Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

ΣΤΗΝ ΆΚΡΗ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΟΥ

   
   Ο Γκούζλας φώναξε τον Ντούλμερη να παν στο κυνήγι. Του 'χαν πει πως στην κορφή της Αητοφωλιάς, στο μικρό οροπέδιο που σχηματίζεται πάνω στο ανατολικό βουνό που 'ναι την άνοιξη γεμάτο ασφόδελους, είχαν πέσει κοπάδια μπεκάτσες. Ακόμα είχαν φανεί χνάρια από λαγούς. Μπορούσε να 'ταν κι αγριοκούνελα. Αρκετές ντουζίνες απ' αυτά είχαν ξεκόψει την περασμένη άνοιξη απ' το γειτονικό υποστατικό κι είχαν πάρει το βουνό. Από τότε ο τόπος είχε γεμίσει κουνέλια κι οι κυνηγοί σκότωναν ταχτικά δυο και τρία ζευγάρια απ' αυτά σε κάθε τους εκδρομή. Ήσαν τόσο πολλά που και τα παιδιά τα χτυπούσαν με τις πέτρες. Ο Ντούλμερης χτύπησε τις μπότες του στις πλάκες της αυλής, χουχούληξε τα χέρια του κι είπε:
   «Θα πάρω το δίκαννο. Το λάδωσα προχθές και τραβάει μια χαρά».
   Ο ουρανός ήταν χαμηλός και βαρύς. Μεγάλοι όγκοι συννέφων κυλούσαν πάνω απ' τες στέγες των σπιτιών. Έδειχνε πως θα χιόνιζε από στιγμή σε στιγμή. Οι δρόμοι ήσαν έρημοι κι οι καπνοδόχες του χωριού άφηναν πυκνές τούφες καπνού. Κοπάδια από μαύρα αγριοπούλια περνούσαν ψηλά, κρώζοντας. Ξεκίνησαν και βγήκαν προς τους αγρούς με αργό βήμα καπνίζοντας τις χοντρές πίπες τους. Ένα μαύρο σκυλί με δασύ γυαλιστερό τρίχωμα ακολουθούσε τον Ντούλμερη που πήγαινε μπρος έχοντας το δίκαννο κρεμασμένο στον ώμο, το μαλλιαρό κούκο (1) του χωμένο ως τ' αυτιά και τα χέρια στις τσέπες. Έκανε μεγάλα κανονικά βήματα κι εψιθύριζε ένα παλιό θαλασσινό τραγούδι. Ο Γκούζλας τον ακολουθούσε ξοπίσω χωρίς να μιλάει. Κοίταζε τ' ακαλλιέργητα χωράφια, τα δένδρα που 'χε σπάσει και ξεριζώσει ο άνεμος και του 'ριχνε λοξές ματιές γεμάτες μίσος. Ήταν αληθινά ένας δυνατός άντρας ο Ντούλμερης με τετράγωνες πλάτες και γερά μπράτσα.
   Ο Γκούζλας χάιδευε το όπλο του κι έκανε αλλόκοτους συλλογισμούς. Σε μια στιγμή σκέφθηκε να τον συμμαδέψει καθώς πήγαινε μπρος, ανάμεσα στις δυο πλάτες και να τον χτυπήσει. Η σκέψη όμως αυτή δεν του φάνηκε σωστή. Ήταν στη μέση του δρόμου κι αν τον ξεμπέρδευε έτσι, θα τον έλεγαν δειλό. Αυτό δεν το ήθελε για όλη του τη ζωή. Μία κουρούνα με μαύρα φτερά και κίτρινο σαν χρυσάφι ράμφος πέρασε μπρος του και κάθισε μέσα σ' ένα χέρσο χωράφι. Έπαψε να σκέπτεται και κοίταζε το πουλί αυτό που τους άφηνε να ξεμακραίνουν για να πετάξει πάλι κοντά τους. Τους παρακολουθούσε με λοξά φτερουγίσματα περνώντας πάνω απ' το κεφάλι τους και καθόταν άλλοτε στη νοτισμένη γη κι άλλοτε πάνω στις ξερές και καμπούρικες ελιές. Τι να ήξερε τάχα και πήγαινε μαζί του; Θυμήθηκε πως οι κουρούνες τρώνε σάπιες σάρκες. Μια φορά είχε δει ένα κοπάδι απ' αυτές να μαδούν από τα μαύρα του κρέατα ένα ψόφιο άλογο κοντά στην ακρογιαλιά. Σε λίγες μέρες που ξαναπέρασε από το ίδιο μέρος είδε το σκελετό του αλόγου εντελώς γυμνό με την κοιλιά προς τα επάνω. Έμοιαζε με σκελετό βάρκας καθώς τα παγίδια του ήσαν όρθια κι η σπονδυλική του στήλη μισογερμένη πάνω στα χαλίκια όμοια με καρίνα...
   Η κουρούνα τώρα είχε πάρει θάρρος κι εζύγωνε πιο κοντά. Τους ακολουθούσε από πίσω σαν ορνίθι. Γύρισε, άρπαξε ένα βώλο χώμα και της τον πέταξε. Αυτή φτερούγισε ψηλά στον μουντό αέρα· άναψε την πίπα του και τράβηξε το δρόμο του. Ένιωθε κάποια ψυχρότητα την ημέρα αυτή για τον Ντούλμερη, με τον οποίο τόσες άλλες φορές είχαν βγει μαζί στο κυνήγι, μιλώντας στο δρόμο για τα σπαρτά, τ' άλογα, τα κρασιά και τις γυναίκες. Άρχισε να ψιθυρίζει πάλε το ίδιο θαλασσινό τραγούδι που 'χε απάνου κάτου αυτά τα λόγια:
 
Όταν πεθάνω θάψτε με κοντά στα μουράγια
 ν' ακούω τα κύματα που θα 'ρχονται και θα φεύγουν
τα φιλιά του μισεμού και του γυρισμού τα τραγούδια.
 
   Έπειτα το τραγούδι γινόταν πιο παθητικό και τέλειωνε μ' αυτά τα λόγια:
 
Μ' αρέσει η θάλασσα π' απλώνεται ολοπράσινη
σαν τα μάτια μιας νεράιδας που μ' έχει πλανέσει... 
 
   Ο Γκούζλας αισθάνθηκε κάτι να του σφίγγει το λαιμό. Αυτό το τραγούδι τον επείραζε. Ο νους του πήγε στη γυναίκα του. Η Αννέλα είχε ωραία πράσινα μάτια. Ήταν ένα παράξενο χρώμα· βαθύ γαλάζιο που έπαιρνε πράσινους κυματισμούς όταν τα κοίταζε κανείς πολλή ώρα. Ήταν κάτι βαθύ και απέραντο. Για τα μάτια της το έλεγε το τραγούδι αυτό ο Ντούλμερης. Την αγαπούσε! Ο Γκούζλας έμεινε πολλή ώρα βυθισμένος στις σκέψεις αυτές που του έσχιζαν την καρδιά. Τα θυμήθηκε τα μάτια αυτά το βράδυ του γάμου του 'δω και πέντε χρόνια. Ήσαν πιο μεγάλα και πιο φωτερά τότε. Τώρα είχαν πάρει μια αλαφριά θολάδα λύπης. Όταν μπήκαν στην κάμαρά τους το βράδυ εκείνο έπειτα από το γλέντι του γάμου του, πήρε το κεφάλι της γυναίκας του στα δυο του χέρια και κοίταξε στο βάθος των ματιών αυτών. Ήσαν όπως μια πράσινη θάλασσα, ένα χειμερινό απόβραδο, χωρίς κύματα και χωρίς τέλος. Στα βάθη τους έλαμπε όπως ένας φάρος το γλυκό φως του καντηλιού της κάμαρας π' αντανακλούσε επάνω της. Το μυστήριο αυτό των ματιών της γυναίκας του το 'ξερε τώρα κι ένας άλλος άνθρωπος ξένος αυτός και το τραγουδούσε κιόλας. Του ήρθε να κλάψει από τη λύσσα του.
   Ο Ντούλμερης είχε πάψει πια. Εβάδιζε πιο γρήγορα, γιατί το κρύο άρχισε να γίνεται πιο τσουχτερό. Η κουρούνα δεν είχε ξαναφανεί. Κανένας καλογιάννος τραγουδούσε  πάνω στους φράχτες  αμέριμνα. Ο Γκούζλας τώρα κοίταζε τον Ντούλμερη, όπως έκανε άλλοτε στα πανηγύρια όταν μαζευόντουσαν κάτω απ' τα ισκιερά πλατάνια για τ' άλογο των συντρόφων του. Κοίταζε τότε τα ζώα με φθόνο γιατ' ήσαν πιο δυνατά, πιο υπερήφανα, πιο κομψά και νοήμονα απ' το δικό του. Μέσα του ένιωθε τον ίδιο φθόνο να του καίει τα σπλάχνα. Αισθανόταν μαζί με το μίσος του, μια αδυναμία και μια ταπείνωση. Ο Ντούλμερης ήταν πιο νέος απ' αυτόν, πιο δυνατός και πιο κομψός. Το κεφάλι του συμμετρικό, με την ψημένη απ' τον ήλιο αντρίκια μορφή του, εστηρίζετο περήφανα πάνω στο γερό λαιμοτράχηλό του. Οι πλάτες του, οι δυνατοί κι εύγραμμοι γοφοί του, ελύγιζαν εύμορφα πάνω σε μια γυναικείας κομψότητος μέση. Θα τα ζήλευε κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα τα νιάτα αυτά. Και θα 'ταν λύπη να τα χαραμίσει κανείς. Σκέφτηκε τον Ντούλμερη ξαπλωμένο στη χλόη, πάνω σ' ένα ψήλωμα με το κεφάλι ανοιγμένο, πνιγμένον στο αίμα, και πήρε βαθιά την αναπνοή του. Η σκέψις του αίματος τον αλάφρωνε πολύ. Έπειτα σκέφθηκε την Αννέλα. Την νύχτα αυτή θα 'σβηνε για δαύτη ο ήλιος της ευτυχίας της. Ήταν ζήτημα αν θα μπορούσε ν' ανθέξει σε τόση συμφορά. Αυτό όμως τον ευχαριστούσε. Την στοχαζόταν να κυλιέται στο πάτωμα και να δέρνεται. Τα μαλλιά της ήσαν χυμένα γύρω. Γειτόνισσες τής έλεγαν λόγια παρηγοριάς. Έπειτα σκεφτόταν το κακό που 'χε γίνει. Ήταν ακόμη νωπή  η αμαρτία και του 'φερνε το αίμα στο κεφάλι. Εκείνος που του το φανέρωσε φάνηκε πολύ σκληρός. Έγινε ένα βράδυ που έλειπε σ' ένα μακρινό χτήμα. Είδαν τον Ντούλμερη να πηδάει απ' το παράθυρο σπίτι του και δε βγήκε παρά το γλυκοχάραγμα. Η Αννέλα τού κουνούσε μέσ' απ' το παράθυρο ένα μαντήλι. Όλ' αυτά ανακατευόντουσαν μέσα στο κεφάλι του και του 'ρχόταν σκοτοδίνη. Τ' αυτιά του βούιζαν και τα χέρια του έτρεμαν. Βιαζόταν πολύ.
   Τα πουλιά λαλούσαν ανάμεσα στους θάμνους. Το χιονόνερο έπεφτε πιο πυκνό. Ο αγέρας είχε πέσει και γύρω δεν ήταν ψυχή. Η νοτισμένη γη εμύριζε, ένα χρώμα βρεγμένης στάχτης ήταν απλωμένο παντού. Στον ουρανό αγριοπούλια μαύρα φτεροκοπούσαν, έπεφταν μ' απλωμένα τα φτερά σαν πληγωμένα κι έπειτα παίρνοντας ξαφνικά φόρα έσχιζαν γρήγορα τον αγέρα και χάνονταν πέρα πολύ μακριά, κρώζοντας. Είχαν φθάσει τώρα σ' ένα στενό μονοπάτι που έβγαζε ίσια στο ψήλωμα της αητοφωλιάς. Ο Ντούλμερης είχε σταθεί και τον περίμενε καθισμένος σε μια πέτρα. Έτρωγε λίγο ψωμί μ' ένα κομμάτι μεγάλο άσπρου τυριού. Όταν ο Γκούζλας σίμωσε σηκώθηκε και προχώρησε πλάγι του.
   «Νόμισα πως χάθηκες ανάμεσα στ' αμπέλια», του είπε. «Τι σκεφτόσουν; Για τη σοδειά ίσως. Το πράγμα είναι φανερό, πέρασαν τα καλά χρόνια. Φέτο δεν θα 'χουμε τα λάδια που 'χαμε άλλες χρονιές».
   Ο Γκούζλας τον κοίταξε στα μάτια. Εκείνος εξακολούθησε τρώγοντας την τελευταία μπουκιά του ψωμιού με φουσκωμένα μάγουλα:
   «Υγεία να υπάρχει. Ε, τι λες εσύ;»
   «Τι να πω;» 
   «Κι έπειτα δε χάθηκε ο κόσμος. Ό,τι λιγοστεύει στην παραγωγή, ακριβαίνει στην αγορά. Έτσι μπορεί να φέρει κανείς ισοζύγιο. Τι λες Γκούζλα;»
   «Ίσως να είναι έτσι...» Και τον κοίταξε λοξά, οργισμένος για την αταραξία του αυτή και την όρεξη που 'χε για κουβέντα.
   Συνέχισαν το δρόμο τους χωρίς να μιλούν. Προχωρούσαν επάνω στη βουνοπλαγιά περνώντας στενά μονοπάτια. Γύρω ήταν αφθονία από σχίνους, πρινάρια, μικρές βαλανιδιές και άλλους άγριους κι αγκαθωτούς θάμνους. Μικρά γκρίζα πουλάκια έφευγαν ξαφνισμένα και τρύπωναν ανάμεσα στα χαμόκλαδα. Επήγαιναν πια προφυλακτικά με το ένστικτο εκείνο των κυνηγών, πατώντας στις άκρες των ποδιών και γλιστρώντας ανάμεσα στα κλαδιά αθόρυβα. Ξεμάκραιναν και συναπαντιώντουσαν πάλι, γονάτιζαν και πυροβολούσαν. Τους ήχους τούς έπαιρναν και τούς αντιλαλούσαν οι γύρω βουνοπλαγιές. Πριν φτάσουν στην κορυφή ο Ντούλμερης έφθασε το Γκούζλα λαχανιασμένος.
   «Κοίτα τι χτύπησα», είπε. «Θα μου συμβεί κακό...»
   Και του έδειξε ένα χοντροκέφαλο μπούφο με τη φτερούγα σπασμένη και το στήθος γεμάτο αίματα. Το πουλί είχε γυρισμένο το κεφάλι του πλάι κι είχε μισοκλείσει τα μάτια. Ο Ντούλμερης το 'πιασε απ' το πόδι και το πέταξε μέσα σε μια βατουλιά. Πήραν το δρόμο σκεφτικοί κι αμίλητοι. Ο Ντούλμερης κοίταζε διαρκώς τ' ωρολόγι του. Απ' την ώρα που σκότωσε το πουλί εκείνο κάτι βαρύ είχε καθίσει στην καρδιά του. Τα σύννεφα χαμήλωναν πιο πολύ και σκοτείνιαζε διαρκώς.
   «Μα πού στο διάβολο βρέθηκε 'δω πάνω;» ρώτησε ξαφνικά.
   Ο Γκούζλας τον κοίταξε περίεργα.
   «Για ποιον λες;»
   «Για το πουλί!»
   Δεν του 'δωσε απάντηση. Αυτό πείραξε τον Ντούλμερη.
   «Λένε», είπε, «πως είναι κακό σημάδι. Ένας θειός μου σκότωσε ένα μπούφο στα χρόνια του κι έπεσε μια ώρα ύστερα απ' τ' άλογο στο ποτάμι και πνίγηκε. Τι λες συ γι' αυτό;»
   «Λέω πως θα 'χε κάμει κάτι κακό. Ο Θεός τιμωράει πάντα τους ανθρώπους που 'φταίξαν».
   Ο Ντούλμερης πειράχτηκε.
   «Τι θα πει αυτό; Ο Θεός τιμωράει τους ανθρώπους που του έφταιξαν, όποτε θέλει, χωρίς να τους στείλει τέτοια περιστατικά. Έπειτα κι αυτό είναι μια ιδέα. Ο Θεός τιμωράει τώρα σαν μεθυσμένος. Ο δίκαιος αυτός και πληρώνει. Στρίψε...»
   Και του έδειξε ένα μονοπάτι που τραβούσε δεξιά. Ο Γκούζλας είχε κοκκινίσει. Τον εκοίταξε κατάματα και του 'πε:  
   «Μπα!...Έτσι λες εσύ;»
   Ο Ντούλμερης άρχισε να γελάει.
   «Δεν το λέω 'γω. Το βλέπουμε δα στα πράγματα».
   Ο Γκούζλας στάθηκε. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει. Είπε βραχνά προχωρώντας ένα βήμα:
   «Ώστε και τώρα πρέπει να πέσω 'γω κάτ' απ' το βράχο; Πώς;... Αυτό λες;...»
   Ο Ντούλμερης τον κοίταξε σαστισμένος.
   «Τι θέλεις να πεις Γκούζλα; Παραμιλάς;»
   Ο Γκούζλας άρχισε να γελάει. Ήταν ένα γέλιο κρύο, όμοιο με τους κρωγμούς των πουλιών ψηλά στον αγέρα. Στάθηκε μπροστά στο Ντούλμερη και τού φώναξε κόκκινος ακόμα απ' τα γέλια, πιάνοντάς τον από τους δυο ώμους.
   «Δεν παραμιλάω. Μιλάω σωστά. Για τη γυναίκα μου μιλάω. Και για σένα. Ε, ε;...»  
   Είχαν φτάσει στην κορφή. Το χιόνι έπεφτε πυκνό και κοράκια θρηνούσαν πάνω απ' τα κεφάλια τους...
   Είχαν κυλιστεί πάνω στη χλόη και παλεύανε εκεί αρκετή ώρα, στήθος με στήθος, με τα πόδια τεντωμένα και ανοιχτά, σφίγγοντας ο ένας τον άλλον, συστρέφοντας τα σφιγμένα τους χέρια, φυσομανώντας... Ακουγόταν η αναπνοή τους ισχυρή και γρήγορη. Αίμα είχε ανεβεί στα μάτια τους και τα είχε θολώσει, αίμα έκαιγε τα μάγουλά τους, οι φλέβες του λαιμού των είχαν φουσκώσει κι απ' τ' άσπρα απ' την όργητα χείλη τους αφρός λευκός έβγαινε. Του Ντούλμερη το μέτωπο ήταν σχισμένο και το αίμα που 'τρεχε από κει άφθονο τον εστράβωνε. Ο Γκούζλας είχε γδαρμένα και ματωμένα τα χέρια και ένα μεγάλο μαύρο, μελανό σημάδι γύρω στο ζερβί του μάτι. Εσουρνόταν απάνω στο στήθος του Ντούλμερη και κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες να φτάσει και να του κόψει το λαιμό με τα δόντια. Δεν έμοιαζαν μ' ανθρώπους που πάνω στο μάλλωμά τους κυλιούνται στο χώμα και δέρνουνται. Ήταν μια τρομερή αντρίκια πάλη, ένας αγώνας λυκόσκυλων που προσπαθούν να πνίξει το ένα το άλλο. Σύννεφα θυμού περνούσαν μπρος στα μάτια τους και τα θόλωναν. Δεν έλεγαν λέξη και απ' τα σφιγμένα τους δόντια ξέφευγαν γρυλλίσματα μανίας. Κανείς δεν εφαινόταν κει πάνω. Το οροπέδιο ήταν έρημο. Το χιόνι έπεφτε πυκνό μέσα σε μια νεκρική σιωπή και μοναχά πουλιά ανεμοπάλευαν μεσούρανα. Θα είχαν κάμει χρήση των ντουφεκιών τους αν την ώρα που όρμησε ο ένας πάνω στον άλλον δεν τα είχαν αδειανά.
   Ο Γκούζλας είχε τραβήξει ένα μονόκοπο, ιταλικό λάζο (2) με πλατιά κι αστραφτερή λάμα κι είχε χτυπήσει τον Ντούλμερη στο μέτωπο. Το μαχαίρι όμως είχε κυλίσει έπειτα ανάμεσα στα χόρτα και κανείς δεν μπόρεσε να το ξαναπάρει. Η δίψα του αίματος είχε 'ρθει τώρα στο Γκούζλα άσβεστη κι ασυγκράτητη και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να καταβάλει τον αντίπαλο του. Σε μια στιγμή που κυλιόντουσαν πάνω στα ξερά χόρτα αγκομαχώντας, σήκωσε το κεφάλι του κι είδε με τρόμο πως δεν ήταν παρά λίγες δρασκελιές μακριά απ' την άκρη του γκρεμού, κάτω απ' τον οποίο ήταν τρομεροί βράχοι και πιο κάτω ένα βαθύ, σκοτεινό ρουμάνι. Αισθάνθηκε τότε το αίμα του να παγώνει κι έναν ίσκιο φόβου να περνάει μπρος στα μάτια του. Σκέφτηκε πως σε λίγα λεπτά, αν του ήταν έτσι γραμμένο, μπορούσε να βρίσκεται κάτω στο βάθος του ρουμανιού, ένας σωρός κόκκαλα σπασμένα και σάρκες γεμάτες αίμα. Έσφιξε τα δόντια του και βλαστήμησε. Το μέρος ήταν κατηφορικό και κυλούσαν διαρκώς προς το ίδιο μέρος που τελείωνε το οροπέδιο. Ο Ντούλμερης δεν είχε δει τίποτε. Είχε μεθύσει  από θυμό και λύσσα. Ο σκύλος του λίγο παρέκει ούρλιαζε. Τα κοράκια ψηλά άφηναν χαρμόσυνες κι άγριες κραυγές...
   Ένα βήμα τούς χώριζε τώρα απ' το γκρεμό. Ο Γκούζλας ανέπνεε βαθιά. Προσπαθούσε να ξεφύγει απ' τα δυνατά μπράτσα του Ντούλμερη, έβριζε και βλαστημούσε. Κοντά στην άκρη που έφερνε στο γκρεμό ήταν μια καμπούρα αγραπιδιά. Την είδε, άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε. Ο Ντούλμερης τον κρατούσε απ' τα γόνατα. Ελύγισε τα πόδια του κι έπειτα τα τίναξε μ' ορμή. Άκουσε το σώμα του Ντούλμερη να κυλάει, κάτι να σπάζει και πέτρες να φεύγουν προς τα κάτω. Έπειτα κάτι τον έσφιξε δυνατά στα πόδια, γύρω στις γάμπες, που έμεναν κρεμασμένες κάτω προς το κενό κι ένα βάρος μεγάλο κρεμάστηκε από 'κει. Ένιωσε κρύον ιδρώτα να τον πλημμυρίζει. Ο Ντούλμερης είχε κρεμαστεί από τα πόδια του. Δεν μπορούσε να κινηθεί πια. Τα χέρια του, που 'χαν αγκαλιάσει το δέντρο, πονούσαν. Ένιωθε έναν πόνο στα μηλίγγια, σαν να του κάρφωναν χοντρά, πυρωμένα καρφιά.
   Με δυσκολία, σαν το μυαλό του να 'χε σταματήσει, σκέφτηκε τη θέση του. Ο Ντούλμερης δεν θα κουραζόταν ποτέ και δεν θ' αφηνόταν να πέσει μόνος του κάτω στους βράχους. Η παράφορη μανία του θα τον κρατούσε γαντζωμένον εκεί, ως ότου να κουραστεί κι αυτός. Όσο γι' αυτό, τον ήξερε καλά τον Ντούλμερη. Ήταν άνθρωπος με βίαια πάθη. Η δύναμή του ήταν ακατάβλητη, δύναμη ζώου, συνηθισμένου να σχίζει και να ματώνει. Άρχισε να μετράει τα δευτερόλεπτα μ' αγωνία. Τα χέρια του είχαν σφιχτεί με υπεράνθρωπη δύναμη στον ξηρό και τραχύ κορμό του δένδρου. Άκουγε τον Ντούλμερη που ταλαντευότουν κρεμασμένος απ' την άκρη των ποδιών του, να φυσά με θυμό και να μουρμουρίζει. Έπειτα τού 'ρθε στο νου του η γυναίκα του, το σπίτι του, οι φίλοι του... Τι θα 'λεγαν τάχα όλοι αυτοί; Θυμήθηκε τα καινούργια μαύρα βελουδένια ρούχα του, που τα 'χε φτιάσει και δεν τα 'χε φορέσει ακόμα. Το πανταλόνι τού πήγαινε λίγο κοντό. Θυμήθηκε τη λεπτομέρεια αυτή και δυσφόρησε. Θυμήθηκε πάλι στερνά τη γυναίκα του. Μπορούσε να ήταν και αθώα, να τον είχαν γελάσει. Αλήθεια, αυτό δεν το 'χε σκεφτεί. Φέρθηκε με τυφλό πάθος, χωρίς να ζητήσει να μάθει την αλήθεια.
   Τώρα ήταν πια αργά. Ο θάνατος απαίσιος και φριχτός τον περίμενε κάτου, στο βάθος του ρουμανιού. Τον έσφιξε μια λύπη, ένας πόνος και θα 'θελε να κλάψει. Κάτι που κουνιόταν πάνω στα χόρτα, λίγο παρέκει, τον ξάφνισε. Δεν διέκρινε καλά από το μέρος που βρισκόταν. Ήταν ένα μαύρο, στρογγυλό πράγμα που πηδούσε προς το μέρος του. Όταν πλησίασε, γνώρισε την κουρούνα του δρόμου. Είχε σταθεί τρία βήματα μακριά σαν να καταλάβαινε τη θέση του και τον κοίταζε μ' ένα βλέμμα παράξενο. Έπειτα μέσα στο κοίταγμα αυτό ξεχώρισε κάποια πονηρία, κάτι σαν ειρωνεία. Το πουλί κουνούσε πότε την ουρά και πότε το κεφάλι του, σαν να τον φοβέριζε. Άρχισε να θυμώνει κι άφησε χωρίς να το θέλει μια χοντρή βλαστήμια. Η κουρούνα φτερούγισε και κάθισε παρέκει κοιτάζοντάς τον πάντα με το ίδιο σκληρό βλέμμα. Ο Ντούλμερης άκουσε τη βλαστήμια και κουνήθηκε απότομα στην άκρη των ποδιών του. Μουρμούρισε κάτι κι ύστερα μίλησε καθαρά με φωνή βραχνή κι αλλαγμένη, σαν κάποιος να τον έσφιγγε για να τον πνίξει.
   «Εξ μήνες την είχα δική μου την Αννέλα. Εννιά νύχτες ήταν όλη δική μου, ως το πρωί, σωστές εννιά νύχτες... Τη νύχτα της Πρωτομαγιάς, ήταν η πρώτη νύχτα, όταν λάλησε ο πρώτος πετεινός. Ήταν η Πούλια ένα καλάμι απάνου απ' το βουνό...»
   Ο Γκούζλας έσφιξε τον κορμό σαν να 'θελε να τον ξεριζώσει κι ούρλιαξε:
   «Ψέματα... Λες ψέματα!...»
   Ο Ντούλμερης φάνηκε πως δεν τον άκουσε. Η φωνή του είχε γίνει τώρα γλυκιά και λυπημένη, όπως όταν τραγουδούσε για τη θάλασσα:
   «Έχει μια ελιά στο στήθος, προς το μέρος του χεριού. Κι άλλη μια μεγάλη και μαύρη σαν κάρβουνο στις πλάτες. Την έκανα όπως κάνουν τα μικρά παιδιά. Έχει ένα σημάδι από δόντι επάνω στο χέρι, λίγο κάτου απ' τον ώμο και το σημάδι δεν είναι δικό σου. Την φίλησα στο στόμα, στα μάτια, εκεί που κλείνουν οι κλείδωσες των χεριών κι εκεί που σμίγουν οι πλάτες. Εννιά νύχτες ως το πρωί... Σουρνόταν κάτω σαν το φίδι κι όλο της το κορμί ήταν φλογισμένο όπως το...»
   Την τελευταία λέξη την πήρε ο άνεμος. Ο Γκούζλας ένιωσε τα χέρια του να τρέμουν. Κάτι βούιζε στ' αυτιά του σαν μηχανή σιδηρουργείου. Τα μηλίγγια του χτυπούσαν κι η καρδιά του μαζί, χτύπους δυνατούς και γρήγορους. Θέλησε να κοιτάξει τον ουρανό. «Πάτερ ημών... Θεέ μου.. Κύριε...» είπε. Άφησε το δέντρο κι αισθάνθηκε ένα βίαιο σύρσιμο προς τα κάτω. Το σκυλί ούρλιαζ' ακόμα. Τα κοράκια χόρευαν παράξενα κι έκαναν μεγάλους γύρους στον ουρανό...
 
Σταματίου Χάρης
Διαλεχτές Ιστορίες (Νέοι διηγηματογράφοι)
 Εκδ. Μ. Σαλιβέρου, Αθήνα 1933
 
Σημειώσεις:
(1) κούκος: τραγιάσκα 
(2) λάζο: μαχαίρι τσέπης με λάμα που διπλώνει μέσα στη λαβή, σουγιάς με ξύλινη λαβή και καμπυλωτή λεπίδα, πτυσσόμενος σουγιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου