Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

ΟΙ ΚΑΚΕΣ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ

   
   Τα μικρά σπιτάκια που εφύτρωναν σαν λευκά μανιτάρια κάθε μέρα απάνω στο λόφο του Προφήτη Ηλία, ανέβαιναν λαχανιασμένα προς την κορυφή, έζωναν τα πλάγια, εστρίμωναν (1) στες ρεματιές· όταν εζύγωναν όμως κοντά στο Σταυρό, που εσημάδευε τα καράβια αγνάντια στο πέλαγος, σταματούσαν σαν να είχαν φόβο να προχωρήσουν περισσότερο. Οι διαβάτες το ίδιο. Δίπλα στο Σταυρό, έρημο και μισογκρεμισμένο, σα θλιμμένος άνθρωπος, εστεκότανε ανάμεσα στη δοξασμένη ξεραΐλα των βράχων, το καλύβι του λωβιάρη (2). Έτσι είχε γίνει μια ζώνη τρομάρας γύρω απ' το θλιμμένο ρημάδι. Οι εργατικοί (3), που ανέβαιναν κάτω από τα λατομεία κάθε βράδυ, μόλις έφθαναν στην κορυφή του λόφου, προχωρούσαν κατά το Σταυρό, έπειτα ανοίγοντο καμιά πενηνταριά μέτρα, ακολουθούσαν το μονοπάτι που είχε σχηματισθεί σαν ένα χαράκι καραντίνας γύρω απ' το καλύβι κι επερνούσαν στο μεγάλο δρόμο που τραβούσε κάτω στη χώρα.
   Κανένας ξένος, που ξέπεφτε καμιά φορά κατά τα μέρη εκείνα, έκοφτε ανήξερος το δρόμο και περνούσε μέσ' από το χαράκι· τα παιδιά τότε της γειτονιάς, που το είχαν διασκέδαση να κάνουν την αστυνομία του λωβιάρη, άμα έβλεπαν τον ξένο να πατήσει την υγειονομική ζώνη, έμπηγαν τες φωνές από μακριά, κινώντας τα χέρια τους, αριστερά προς το μονοπάτι.
   «Ανοιχτά, πατριώτη, ανοιχτά. Το νου σου  απ' το λωβιάρη».
   Κι ο ξένος τρομασμένος έπαιρνε τα πόδια του και ανοιγότανε άλλα εκατό μέτρα από το μονοπάτι.
 
   Και όμως, άμα έπιανε να σουρουπώνει, η παιδιάτικη αστυνομία με την περιφρόνηση του κινδύνου που έχει πάντα η καινούργια ζωή, εζύγωναν στο καλύβι, ο ένας σπρώχνοντας τον άλλον, ζύγωναν τόσο κοντά, που οι τολμηρότεροι πατούσαν το κατώφλι του καλυβιού κι έβαζαν τ' αυτί τους ν' αφογκρασθούν στην κλειδαρότρυπα. Τα καλοκαιρινά βράδια στες αυλόπορτες οι γυναίκες εμάζωναν γύρα τους τα παιδιά και επερνούσαν την ώρα τους με την ιστορία του λωβιάρη -μια παράξενη ιστορία σαν παραμύθι. Ένα ψηλό παιδί, ο Γιάννης της Χατζίνας, ξερακιανό, βλογιοκομμένο, ορφανό από πατέρα κι από μάνα, που για τη ζωή του κανένας δεν εφρόντιζε, ένα είδος μόρτης της γειτονιάς, αυτός ήταν που ζύγωνε μπροστά από τους άλλους ως την πόρτα του λωβιάρη κι έφερνε τα νέα του στες γειτονιές. Αυτός του κουβαλούσε και το φαΐ, πότε από το ένα σπίτι και πότε από τ' άλλο και το άδειαζε μέσα σ' ένα τσανάκι, που άφηνε ο παράδοξος γέρος μεσημέρι - βράδυ  δέκα μέτρα μακριά απ' την πόρτα του. Και ο Γιάννης της Χατζίνας, που τον είχαν ως τότε από κλώτσο κι από μπάτσο, έβλεπε πως, από τον καιρό που μπήκε στην υπηρεσία του λωβιάρη κι έφερνε τα νέα του στις γειτονιές, είχε γίνει αγαπημένος και περιζήτητος, σαν όλους εκείνους που χορταίνουν την περιέργεια των ανθρώπων. Και η προθυμία του εμεγάλωνε, απ' το πρωί ως το βράδυ ετριγύριζε γύρω από το καλύβι, στο τέλος είχε  καταντήσει σαν αστυνόμος του μέρους και από τη φιλοτιμία και την αγάπη του επαγγέλματος, έφκιαξε μια μέρα μια μικρή κίτρινη παντιέρα, την εκάρφωσε απάνω σ' ένα ξύλο από παλιά ομπρέλα κι όταν έβλεπε κανένα ξένο να ζυγώνει ανήξερος  προς το καλύβι, εσήκωνε ψηλά την παντιέρα, την κουνούσε στον αέρα και φώναζε:
   «Ανοιχτά, πατριώτη. Το νου σου απ' το λωβιάρη».
 
   Στις γειτονιές ο Γιάννης της Χατζίνας ήτανε περιζήτητος, τον εφίλευαν φαγιά, φρούτα, παξιμάδια, και τις καλές ημέρες είχε και το γλύκισμά του. Μια ημέρα ο Γιάννης έφερε ένα παράξενο νέο.
   «Ξέρετε, ο λωβιάρης με κάποιον μιλάει τη νύχτα. Λακριντί μεγάλο. Όλο λέει, μαλώνει, γελάει...»
       Η περιέργεια των γυναικών δεν είχε κρατημό. Ποιος να πηγαίνει τάχα τη νύχτα στο λωβιάρη; Έπρεπε να το μάθουν.
   «Γιαννάκη, δεν αξίζεις τίποτε. Κρίμα σ' εσένα... Κρίμα...» του 'λεγαν οι γυναίκες για να τον φιλοτιμήσουν.
   «Γυναίκα θα 'ναι! Θέλει και ρώτημα;» είπε μια μεσόκοπη, παχιά, αλλήθωρη. «Γυναίκα είναι, Γιαννάκη. Αν την πιάσεις και μας πεις ποια είναι, έχεις δέκα μουστοκούλουρα». Ο Γιαννάκης αγαπούσε τρελά τα μουστοκούλουρα. «Κάνε τα καλά σου Γιαννάκη. Να ξενυχτίσεις απόψε».
   Όλες οι άλλες γυναίκες με μια φωνή, με χειρονομίες ζωηρές, σηκωμένες απ' τις πεζούλες, έδειχναν την επιδοκιμασία τους.
   «Γυναίκα είναι! Να το ιδείτε, που κάποια βρώμα θα είναι».
   Ο Γιαννάκης τις εκοίταζε σα σαστισμένος.
   «Καλέ τι λέτε, καλέ; Πού να βρεθεί η γυναίκα; Οι γυναίκες περνούν ένα μίλι μακριά από 'δω. Ποια γυναίκα θα βρεθεί να μπει μέσα στη φωτιά;»
   «Σώπα, Γιαννάκη, είσαι μικρός και δεν ξέρεις τον κόσμο», του 'λεγαν όλες πάλι με ένα ξεφωνητό. «Δεν τις ξέρεις τις κακές γυναίκες. Να ξενυχτίσεις απόψε, να την παραφυλάξεις να βγει από κει μέσα».
   Μόλις έπεσε ο σπόρος της κακογλωσσιάς, εφούντωσε και θέριεψε σε μια στιγμή. Οι γλώσσες εδούλευαν με τον ατμό, τα λόγια έσχιζαν τον ήσυχο αέρα της νύχτας και μέσα στην ασημένια πάχνη του φεγγαριού τα χέρια εσάλευαν με πρόστυχα κινήματα και άσχημες χειρονομίες, σαν να ελέρωναν το φως και να έβριζαν τη μεγάλη σιωπή της νύχτας.
   «Αμ! Τέτοιος ήταν και γι' αυτό τον κατάντησε έτσι ο Θεός. Ακούς εκεί το γέρο κολασμένο...»
   «Καλέ αμαρτία είναι και το φαγί που του στέλνουμε. Να τον αφήσουμε να πεθάνει της πείνας».
   «Μας εκόλασε ο αντίχριστος».
   Τα λόγια και οι κατάρες έπεφταν βροχή. Ο Γιαννάκης είχε σαστίσει.
   «Αυτές έχουν παλαβώσει», έλεγε από μέσα του. Επήγε κάτι να ειπεί πάλι, εσυλλογίσθηκε όμως πώς μπορούσε να ωφεληθεί απ' τη λυσσασμένη κακία των γυναικών. Και άρχισε να κάνει ένα σχέδιο με το νου του. Οι γυναίκες ξανάρχισαν:
   «Να ιδείς που κάποια βρώμα θα είναι απ' τη γειτονιά, βάζω το κεφάλι μου», είπε πάλι η μεσόκοπη, η χοντρή.
   «Ο Θεός να με συχωρέσει, μα μου φαίνεται πως τη βλέπω μπροστά μου», είπε η γυναίκα του φούρναρη, μια άσχημη, ξεδοντιάρα που δε μιλούσε ως τη στιγμήν αυτή...
   Οι γυναίκες άνοιξαν τα στόματά τους, άσχημες όλες, μέσα στο φως του φεγγαριού. Η γυναίκα του φούρναρη θυμήθηκε όλα τα φαρμάκια που την επότισε η παραλυσία του ανδρός της. Τώρα τελευταία ο φούρναρης εκοίταζε μια ξένη όμορφη, που είχε έρθει στη γειτονιά, τη Μαργαρίτα τη χήρα.
   «Πες την, κυρά Νέζω, πες την, να χαρείς τα παιδιά σου».
   Η κυρά Νέζω έσκυψε τάχα εμπιστευτικώς.
   «Αμ! Θέλει κι ερώτημα; Ποια θέλεις να είναι; Να, αυτή η ξένη, η Μαργαρίτα, που μας κάνει την οσία Μαρία και κάθεται κλειδωμένη στο σπίτι της και κάνει πως δεν καταδέχεται κανένα. Αυτή είναι. Βάζω το κεφάλι μου...»
   Ένας αλαλαγμός ακολούθησε τη φοβερή αποκάλυψη. Οι βρισιές και τα κακά λόγια ενωμένα με τα σταυροκοπήματα, έδειχναν πιο άσχημες τώρα τις γυναίκες με τα ξαναμμένα πρόσωπα απάνω στις πεζούλες.
   «Αυτή είναι η βρώμα!» 
   Ο Γιάννης της Χατζίνας έκανε κι αυτός το σταυρό του, απάνω στο μαύρο του πουκάμισο και αποτέλειωνε το σχέδιό του, ονειρευόμενος τα μουστοκούλουρα.
   «Εγώ είμαι εδώ», είπε στο τέλος αποφασιστικά ο Γιάννης. «Αύριο το βράδυ θα σας φέρω τα μαντάτα. Μόνο τα μουστοκούλουρα να μη ξεχάσετε».
   Κι έφυγε βιαστικός, σοβαρός για την αποστολή του, μελετώντας το σχέδιό του.
 
   Μέσα στην αντηλιά του μεσημεριού και μέσα στα σιωπηλά μεσάνυκτα, πάντα το ίδιο σκοτάδι εσκέπαζε το καλύβι του λωβιάρη. Η ζωή του γέρου και αυτός ο ίδιος ήταν μυστήριο. Από πού βαστούσε, ποιος ήτανε, τι έκανε όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα έρημος μέσα στο κελί του, είχε συγγενείς, είχε φυτρώσει από τη γη, πόσων χρόνων ήταν... κανένας δεν εγνώριζε. Μεσημέρι και βράδυ που έβγαινε λίγα βήματα, ψηλός, καμπούρης, με μια ασπροκίτρινη μακριά γενειάδα, έπαιρνε το τσανάκι του με το φαγί που του άδειαζαν οι γειτόνοι και πάλι μέσα.
   Και όμως στη γειτονιά κάθε γυναίκα και κάθε γέρος και κάθε παιδί ήξερε και από μια ξεχωριστή ιστορία του λωβιάρη. Ένας έλεγε πως όλη τη νύχτα καθότανε και μετρούσε λίρες και πως ύστερα θα τις έθαβε μέσα στη γη.
   «Χαρά σ' εκείνον που θα βρεθεί στο θάνατό του να πάει να σκάψει κάτω απ' το ρημάδι, που είναι κρυμμένοι οι θησαυροί του λωβιάρη».
   Άλλοι έλεγαν πως τη νύχτα τον άκουσαν να μιλάει με τον τρισκατάρατο.
   «Πίστεψέ το. Να τον ιδείς όταν περνάει από κάτω ο Επιτάφιος του Προφήτη Ηλία κλείνεται μέσα και σφαλάει (4) την πόρτα του. Δεν τον αφήνει ο Οξαποδώ να κάνει το σταυρό του».
   Οι γυναίκες πάλι έλεγαν πως η αρρώστια του ήρθε απ' την παραλυσία και την κακή ζωή.
   «Καλέ αυτός στα νιάτα του έκαψε σπίτια και σπίτια στη Βλαχιά. Πήρε κόσμο στο λαιμό του. Οι κατάρες των γυναικών τον έφεραν σ' αυτό το χάλι. Δεν τον βλέπεις ακόμα τον ξεκουτιάρη. Άμα περάσει θηλυκό από το μονοπάτι, το μάτι του γίνεται γαρίδα».
   Το βράδυ εκείνο που ο Γιαννάκης της Χατζίνας έριξε το λόγο πως τάχα ο λωβιάρης κουβεντιάζει και γελάει τη νύχτα, οι γυναίκες δεν άργησαν να πλάσουν ολάκερες ιστορίες με το νου τους. Και όμως καμιά δεν εχώνευε αυτή την ξένη, τη Μαργαρίτα, που ήταν όμορφη  και ακατάδεχτη· της εκόλλησαν αμέσως την αβανιά (5).
   «Αυτή, η παραδόπιστη, πάει τη νύχτα στο λωβιάρη. Γι' αυτό αλλάζει κάθε μέρα λίρες στους πραματευτάδες».
   Από μέσα της καμιά δεν το πίστευε. Μα όλες περίμεναν το Γιάννη της Χατζίνας, τον μόρτη, να τους φέρει τα μαντάτα.
 
   Ο Γιάννης της Χατζίνας επήγε και παραφύλαξε εκείνο το βράδυ στο καλύβι. Κοίταξε απ' τις χαραμάδες του παραθυριού, έβαλε τ' αυτί του στην κλειδαρότρυπα. Ο λωβιάρης ήτανε μοναχός του, ξαπλωμένος απάνω σε μια παλιά βελέντζα, με το κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο. Τα μεγάλα του μάτια λάμπανε τόσο ζωηρά, που μια φορά ο Γιάννης ενόμισε πως ήταν καρφωμένα απάνω του και εσκιάχτηκε και τραβήχτηκε, αυτός που δεν εσκιαζόταν τίποτε και αγρυπνούσε τις νύχτες κοντά στους πεθαμένους, για να πιει έναν καφέ και να ροκανίσει κανένα παξιμάδι.
   Ο λωβιάρης τότε άρχισε να μιλάει μοναχός του. Ο Γιάννης της Χατζίνας νόμισε πως παραμιλούσε στον ύπνο του. Μα κοίταξε πάλι και τα δυο μάτια του γέρου έλαμπαν μέσα στο σκοτάδι ορθάνοικτα και λιγωμένα.
   Κι έλεγε παράξενα λόγια. Μιλούσε με το φεγγάρι, του έλεγε πως άργησε να περάσει απ' την κλειδαρότρυπα της πόρτας, το παρακαλούσε να 'ρθει κοντά του, άνοιγε τα χέρια του να τ' αγκαλιάσει. Έπειτα μιλούσε με τον αέρα που φυσούσε και σφύριζε στις χαραμάδες σα να καταλάβαινε τη γλώσσα του, τον ρωτούσε και έπειτα πάλι απαντούσε ο ίδιος, σαν να κουβέντιαζε με άνθρωπο. Ο Γιάννης είχε δύο ώρες εκεί σε μια μεγάλη σχισμάδα της πόρτας. Τον είδε έπειτα να μετράει τα δάχτυλά του, να τους λέει λόγια, να τα χαϊδεύει και να τ' ανοιγοκλείνει, να μαλώνει με το κορμί του, να κοιτάζει έπειτα λυπητερά τα μεγάλα του πρησμένα πόδια και να κουβεντιάζει μαζί τους, να τους μιλεί για παλιές ιστορίες, για τους δρόμους που περάσανε, για τους χορούς που χορέψανε μαζί, για κυνήγια και νυχτοπερπατήματα.
   Ο Γιάννης έκανε το σταυρό του.
   «Καλό γλέντι έχει του λόγου του!» είπε μέσα του. «Κι ύστερα τον κλαίνε πως έχει σαράντα χρόνια να μιλήσει ανθρώπου. Αυτός μιλάει με τον εαυτό του...»
   Έκανε πάλι το σταυρό του ο Γιάννης κι ετράβηξε στο κονάκι του, στην αυλή ενός διπλανού μαγαζιού, που κοιμότανε απάνω σ' ένα μακρύ τραπέζι του κήπου. Όλη τη νύχτα συλλογιζότανε τα μουστοκούλουρα. Όταν εξημέρωσε σηκώθηκε, πήγε στα νταμάρια που βοηθούσε τους εργάτες να κουβαλούν τις πέτρες και το βράδυ να σου στη γειτονιά.
   Οι γυναίκες ήσαν πάλι μαζεμένες στις πεζούλες. Ο Γιαννάκης προχωρούσε κατεπάνω τους, έπειτα κοντοστεκότανε, ξαναγύριζε και πάλι προχωρούσε, κουτοπόνηρος όπως ήταν, θέλοντας ν' ανάψει περισσότερο την περιέργειά τους.
   «Γιαννάκη, Γιαννάκη! Εδώ, Γιαννάκη».
   Χέρια και μαντίλια εκουνούσαν νευρικά και ανυπόμονα στον αέρα. Επί τέλους ο Γιαννάκης εζύγωσε.
   «Τα μουστοκούλουρα! Έχω μαντάτα να σας ειπώ».
   Όλες οι γυναίκες ετριγύρισαν τον Γιαννάκη. Η χονδρή η μεσόκοπη τσακίστηκε να του φέρει τα μουστοκούλουρα.
   «Αυτή είναι!» είπε ο Γιάννης της Χατζίνας μ' έναν βαθύ αναστεναγμό, κουνώντας το κεφάλι του. «Αυτή η βρώμα! Την είδα με τα μάτια μου από την κλειδαρότρυπα.  Όλη τη νύχτα δίπλα του. Και τόνε χάιδευε και τονέ φιλούσε. Κάθισα ως τα ξημερώματα σούζος εκεί. Έπειτα δυο ώρες πριν φέξει, η πόρτα άνοιξε σιγά - σιγά και η μουσαφίρισσα εβγήκε τυλιγμένη από κεφαλής σ' ένα μαύρο μποξά».
   Σταυροκοπήματα, κατάρες, χειρονομίες, ξεφωνητά, κουνήματα κεφαλιών, γέλια, όλα μαζί έπνιξαν τα τελευταία λόγια του Γιάννη της Χατζίνας. Ο μόρτης άρπαξε τα μουστοκούλουρα και το 'στριψε. Φοβότανε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες και με την κουτοπονηριά του καταλάβαινε πάντα τις κρίσιμες στιγμές. 
   «Αύριο, αύριο, τώρα έχω δουλειά. Αύριο θα σας πω τα άλλα. Πάω να μιλήσω του παπα - Χαραλάμπη να μεταλάβει μια γριά κάτω στη λεύκα... Αύριο...»
   Και σκεπάζοντας την μια ψευτιά με την άλλη έφυγε βιαστικός ροκανίζοντας ένα μουστοκούλουρο. Όταν εγύριζε τα μεσάνυκτα να κοιμηθεί στην ταβέρνα που είχε το κονάκι του, πέρασε από μακριά, με το γιακά σηκωμένο, με το καπέλο κατεβασμένο στα μούτρα για να μην τον γνωρίσουν. Έρριψε μια λοξή ματιά και είδε πως στις πεζούλες ακόμα οι γυναίκες ήσαν μαζωμένες και μιλούσαν ζωηρά, με φωνές βραχνιασμένες, που έφταναν ως τ' αυτιά του, στην άλλη άκρη του δρόμου.
   Ο Γιάννης έβγαλε ένα μουστοκούλουρο από την τσέπη και άρχιζε να το ροκανίζει.
   «Ζωή να 'χεις, γερο - λοβιάρη! Όσο ζυμώνουν μουστοκούλουρα στη γειτονιά, δεν θα μείνει γυναίκα που να μη σ' αγαπήσει».
   Κι ετράβηξε τον δρόμο του.
 
   Ένα πρωί, στις πρώτες ημέρες της ανοίξεως, ο λοβιάρης δεν εβγήκε να πάρει το τσανάκι του, με το φαγί που του άδειαζε η φιλανθρωπία των γειτόνων, δέκα μέτρα μακριά από την πόρτα του. Το καλύβι εφαινότανε έρημο και ακατοίκητο. Κλειστή η μικρή και ξεβαμμένη πόρτα, κλειστό το στενό και χαμηλό παράθυρο, σαν ξεθωριασμένο μπάλωμα απάνω στον ασβεστωμένο τοίχο. Τα σκυλιά της γειτονιάς, που τις άλλες μέρες εμαζεύοντο και γαύγιζαν γύρω από το τσανάκι, το απιθωμένο απάνω σε μια ψηλή πέτρα, με μια τρομασμένη λαιμοργία, χωρίς να τολμούν να ζυγώσουν το φαγί του λοβιάρη, αυτή την ημέρα, σαν κάτι να τους έδινε θάρρος, εχύμηξαν, έστησαν καυγά γύρω στο τσανάκι και τα δυνατότερα άρπαξαν τα κομμάτια, γκρινιάζοντας και δείχνοντας τα δόντια τους. Ο σκυλοκαυγάς εμάζεψε γύρω τα παιδιά της γειτονιάς, σε λίγο έφτασε λαχανιασμένος και ο Γιάννης της Χατζίνας, ο Αστυνόμος, όπως τον έλεγαν τα άλλα παιδιά. Ο μικρός μόρτης μυριζότανε το θάνατο από μακριά σαν το λαγωνικό. Και πριν ζυγώσει στο καλύβι, πριν κοιτάξει από την κλειδαρότρουπα, με μια ματιά που 'ριξε γύρω του, αναστέναξε βαθιά και είπε με τη βραχνή του φωνή:
   «Ζωή σε λόγου σας, κολλίγοι. Ο λοβιάρης τα τίναξε. Τα χρόνια του και την καταντιά του να 'χετε. Αμήν να δώσει ο Θεός». 
   Σε μια στιγμή όλη η γειτονιά είχε μαζευτεί γύρω από το καλύβι. Οι γλώσσες των γυναικών εδούλευαν σιγανά και φαρμακεμένα, με μια προσποιημένη ευλάβεια. Η χοντρή, η αλλοίθωρη έφτασε, σέρνοντας τις παντούφλες της από τις πρώτες, φωνάζοντας δυνατά για ν' ακουστεί:
   «Ο Θεός σχωρέστον κατά τα έργατά του».
   Κανένας όμως δεν είχε το κουράγιο να ζυγώσει και ν' ανοίξει την πόρτα. Μια ψιλή βροχή άρχισε να πέφτει τη στιγμή εκείνη, και να ξυπνάει λάγνες μυρωδιές απ' το ξερομαχισμένο χώμα. Γύρω στην αλτάνα του καλυβιού οι τριανταφυλλιές, που είχε φυτεμένες ο λοβιάρης, φορτωμένες τριαντάφυλλα απριλιάτικα, που κανένας δεν εζύγωνε να τα κόψει και θρασομανούσαν ολοεύωδα πνίγοντας ολόγυρα τους τοίχους, ραντισμένα από το ελαφρό ψιχάλισμα, εφάνταζαν σαν πανηγύρι μυρισμένο στον ήλιο που έβγαινε  πότε - πότε παιχνιδιάρης από τα σύννεφα, λουσμένος και δροσερός στην όμορφη ώρα.
   Σε λίγο έφτασε η αστυνομία, μ' έναν παπά. Άνοιξαν την πόρτα, δυο μόρτηδες μαζί με τον Γιάννη της Χατζίνας εμπήκαν μέσα κι έβγαλαν τον πεθαμένο απάνω σ' ένα φορείο και τον ακούμπησαν όξω από την πόρτα. Ο παπάς είπε από μακριά τα γράμματα της εκκλησίας, μέσα στο ελαφρό ψιχάλισμα και στα παιγνιδίσματα του ήλιου. Οι γυναίκες είχαν ζυγώσει στην αλτάνα και άρχισαν να θερίζουν τα τριαντάφυλλα. Όταν ετελείωσε ο παπάς την ευχή κι εκούνησε το θυμιατό, σμίγοντας τη δυνατή μυρωδιά του λιβανιού με τη λάγνα μυρωδιά του χώματος και των τριαντάφυλλων, οι γυναίκες εζύγωσαν φοβισμένες και σκόρπισαν αγκαλιές από τριαντάφυλλα επάνω στον πεθαμένο.
   «Έτσι του 'πρεπε», είπε σιγά μ' ένα πονηρό χαμόγελο η φουρνάρισσα. «Στα νιάτα του και στην καρδιά του».
   «Σαν Ερωτόκριτος που ήταν», επρόσθεσε η χοντρή η αλλοίθωρη. «Μόνον η αγαπητικιά του που τον ξέχασε. Ούτε φάνηκε να κλάψει τον καλό της».
   «Ε! Έτσι είναι ο κόσμος. Όσο ζει κανένας...» είπε πάλι η φουρνάρισσα αναστενάζοντας πονηρά.
   Οι μόρτηδες εσήκωσαν το φορείο σκεπασμένο από τριαντάφυλλα, ο παπάς ετράβηξε μπροστά ψέλνοντας χωρίς όρεξη, μέσα στην ψιχάλα κι όταν οι τελευταίες ψαλμωδίες εσβήστηκαν πέρα στο μονοπάτι, οι άσχημες μυροφόρες έκαναν πάλι το σταυρό τους κι εσκόρπισαν με πονηρά χαμόγελα.
 
   Έτσι επέθανε μια νύχτα της ανοίξεως και έτσι εθάφτηκε σκεπασμένος από τα ειρωνικά τριαντάφυλλα των κακών μυροφόρων, ο άνθρωπος που δεν εγνώρισε ποτέ του γυναίκα κι επλάγιαζε πάντα αγκαλιά με το φεγγάρι και μιλούσε πάντα τις νύχτες με τον αέρα που εσφύριζε στις χαραμάδες της στέγης του.
 
Νιρβάνας Παύλος
 «Ημερολόγιον Σκόκου», 1902
 
Σημειώσεις:
(1) στριμώνω: περιορίζομαι σε πολύ μικρό χώρο
(2) λωβιάρης: λεπρός 
(3) εργατικός: εργάτης 
(4) σφαλάω: ασφαλίζω, αμπαρώνω 
(5) αβανιά: συκοφαντία, κακολογία, κουτσομπολιό

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου