πει στο ποίημά της, είχε κάνει ο έρωτας μόνιμη κατοικία, στου γέρο Μπαρή είχε κάνει η ευθυμία. Κι αν στενοχωριόταν κάποτε κανένα κομματάκι της, θα 'ταν το πλυσταριό της.
Και δεν άφηνε κανένα να μην του πει κάτι, όταν εύρισκε αφορμή.
Και όταν ο κοντός χρηματιστής, που τον βιάσαν να πει κι αυτός κάτι, γιατί σχεδόν δε μιλούσε, αλλά κοίταζε τη Νότα, είπε σα να 'χε καραμέλα στο στόμα:
«Εγώ ακούω, μ' αρέσει ν' ακούω! Κρατώ εκείνο το παλιό: Όποιος μίλησε, έχασε, κι όποιος δε μίλησε, εκέρδισε!...»
«Σοφόν», είπε ο Ανδράμης με ύφος τρομερού σοφού.
«Μπα, διόλου!» είπε και ο γέρο Μπαρής, «Γιατί ένα άλλο λέει: Ο λόγος του στην ώρα του αξίζει δυο χιλιάδες!»
«Τόσο λίγο ποσόν», έκανε χαμογελώντας ο κοντός χρηματιστής.
Μια βραδιά έδωσα δίκαιο και δίκαιο στο γέρο Μπαρή που δε χώνευε διόλου τον Ανδράμη. Είδα κι εγώ πως ο χρηματιστής αυτός ήταν επικίνδυνος άνθρωπος μέσα στα σπίτια.
Όλοι μιλούσαν χωριστά δυο - δυο, τρεις. Και ο Μπαρής ακόμη. Εγώ με κανέναν, στη θέση μου. Ο Ανδράμης μιλούσε με τη γυναίκα του Μέμου. Τους κοίταζα που μιλούσαν...
Ξαφνικά βλέπω να την κοιτάζει με τέτοιον τρόπο, που μου φάνηκε να της έλεγε:
«Θα σε φάω!»
Τα μάτια του τα γουρλωτά, μου φάνηκαν σα να 'χαν βγει έξω, να κρεμάστηκαν, να 'γιναν και μικρούτσικες προβοσκίδες!
Έκανα δυο τρεις ημέρες να πάω. Έπρεπε να τελειώσω κάποια εργασία και δε μου έμεινε ούτε το βράδυ καιρός.
Και ήθελα τώρα να είμαι κει, να παρακολουθώ. Ήταν τόσο καλός και αγαθός ο Μέμος...
Όταν βρέθηκα στο σπίτι του Καμπουρίδη, είδα μεγαλύτερη κίνηση, περισσότερα φώτα. Έμαθα πως ήταν η εορτή του μικρότερου γιου του Μέμου.
Το πιάνο, κείνη τη στιγμή που μπήκα, είχε πάψει.
«Τι γινήκατε, τι γινήκατε;» μου είπε η Καμπουρίδη. «Χαθήκατε! Εγώ ήμουν λίγο άρρωστη. Το στομαχάκι μου. Τώρα ευτυχώς, ας χτυπήσω ξύλο, πάει καλά, πολύ καλά. Εσείς; Καλά ε; Ας χτυπήσω ξύλο... Γιατί χαθήκατε;»
Η κόρη της την πλησίασε, καθώς εγώ της έλεγα πως είχα εργασία.
«Δε θα πας να κάνεις τη βόλτα σου στο τετράγωνο;» τη ρώτησε.
«Όχι, όχι απόψε, απόψε δε θέλω», έκανε η γριά σα μικρή χαϊδεμένη παιδούλα, που της λένε να πάει κάπου κι αυτή αρνιέται έτοιμη να κλάψει.
Εκάθησα κοντά στο Μπαρή. Είδα τότε πιο καλά τους άλλους που ήταν εκεί και δεν τους ήξερα, ούτε μου τους σύστησαν. Τρεις τον αριθμό, δυο άντρες και μια γυναίκα. Ένας απ' τους άντρες είχε μουστάκια, όμως σαν αγριόγατος. Καθώς έμαθα απ' το Μπαρή, ήταν συγγενής του άντρα της Νότας, πρώην αξιωματικός, πεταμένος απ' το στράτευμα για μια βρωμοδουλειά. Η γυναίκα ήταν αδελφή του και ο άλλος άντρας, γαμπρός του...
Ο Μπαρής κάτι μου 'λεγε, αλλά, καθώς εγώ πρόσεχα, είδα κίνηση, να φεύγουν όλοι, να περνούν προς την τραπεζαρία...
«Ελάτε, ελάτε», μας είπε η γριά Καμπουρίδη, στρέφοντας σε μας καθώς την είχε φορτωθεί και την πήγαινε ο Ανδράμης.
Άλλοι όρθιοι, άλλοι καθιστοί, παίρναμε απ' το γεμάτο διάφορα φαγώσιμα τραπέζι. Και πίναμε. Εγώ βρισκόμουν σε άλλη μεριά από κείνη που καθόμουν μια φορά κι έναν καιρό, μακριά απ' την πολυθρόνα μου. Σ' αυτήν είχε καθήσει τώρα η γριά Καμπουρίδη.
Το κρασί ήταν μαύρο, που άμα το 'δε ο Μπαρής, μου είπε:
«Δε μ' αρέσει το μαύρο, αλλά τι να κάνω, θα πιω!»
Ο Καμπουρίδης καθισμένος κοντά στη Νότα και κοντά στο τραπέζι το μεγάλο, έτρωγε κρέατα μασώντας γρήγορα και προσέφερε και στη Νότα. Αυτή πάλι, που είχε ριχτεί κι έτρωγε άγρια, αναγκαζόταν, καθώς μασούσε, ν' ανοίξει το γεμάτο στόμα της και να πάρει και κείνο, όπως κάνει ένα γεμάτο λεωφορείο, που στέκεται και παίρνει ακόμα επιβάτες στο δρόμο του.
Ευθυμία απλωνόταν σ' όλους. Είδα τα μάτια του Μέμου να λάμπουν από χαρά, ευχαρίστηση.
Πού να 'ξερε τι προσπαθεί ένα πρόσωπο που του κάνει το φίλο, τι προσπαθεί να του φτιάξει!...
Μα μπορούσε να κατορθώσει τίποτα; Ο Μέμος ήταν άγγελος μπροστά του...
Ευχές άπειρες για το παιδάκι του, που το 'χαν βάλει να κοιμηθεί.
Εγώ μελαγχόλησα πάλι. Το κρασί, αντί να μου δώσει ευθυμία, κάποια χαρά, κάποια ελπίδα, μου έριξε μελαγχολία, μια απογοήτευση μεγάλη. Και πάλι μου ήρθαν οι σκέψεις εκείνες στο σκοτεινιασμένο νου μου, όπως τα πουλιά της τρικυμίας που τρέχουν, πετούν, αφήνοντας κρωγμούς χαράς άγριας, στο μαυρισμένο ουρανό.
«Όλοι ξένοιαστοι, ευθυμούν, γελούν. Καμιά σκέψη δεν τους ταράζει, τα πράγματα ψεύτικα είναι!... Μπα!... Και ας είναι και σαν τα τραγιά στο σφαγείο, που κάθε τόσο το χέρι του σφάχτη απλώνεται κι αρπάζει, παίρνει κάποιο...»
Μια φωνή γάτου ακούστηκε ξαφνικά, δυνατή και κοντά στο τραπέζι, και σε μια στιγμή που έδινε πάλι ευχές, κρατώντας το ποτήρι του γεμάτο, ο πρώην αξιωματικός είπε:
«Μπα, καλώς ήρθες!»
Και ο γέρο Καμπουρίδης, βγάζοντας το πόδι του από καρέκλες και πόδια γυναικών, του έδωσε μια κλωτσιά.
Ο γάτος έφυγε.
Κάτι είπαν για τον γάτο, πώς βρίσκεται εκεί, στο σπίτι, και δεν είναι στα κεραμίδια.
«Θα υπάρχει κάποια αιτία», είπε η Μίνα. «Και ξέρετε τι κλέφταρος είναι;...»
«Ε, τη δουλειά του κάνει!» της απάντησε γουρλώνοντας τα μάτια του ο Ανδράμης.
Παράξενο! Όλο μου φαινόταν, όταν κοίταζε τη γυναίκα του Μέμου, πως τα μάτια του έβγαιναν έξω...
Η Ευρυδίκη, ξαναμμένη απ' το κρασί, σηκώθηκε κι άπλωσε τα χέρια της να επιβάλει σιωπή.
«Α, ποίημα, ποίημα», είπαν όλοι. «Μπράβο Ευρυδίκη!...»
Κι η Ευρυδίκη άρχισε ν' απαγγέλει...
Δεν ξέρω πως μου φάνηκε, σαν να της είχε στρίψει η βίδα...
Το ποίημά της ήταν ερωτικό κι έλεγε πως ο έρως είναι το παν!
Τη χειροκρότησαν άγρια και τα «Σαπφώ» πετάγονταν απ' τα στόματα άπειρα.
Ο Ανδράμης όμως σηκώθηκε, όχι να χτυπήσει το ποίημα, αλλά κείνο που έλεγε, ότι ο έρωτας είναι το παν...
«Είναι αλήθεια, δε λέω όχι», είπε, «πως ο έρως είναι κάτι μεγάλο, μέγιστο! Όμως ότι είναι το παν....»
«Νιάου, νιάου!»
Άλλο ξεφωνητό γάτου!
Και ήταν ο ίδιος εκείνος γάτος. Ανεβασμένος τώρα στον καναπέ και ψηλά στο ακουμπηστήρι, απ' εκεί ξεφώνιζε σα να 'βγαζε λόγο.
Η Μίνα όμως, που καθόταν στον καναπέ, στράφηκε και τον σταμάτησε χτυπώντας τον με το χέρι γρήγορα. Ο γάτος το 'βαλε στα πόδια και χάθηκε. Αλλ' η Μίνα έτριβε το χέρι της...
«Μα τι του 'ρθε ν' ανεβεί εκεί επάνω και να φωνάζει έτσι;» ρώτησε η κυρία που έμοιαζε με όρνιθα.
«Τι του 'ρθε;» της απάντησε η Μίνα. «Να, πίσω απ' αυτό το πορτάκι έχουμε κρεμάσει το κρέας! Το πήραμε απ' το κλουβί και το κρεμάσαμε 'δω, όχι από φόβο των Ιουδαίων, αλλά της Κατερίνας! Το ρημάζει άμα το βρει!... Μας το 'πε η Μαρουλιό...»
«Ωραίο!...»
«Έξοχο!...»
«Α, γι' αυτό έχει γίνει σα φράπα!» είπε και ο Ανδράμης.
«Να τος!...»
«Και τα δουλικά ακόμα γλυκοκοιτάζει», είπε η γυναίκα του φίλου μου, η Μίνα.
«Μα τι; Δεν είναι θηλυκά αυτά;»
«Τι, τι;» ρώτησε ο Καμπουρίδης. «Δεν άκουσα....»
Είχε μισοναρκωθεί μυρίζοντας τη Νότα και απ' το κρασί.
«Οι άντρες δεν έχουν εμπιστοσύνη», είπε η κυρία που δε μου σύστησαν.
«Α, ναι, ναι», είπαν όλες.
«Κατά τον άντρα», μίλησε και η γριά Καμπουρίδη.
«Τι, όλοι τα ίδια είναι!...»
«Έτσι, σωστό, σωστό!... Όλοι!»
«Μα γιατί δεν...» έκανε να ρωτήσει ο γέρο Καμπουρίδης, αλλ' η Νότα δεν τον άφησε:
«Σεις οι άντρες», του φώναξε σα να 'χε κουφαθεί ο γέρο Καμπουρίδης, «δεν έχετε πίστη, τίποτα!... Εμείς τα 'χουμε όλα!...»
«Το παραδέχουμαι», της απάντησε ο γέρο Καμπουρίδης. «Εγώ είμαι μαζί σας!... Σεις τα 'χετε όλα...»
«Μην τρέχετε, μην τρέχετε!» φώναξε η Ευρυδίκη όρθια πάλι.
«Όταν δεν υπάρχει έρως, όλα είναι πρόστυχα!... Ο έρως αγιάζει!»
«Ξεπαγιάζει! Αυτό πες καλύτερα», της είπε ο γέρο Μπαρής.
«Κύριε Μπαρή», του απάντησε η Ευρυδίκη, «καθώς φαίνεται δεν αισθανθήκατε εσείς ποτέ το αγνόν αυτό αίσθημα!...»
«Εγώ δεν το αισθάνθηκα; Τι λέτε;... Το αισθάνθηκα και το παρααισθάνθηκα, και γι' αυτό επάγωσα!...»
«Αφήστε τα αυτά, αφήστε τα!» φώναξε ο πρώην αξιωματικός υψώνοντας το ποτήρι του γεμάτο. «Εδώ είναι η ζωή, εδώ! Το κρασί!»
«Μόνον;» τον ρώτησε ο Ανδράμης.
«Και η γυναίκα!... Αυτά είναι το παν!»
«Χωρίς τον άντρα;» τον ρώτησε η Μίνα.
«Και ο άντρας μαζί! Μα τότε ποιος θα απολάμβανε και τα δύο;»
«Ας είναι», είπε ο Ανδράμης κουνώντας το κεφάλι, «εάν δεν ήταν το κρασί, δεν υπήρχε, δε θα υπήρχε και η ευθυμία! Σε εμπνέει, βρε αδελφέ! Εγώ, όταν κάθομαι και θέλω να γράψω κάτι, και μια επιστολή ακόμα, θα πιω».
«Εγώ πάλι δε μπορώ», άρχισε να λέει ο Μέμος, «άμα πιω λίγο, τα θαλασσώνω... Όταν έκανα το σχέδιο εκείνης της μεγάλης οικοδομής, που θαυμάστηκε...»
Κανείς σχεδόν δεν τον άκουγε, άλλα έλεγαν, και ο Μέμος, ζαλισμένος, ήθελε να τον ακούσουν.
«Κύριε Ανδράμη, κύριε Ταρόπουλε, για ακούτε, κυρίες...»
Αυτοί γύρισαν και θέλησαν ν' ακούσουν, αλλ' η γυναίκα του, που μιλούσε με τον Ανδράμη, θυμωμένη του είπε:
«Ε, πάψε πια!... Δε ρωτάς κι αν θέλει κανείς να σ' ακούει;»
Μια σιωπή έπεσε.
«Μίνα!» έκανε η μητέρα της απ' την πολυθρόνα.
«Μα εγώ τώρα μίλησα... Μπα, τι έπαθε;»
Και κοίταξε τη γυναίκα του, τους άλλους....
Η Νότα σηκώθηκε και αγκάλιασε τη φίλη της.
«Μα τι, μαλώσατε;» ρώτησε ο Καμπουρίδης.
«Μίνα, φταις! Δεν έκανες καλά...» της είπε η μητέρα της.
«Ας μην έκανα!» της απάντησε αυτή.
Ο φίλος μου έφυγε.
Οι καλεσμένοι στράφηκαν σε λίγο ο ένας στον άλλον και είπαν σιγά:
«Πάμε;»
«Όχι, όχι, καθίστε, καθίστε!» φώναξε η Μίνα. «Πώς θύμωσε; Θα ξεθυμώσει...»
Εγώ και ο Μπαρής απ' εκείνη τη βραδιά εκόψαμε να πηγαίνουμε στο σπίτι του Καμπουρίδη.
Αυτό το σπίτι είχε γίνει, όπως έλεγε ο Μπαρής, από παράδεισος, κόλαση!
Περνούσαμε τις βραδιές μαζί. Αυτός όμως είχε γίνει μελαγχολικός, ζητούσε σπίτι να καθίσει, να μιλήσει, οικογένεια. Χωρίς να το πει καθαρά, το ένιωθα. Μα το 'χα πάθει κι εγώ αυτό.
Τρώγαμε μαζί σ' ένα μαγαζάκι, κι έπειτα σε καφενείο και τα λέγαμε.
Μια βραδιά μου λέει πως τον βρήκε ο Καμπουρίδης και του έκανε παράπονα, γιατί έπαψε να πηγαίνει. Και ο Μπαρής του υποσχέθηκε να πάει, παίρνοντας και μένα μαζί του.
«Δε θα πάμε απόψε, αλλ' αύριο το βράδυ», μου είπε στο τέλος.
Ήθελα να πάω και δεν ήθελα. Είχε αρχίσει να μ' αρέσει η ταβέρνα, το πιοτό. Και γι' αυτό έπρεπε να κάνω ό,τι πριν έκανα. Τώρα όμως, πώς θα παρουσιαζόμαστε ύστερα από δυο μηνών απουσία;
Το άλλο βράδυ, άμα δειπνήσαμε, πήραμε το δρόμο για το σπίτι του Καμπουρίδη.
Εγώ πήγαινα στενοχωρημένος και σα να μ' έσερνε με τη βία ο Μπαρής που είχε ξαναγίνει εύθυμος...
Μας έμπασε κείνη η δούλα, που ο Ανδράμης την εύρισκε πως έγινε σα φράπα.
Κανείς όμως δεν είχε πάει ακόμα, από κείνους που ξέραμε πως κάθε βράδυ θα 'διναν εκεί το παρών. Ούτε ήταν κάτω και κανείς του σπιτιού.
«Τι διάολο!» σκέφτηκα, «μην έπαψαν να 'ρχονται, κάτι να συνέβηκε;»
Και είδα πως επεθύμησα αυτό, να ερχόταν η παλιά, ας την πω έτσι, κείνη εποχή πίσω...
«Μου φαίνεται», μου είπε ο Μπαρής, «πως νωρίς ήρθαμε...»
«Όχι», του είπα κοιτάζοντας το ρολόι μου, «καλά ήρθαμε...»
«Ε, τότε, ας διαβάσω την εφημερίδα μου, ώσπου να έρθουνε».
Και ο γέρο Μπαρής, βγάζοντας απ' την τσέπη του την εφημερίδα του, εκάθισε, την άνοιξε, έψαξε να βρει κάτι να τον ενδιαφέρει, κι άρχισε να διαβάζει.
Εκάθισα κι εγώ. Άκουσα σιωπή, ησυχία. Μα γιατί ήταν έτσι απόψε; Και δεν ήταν πολυφωτισμένο το σπίτι, τα ηλεκτρικά της μεγάλης σάλας δεν ήταν όλα αναμμένα.
«Για, για», άκουσα να μου λέει ο Μπαρής, «είδες, πέθανε ο στρατηγός.... πώς διάολο τον λένε, τον γράφουν γαλλικά... Λένε όμως πως ήταν ονομαστός, ένδοξος, είδε δόξες!»
«Ε, και τώρα;» είπα εγώ. «Τώρα τι Γάλλος, τι Άγγλος, τι Γερμανός, Έλληνας, Τούρκος! Κολοκύθια!»
«Έχεις δίκιο, έτσι είναι», μου απάντησε ο Μπαρής, «μα μένει στην Ιστορία...»
«Στην Ιστορία μένει;» του είπα εγώ. «Υπήρξε αυτός ή δεν υπήρξε; Σα γράψω κι εγώ έναν ήρωα φανταστικό, δε θα ζει κι αυτός, όπως εκείνος, στο χαρτί; Ποιο είναι το παραπάνω...»
Ο γέρο Μπαρής δε μίλησε, έσκυψε στο διάβασμα.
Εγώ, αφού στα ίδια γύρισα για λίγο και σκέφτηκα και είπα πολλά στον εαυτό μου, κοίταξα την ώρα. Είχε προχωρήσει απ' την ώρα που μαζευόμαστε...
«Μα τι συμβαίνει;»
Η παράξενη σιωπή του σπιτιού, και να μην παρουσιάζεται κανείς απ' τους οικοδεσπότες, μού άγγιξαν πληγή, που μόλις είχε κλείσει.
«Κάποιος είναι άρρωστος, δίχως άλλο», είπα με το νου μου, «κάποιος είναι άρρωστος!»
Όλων τα πρόσωπα πέρασαν απ' το νου μου. Και σα να 'δα τότε το σιδηρόδρομο εκείνον, που όλο γύριζε, γύριζε, έφερνε βόλτες στο ίδιο πάντα μέρος, να, τον είδα να στέκεται και να πετά έξω επιβάτες...
Σηκώθηκα και βγήκα έξω απ' τη σάλα.
Η τραπεζαρία ήταν φωτισμένη, αλλ' έρημη.
Μου φάνηκε τότε πως ονειρευόμουν. Κάτι τέτοια όνειρα συχνά έβλεπα, γραφεία έρημα και φωτισμένα, σπίτια...
Η πολυθρόνα που καθόμουν τότε, στη γωνιά, με το ντύμα της, που πάνω του είχε σταμπαρισμένα άνθη, τριαντάφυλλα μεγάλα...
Η σκηνή της βραδιάς του μαλώματος έκανε ν' απλωθεί ή σα να 'δα τη σκιά της, που ερχόταν, αλλά σταμάτησε, έφυγε. Σα να την απομάκρυνε η μεγάλη ερημιά, να την έδιωξε η σιωπή...
Πήγα μεσ' στη σάλα. Ο Μπαρής σήκωσε το κεφάλι του απ' την εφημερίδα.
«Κανείς ακόμα ε; Δεν είδες εσύ κανέναν του σπιτιού;... Πού είχες πάει;»
«Εδώ, στην τραπεζαρία. Κανείς και σιωπή... Δεν ακούγεται κανείς...»
Ο γερο Μπαρής σήκωσε το κεφάλι του περισσότερο.
«Μπα, μπα, μπα!» έκανε. «Δε σου φαίνεται παράξενο; Βρε παιδί, κάτι τρέχει! Τι συμβαίνει;» Και ο γέρο Μπαρής γύρισε αργά το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά, σα να ζητούσε να βρει τι γινόταν.
«Πρέπει να ρωτήσουμε», είπε έπειτα. «Μα κι αυτή η Κατερίνα δε μας είπε τίποτα... Ας ρωτήσουμε όμως...»
Κι εδίπλωσε την εφημερίδα, την έβαλε στην τσέπη του και σηκώθηκε.
Αλλά να ένα βήμα. Κάποιος ερχόταν...
Στην πόρτα φάνηκε η Ευρυδίκη.
«Α, εσείς!» μας είπε, «είδατε, ε, είδατε! Ποιος το πίστευε, ποιος...»
«Μα τι συμβαίνει, τι συμβαίνει;» ρώτησα εγώ και ο Μπαρής μαζί, τρομαγμένοι.
«Τι συμβαίνει; Μα δεν το ξέρετε, δεν το ξέρετε; Όχι! Α, δεν το ξέρετε!... Μα τι να σας πω, τι να σας πω! Α, εκείνο το τέρας, κείνη η κοντή τα 'κανε μεγάλα! Κατάστρεψε αυτό το σπίτι! Πήρε τον άντρα της Μίνας κι έφυγε, έφυγαν!... Μάλιστα, μάλιστα!... Πήρε τον άντρα της κι έφυγε! Τ' ακούτε; Μάλιστα! Θέλετε ακόμα κι άλλο, θέλετε ακόμα κι άλλο;... Τι κακό έφερε η στρίγγλα σ' αυτό το σπίτι! Ο γέρο Καμπουρίδης τελειώνει! Έπαθε συμφόρηση! Και τον έχουν σε μια κλινική εδώ κοντά... Έπεσε στο δρόμο, απ' έξω... Α, δεν έχει καμιά ελπίδα να σωθεί, δεν έχει! Η Μίνα πάλι έπαθε κρίση. Είναι στο κρεβάτι... Και η καημένη η γριά, και κείνη στο κρεβάτι. Μα τι είναι αυτό το κακό που έπεσε σ' ένα τόσο ευτυχισμένο σπίτι!»
Εγώ δε μίλησα, είχα μείνει κοιτάζοντάς την. Ο γέρο Μπαρής εκάθισε ή έπεσε σε μια καρέκλα.
«Εγώ το 'λεγα», έλεγε, «το 'λεγα ο φουκαράς... Τους την έφερε την καταστροφή».
Και η Ευρυδίκη, αφού στάθηκε για λίγο κουνώντας το κεφάλι:
«Αυτά, αυτά!» είπε. «Ποιος το πίστευε; Και τι καλά περνούσαμε! Τώρα, πάει! Πάνε όλα, πάει και ο γέρος... Αγαπούσε τις γυναίκες πολύ ο καημένος!... Εμείς το παραβλέπαμε... Και η γυναίκα του τον συγχωρούσε... Πάει τώρα, πάει, δεν έχει καμιά ελπίδα».
«Έπρεπε να 'ρθει το τέλος», είπα εγώ με το νου μου χωρίς να το θέλω....
Η Ευρυδίκη έφυγε για ν' ανεβεί στο επάνω πάτωμα, όπου ήταν οι κοιτώνες, για να δει τι κάνουν οι φίλες της. Είχαν δυο νοσοκόμες....
Ο γέρο Μπαρής μονολογούσε καθισμένος στην καρέκλα.
Εγώ, αφού τα σκέφτηκα όλα, και τη διαγωγή του φίλου μου, είπα με το νου μου με κάποια κακιά ευχαρίστηση, κάτι που 'χα βγάλει και γράψει απ' εκείνα, που όλο γύριζαν στο νου μου και με βασάνιζαν:
«Κοιμούνται, ξυπνούν και πάλι το ίδιο κάνουν. Τι περιμένουν; Παίζουν χαρτιά, καπνίζουνε για να περάσει η ώρα. Τι περιμένουν; Ω, ταξιδιώτες είμαστε όλοι μας και κάθε τόσο που της μοίρας το τρένο σταματά, πετιούνται έξω, κατεβαίνουν, όσοι έχουν φθάσει στο τέλος του ταξιδιού τους».
Βουτυράς Δημοσθένης
Περιοδικό «Νέα Εστία»
τεύχη 201 - 202, Μάιος 1935