Θα μπορούσε να κάνει κι αυτός μια βόλτα στην παραλία. Σήμερα, ιδίως, που δεν είχε κόσμο και τα παγκάκια ήταν βρεγμένα από τη χτεσινή βροχή: ούτε ερασιτέχνες ψαράδες στην προκυμαία, ούτε παρέες να υπενθυμίζουν τη μοναξιά του. Τέτοιες μέρες όλοι κοιτάν να χωθούν σε καμιά γωνιά -«καιρός για δυο», του 'λεγε το πρωί ο παλιός συμμαθητής του μες στο αστικό. Και πιάνοντας τις διπλανές χειρολαβίδες έσκυψε εμπιστευτικά: «Εγώ που λες, βρήκα να σκεπαστώ· ένα μανούλι, τυχαία την ψώνισα, πωλήτρια στου Κλαουδάτου...»
Απ' τη μαούνα βυθίζεται ο εκσκαφέας μες στα νερά -βαθαίνουν την θάλασσα· πετρέλαια στην επιφάνεια, μια σαμπρέλα επιπλέει, στην άκρη του ορίζοντα καίνε τα σκουπίδια της πόλης. Ο φάρος ανάβει και σβήνει· σκοτείνιασε κιόλας ή είναι για την ομίχλη που απλώνεται. Πού να στέλνει τους χτύπους του, ποιους χαμένους γυρεύει. Αν συντόνιζε το βήμα του με το ρυθμό του φάρου, αν νοιαζότανε κι αυτός για τους ξένους που νυχτώθηκαν... Στις εφημερίδες έβλεπε τις προάλλες τους διασωθέντες από βέβαιο πνιγμό. Με τι λαχτάρα έπεφταν πάνω τους οι δικοί τους -σαν να μην πίστευαν στα μάτια τους ότι γλιτώσανε. Αν έπεφτε σε κίνδυνο μεγάλο και παρ' ελπίδα σωνότανε... Τότε δε θα ήτανε χωρίς όνομα γι' ανθρώπους που αόριστα ή και λαθεμένα τον θυμούνται. Τρόμαξε μ' ένα γνωστό του που μπερδεύοντάς τον μ' έναν άλλο τον ρωτούσε φωναχτά μες στο λεωφορείο γι' αυτόν τον ίδιο. Στην αρχή το πέρασε γι' αστείο, μα όταν ο άλλος δεν έλεγε να σταματήσει μπήκε στο παιχνίδι, φτιάχνοντας μια καρικατούρα του ίδιου του εαυτού του. «Τέτοιος ήταν πάντα», είπε ο γνωστός, «τώρα περιμένεις ν' αλλάξει;»
Σ' ένα απ' αυτά τα παγκάκια ήταν που γράψανε τ' αρχικά τους· από κάτω προσπαθούσε να γράψει «Να πας εκεί που δεν είναι ο κόσμος». Από κάπου θα το 'χε ξεσηκώσει κι αυτό και το πιπίλιζε συνέχεια. Τότε ήταν που 'χε φύγει απ' το σπίτι της. Η διαμαρτυρία κι η αμφισβήτηση -που τής είχαν επιβληθεί σαν μόδα- την είχαν σπρώξει σε θεατρινίστικες λύσεις: ενώ φορούσε συνέχεια ένα ξεβαμμένο παντελόνι, δεν το 'χε τίποτα ν' αγοράσει μαζεμένα πέντ' έξι μοντελάκια «που τα βρήκε οκαζιόν»· κι ενώ είχε αναστατώσει τους δικούς της βρίζοντάς τους σαν ξοφλημένους, δεν έλεγε όχι στα λεφτά που της έδιναν -και που πήγαινε για να της τα δώσουν. Όμως δεν έπρεπε να παραγνωρίσει πως ήταν κι ευαίσθητη. Ίσως ο εγωισμός του να μην τον άφηνε να παραδεχτεί πως είχε να κάνει με μια τυχαία περίπτωση, να της αναγνωρίζει φινέτσα και ζωντάνια -αλλιώς πώς ήταν δυνατό να την αγαπήσει μ' όλη του την καρδιά; Αδικούσε εξάλλου τον εαυτό του κατηγορώντας την εκ των υστέρων για ύπουλη και ασυγκίνητη. Ξέχασε την μέρα που δεν έλεγε να σταματήσει τα κλάματα καθώς του εξιστορούσε την χαραμισμένη της ζωή; «Τηνέητζερ!» την ειρωνεύτηκε όταν του 'λεγε πως δεν άφηνε πάρτυ για πάρτυ, ενώ την ίδια στιγμή σκεφτόταν πώς ήταν αυτός τότε: μ' ένα βιβλίο στην πίσω μεριά της αυλής διαβάζοντας πράγματα που αυτή ζούσε: προσβολές, κρυφές συγκινήσεις, παράλογες αναμονές -«τον περίμενα πώς και τι να φανεί, κι αυτός το 'χε εντελώς ξεχάσει», του 'λεγε. Μα τότε γιατί φέρθηκε έτσι σ' αυτόν που ούτε ξεχνούσε, ούτε φερνότανε πρόστυχα; Πώς από 'κει που του 'λεγε «μαζί σου νιώθω πιο άνετα απ' όλους», έφτασε στο σημείο να βάζει την συγκάτοικό της να του απαντά απ' το θυροτηλέφωνο πως απουσίαζε, ενώ ήταν σίγουρος πως βρισκόταν επάνω; Και τον κορόιδευε για τι; Γιατί «δεν ήξερε από πού βγαίνει το παιδί». Θα προτιμούσε, του 'χε πει, να 'χε πείρα με τυχαίες γυναίκες παρά να κάθεται τώρα αυτή να του μαθαίνει την αλφαβήτα. Βαριόταν το δασκάλεμα ή ήταν ανίκανη ν' αγαπήσει; Κι όμως έφτανε να τη δικαιολογεί μέσα του λέγοντας πως η αχαριστία που της είχαν δείξει οι άλλοι την εμπόδιζε να δείξει ανταπόκριση -«η γαϊδουριά τους μ' έμαθε και μένα να γκαρίζω», είπε όταν τη ρώτησε «καλά, εγώ όμως τι φταίω».
«Δεν έφταιγε κανένας μας», του 'γραψε σ' ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα· «ήμασταν καταδικασμένοι να πέφτουμε από παρεξήγηση σε παρεξήγηση». Τέλειωνε θυμίζοντάς του ένα φιλμ -μόνο που στο φιλμ αυτά τα λόγια τα 'λεγε ο πρωταγωνιστής. Αστεία που 'ναι η ζωή, σκεφτόταν. Όταν αυτός ζούσε με τα βιβλία, αυτή έβρισκε μονάχη τον εαυτό της και τώρα που αυτός γύρευε να σταθεί χωρίς δεκανίκια, αυτή ξέφευγε με λόγια παρμένα από ρομάντζα.
Άδικα ψάχνει να βρει τ' αρχικά τους στα παγκάκια -άλλωστε μπορεί να τα 'βαψαν. Πάντως χαίρεται που κι αυτή παραδέρνει· συνέχεια σε απόμερους δρόμους την συναντά, αυτήν που δεν περνούσε μέρα που να μη δώσει το παρόν στην Τσιμισκή. «Αισθάνομαι σαν να 'μαι πάνω στην πασαρέλα», έλεγε, «κι αυτό με κάνει να φέρνομαι προκλητικά για να τους ταρακουνήσω». Να προκαλέσει τους κουμπωμένους κυρίους πώς; καπνίζοντας τσιγάρο στον δρόμο ή φορώντας ένα διαφανές μπλουζάκι χωρίς σουτιέν.
Προχωρά μπροστά απ' το τουριστικό ξενοδοχείο που στήσανε σαν «μποστάν κορκολούκι», που λέει κι ο πατέρας του. Μετράει τα φωτισμένα παράθυρα... οκτώ... Τίποτα επίσημοι ή καλλιτέχνες. Αστέρες κι αστεράκια... Όπως εκείνος ο ηθοποιός που εξαιτίας του λίγο έλειψε να γίνει ρεζίλι των σκυλιών. Ήταν, θυμάται, απόγευμα κι ένα θηλέων επέστρεφε παραλιακώς από εκδρομή ενώ μια ομάδα νεαρών σαν υπνωτισμένοι ακολουθούσανε από πίσω -«έχει ψωμί, έλα», του φάνηκε πως άκουσε κάποιον να φωνάζει. Αυτός προχωρούσε αντίθετα με την γραμμή του σχολείου, σε λίγο θα προσπερνούσε, όταν χάλασαν οι σειρές και μαζευτήκαν μπουλούκια κάτω απ' το ξενοδοχείο παρά τις φωνές των καθηγητών· ένας γνωστός ηθοποιός - θιασάρχης που 'χε έρθει «για λίγες μόνον εβδομάδες» ήταν στο μπαλκόνι· φωνές, αποθέωση οι μαθήτριες, γέλια αυτός και δος του να στέλνει αεράτα φιλάκια και με τα δυο χέρια. Με το μπούγιο βρήκαν ευκαιρία οι άλλοι κι άρχισε το ψήσιμο· σε λίγο δυο κορίτσια ξέκοψαν και τρέχοντας βρέθηκαν κουνιστές - λυγιστές μπροστά του. Γελούσαν και τρώγαν σπόρια και κάθε τόσο γυρνούσαν το κεφάλι πίσω· τον προκαλούσαν; τον ειρωνεύονταν; Άνοιξε το βήμα του και πλησιάζοντας άρχισε τα γνωστά πειράγματα· απορούσε πού τα 'βρισκε, αυτός που για να κολλήσει στο δρόμο έπρεπε να 'ναι μ' άλλους μαζί -φαίνεται όμως ότι το παραξήλωσε: «Βρε άντε στη δουλειά σου, όρεξη έχεις;» είπαν και πέρασαν απέναντι όπου κατέφθασαν και δύο νεαροί. «Τι συμβαίνει, φίλε», είπε ο ένας προστατευτικά κι ο άλλος φώναξε «βρε, άει στρίβε...»
«Άει στρίβε», του 'πε το χτεσινό μωρό κι αυτός έφυγε σαν κυνηγημένος. Θυμήθηκε εκείνο το ιδιαίτερο κλίμα που υπήρχε στο πάρκο τα πρωινά, τις σμπόμπες (1) που έκαναν τις τσαγκαροδευτέρες, το ύφος που είχανε. «Άει στρίβε ρε...» θα 'λεγαν παρόμοια και τότε... Τότε καπνίσανε τα πρώτα τους τσιγάρα αντιγράφοντας τους στίχους των ξένων τραγουδιών -ντινταρέλα, ντινούλα- πειράζοντας τις μαθήτριες που έσφιγγαν την ζώνη για ν' ανέβει ψηλότερα η ποδιά, που έλυναν τις κορδέλες κι έπεφταν τα μαλλιά στο μέτωπο -μοιραία. «Καφεδόμπρικο», του 'λεγε η γιαγιά του όταν του 'χυνε λίγο καφέ στο πιατάκι, και αυτός το φυσούσε και το 'γλυφε σαν το σκυλάκι. Πού να τον έβλεπε τότε που 'ξερε τα γοητευτικά ξενικά ονόματα -καφέ εσπρέσσο... καφέ καπουτσίνο... νες φραπέ... Αργότερα ξέκοψε, δεν ήρθε για χρόνια στο πάρκο. Περνούσε μια έντονη θρησκευτική περίοδο, είχε βαρεθεί τα καραγκιοζιλίκια και τα ψεύτικα κομπλιμάν που απαιτούσαν τα φλερτ, περίμενε ν' αγαπήσει αληθινά. Ίσως να πήρε φόβο κι από τον αιφνιδιασμό που του 'καναν οι καθηγητές από 'να θηλέων. Σύξυλους τους αφήσανε οι μαθήτριες και χωθήκαν μες στα υπόγεια αποχωρητήρια. Πολλοί απ' τους φίλους του φύγανε, μαζί κι αυτός, ενώ οι πιο ψύχραιμοι βρήκαν ευκαιρία κι άνοιξαν μπλοκάκια, κρατήσανε νούμερα και διευθύνσεις. Είχανε να λένε μετά για επιτυχίες και ξεμοναχιάσματα, κι ας είχαν φάει αρκετοί την χυλόπιτα -στησίματα με τις ώρες...
Μια κούρσα σταματημένη στην άκρη, με χαμηλωμένα φώτα. Μέσα ένα ζευγάρι, το ράδιο δυνατά. Ανοίγει το βήμα του. Ανέκαθεν φοβόταν να βλέπει ζευγαράκια. Για κάτι συμμαθητές του άκουγε -αστεία - σοβαρά- πως ανέβαιναν στα πευκάκια κρατώντας φαναράκι. Οι ίδιοι ήταν που παινεύονταν πως πάνε στις γυναίκες· στις εκδρομές πολλοί χάνονταν μακριά. Ένα φιλόλογος τους έπιασε «να θυσιάζουν εις τον Αυνάν». Ωστόσο εκείνο που τον τάραξε ήταν όταν είδανε μαζί με τον φίλο του πάνω στο «δόξα - πατρί» γυμνό ένα ζευγάρι: τα πόδια της πλέκονταν κάτω απ' την πλάτη του, μια τριχωτή πλάτη που ανεβοκατέβαινε. Πήγαιναν στο Παράρτημα τότε, στα Γεφυράκια, κι έπρεπε να περάσουν μέσα απ' το δασάκι που το λέγανε τενεκεδένιο γιατί ήταν γεμάτο παλιοσίδερα. Χωρίς να το καταλάβουν χωθήκανε πίσω από κάτι μπάζες και βγήκανε μόνο αφού ντυθήκανε οι άλλοι. Τι ντυθήκανε δηλαδή; Η γυναίκα φόρεσε γυμνή καθώς ήταν μόνο ένα ψιλό φουστάνι και καθώς ο άντρας την χάιδευε φαινόντανε τα μπούτια της λασπωμένα απ' το ξάπλωμά τους καταγής. «Προχώρα συ», του 'πε ο φίλος του, «εμένα μου 'γινε καντάρι». Όταν έφτασε στο σχολείο και τα διηγήθηκε, «εντάξει, εξασφαλίσατε την Μαριγούλα της εβδομάδας», είπε ένας διετής που τον φώναζαν Λεμόνα. Από τότε έκανε κύκλο για να μην περνά μέσα απ' το δασάκι. Εξάλλου τότε διάβαζε στα «Αγνά Νιάτα» του Τοθ για την ζωντανή σαπίλα που 'ναι οι διεφθαρμένες γυναίκες, για κολλητικές αρρώστιες που δίνει η πύρινη ρομφαία της φύσεως. Αυτό το θυμάται γιατί είχε γράψει κι ένα διάλογο με τίτλο «η πύρινη ρομφαία» -από κει το 'χε πάρει. Για θέμα είχε τον Ιωσήφ που ξεφεύγει την αμαρτία της γυναίκας του Πετεφρί. Πίστευε στην αγνότητα μέχρι τον γάμο, κι όταν τον κορόιδευαν («καλά, και μέχρι τότε στον πάγο θα την έχεις;») μιλούσε για εγκράτεια που οδηγεί στην αγάπη.
Κουράστηκε να προχωράει, κουράστηκε να θυμάται. Εδώ δεν ήταν που ερχόταν με τη θεια του την νοσοκόμα; Αγόραζαν σακουλάκια με σπόρους και μάζευε στα πόδια του μπροστά τα περιστέρια. Μάλιστα είχανε βγει και φωτογραφίες περίεργες· μέχρι την μέση τους σκέπαζε η θάλασσα ενώ πιο πίσω ένα καράβι έβγαζε απ' τα φουγάρα του φωτιές· φωτιές κι όχι δαχτυλιδένιους καπνούς. Είχε ρωτήσει, και του 'πανε «είναι κόλπο» -«θέλει κόλπο το ρεπανάκι», είπε ο πατέρας. Μέχρι που έκαναν μάθημα για φακούς κι αντεστραμμένα είδωλα κι είπε ο δάσκαλος «υπάρχουν χιλιάδες τρικ» κι αυτός δεν ξέρει πώς το συνδύασε με τα νευρικά τικ του δάσκαλου, που ολοένα έκλεινε τα μάτια του και στράβωνε το στόμα προς τα πάνω. Τρικ - τικ, αυτές οι ομοιοκαταληξίες τον φάγανε προσπαθώντας να βρει καλούπια, να χωρέσει τ' αντίθετα... Τρικ - τικ - μπικ... Αυτό, μάλιστα. Τέλειωσε το μπικ, να μην ξεχάσει ν' αγοράσει άλλο. Και να μην το παραξηλώνουμε, δεν τελειώνουν τα λήγοντα εις -ικ -τικ - τικ τα φράγκα σας (πού το λέγανε αυτό;), τσικ - τσικ το πουλί ραμφίζει (είναι χειμώνας) το τζάμι... Σε ποια ιχνογραφία παιδική ξεχάστηκε... δεν κοιτά που βράχηκε το παντελόνι του έτσι που κάθεται στο τσιμέντο της προκυμαίας;
Το σήμα απ' τον φάρο που σκιρτά του δίνει κουράγιο· στην μαούνα άναψε φως, ο εκσκαφέας κάνει ένα νυχτωμένο βουητό όλο ραγίσματα.
Θα πάρει λοιπόν πάλι τον δρόμο που ξέρει, κι ας τον φράζουν τα χαλάσματα πραγμάτων που αγάπησε. Θα ρωτήσει σαν ξένος, σαν περαστικός, «βγάζει αυτός ο δρόμος πουθενά;» «Ναι», θα του 'λεγαν, όμως πρέπει να περάσει μέσα από το πατρικό τους σπίτι. Ένα ερειπωμένο δίπατο που το 'δωσαν αντιπαροχή για πολυκατοικία: ξηλωμένα τα κουφώματα, πνιγμένη η στέγη, στις κόχες της βεράντας ψήγματα φτερών και ραμφισμένα πετραδάκια από παλιές χελιδονοφωλιές. Όρθια μονάχα η ξύλινη εσωτερική σκάλα και η καπάντζα (2) από πάνω ανοιχτή, μετέωρη: να κατέβει και να ψάξει μες στα αζήτητα ενθύμια, αυτά που 'χανε από καιρό ροκανίσει η τύψη και η σιωπή.
Πατσώνης Γιάννης
Περιοδικό «Διαγώνιος»
τευχ. 9, Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος 1974
Σημειώσεις:
(1) σμπόμπα: κοπάνα
(2) καπάντζα: καταπακτή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου