Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ 'ΙΣΚΙΟΣ

   Τόσους μήνες τώρα που ήταν άρρωστη η Γιασεμή, ποτέ δε συλλογίστηκε το θάνατο. Δηλαδή, ποτέ δε συλλογίστηκε πως θα πεθάνει. Η ζωή μέσα της δεν είχε λιώσει, αφού δεν είχε κάμει παρά λίγα βήματα πάνω στον κύκλο που ορίζ' η μοίρα των ανθρώπων.
   Όταν μάθαινε πως πέθανε ο τάδε, να πούμε, λυπόταν τον άνθρωπο, νέο ή γέρο, ύστερα τους δικούς του -αν άφηνε πίσω του δικούς- και ησύχαζε· ο θάνατος ήτανε γι' αυτήν ένα πράμα πολύ μακρινό, και οι πεθαμένοι ήταν οι άλλοι, οι ξένοι, που είχαν το δικό τους λογαριασμό. Η νιότη της ποτέ δεν εκάθισε να σκεφτεί τα όσα αρχίζει ο άνθρωπος να καλοσυλλογάται από τα τριάντα κι απάνω. Η φθορά και η αφθαρσία, το χώμα και η αποσύνθεση, το «σκωλήκων βρώμα» των παπάδων και τα σκελετωμένα κρανία -μα όλ' αυτά είναι για κείνους που αρχίζουν να μην προφταίνουν να μετρούν τις άσπρες τους τρίχες και που πολεμούν να σκεπάσουν με χίλια βάσανα το αραίωμα της χωρίστρας τους. Και η Γιασεμή έχει μαύρα μαλλιά, γυαλιστερά, θεριεμένα, μα καθώς οι δυο της κοτσίδες πέφτουν βαριές πάνω στο κάτασπρο μαξιλάρι, μοιάζουν σαν δυο αλυσίδες που τη δένουν σφιχτά πάνω στο κρεβάτι της αρρώστιας.
   Κι έτσι, ανάσκελα, με τα διάφανα χεράκια αφημένα στη χνουδωτή κουβέρτα, κοιτάζει το ταβάνι, τα κουφώματα, τα έπιπλα, τους τέσσερις τοίχους... τέσσερις!... μα όχι, δεν είναι ακριβώς τόσοι· το δωμάτιο είναι στραβό· πίσω από το κεφάλι της ο τοίχος είναι πλατύς· οι δυο πλευρικοί τοίχοι λοξοί και όσο προχωρούν, στενεύουν, στενεύουν, δεν αφήνουν χώρο για τον τέταρτο τοίχο· μόλις υπάρχει θέση για τη μονόφυλλη πόρτα που ανοίγει στην άλλη κάμαρα.
   Σηκώνει πάλι τα μάτια... Το ταβάνι απ' όλες τις πλευρές έχει μια πλατιά κανελλιά γραμμή που ορίζει το σχήμα της κάμαρας... Θεέ μου! Πώς μοιάζει το σχήμα αυτό με κάσσα... είν' ακομα και τα πολύχρωμα κοσμήματα που τη γεμίζουν: γαλάζια, κόκκινα, κίτριν' ανθάκια... μπρος πηγαίνουν τα ξαφτέρυγα, οι παπάδες.... πίσω κλαίει η μάνα... και κόσμος!... Καθώς περνάνε, τ' ανοιχτά παράθυρα κλείνουν γρήγορα, τα κλειστά κουφώνονται κι από μέσα, κρυφοκοιτάζουν μάτια τρομαγμένα... τον κακομοίρη τον Μήτσο... με 39 πυρετό, σηκώθηκε να πάνε στο μαγαζί, να μη μείνει κλειστό... μόλις μπήκε μέσα, έπεσε χάμω ξερός· όσο να τον πάνε σπίτι του, ξεψύχησε.
   Η μητέρα της που είχε μπει πατώντας στα νύχια, την κοίταξε λίγες στιγμές και τρόμαξε. «Μήπως αγγελοφοριέται;» Τη ρώτησε λοιπόν σιγά - σιγά, με την ψυχή στα δόντια:
   «Κοιμάσαι;»
   Εγύρισε μόνο τα μεγαλωμέν' απ' την αρρώστια μάτια της και είπε κι εκείνη σιγά:
   «Όχι».
   «Σου έφερα γάλα... Θέλεις;» 
   «Όχι», ξανάπε. «Κάνει ζέστη».
   Η μητέρα ακουμπά την τσάσκα με προσοχή στο τραπεζάκι, προχωρεί πολύ αλαφρά, παραμερίζει τους μπερντέδες, κι ανοίγει το παράθυρο που είναι δίπλα στο κρεβάτι, πάρα πέρα...
   Ο ανοιξιάτικος αέρας χύθηκε μες στη στενή καμαρούλα φέρνοντας την ανακατεμένη βουή των μακρινών δρόμων, καμωμένη από αντίλαλους πραγμάτων, από φωνές και γέλια ανθρώπων, ή ποιος ξέρει από τι θρήνους και οδυρμούς πονεμένων ψυχών.
   Η Γιασεμή πήρε μια βαθιά αναπνοή, έσιαξε το σεντόνι κάτω από το σαγόνι της, έκανε να γυρίσει...
   «Μαμά, γύρισέ με...»
   Η μητέρα την έπιασε όπως θα 'πιανε ένα φαρφουρένιο βαζάκι και τη γύρισε κατά το παράθυρο.
   «Θέλεις ν' ανακαθίσεις;»
   «Όχι», εμουρμούρισε στυλώνοντας τα μάτια στο κάτω τζάμι του ανοιχτού παραθυρόφυλλου.
   «Όχι;» -Όχι. «Ναι;» -Ναι. Η μητέρα δεν έφερνε ποτέ αντίσταση. «Μην τη στενοχωράτε», είχε πει ο γιατρός, «αφήστε την να κάνει ό,τι θέλει... Κι έπειτα η φύσις και η νεότης κάνουν θαύματα. Και τότε η μητέρα -είναι τώρα τρεις μέρες- καθώς έμεινε μόνη, κλείστηκε στην κουζίνα και όση ώρα έκανε τις χοντροδουλειές της, τα μάτια της πήγαιναν ποτάμι. Τα μάτια της πήγαιναν ποτάμι κι ο νους της δερνόταν άθελά του και μοιρολογούσε...
   Να 'χα το στήθος μάρμαρο και την καρδιά κουδούνι.
   Για να βαράω το μάρμαρο να τρίζει το κουδούνι...
   Να 'ρχουνται μάτια θλιβερά...
   Σε λίγο, στο φιλντισένιο προσωπάκι της άρρωστης χύθηκε μια αχνή έκφραση χαράς: μες στο τζάμι καθρεφτιζόταν η ζωή του δρόμου, αχνή κι αυτή, παραμορφωμένη λίγο από τις τρεμουλιάρικες γραμμές που έσπαζαν και ξαναδένουνταν μες στο πρόστυχο γυαλί του παραθυρόφυλλου που σάλευε πότε - πότε. Να ο εμποράκος της γειτονιάς, πρώτα είχε τις μόστρες του φορτωμένες σ' ένα γαϊδουράκι και διαλαλούσε τις πραμάτειες του με τη δυνατή του φωνή. Τώρα τις φορτώθηκε μόνος του κι έχει μάλιστα και τ' αριστερό του χέρι τεντωμένο σαν ξύλο κι από κει κρέμεται το «αμερικάνικο πανί, μιάμιση πήχη το φάρδος εξήμιση δραχμές ο πήχης...» Θαρρείς πως η φωνή του βγαίνει τώρ' από σπασμένο καλάμι. Είχε, λέει, μια κόρη και του πέθανε, πούλησε και το γαϊδουράκι του...
   Να, τώρα στο γωνιακό σπιτάκι, στην πόρτα, είναι μάζωξη. Εκεί μέσα κάθεται μια χαρτορίχτρα μισόγρια, μισόκουφη· δεν την αφήνουν ποτέ σε ησυχία. Τώρα στέκεται με το μπαστουνάκι της στο πεζοδρόμιο και ξεφωνίζει: 
   «Είμαι κυρία όπως πρέπει! Έχω υιόν ηθοποιόν!» 
   «Ουστ, ουστ, μουστόγρια!» της φωνάζουν τα παιδιά. 
   «Τώρα θα φέρω αμέσως το χωροφύλακα, να σας δείξω εγώ ποια είμαι... Δημητρόπουλος: μάρτυρας» -δείχνει κάποιον που χαζεύει- «Θεοδώρου: μάρτυρας! Μάλιστα! Υπέβαλα μήνυση... Έννοια σας!... Θα σας δείξω εγώ ποια είμαι!...» Και παίρνει δρόμο. Νάτηνε: τοκ, τοκ, το μπαστουνάκι της -και δεν είναι πιο ψηλή από δαύτο- πάει βιαστική κουτσαίνοντας κάτω απ' τη μασκάλη της σφίγγει ένα πακετάκι, τυλιγμένο σε παλιοεφημερίδα· κι ωστόσο, αλήθεια, έχει κάτι αρχοντικό απάνω της. Ούτε γυρίζει πίσω της να δει κι όλο παραμιλάει. Από κοντά η μαρίδα αλαλάζει.
   Άξαφνα τα μάτια της Γιασεμής θολώνουν.
   «Τι έχεις;» ρωτά η μητέρα. 
   «Τα παιδιά πετάνε πέτρες στην κυρα - Πολυξένη».
   Η μητέρα σκύβει από το παράθυρο, μαλώνει τους μάγκες.
   «Έννοια σου, Γιασεμή μου, η κυρα - Πολυξένη ούτε φαίνεται. Θέλεις να κλείσω τα παντζούρια να ησυχάσεις;»
   «Ναι. Θα πιω και το γάλα μου».
   Τώρα η καμαρούλα είναι μισοσκόταδη και ήσυχη. Να πάλι οι λοξοί τοίχοι, η κανελλιά γραμμή, τα γαλαζοκόκκινα ανθάκια... Μπα! Κάτω από το μπαγδατί (1), καθώς οι μισόκλειστες γρίλιες στέλνουν ψηλά το μεσημεριάτικο φως, σχηματίζεται ένα φωτερό διάζωμα γύρω - γύρω, ενώ από κει και κάτου οι τοίχοι είναι μισοσκότεινοι. Τι ωραία, Χριστέ μου! Απάνω στο φωτισμένο διάζωμα αρχίζουν να περνούν ισκιερά ανθρωπάκια, κάρα, αμάξια -ό,τι περνάει απ' όξω- φέρνουν βόλτα - βόλτα τους τρεις τοίχους κι ύστερα χάνουνται  στο θεοσκότεινο τοίχο που είναι πίσω από το προσκεφάλι της. Και τ' ανθρωπάκια τα ισκιερά πάνε πατώντας στη γραμμή που χωρίζει το φως από το σκοτάδι. Καμιά φορά, το ένα έρχετ' από δω και τ' άλλο από κει. Συναπαντιούνται, ανεβοκατεβάζουν τα χέρια τους -βέβαια χέρια είναι αυτές οι διάφανες γραμμές που σαλεύουν σα να κάνουνε σταυρό- και κουνάνε τα κεφαλάκια τους, αποχωρίζουνται κι όταν φτάνουν στη σκοτεινή άβυσσο, κοντοστέκουνται, διστάζουν κι ύστερα μ' ένα βήμα πέφτουν μες στο σκοτάδι. Και τ' αμάξια... τι ωραία! Γρήγορα - γρήγορα κυλούν οι ρόδες, τρέχουν τα διάφαν' άλογα χωρίς κρότο, γλιστρούν όλα μαλακά - μαλακά, ώσπου την παίρνει ο ύπνος. Κι ωστόσο τ' ανθρωπάκια τα ισκιερά πάνε κι έρχουνται βουβά, άλλα γρήγορα, άλλ' αργά... και σα να σκύβουν απ' το φωτισμένο τους κόσμο κάτω, στη σκοτεινή εκείνη και βαθιά κάσσα, όπου κοιμάται μια ζωντανή Ιουλιέτα σαν πεθαμένη κι ονειριάζεται πως κάποιο αμάξι που γλιστρά μαλακά - μαλακά στ' όνειρό της τής φέρνει από μακρινές χώρες τον αργοπορημένο της Ρωμαίο. Κι όλα σιγά, κι όλο σιγά, να μην ταραχτεί ο ύπνος της παιδούλας, ώσπου το σούρουπο ρίχνει τη θαμπή του αυλαία και η κοιμισμένη βασιλοπούλα του ονείρου ταξιδεύει στα βάθη, ανάμεσα φθοράς και αφθαρσίας.
   Όταν ξύπνησε, είπε στη μητέρα της να της βάλει τα προσκέφαλα από το κάτω μέρος του κρεβατιού, για να 'χει αντίκρυ της το παράθυρο· την παρακαλεί να τ' ανοίξει, να δει το κομμάτι τ' ουρανού που της άφηνε ελεύτερο το αντικρινό μεγάλο σπίτι, με τα κλειστά του πάντα παράθυρα και τους φαρδιούς, άσπρους τοίχους... Τι είπε ο γιατρός;... Α, έτσι... Καλά... Θα κάνει υπομονή. Τι άλλο να κάνει; Και ο λίγος πυρετός;... «Δεν είναι τίποτα, είναι της αδυναμίας· να μη δίνεις σημασία», είπε ο γιατρός. Καλά, δε δίνει σημασία. Γιατί δεν την ξύπνησαν, να δει το σφυγμό της, να του 'λεγε τι ένιωθε δωνά... Όχι, ο γιατρός είπε όχι, να μην την ξυπνήσουν. Ό,τι κάνει ο ύπνος δεν το κάνουν χίλια γιατρικά. Ο ύπνος αναπλάσσει τους ιστούς, ναι, έτσι το είπε ο γιατρός. Και είπε ακόμα και να μην πατήσει το πόδι της κάτω, «για να προλάβουμε καμιά νέα υποτροπή...» Όλα τούτα τα σπουδαία τα λέει ο γιατρός κι αυτή πάλι παρηγοριέται.
   «Ήρθε τουλάχιστο η Ελενίτσα σήμερα; Έχει σωστές δεκαοχτώ μέρες να 'ρθει... Δεν έρχεται πια...»  
   «Ήρθε την ώρα που κοιμόσουνε...» λέει η μητέρα και σκύβει πίσω από την άρρωστη κάνοντας πως σιάζει τα προσκέφαλα.
   «Κι αυτή ακόμα την ώρα που κοιμόμουνα;» ρωτά η Γιασεμή και κοιτάζει απελπισμένη τον ουρανό που αντιφεγγίζει απάνω από τα σπίτια σα θαμπός καθρέφτης αντίκρυ σε μακρινό φως.
   Κατά τη δύση απλώνουνται μικρά, μικρά σύννεφα σαν ένα κοπάδι περιστεριών που έρχουνται από άλλες χώρες και καθώς χάνουνται, αφήνουν εδώ κι εκεί κάνα διάφανο πούπουλο, που το παίρνει κι αυτό ο βραδινός αέρας· ένα, δυο αστρουλάκια, που μόλις διακρίνουνται, φάνηκαν σαν κεφαλάκια καρφίτσας απάνω σε μπλάβο, τεντωμένο ατλάζι.
   Ανάμεσα στο κεραμιδένιο φιστόνι (2) και στους ριχμούς της αντικρινής σκεπής σειούνται μερικά χορταράκια κι ένα τρέμουλο βιολιού συντροφεύει τη βραδινή τους έκσταση. Ποιος να το πει; Και όμως έτσι είναι: κάπου κάποιος παίζει βιολί. Θεέ μου, πόσα ωραία πράματα σου δίν' η ζωή... Και τα μάτια της Γιασεμής που «έχουν έρωτα για τον απάνω κόσμο» κλείνουν και τα τσίνορά της είναι υγρά.
   «Ποιος παίζει βιολί;»
   «Εδώ δίπλα... αυτός που περιμένανε απ' τη Βιέννη τόσον καιρό κι όλο λέγανε πως θα 'ρθει...» 
   Η τελευταία δοξαριά του βιολιού είχε σβήσει τόσο παθητικά και το πιτσικάτο ήτανε τόσο γλυκό που, όποιος καλότυχος τ' άκουσε, νόμισε πως ένα βελουδένιο χέρι τού είχε αγγίξει την ψυχή.
   Άξαφνα, στον τοίχο του αντικρινού σπιτιού φάνηκε ένα μεγάλο φωτεινό τετράγωνο και στη μέση ήρθε και στάθηκ' ένας ίσκιος με χτυπητές γραμμές που σημάδευαν μια αντρίκεια κορμοστασιά, ένα κεφάλι με πλούσια μαλλιά κι ένα λεπτοκάμωτο βιολί. Ο ίσκιος ακούμπησε λίγο στον παραστάτη κι ύστερα χάθηκε.
   Η Γιασεμή περιμένει ν' ακούσει πάλι ή να δει, μα δε βλέπει παρά το μεγάλο φωτισμένο τετράγωνο που έμεινε λίγη ώρα στον τοίχο κι ύστερα χάθηκε κι αυτό. Κι όξω, το σκοτάδι πύκνωσε, κρεμάστηκε παντού και τα σκέπασε όλα. Τυλίχτηκε ως και στην ανθρώπινη ψυχή κι όλο το βράδυ η άρρωστη έφτιανε στον τοίχο της ανθρωπάκια με το φως της λάμπας κι εστεναχωριόταν που δεν της πετύχαινε κανένα, γιατί τρέμανε τα χέρια της... κοίτα, κοίτα... να μη μπορεί να μοιάσει ούτ' ένα με τον αντικρινό ίσκιο!... Και πολεμούσε με τα λιγνά της δαχτυλάκια, ώσπου την επήρε ο ύπνος.
 
   Τι θα κάνουμε σήμερα; Θα 'ρθει ο γιατρός για τη μεγάλη ένεση. Αχ, εκείνα τα μπαμπάκια κι εκείνη η βελόνα που βράζει και το άντε - κι έλα της μητέρας με τα μικροπράματα που τρέμουνε στα χέρια της σαν τη φωνή της που βγαίνει κομματιασμένη... Κι ύστερα οι τρομασμένες της ματιές και το χαμόγελο του γιατρού που πιστεύει στη δύναμη της νιότης...
   Όλ' αυτά σήμερα τέλειωσαν πιο εύκολα με την ελπίδα μιας βραδινής αρμονίας... Μα απόψε στο μεγάλο φωτεινό τετράγωνο φάνηκε ο ίσκιος δίχως το βιολί του· ακουμπούσε πάλι στον παραστάτη και κάπνιζε. Ναι, βέβαια, τσιγάρο είν' αυτό το πραματάκι που μένει πότε στα χείλη, πότε στα δάχτυλα σα να βρίσκεται ο καπνιστής σε έκσταση. Ως μες στα σπλάχνα της η Γιασεμή θαρρεί πως νιώθει την ευωδιά του καπνού κι ανασαίνει βαθιά, έτσι, άθελά της. Ω, τι μαλακά που γλιστρούνε γύρω στον ίσκιο οι καμπύλες: μέτωπο, μύτη, στήθος... καθώς κουνιέται, φαίνεται και μια ακρούλα μουστακιού. Ω, κι εκείνα τα μαλλιά... πότε - πότε τα τινάζει πίσω, τα στρώνει με τα δυο του χέρια, κρατώντας το τσιγάρο στο στόμα... τώρα να! ... πέταξε το αποτσίγαρο στο δρόμο· ρούφηξε μια και το πέταξε. Τι ωραία που τινάχτηκε κείνο το χέρι!...
   Η μητέρα φέρνει άξαφνα τη λάμπα και πάει να κλείσει τα παντζούρια.
   Η Γιασεμή πετιέται με όλη της τη δύναμη σαν τρομαγμένη:
   «Όχι, όχι!... Μη!»
   Ανάμεσα σ' αυτήν και στον αντικρινό ίσκιο στάθηκε η μητέρα της σαστισμένη.
   «Τι είναι;»
   Κοιτάζει γύρω της, παραμερίζει... Η Γιασεμή τεντώνει το λαιμό, τα μάτια... Σκοτάδι. Τίποτα. Πέφτει στο προσκεφάλι της λυπημένη.
   «Ω, μαμά...»
   Το μέτωπό της είναι μούσκεμα και τα μάτια της φουσκώνουν από δάκρυα. «Θεέ μου, τι έχεις;» ρωτά η μητέρα. «Τι ήτανε; Μήπως θέλεις τίποτα; Μήπως σε πονεί εδώ... εκεί;...»  
   «Όχι, τίποτα...» Κι αυτή δεν ξέρει πώς της φάνηκε. Δεν ήτανε τίποτα...
   Κι όλο το βράδυ αυτή είναι αμίλητη σαν κακιωμένη και η μητέρα πικραμένη, γιατί νιώθει πως κάτι έκανε που τη στεναχώρεσε τη Γιασεμή και στέκεται η καημένη σα φταίχτης.
   Το πρωί,  καθώς άστραφταν πότε - πότε στον ανοιξιάτικο ουρανό περαστικές φτερούγες άσπρων πουλιών, ακούστηκε πάλι το δοξάρι του βιολιού γρήγορο, σα να βιαζόταν ν' ανέβει τη μουσική σκάλα που σε παίρνει από τη γη και σε φέρνει ίσια στον ουρανό.
   Το πρόσωπο της Γιασεμής ξεσυννέφιασε· κοίταξε τη μητέρα της χαμογελαστή.
   «Αυτός δίπλα... που όλο τον περιμένανε από τη Βιέννη...»
   «Ναι, ήρθε τις προάλλες. Παίζει, αλήθεια...»
   «Σς!...» γνέφει στη μητέρα της και με τα μάτια κλειστά ακούει και παρηγοριέται. Στο χλωμό της πρόσωπο ανεβαίνει ένα χαμόγελο και λίγο χρώμα. Η μητέρα κοιτάζει το χαμόγελο και παρηγοριέται και κείνη. Ας έχει τα χίλια καλά αυτός ο ανέλπιστος γείτονας, που τους κάνει τόσο καλό.
   Νάτος το βράδυ στη συνηθισμένη του θέση. Η Γιασεμή φοβάται μην της κλείσει πάλι η μητέρα το παράθυρο. Μα εκείνη βάζει τα δυο της χέρια στα χείλη του κρεβατιού, γέρνει λιγάκι και της λέει:
   «Να μη φέρω ακόμα τη λάμπα, ε;» Και της κουμπώνει μπροστά το νυχτικό, της στρώνει τα μαλλιά κι έτσι βρίσκει την ευκαιρία να της αγγίξει με τρόπο το μάγουλο: δεν έχει πυρετό.
   «Πήρε όμως δροσιά· να κλείσω».
   «Όχι, όχι», κάνει η Γιασεμή με παράπονο.
   Πάλι «όχι», μα γιατί; συλλογάται η μάνα και αφού τη μπουμπούλωσε (3) μ' ένα μεγάλο σάλι, κάθεται κι αυτή στα σκοτεινά, δίπλα της. Ω, Θεέ μου, ετούτο το σκοτάδι που τις ζώνει και τις δυο από παντού, μέσα στη στενή καμαρούλα, πόσο τήνε βαραίνει· της φαίνεται πως βουλιάζει μέσα σ' έναν τάφο... σ' έναν τάφο, όπου σύρθηκαν μαζί και θάφτηκαν άνθρωποι και πράματα... Κι ωστόσο, απ' όξω οι άλλοι ζούνε, πηγαινουέρχουνται στις δουλειές τους... από πάνω τ' αστέρια φέγγουνε, τα σύννεφα ταξιδεύουν, τα δέντρα πρασινοφυλλιάζουν... Της ξανάρχουνται στο νου τα λόγια του γιατρού: «Αφήστε την να κάνει ό,τι θέλει...» Ανοιξιάτικες ευωδιές γιομίζουν το καμαράκι· έρχουνται από πολύ μακριά... Μέσα της αστράφτουν οι κάμποι με το νιοθέριστο χορτάρι, με τους ανθρώπους που σκύβουνε στη δουλειά και ανασηκώνουνται γεμάτοι ζωή... Η φύση τής φέρνει μακρινά μηνύματα· ναι, στα σκοτεινά του λόγια ο γιατρός άνοιξε κι ένα παράθυρο: «... η φύσις κάνει θαύματα...»  
   Άξαφνα την πιάνει ένας φόβος!... Σκύβει, ψαχουλεύει... όχι, όχι· ανασαίνει το παιδί της και μάλιστα της πιάνει και το χέρι.
   «Για δες, μαμά, αυτός είναι;»
   Η μητέρα σκύβει, κοιτάζει λίγο κι αποκρίνεται:
   «Ναι, αυτός».
   Τι ωραία που νιώθουνται τώρα! Γι' αυτό δε θέλει να της κλείσει το παράθυρο. Βλέπει το καημένο κάτι και της περνά η ώρα...
   «Αυτός» λοιπόν είναι με το καπέλο στο κεφάλι· τώρα το βγάζει, αερίζεται αργά, αργά... και όμως δεν κάνει ζέστη. Ποιος ξέρει από πού μακριά έρχεται· τώρα γυρίζει προς τα μέσα και το πετά κάπου... σε κανένα καναπέ, ή στο τραπέζι, ποιος ξέρει... Βάζει τα χέρια στις τσέπες του πανταλονιού και στέκεται ολόισιος μες στη μέση του φωτεινού τετράγωνου με το κεφάλι ψηλά.
   «Είναι λίγο παχύς...»
   «Όχι, ο ίσκιος τόνε δείχνει έτσι».  
   «Τόνε ξέρεις;»
   «Ναι. Τον είδα χτες που άπλωνα στην ταράτσα. Είναι ωραίο παλικάρι κι ευγενικό· καθώς ανέβαινε τη σκάλα του, εγώ έσκυψα να δω και τότε αυτός έβγαλε το καπέλο του και με χαιρέτισε».
   Το χέρι της Γιασεμής τρέμει μες στο χέρι της μητέρας... «Τήνε χαιρέτησε; Αύριο μπορεί και να της μιλήσει... Η μαμά θα του πει: “Ξέρετε; Έχω τη Γιασεμή μου άρρωστη· ας είστε καλά που τη διασκεδάζετε με τη μουσική σας”...»
   «Γιατί τρέμεις;» ρωτά η μητέρα.
   «Δεν ξέρω, μαμά...» 
   «Μήπως κρυώνεις;»
   «Καθόλου!»
   Κι αλήθεια: Δεν ξέρει γιατί τρεμούλιασε σύγκορμη, όταν της είπε η μητέρα της: «και τότε αυτός έβγαλε το καπέλο του και με χαιρέτισε».
   Νάτονε πάλι «αυτός» που γύρισε ξαφνικά προς τα μέσα και κάτι είπε σε κάποιον· κάνει μια χειρονομία, σα να λέει: «καλά, καλά» και πάλι στέκεται στο παράθυρο ακούνητος, σαν μπρούντζινο άγαλμα. Σε λίγο σκύβει έξω, κοιτάζει μια προς τα κάτω κι ύστερα μπαίνει, κάθεται στο τραπέζι του... να, να... αυτό είναι τσαγιέρα... σερβίρεται μόνος του... πίνει...
   Τι ωραίος που είναι!... Πόσο τον αγαπάει!... Σα να τον ξέρει χρόνια. Άξαφνα φαίνεται μια γυναίκα, να!... Κλείνει τα παντζούρια, ντουπ! Θαρρείς πως έπεσε κάποιος μπαλτάς μες στη βραδινή σιγαλιά κι έσπασε στα δυο το γιοφύρι που ένωνε το σκοτάδι με το φως.
   «Ας κλείσωμε τώρα κι εμείς...»
   «Ας κλείσωμε», λέει κι η Γιασεμή με μια φωνή, σα να 'ρχεται από άλλον κόσμο.
   Την άλλη μέρα γύρεψε τον καθρέφτη. Κοιτάχτηκε πρώτα στα μάτια και τρόμαξε· όχι πως ήταν άσκημα τα μάτια της έτσι όπως ήτανε, αλλά γιατί, ίσια - ίσια, είχανε μεγαλώσει και λάμπανε από μια ομορφιά, που αυτή δε μπορούσε να της βρει την αιτία. Ύστερα τα μάτια της πλανήθηκαν στ' άλλα χαραχτηριστικά: αυτό λοιπόν το κερένιο πρόσωπο είναι δικό της· πόσες σκιές έχουν κατέβει κάτω από τα φρύδια, από τα τσίνορα... στα μελίγγια... και όμως χαμογελά. Η νιότη της είναι όμορφη, όπως κι αν είναι· κι έπειτα ο γιατρός είπε να μη δίνει σημασία. Να, πάλι χαμογελά. Ούτε νοιάζεται πια για τα ισκιερά ανθρωπάκια που πηγαινοέρχονται ανήσυχα και πότε πότε σκύβουνε κάτω και κοιτάνε στο βάθος της κάσας μια ζωντανή που στολίζεται σαν πεθαμένη... Η Γιασεμή σιάζει τα μαλλιά της, κατεβάζει μια μπουκλίτσα που αγγίζει στο αριστερό φρύδι... πώς της πάει!... Είπε στη μητέρα της να της βάλει τη θαλασσιά της κορδέλα που ταιριάζει τόσο πολύ  στα μαλλιά της, να της δέσει απάνω απ' το δεξί της αυτί έναν ωραίο πεταχτό φιόγκο... αριστερά η μπουκλίτσα, δεξιά ο φιόγκος... τι ωραία που εγίνηκε! Μπορεί άξαφνα, καθώς η μαμά θ' ανοίγει τα τζάμια, να βγαίνει κείνη τη στιγμή ο γείτονάς τους απ' την πόρτα του και να βγάλει το καπέλο του να τη χαιρετήσει. «Πώς είστε; Καλά;» «Ας τα λέμε καλά... Έχω το κοριτσάκι μου ανήμπορο...» «Τι λέτε; Το κοριτσάκι σας; Ανήμπορο!... Ω! Μα θα 'ρθω να το δω... τώρα, αμέσως!» και η Γιασεμή βιάζεται. Βρίσκει πως η μαμά της αργεί να της καταφέρει το φιόγκο. Η μητέρα βλέπει αυτό το ξεγύρισμα και θέλει να κλάψει από χαρά.
   Ήρθε όμως το βράδυ και πέρασε βουβό κι άχαρο. Έτσι πέρασε και το δεύτερο βράδυ. Την άλλη μέρα, την ώρα που βασίλευε ο ήλιος, σύννεφα μαύρα σηκώθηκαν πίσω απ' τις αντικρινές σκεπές. Να τα! Ψηλώνουν σα βουνά, ανεβαίνουν γαλήνια, ενώ μέσα τους βογκά η τρικυμία, ώσπου σκεπάζουν όλο τον ουρανό. Μια, δυο αστραπές κι ύστερ' από λίγο μια μακρινή βροντή.
   «Κάπου βρέχει», λέει η μητέρα ανασηκώνοντας το μπερντεδάκι. Πού και πού έρχεται ως εδώ καμιά ψιχάλα.
   Και η Γιασεμή θαρρεί πως όλ' αυτά τα σύννεφα μαζεύτηκαν μες στην ψυχή της· η καρδιά της φουσκώνει... ω, τι δύσκολα που περνούν οι ώρες... Να, πάλι η κανελιά γραμμή στο ταβάνι με το θλιβερό της σχήμα και τα κοκκινογάλαζα λουλουδάκια... Όλο ξεκινάει να φύγει κι όλο εκεί βρίσκεται και τώρα μοιάζει με το καπάκι της κάσσας που περιμένει ακουμπισμένο ήσυχα στον τοίχο, έξω από την πόρτα... Καθώς έχει τεντωμένα τα μάτια της ψηλά, νιώθει τα δάκρυα που κυλούν από τις άκριες και κάθε τόσο ακούει κι ένα μουγκό τακ απάνω στο προσκεφάλι της. Αν είν' αλήθεια πως πέρ' απ' τον κόσμο ετούτο είναι και κάτι άλλο που ο νους αγωνίζεται να το φτάσει και το προσκυνά σα Θεό, τότε τα δάκρυα αυτά της Γιασεμής θα σταθούν σε κάποια Ωραία Πύλη σαν πολύτιμα πετράδια σε κορώνα.
   Η μητέρα της, καθώς γυρίζει και τήνε βλέπει... -Ω, Θεέ μου, τι γίνεται μες στην καρδιά κάθε μάνας που έχει το παιδί της άρρωστο και το βλέπει άξαφνα να κλαίει χωρίς φανερό λόγο;
   Γέρνει από πάνω της και την παρακαλάει. Καθώς τήνε χαϊδεύει, νιώθει πως ο πυρετός έχει ανέβει.
   «Γιατί; Τι έχεις; Μήπως σου πονεί πάλι εδώ;... Γιατί, παιδάκι μου, δεν πίνεις πια το γάλα σου, να γίνεις γρήγορα καλά, ν' αρχίσουμε τώρα το Μάη να πηγαίνουμε στην εξοχή».
   Όχι, δε θέλει τίποτα, δεν πονεί πουθενά, δεν της πάει κάτω τίποτα... έχει εδώ έναν κόμπο...
   «Γιατί; Πες μου εμένα...»
   Αχ, πώς θα ήθελε να της πει: «Είναι δυο βραδιές τώρα, που δεν είδα πάλι στον αντικρινό τοίχο τον αγαπημένο ίσκιο...»
   Αυτό θα ήθελε να πει μα κάτι την κρατάει, κι αυτή δεν ξέρει τι. Δεν ξέρει γιατί ντρέπεται. Κάτι όμως λέει μπερδεμένα.
   «Τι είπες;» ρωτά η μητέρα της γεμάτη αγωνία, γέρνοντας για ν' ακούσει καλύτερα. 
   «Λέω... ακούγαμε καμιά φορά και κείνο το βιολί. Τώρα, φαίνεται, θα 'φυγε αυτός. Λες, μαμά, να 'φυγε;»
   Και στο πρόσωπό της δε βλέπεις, παρά δυο μάτια που καίνε με τη φλόγα της αμφιβολίας και της ελπίδας.
   Η μητέρα, που ο πόνος της ζωής την έχει κάμει σοφή, μεταχειρίζεται μια ψευτιά, σα να 'βλεπε κάποιο κίνδυνο κι αυτή δεν ξέρει τώρα ποιον.
   «Όχι, όχι! Καθόλου δεν έφυγε. Είν' εδώ. Σήμερα μάλιστα, καθώς άνοιγα τη τζαμόπορτα του μπαλκονιού, έσκυψα να δω και τότε αυτός μου χαμογέλασε και με χαιρέτησε πάλι».
   Μια τρεμούλα πέρασε από τη ράχη της Γιασεμής, κατέβηκε από τους ώμους στ' αδύνατα μπράτσα της κι έφερ' ένα γλυκό μούδιασμα σ' όλο της το κορμί.
   Έτσι λοιπόν, τήνε χαιρέτισε και μάλιστα και χαμογέλασε.
   Από τα τρομαγμένα μάτια της Γιασεμής περνούνε σύννεφα, ανησυχίες, λαχτάρες... Και όλ' αυτά είναι, ωστόσο, γλυκά σα χάδι φεγγαριού σε μισοκοιμισμένα μάτια, είναι ηδονικά σα φιλιά που τα ονειρεύεται η πρώτη αγάπη να περνούν γεμάτα υπόσχεση από τα κλαμένα της βλέφαρα.
   Τα μάγουλά της βγάζουνε φλόγες και η φλέβα του λαιμού της χτυπά γρήγορα - γρήγορα. Θα ήθελε μ' έναν κάποιο τρόπο να πληροφορήσει το γείτονά της για την ύπαρξή της, να τον κάνει να καταλάβει πως εκεί, δίπλα του, μόλις δυο βήματα,  Θεέ μου, είναι μια ζεστή ψυχή, τόσο ζεστή, όσο και η ψυχή του βιολιού, που σώπασε άξαφνα τρεις μέρες τώρα. Βέβαια... ήταν ένας τρόπος. Πώς δεν το σκέφτηκε! Να: Θα μπορούσε προχτές να κατεβεί το βράδυ απ' το κρεβάτι, να πάει στο παράθυρό της και να στείλει τον ίσκιο της δίπλα στο δικό του... να κάνει πως πλέκει τα μαλλιά της... πως τα καρφώνει ψηλά στο κεφάλι με τα δυο της χέρια... Θα την έβλεπε, δε γίνεται. Μα δεν της ήρθε στο νου. Ναι, θα ήθελε ακόμα να του πει μ' έναν κάποιο τρόπο πως ήξερ' ένα κομμάτι από τη ζωή του, που το 'βλεπε κάθε βράδυ να περνά μες από ένα φωτεινό τελάρο... ήξερε με τα μάτια της ψυχής της πώς είναι τα μαλλιά του, το χαμόγελό του, η έκστασή του, και πως τώρα τρεις βραδιές έπεσ' ένας μεγάλος ίσκιος και τ' αφάνισε όλα! Ναι, θα ήθελε, μα πώς;...
   Σε μια στιγμή κάνει να μιλήσει και τα λόγια της βγαίνουν πάλι μπερδεμένα.
   «Να του γράφαμε!...» κατορθώνει να πει και κρύος ιδρώς την περιχύνει. Νομίζει πως κάτι φεύγει από πάνω της και στο κρεβάτι δε μένει τώρα παρά ένα σκελετωμένο κορμάκι που δε μπορεί πια να σαλέψει.
   Η μητέρα τινάχτηκε. Ω, Θεέ μου! Τι είναι τούτο που ακούει; Να του γράψουνε;! Αλήθεια; Τολμά η Γιασεμή και λέει μια τέτοια κουβέντα στη βασανισμένη της μητέρα; Και τι μπορεί να γράψει, τι έχει να γράψει η Γιασεμή σ' έναν άγνωστο νέο που έτυχε να κάθεται δίπλα τους κι έπαιξε κάνα - δυο φορές βιολί;
   Άξαφνα τα λόγια του γιατρού περνούν πάλι σα δίκοπα μαχαίρια απ' την καρδιά της: «Αφήστε την να κάνει ό,τι θέλει».
   Γυρίζει και την κοιτάζει... Ω, τι μάτια είναι κείνα! Μεγάλα, μαύρα, πέλαγος. Νιώθει τα γόνατά της να λυγίζουν και να την αναγκάζουν να καθίσει. Κάτι τι ακαθόριστο, μα τρομερό, της τσακίζει τη μητρική της αυστηρότητα· και τότε με μιαν απλότητα που κάνει τη φωνή της να βγαίνει ήσυχη και φυσική, λέει:
   «Να του γράψουμε· γιατί να μη του γράψουμε». 
   Και οι δυο αυτές φράσεις μέσα στη λιγόστιγμη αγωνία των δύο γυναικών έπεσαν σαν πελέκια, ανοίγοντας δρόμο για την άλλη ζωή.
   Η μητέρα σηκώνεται πρόθυμα τάχα, βάζει τη λάμπα στο τραπεζάκι, κοντά στο κρεβάτι, φέρνει το βαρύ, κρυστάλλινο καλαμάρι... ψάχνει μες στο συρτάρι της κόρης της, σκύβει, κρύβεται, θαρρείς, εκεί μέσα... Πόση ώρα, Θε μου, κάνει να βρει μια κόλλα χαρτί!... Ύστερα έρχεται, ανοίγει το καλαμάρι, βουτά.
   «Εγώ θα σου πω!» λέει άξαφνα η Γιασεμή και σηκώνεται με μια δύναμη! Κύριε ελέησον! Θαρρείς πως τόσο καιρό τους κορόιδευε όλους! Νάτηνε! Είναι  καλά. Τα μάτια της έχουνε κάτι γυαλάδες σαν του μεταξένιου φιόγκου που τονέ χτυπά πότε - πότε το κοκκινωπό φως της λάμπας, και αρχίζει:
   «Αγαπητέ κύριε...»
   Η μάνα κάνει να γράψει, μα η Γιασεμή τήνε σταματά.
   «Όχι, στάσου: Αγαπημένε μου... είναι τώρα δυο βραδιές... τρεις... βέβαια, τρεις μέρες, που η ψυχή μου ήθελε να γνωρίσει...», γνωρίσει... λέει και η μητέρα και καθώς γράφει συλλογάται: Ναι, αυτό το γράμμα δε θα φτάσει ποτές εκεί που στέλνεται, γιατί, αν ήτανε να φτάσει, δε θα το 'γραφε. Κάνει αυτή τη θυσία, γιατί έχει μια διαίσθηση, όχι συνειδητή, ότι το πλάσμα ετούτο που ανακάθεται δίπλα της και μπερδεύει τα λόγια του και τα νοήματά του, μιλώντας σαν σε έκσταση, έπαψε να είναι δικό της· έπαψε να έχει σάρκα. Είναι η Ψυχή που ανοίγει τα μεταξένια της φτερά κι ανάβει το λυχνάρι της, για να δει και να γνωρίσει...
   «... Το θείο μουσικό», λέει πάλι η Γιασεμή, «κάθε φορά που άκουγα...» άκουγα, επανέλαβε η μητέρα που έγραφε, χωρίς να καλοβλέπει τα αλλόκοτα εκείνα γράμματα που ανέβαιναν και κατέβαιναν.
   «... Τη μουσική σκάλα του βιολιού που μ' έφερνε ίσια στον ουρανό...»
   Ουρανό, έκαμε η μητέρα· κι η πένα της όσο να φτάσει από το καλαμάρι στο χαρτί, έγραψε στον αέρα μια κυματιστή γραμμή, σημαδεύοντας  μ' ένα πηχτό και φαρμακωμένο κόμπο τη γυαλιστερή ασπράδα. Ω, πώς θα ήθελε να τα πετάξει όλα από μπροστά της και να την αφήσουν να πέσει στο τραπεζάκι, να κλάψει, να παρακαλέσει, ίσως και τη σπλαχνιστεί.
   «... Αυτός που είναι ψηλά στον ουρανό», εξακολουθεί η Γιασεμή, «με δέχεται στην αγκαλιά του και το καράβι με πάει...»
   Μικρή παύση.
   «... Όχι... ναι... πρέπει να με καταλάβετε... Κάθε βράδυ ήξερα πότε θα 'ρθείτε. Ναι... Εβγαίνατε στο παράθυρο... μέσα στο φως έβλεπα έναν ίσκιο... είσαστε σεις...»
   Η μητέρα κρύβει το μέτωπό της με το αριστερό χέρι και μουρμουρίζει, κάνοντας πως γράφει.
   «... είσαστε σεις...»  
   «... Τώρα το Μάη θα πηγαίνουμε στην εξοχή ... κι εγώ...»
   Μικρή παύση.
   «... ένα στεφανάκι... άσπρα, γαλάζια, κόκκινα λουλούδια... για σας...»
   Μεγάλη παύση.
   Η μητέρα περιμένει, κατεβάζει το χέρι από το μέτωπό της, γυρίζει, πετάει την πένα... Θεέ και Κύριε! Η Γιασεμή είναι ξαπλωμένη ανάσκελα, με τα μάτια βασιλεμένα, το στόμα μισανοιχτό... χαμογελά ακίνητη με τα διάφανα χεράκια αφημένα στη χνουδωτή κουβέρτα... Ο θαλασσής φιόγκος γυαλοκοπάει πάνω απ' το δεξί της αυτί.
   Έξω η νύχτα είναι θεοσκότεινη, ο ουρανός χαμηλός, τα σπίτια αμπαρωμένα.
   Άξαφνα μια σπαραχτική φωνή ανοίγει δρόμο μες στη βουρκωμένη σιγαλιά και χτυπάει τις κλεισμένες πόρτες.
   Παράθυρ' ανοίχτηκαν. Δυο, τρεις άνθρωποι στάθηκαν όξω απ' το σπίτι απ' όπου βγήκε η φωνή.
   «Κάποιος θα πέθανε», είπε ένας.
   «Ε, αράδα του κι αράδα μας», φιλοσόφησε άλλος. «Ψεύτικος κόσμος».
   Και τράβηξαν κατά κάτω.
   Μόνο στον αντικρινό τοίχο ετρεμούσε ακόμα ένα φωτεινό τετράγωνο σαν ολόχρυση πύλη μες στο ανεξερεύνητο άπειρο, λες και πρόσμενε να πάρει τη λευτερωμένη ψυχή της παιδούλας και να την περάσει από τη γη ίσια στον ουρανό.
 
Δάφνη Αιμιλία Στεφ. 
Περιοδικό «Ο Νουμάς»,
τεύχος 6, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1924
 
Σημειώσεις:
 (1) μπαγδατί:  τεχνική κατασκευής των τοίχων των παλιών σπιτιών από ξύλο. Οι τοίχοι αυτοί αποτελούνταν από ξύλινο σκελετό με οριζόντιες πήχεις ή καλάμια, που είτε σοβαντίζονται και από τις δύο μεριές με σδβεστοκονίαμα ή παραμένουν χωρίς επίχρισμα στην εξωτερική τους πλευρά, αλλά με επένδυση από οριζόντιες ξύλινες σανίδες. Ο τύπος της αρχιτεκτονικής «με μπαγδατί» ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος στη Λέσβο τον 19ο αιώνα. 
(2) φιστόνι: διάκοσμος γλυπτός σε μορφή γιρλάντας ανθών ή καρπών
(3) μπουμπουλώνω: ντύνω κάποιον καλά για να μην κρυώσει

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου