Κι ο Αριστείδης Κεραμέας πέταξε τα βιβλία που κρατούσε. Είχε πιάσει να ξεσκονίζει το τραπέζι του και ξέχασε τον καφέ που έβραζε στο καμινέτο απάνω στο ανοιχτό παράθυρο. Όταν τον είδε να φουσκώνει, έτρεξε· μα ήταν αργά. Είχε χυθεί. Έκαμε να σηκώσει το μπρίκι, μα βιαστικά όπως το έπιασε, τον έκαψε, του ξέφυγε από το χέρι κι ο καφές χύθηκε γεμίζοντας το παράθυρο και τον τοίχο.
«Στο διάολο! Ζωή είν' αυτή;»
Πέταξε το μπρίκι. Πήρε μια παλιά εφημερίδα και καθάρισε το παράθυρο. Σφούγγισε λίγο και τον τοίχο και στάθηκε συλλογισμένος: Η ώρα ήταν εφτάμιση. Του έμενε καιρός να ψήσει άλλον καφέ; Στις οχτώ έπρεπε να είναι στο τηλεγραφείο, καθισμένος μπροστά στη μηχανή.
Πήγε στη στάμνα και γέμισε γλήγορα το μπρίκι, το ακούμπησε στο καμινέτο και πήρε το κουτί με τα σπίρτα. Έκαμε ν' ανάψει ένα, δεν έπιασε. Δεύτερο, τρίτο -το ίδιο. Κοντά στο καμινέτο που τα είχε αφήσει, νοτίσανε κι αυτά καθώς χύθηκε ο καφές.
Τα πέταξε φουρκισμένος και πήρε γλήγορα και ντύθηκε.
Μασώντας την κουλούρα που του είχε φέρει πριν ο κουλουράς, κλείδωσε την πόρτα του και βγήκε βιαστικός στο δρόμο.
«Καθώς ήρθε τώρα, πίνω στο γραφείο καφέ. Μια δεκάρα παραπάνω στο ημερινό έξοδο, την οικονομώ το μεσημέρι στο φαγί», στοχαζόταν ενώ περπατούσε γλήγορα. Παραπέρα βρήκε κάποιο γνώριμό του. Υπάλληλος και κείνος, βιαζότανε να προφτάσει το γραφείο του. Κουβεντιάζοντας, τραβήξανε προς το τηλεγραφείο. Άμα φτάσαν εκεί, ο Αριστείδης τον χαιρέτησε και μπήκε μέσα.
«Ένα μέτριο βραστό», φώναξε του καφετζή στην είσοδο κι ανέβηκε τη σκάλα.
Σε λίγο ήταν καθισμένος στο τραπέζι του μπροστά στη μηχανή. Έπινε ακόμα τον καφέ, όταν παρουσιάστηκε ο γραμματοκομιστής μ' ένα γράμμα και μ' ένα πονηρό χαμόγελο:
«Κυρ Αριστείδη, ένα χαράτσι πρωί πρωί. Δεκαπέντε λεφτά. Δεν έχει σωστό γραμματόσημο».
Ο Αριστείδης κιτρίνισε, μα ντράπηκε να το γυρίσει πίσω. Έδωσε τα δεκαπέντε λεπτά κι έσκισε το φάκελο. Ένας συνάδερφος τού έστελνε από την επαρχία μιαν αναφορά και τον παρακαλούσε να φροντίσει.
Οι δυο πλαγινοί του τηλεγραφητές κοιταχτήκανε.
«Αναφορά;» είπε ο ένας. «Ο Παλιοδήμας θα τη στέλνει. Και τι θέλει;»
«Τρέχα, χάλαγε παπούτσια στα υπουργεία!» μουρμούρισε ο Αριστείδης και δίχως να το θέλει έριξε τη ματιά στα πόδια του. Τον έβαλε η κατάρα για να ξαναδεί τη μικρή σκισματιά στο δεξί παπούτσι του. Είχε ανοίξει σήμερα περσότερο.
«Καμιά πενηνταριά λεφτά θα θέλει ο τσαγκάρης. Πενήντα κι είκοσι πέντε: εβδομήντα πέντε· κι είκοσι για την απάντηση του Παλιοδήμα, πάει η δραχμή! -Δεν πάει στο διάολο για ζωή!»
Ο Αριστείδης έσκυψε στο τραπέζι του και σώπασε.
Όλοι γύρω σωπαίναν κι ακουγόντανε μονάχα τα κουμπιά που χτυπούσανε στις μηχανές με βιαστικό, μονότονο, άπιαστο ρυθμό, οι ρόδες, που πατώντας στις κορδέλες τα δόντια τους, βροντούσανε και τρίζαν ξενευριστικά.
Ο Αριστείδης τον είχε συνηθισμένο αυτόν τον θόρυβο, κάτι περσότερο από συνηθισμένο. Είκοσι χρόνια τώρα ζούσε μ' αυτόν όπως ο ναυτικός με τον αέρα. Του έγινε τόσο γνώριμος στ' αφτιά όσο κι οι φωνές του δρόμου, όσο κι η βουή του καφενείου όπου περνούσε τις ώρες που του μέναν ελεύτερες. Του κατάντησε γλώσσα ζωντανή που άκουγε τα λόγια της, τους ήχους της και ξεχώριζε καθένα χτύπο, κάθε πάτημα και τρίξιμο και τα χαιρότανε όπως ο γυμνασμένος στη μουσική το πιο αλαφρό και πιο ξεψυχισμένο φύσημα μέσα σε πολύφωνη ορχήστρα. Σήμερα όμως αυτός ο θόρυβος τον ενοχλούσε. Του έφτανε στ' αφτιά σαν άρρυθμο μουρμουρητό, σαν τραύλισμα άγνωρο κι αλλόκοτο. Θαρρούσε πως διαβόλοι τρίζανε τα δόντια τους, πως ξωτικά και στρίγκλες ουρλιάζανε και χαχανίζαν και τον αναγελούσανε. Συχνά τον τελευταίο καιρό ερχόταν και καθότανε στο τραπέζι χωρίς την παλιά όρεξη. Σιγά σιγά όμως, όταν περνούσε η ώρα και μέστωνε στην εργασία, ξεχνούσε την κακή διάθεση και χωρίς να το νιώθει ταιριαζότανε με το συναίσθημα πως η ζωή του ήταν δεμένη με τις μηχανές, πως κι αυτός ο ίδιος ήταν εκεί μέσα ένας τροχός, ένα κουμπί, μια βίδα. Σήμερα όμως το είναι του δε θέλει να δεθεί στη μηχανή. Μόλις μπορεί και νιώθει τι του μιλεί, κι ο χτύπος της κι ο βρόντος από τις άλλες εκεί μέσα τού ηχούν παράχορδα, βραχνά, σαν ξεκούρδιστα όργανα, τριζοβολούνε άχαρα και πληχτικά, κι η καθεμιά ξεχωριστά κι όλες μαζί τού ψιθυρίζουνε, τού λένε, τού φωνάζουν:
«Ζωή είν' αυτή! Ζωή είν' αυτή!»
Δεν είχε κοιμηθεί κιόλας καλά τη νύχτα. Έμεινε στο καφενείο αργά και συζητούσε με κάποιο φίλο του για τη Μακεδονία και για τη γλώσσα. Κι απάνω στη συζήτηση άναψε και του παραφέρθηκε. Το ήξερε κι ο ίδιος πως είχε το μεγάλο σφάλμα να θυμώνει, και πάντα πολεμούσε να κρατηθεί. Άμα όμως ήταν το ζήτημα για τη γλώσσα και για την πατρίδα, δεν μπορούσε να βαστάξει το θυμό. Το μετάνιωνε ύστερα, όπως το μετάνιωσε και ψες, μα ήταν πλέον αργά. Και ψες το μετάνιωσε περσότερο, γιατί στο φίλο του που παραφέρθηκε χρωστούσε μερικές δραχμές. Κι αν εκείνος τώρα, θυμωμένος από τα λόγια που του είπε, του τις γύρευε, ο Αριστείδης δε θα μπορούσε να του τις δώσει πριν έβγει ο μήνας και πάρει το μιστό. Μα πάλι από το μιστό έπρεπε να δώσει τις εφτά δραχμές του ράφτη, που τον στενοχώρεσε. Τις χρωστούσε από το χινόπωρο για το επανωφόρι που του γύρισε. Την πρώτη του μηνός θα ερχότανε κι η πλύστρα για τις άλλες τρεις, ο κουλουράς για τη μιάμιση, ο ξενοδόχος -όλα τούτα γυρίζανε στο νου του, κοντά σε αυτά η συλλογή για το παπούτσι που έσκασε, και: «Όχι, δεν έπρεπε να θυμώσω εψές και να μιλήσω έτσι», στοχαζότανε. Μα πάλι: «Να μου λέει πως δεν είναι η Μακεδονία όλη ελληνική, να υποστηρίζει πως οι μαλλιαροί δεν είναι πληρωμένοι και πως δε χαλούνε τη γραμματική!»
Στη ζωή του είχε παίξει κάποιο μέρος η γραμματική. Γιος παπά, που ήταν μαζί και δάσκαλος στο χωριό, ο Αριστείδης Κεραμέας (Κεραμεύς υπογραφόταν ο ίδιος) είχε νιώσει από μικρός να του σαλεύει στην καρδιά η αγάπη της. Εκεί που υπηρετούσε τον πατέρα του στο ιερό, βαστώντας το κερί, ανάβοντας το θυμιατό και μαζεύοντας τις λειτουργιές, ο μακαρίτης εύρισκε πάντα την περίσταση να του ξηγά έναν ανώμαλο σχηματισμό στο τροπάρι που έλεγε ο ψάλτης έξω, μιαν αττική σύνταξη στο Ευαγγέλιο, που είχε διαβάσει ο ίδιος πρωτύτερα. Η αγάπη της γραμματικής τον έφερε τέλος και στο κατώφλι της Φιλοσοφικής Σχολής. Το πάτησε με ανατριχίλα στην ψυχή και το καλοκαίρι που γύρισε στο χωριό, ο πατέρας του έμεινε με το στόμα ανοιχτό, άμα τον άκουσε να μιλεί για την αποστολή της εκκλησιάς και του σκολειού. Αυτός δεν το είχε στοχαστεί ποτέ πως ο ουρανός τού είχε φορτώσει τόσο μέγα βάρος, τόσο μέγα έργο στην εκκλησιά και στο σκολειό. Είχε γίνει παπάς, γιατί ήταν κι ο πατέρας του παπάς και γύρεψε κι έγινε και δάσκαλος, γιατί το ράσο δεν του έδινε όσα χρειαζότανε να ζήσει την περισσή φαμελιά του. Οι άλλοι παπάδες είχαν ποιος αμπέλι, ποιος χωράφι· αυτός τα γράμματα, που τον είχαν στείλει κι έμαθε στο σχολαρχείο στην πόλη. Ο παπά - Κεραμέας έκαμε να γελάσει μέσα του με τις ομιλίες του γιου. Μα πάλι, ο θεός είναι μεγάλος, στοχάστηκε, η βουλή του αξεδιάλυτη. Ποιος ξέρει τι μεγάλα να διορίζει για το γιο! Τον φαντάστηκε καθηγητή κι η ματιά του έλαμψε. Ακόμα και την ώρα τούτη θα προτιμούσε βέβαια το πιο σίγουρο, να ήθελε δηλαδή ο γιος του να βγάλει το διδασκαλείο και να γυρίσει να φορέσει το ράσο και να μπει στο πόδι του στην εκκλησιά και στο σκολειό. Μα, ωστόσο, μια κι έχει το παιδί τόση όρεξη, ας γίνει του Θεού το θέλημα, είπε. Ας στερευτεί αυτός κι η άλλη φαμελιά και κείνο ας βγάλει το Πανεπιστήμιο. Και ξαναέστειλε κει τον Αριστείδη με την ευχή του. Μα φαίνεται να ήταν αλλιώτικο το θέλημα του Θεού. Ο βουλευτής του τόπου έφυγε ανέλπιστα από την Κυβέρνηση και κάποιο άλλο χωριατόπουλο, που είχε τελειώσει το διδασκαλείο, δεν έβρισκε άλλο σκολειό άδειο στα κοντινά χωριά για να διοριστεί. Ο παπά Κεραμέας παύτηκε από δάσκαλος κι από τη σύνταξή του δεν περισσεύαν πια όσα χρειαζόταν ο Αριστείδης να μείνει φοιτητής. Έπρεπε ή να γυρίσει στο χωριό ή να βρει άλλον πόρο ζωής. Δοκίμασε πολλούς. Έγινε προγυμναστής, γραφιάς σε συμβολαιογραφείο, διορθωτής σε μιαν εφημερίδα κι έζησε τρία χρόνια με τη λαχτάρα της δασκαλικής αποστολής, με την πίστη και την ελπίδα πως κάποιο θάμα θα του έδινε το δίπλωμα στο χέρι. Μα το θάμα έστρεξε διαφορετικά. Για να μη γυρίσει στο χωριό, αποφάσισε κι έγινε τηλεγραφητής, όταν του παρουσιάστηκε η περίσταση.
Στην αρχή με δίχως όρεξη και με πικρή καρδιά. Μα σιγά - σιγά, όσο άρχισε να χορταίνει κι όσο έβλεπε πως του ανοίγεται κάποια θέση στην κοινωνία, συνήθισε το νέο έργο του, όσο που το αγάπησε στο τέλος. Ο καημός της γραμματικής δεν ήθελε να σβήσει βέβαια και, στην πρώτη αφορμή που έβρισκε, γύριζε με χαρά στο λεξικό του. Άμα παντρευότανε κανένας φίλος ή γιόρταζε ο προϊστάμενος, ο Αριστείδης έγραφε ποίημα ή σύντασσε κανένα διάφορο και το έστελνε στον Εθνικό Φρουρό, όπου έκαμε διορθωτής. Άμα πάλι άνοιγε σε αυτό ή σε άλλο φύλλο κανένα ζήτημα εθνικό, άμα έβγαινε στη μέση κανένα κοινωνικό σκάνταλο, έπιανε την πένα κι έστελνε κι αυτός τη γνώμη του. Κι όταν τη διάβαζε τυπωμένη, θλιβόταν η καρδιά του για πολλή ώρα, ξαναβλέποντας ολοφάνερα πως άλλος ήταν ο προορισμός του στη ζωή. Μα οι πεζές ανάγκες τον ξαναρπάζανε, και μια κι έφυγε από τα νερά του, το έβρισκε λογικό να μη χαθεί ολότελα στα ξένα νερά· να προβιβαστεί τουλάχιστο και να βρει μια καλή νύφη. Στην αρχή κυνήγησε το πρώτο, για να πετύχει έπειτα ευκολότερα το άλλο. Μα οι δικοί του στο χωριό δεν μπορέσανε να του δώσουνε βοήθεια. Ο πατέρας του, όσο γέραζε, γινότανε στο κόμμα πιο αχρείαστος. Όταν τον βίαζε ο Αριστείδης με τα γράμματα, πήγαινε στο δήμαρχο. Μα ο Αριστείδης απόμενε με την ελπίδα πάντα. Κι έτσι αποφάσισε να λύσει αντίστροφα το ζήτημα, να κυνηγήσει τον προβιβασμό μ' έναν καλό γάμο.
Και μια στιγμή, όταν η τύχη τον έφερε σ' ένα πλούσιο και φιλόξενο κεφαλοχώρι, νόμισε πως πλησίασε τέλος στο σκοπό. Ο Αριστείδης ήταν καλοκαμωμένος άνθρωπος. Μαθημένος στη στέρηση από μικρός, γνώριζε τώρα να τα βγάζει πέρα με το λίγο το μιστό. Στις επαρχίες που γύριζε, όταν τύχαινε να ήταν ο προϊστάμενος ανύπαντρος, ή να είναι δίχως προϊστάμενο καθώς τώρα εδώ, είχε σπίτι χάρισμα. Έτσι κατάφερε να βάλει στην άκρη κατιτί και να 'χει μέσα στη βαλίτσα του, όπου κι αν πήγαινε, μια καινούρια μαύρη φορεσιά. Την έβαζε μαζί με το ημίψηλο τις γιορτές, τις τελετές και σε κάθε βίζιτα που έκανε. Με αυτά όλα, με την ήσυχη και φρόνιμη ζωή του, με τη φήμη που είχε ακόμα πως ήτανε γραμματισμένος, του φάνηκε πως κατάφερε να τραβήξει απάνω του τα μάτια της δημαρχοπούλας. Κι αλήθεια, αρχίσανε να το ψιθυρίζουν στο χωριό. Φαίνεται όμως πως η μοίρα δεν αγαπούσε τον Αριστείδη όσο κόντεψε να το πιστέψει. Το χτίριο του τηλεγραφείου ήτανε σαράβαλο, οι τοίχοι ραγισμένοι στ' αγκωνάρια, το πάτωμα έτρεμε να πέσει, τα κεραμίδια τρέχανε. Οι σταλαγματιές δεν του βρέχανε συχνά μόνο τις μηχανές, μα βρήκανε και το μέρος που είχε κρεμασμένη την καλή του φορεσιά. Έκαμε παράπονα στο δήμαρχο, από την απάντηση όμως που πήρε, κατάλαβε πως η επιθυμία του δημάρχου ήτανε να μην του ξαναπιάσει κουβέντα γι' αυτό. Έτσι σώπασε, όσο που μια νύχτα δυνατός σεισμός τον τίναξε από το κρεβάτι του. Όλο το σπίτι, μηχανές, τραπέζια, σκάλες, είσοδο γεμίσανε σκόνη κι ασβέστες, από τ' αγκωνάρια ξεκόψανε κάμποσες πέτρες. Ο Αριστείδης ξαναέτρεξε τρομαγμένος στο δήμαρχο. Εκείνος γέλασε: «Ποιο σπίτι έμεινε ατάραχτο;» του είπε. «Μα...» έκαμε να ξαναπεί ο Αριστείδης. Ο δήμαρχος όμως δεν τον άφησε να τελειώσει: «Δεν πέφτει, δε σε πλακώνει, μη φοβάσαι!» Και μ' ένα χάδεμα στην πλάτη τον έμπασε στο ρακοπουλιό κι άλλαξε την ομιλία.
Ο Αριστείδης ξανασώπασε. Μα η γη δεν έπαυε να σειέται και το 'βρισκε μεγάλο κρίμα να θαφτεί από κάτω από το παλιόσπιτο, ίσια ίσια την ώρα που έπαιρνε να του γελάσει ο ουρανός. Ν' αναφερθεί όμως επίσημα στο υπουργείο δεν τολμούσε. Νόμισε πιο γνωστικό να κάμει θόρυβο στον Τύπο. Κάθισε λοιπόν και σύνταξε μια ανταπόκριση για το σεισμό και τις ζημιές που έκαμε στον τόπο. Αφού σημείωσε πόσα σπίτια γκρεμιστήκανε και ραγιστήκανε, τόνισε ξεχωριστά πως και το τηλεγραφείο έγινε ακατοίκητο κι είναι κίντυνος για τους πολίτες, που ανεβαίνουνε τη σκάλα του. Έβαλε για υπογραφή το αρχαίο όνομα του ξεροπόταμου που περνούσε μέσα στο χωριό κι έστειλε την ανταπόκριση στον Εθνικό φρουρό. Ο νοικοκύρης του σπιτιού την είδε που δημοσιεύτηκε, μα το βρήκε πιο γνωστικό κι αυτός να μην ανακατέψει περσότερο το πράμα. Αυτό κιόλας του σύστησε κι ο δήμαρχος. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος φανταστήκανε πως την ανταπόκριση την έστειλε ο τηλεγραφητής. Η οργή όμως το έφερε να κάμει ο Αριστείδης στην ανταπόκριση μιαν ονομαστική απόλυτη και στο καφενείο του χωριού, όπου σχολιάστηκε η ανταπόκριση, πέσαν οι υποψίες στο σχολάρχη, που τον ξέρανε πως έγραφε διατριβές στον Τύπο με ονομαστικές απόλυτες. Μα εκείνος το έβαλε πείσμα και φρόντισε και βρήκε τον ένοχο. Ο Αριστείδης είχε διηγηθεί συχνά στον καφενέ πως έκαμε μια φορά συντάκτης στον Εθνικό φρουρό. «Τα νταραβέρια λοιπόν του τηλεγραφητή με το φύλλο αυτό και το συμφέρο του για το γκρεμισμένο σπίτι δείχνουνε φως φανερό ποιος έγραψε την ανταπόκριση», φώναξε ο σχολάρχης και το πράμα έγινε σούσουρο στο χωριό. Κι ο Αριστείδης δε γλίτωσε από κείνο που φοβόταν.
Έφυγε για το νησί του Λεβάντε, όπου τον μεταθέσανε. Από κει πλανήθηκε σε άλλα νησιά κι άλλα χωριά. Πάντα βοηθός του τελευταίου βαθμού, πάντα με χαμένη την ελπίδα ν' ανεβεί στον παραπάνω. Σε κάθε τόπο που περνούσε, κολάκευε τους δημάρχους, κλαιγότανε στους βουλευτές. Εκείνοι του τάζανε όσο έμενε στον τόπο τους, όταν όμως έφευγε τον λησμονούσαν. Τέλος είδε πως μονάχα ο δικός του βουλευτής μπορούσε να βοηθήσει κι αποφάσισε και πήγε μόνος στο χωριό. Μα κάλλιο να μην πήγαινε. Ο πατέρας του, κατάκοιτος, είχε αφήσει πια την ενορία, η μάνα του μόλις σερνότανε στα πόδια της, τέσσερις αδερφές της παντρειάς, τα δυο αδέρφια του φευγάτα στην Αμερική. Έφυγε συντριμμένος χειρότερα· με την υπόσχεση να τους βοηθά στέλνοντας κάτι από το μιστό του.
Τέλος κατόρθωσε να τον φέρουν στην πρωτεύουσα. Φαντάστηκε πως εκεί θα ήταν καλύτερα, θα έβρισκε φίλους παλιούς, θα έπιανε καινούριους, θα φρόντιζε μονάχος. Μα όταν ήρθε, τα βρήκε όλα αλλιώτικα. Ο δημοσιογράφος, που τον είχε διορθωτή στο φύλλο του και προγυμναστή στα παιδιά του, τρόμαξε να τον θυμηθεί· ένας καθηγητής, που τον νόμιζε προστάτη του όταν ήταν φοιτητής, του μίλησε μόνο για τη γλώσσα που τη χαλούν οι μαλλιαροί· άλλοι γνώριμοι και φίλοι του είχανε καθένας το δικό του πόνο. Και το χειρότερο η ζωή ακριβή. Διπλά τα νοίκια, ο καφές δεκαπεντάρικος. Τα μαγέρικα όπου έτρωγε τον παλιό καιρό, γίνανε τώρα ξενοδοχεία. Ντρεπότανε που τα έβλεπε κι απ' έξω. Και τα μπακάλικα της αγοράς αλλάξανε, πλατύναν, έχουνε πιο πολύ φως και πάστρα, και το σοβαρότερο: ακριβήνανε κι αυτά. Κι οι πελάτες τους άλλοι κι εκείνοι, άγνωστοι.
Και σαν περάσανε κάμποσοι μήνες άσκοποι και μονότονοι, άρχισε να πιθυμά τις επαρχίες. Τόσα χρόνια εκεί συνήθισε στις καλύτερες συντροφιές, στις περιποίησες του κόσμου, στην πιο αναπαυτική ζωή. Μα να ξαναγυρίσει εκεί ούτε τόσο εύκολο ήταν, ούτε και φρόνιμο. Μια κι ήρθε δω, ας δοκιμάσει να τραβήξει το σκοινί όσο μπορεί μακρύτερα. Κι έτσι τράβηξε η ζωή άλλους τόσους μήνες κι άλλους τόσους, όσο που ο Αριστείδης συνήθισε και με αυτή. Χρόνια τώρα από την κάμαρά του απάνω στα Πευκάκια ως το τηλεγραφείο κάτω. Κι από κει στο μαγέρικο, στον καφενέ. Και τον ίδιο δρόμο πάλι απάνω και ξανά τον ίδιο κάτω. Γιατί αυτή η ζωή; Για να βλαστημά κάθε στιγμή, άμα σκοντάφτει σε κάποια τρίχα η μηχανή της, για να κρατά το μισό μερονύχτι το κουμπί της άλλης μηχανής, για να μετρά κάθε μπουκιά που θα βάλει στο στόμα, να λογαριάζει την κάθε πεντάρα που θα δώσει; Ή για να βλέπει ολοένα γύρω του να πηγαίνουν οι άλλοι εμπρός, να βλέπει το Ρωμαίικο να κατρακυλά, τους Βούλγαρους να κατεβαίνουν στη Μακεδονία, τους μαλλιαρούς να χαλούν τη γλώσσα;
«Δεν πάει στο διάολο!» ξαναμουρμούρισε ο Αριστείδης εκεί που η κορδέλα του μπερδεύτηκε μια στιγμή στη ρόδα και γύριζε και ξαναγύριζε στο νου τους ίδιους στοχασμούς. Δεν μπορούσε να 'ρθει σήμερα στον εαυτό του. Σκυφτός στη μηχανή, σαν ξένος με όλα κι όλους εκεί μέσα, περίμενε όσο που χτύπησε μεσημέρι και πήρε το καπέλο του και βγήκε.
Τράβηξε στο συνηθισμένο του μαγέρικο, στο Βάκχο, και κάθισε στη συνηθισμένη του μεριά. Ήρθε με την απόφαση να οικονομήσει από το φαγί το παραπανιστό πρωινό έξοδο, μα με το πείσμα που πιάνει κάποτε τον άνθρωπο και κάνει στη σειρά σφάλματα, όταν έχει κάμει ένα, πέρασε άλλες δυο δεκάρες το λογαριασμό. Και 'δω στο Βάκχο είχαν αλλάξει τώρα τη θέση της κουζίνας. Την πήγανε πίσω κι έτσι ο Αριστείδης χωρίστηκε κι από την τελευταία συνήθεια που του έμενε από την επαρχία, να βλέπει τα φαγιά στις κατσαρόλες που βράζανε και να διαλέγει μόνος τη μερίδα που πρόσταζε. Μπήκε ο κατάλογος και 'δω· και το γκαρσόνι περίμενε τώρα μπαξίσι κι αυτό, κάθε Κυριακή τουλάχιστο., Βάλαν ακόμα και μπουκάλες με νερό του Μαρουσιού. Ο Αριστείδης, όσο και να βλαστημούσε τη ζωή, φοβότανε τον τύφο. Έμπαινε κιόλας το καλοκαίρι κι είχαν ακουστεί κάμποσα κρούσματα. Και σήμερα είχε τόση δίψα, που δε βάσταξε να μην προστάξει μια μπουκάλα.
Τέλειωσε το φαγί και ρουφώντας το κρασί του σε μικρές γουλιές κάπνιζε ένα τσιγάρο. Κάπνιζε και συλλογιζότανε πάντα το χρέος στο φίλο του, το χρέος στο ράφτη κι όλα τ' άλλα. Και κοντά σε αυτά, άλλη μια φορά ξανά όλη τη ζωή του. Το περίμενε κανείς πως θα τέλειωνε 'δω που τέλειωσε; Κι ένα ρώτημα του 'ρθε άξαφνα στο νου: Δε θα ήταν καλύτερα να είχε μείνει στο χωριό, καθώς το ήθελε ο πατέρας του, να γινότανε παπάς σε κεινού το πόδι; Κι ένα όνειρο ευτυχισμένο πέρασε μπροστά του, ένα ήσυχο ειδύλλιο σε μιαν άκρη του χωριού. Πώς θα ήταν τάχα να έπαιρνε τώρα την απόφαση να παρατήσει την άχαρη ζωή εδώ και να γυρίσει εκεί; Θέλησε να πλάσει μια στιγμή για δοκιμή μια τέτοια εικόνα, η άλλη όμως εικόνα της δυστυχίας του σπιτιού του, που του έμενε στην ανάμνηση από το τελευταίο ταξίδι στο χωριό, βγήκε θλιβερή μπροστά του κι έπνιξε την πρώτη. Σκοτείνιασε η ψυχή του περσότερο και θέλησε να γυρίσει ολότελα το στοχασμό από 'κει. Μα ο στοχασμός δεν έφευγε. Ο πατέρας του πεθαμένος τώρα, η μάνα του ένα συντρίμμι πια, οι αδερφές του παντέρημες στεκόντανε μπροστά του.
Πρόσταξε πάλι ένα πεντάρικο κι έστριψε νέο τσιγάρο. Μια φορά, στη νιότη του, με τις πρώτες καταδρομές της τύχης, όπως πολλών, και του Αριστείδη αρχίσανε να του σαλεύουνε στα στήθη ποιητικές ορμές. Όταν κιόλας, τον καιρό που ήταν προγυμναστής, ένιωσε ξαφνικά ένα κρυφό απαλό αίσθημα για μια μαθήτριά του, είχε αφήσει να χυθούνε στο χαρτί αρκετά ποιήματα. Σε αυτά εννοείται πρόσεχε πρώτα πρώτα να μη λαθεύει στους κανόνες της γραμματικής και να μην πέφτει σε σολοικισμούς. Ένας φίλος του όμως, που του διάβασε κάποια από κείνα τα ποιήματα, του φώναξε γελώντας: «Είσαι ερωτεμένος, Αριστείδη». Ο Αριστείδης τρόμαξε να μην του προδοθεί το μυστικό κι από τότε κλείδωνε μέσα στο μπαούλο τα ποιήματα. Τώρα τα είχε ξεχασμένα πια. Μα στην ψυχή του δεν ήτανε σβησμένη και κάθε θύμηση από κείνον τον καιρό. Ολότελα γλυκιά κι αυτή δεν ήτανε, γιατί ένα βράδυ, καθώς πήγαινε να κάνουνε το μάθημα, έπιασε τη μαθήτριά του να κρυφομιλεί με κάποιο νέο κάτω στη σκοτεινή εμπατή πίσω από την πόρτα. Και του θόλωσε μεμιάς το όμορφο το όνειρο και το αιθέριο και χιμαιρικό αίσθημά του έγινε πυρωμένο πάθος κι απελπισία θανατερή, που γέμισε με δάκρυα το μαξιλάρι του και με κατάρες και οργή τους στίχους του. Όπως γίνεται όμως πάντα στις πιο δυστυχισμένες ώρες, έτσι και στον Αριστείδη τώρα βγαίνανε απάνω απάνω μόνο οι καλές στιγμές του παλιού καιρού και λάμπαν από τα βάθη τους, σα χαμένο φως μέσα στην τωρινή άχαρη ερημιά. Τα παιδιάτικα χρόνια του στην εκκλησιά του χωριού, τα χρόνια στο γυμνάσιο στην πόλη, όπου οι δάσκαλοί του προμαντεύανε τόσα γι' αυτόν, ο ζήλος του, ο καημός του ύστερα στα θρανία της φιλοσοφικής σχολής -κάθε όμορφη και κάθε θλιβερή στιγμή της ζωής του, όλα σμίγανε θλιμμένα και σαλεύανε νοσταλγικά μέσα του. Και με το κεφάλι ακουμπημένο στο χέρι, με το νου βυθισμένο σε θολούς στοχασμούς, κοιτάζοντας χαμένα μπρος του τον καπνό του τσιγάρου του που έφευγε και σκορπούσε σε αριό σύννεφο, ψιθύρισε τους στίχους:
Παρήλθον ημέραι και χρόνοι μεγάλοι,
εις βάτους επνίγη το εύβοτρι κλήμα...
Μια φωνή από πίσω του τον ξάφνισε.
Ήταν ο κυρ Αντώνης, ένας γνώριμός του σιδεράς, που είχε το μαγαζί του εκεί κοντά στο μαγέρικο.
«Α, μπράβο! Εδώ είσ' ακόμα», του είπε και τον χτύπησε στον ώμο. «Σαν πέρασε η ώρα, έλεγα δεν θα βρω κανέναν».
Κι ο κυρ Αντώνης κάθισε κοντά του.
Του Αριστείδη δεν του άρεσε που ήρθε. Και σκέφτηκε να πληρώσει και να φύγει, λέγοντας πως βιάζεται να πάει στο γραφείο του. Και φώναξε το παιδί.
Μα ο κυρ Αντώνης τον πρόλαβε.
«Πιάσε μας μικρή οκαδίτσα φρέσκη», είπε του παιδιού.
Ο Αριστείδης έκαμε να το κρατήσει να πληρώσει, μα ο κυρ Αντώνης σαν να τον κατάλαβε.
«Άντε γλήγορα», είπε δυνατά του παιδιού και το έσπρωξε. Αφού έτριψε ύστερα μ' ευχαρίστηση τα χέρια, γύρισε στον Αριστείδη και τον χτύπησε στο γόνατο.
«Τι ξέρεις; Τι καινούρια;» ρώτησε.
«Τίποτα», είπε ο Αριστείδης ξερά.
«Τι λες; Θα βασταχτεί η Κυβέρνηση;»
Ο Αριστείδης δεν απάντησε.
«Δεν το πιστεύω. Οι βουλευτές θα φοβηθούνε να ψηφίσουν κι άλλους φόρους. Θα σηκωθεί ο λαός να τους κάψει», ξαναείπε ο κυρ Αντώνης.
Μέσα στα μίση του Αριστείδη ήταν ένα κι ο λαός. Με όλη την κακή του μοίρα, που την ένιωθε πολλές φορές να σφίγγει με τη μοίρα των πολλών, ποτέ δεν μπόρεσε να κρύψει μέσα του την περηφάνια που αισθανότανε σα μορφωμένος άνθρωπος αντίκρυ στο λαό. Μα την ώρα τούτη δεν είχε όρεξη για πολιτική συζήτηση. Γνώριζε κιόλας πως ο κυρ Αντώνης δεν είχε πολύ αλλιώτικη γνώμη για το λαό. Και δεν του έδωσε απάντηση.
Το παιδί έφερε το φαγί του κυρ Αντώνη μαζί με το κρασί κι ο κυρ Αντώνης γέμισε τα δυο ποτήρια.
Ο Αριστείδης ήπιε βιασμένα στην αρχή και σώπαινε.
«Δε σε βλέπω με πολλή όρεξη», του είπε ο κυρ Αντώνης. «Τι έχεις;»
«Τι θέλεις να 'χω! Ζωή είν' αυτή;» έφυγε ο λόγος από τα χείλη του Αριστείδη χωρίς να το καταλάβει. Και ξαναγύρεψε με τα μάτια το παιδί.
«Κάτσε λίγο, αδερφέ. Πιε μια σταλιά, κι όξω πικρή καρδιά», φώναξε ο κυρ Αντώνης και του ξαναγέμισε το ποτήρι.
Ο Αριστείδης έπιε κι έσκυψε το κεφάλι.
Ο κυρ Αντώνης γέλασε καλόκαρδα.
«Ζωή! Όλοι έχουμε σ' αυτή τα βάσανά μας, ποιος λίγα, ποιος πολλά. Μα τα ρίχνουμε στις πλάτες και την αφήνουμε να περνά. Υγειά να είναι πες μονάχα».
Και τσίγκρισε το ποτήρι του με του Αριστείδη.
Ήπιανε κι οι δυο.
Του Αριστείδη του είχε φύγει πια ο λόγος. Το κρασί άρχισε να του μαλακώνει την καρδιά, ο κυρ Αντώνης τον παράσυρε σιγά σιγά, κι ο Αριστείδης δίχως να νιώσει πάλι του την άνοιξε όλη, του είπε τις δυσκολίες του, τις στενοχώριες, του ιστόρησε όλη τη σκοτεινή ζωή του.
Μα κι ο κυρ Αντώνης βρήκε τη στιγμή:
«Φταις κι ο ίδιος», είπε. «Άδικα στενοχωριέσαι κι υποφέρνεις».
«Τι φταίω;» ψιθύρισε ο Αριστείδης θλιβερά.
«Δεν τα είπαμε;...»
Τότε θυμήθηκε ο Αριστείδης. Ο κυρ Αντώνης, που είχε το μαγαζί του με τα σιδερικά στον άλλο δρόμο, πολλές μέρες, μάλιστα τις νηστίσιμες που ήξερε πως τον περιμένανε μόνο ξερά κουκιά ή φασόλια, βαριότανε να πάει να φάει στο σπίτι του κάτω στην άκρη του Μεταξουργείου κι ερχόταν στο ξενοδοχείο. Αυτού, τρία χρόνια τώρα, γνωρίστηκε με τον Αριστείδη και του άρεσε, σαν ήσυχος που ήτανε και ταχτικός. Η γυναίκα του είχε μιαν ανιψιά στον Πειραιά, μικρή στα χρόνια και με κάποια προίκα: κοντά δέκα χιλιάδες. Μα νόστιμη και ζωηρή όπως ήταν, παραπάτησε και δύσκολα θα 'βρισκε γαμπρό. Κάποιες φορές λοιπόν πέταξε λόγια του Αριστείδη εκεί που τρώγανε, ανεβάζοντας τρεις τέσσαρες χιλιάδες την προίκα του κοριτσιού και σωπαίνοντας το σφάλμα του. Ο Αριστείδης νοστιμεύτηκε το πράμα και ξέτασε να μάθει για την προίκα. Μα έμαθε το σφάλμα κι έτσι ξέφευγε πάντα να δώσει απάντηση του κυρ Αντώνη. Και τώρα το ένιωσε αμέσως τι ήθελε να πει εκείνος με το «δεν τα είπαμε!» Και τον κοίταξε μουδιασμένος και χαμήλωσε τα μάτια.
«Δε βάζει έτσι ο κόσμος, Αριστείδη, το κεφάλι κάτω. Άκου με που σου λέω 'γω, αποφάσισέ το», ξαναείπε ο κυρ Αντώνης.
«Τώρα στα γεράματα!» ψιθύρισε ο Αριστείδης.
Ο κυρ Αντώνης γέλασε:
«Γεράματα! Εσύ δε σαράντισες ακόμα. Σαράντα δυο χρονών ήμουνα 'γω σα στεφανώθηκα».
Ο Αριστείδης δε θέλησε να πει πως είχε κλείσει τα σαράντα τέσσερα. Άκουγε μόνο δίχως να μιλεί.
Ο κυρ Αντώνης πρόσταξε και ξαναφέρανε κρασί. Άμα σηκωθήκανε να φύγουν, ο Αριστείδης δίχως να το καταλάβει πώς, είχε δώσει του κυρ Αντώνη το λόγο του να πάνε την άλλη μέρα σπίτι του, να ιδωθεί με το κορίτσι.
Ήταν αφορμή το κρασί; Ο Αριστείδης σπάνια έπινε περσότερο από εκατοστάρι. Τράβηξε σπίτι του με το κεφάλι ζαλισμένο. Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Άμα γδύθηκε κι ακούμπησε να ησυχάσει καμιάν ώρα, τότε άρχισε να συλλογίζεται. «Τι έκαμα; Το στοχάστηκα σωστά;» Είχε θυμηθεί τώρα το σφάλμα του κοριτσιού, που τον έκανε να ξεφεύγει τόσον καιρό κάθε κουβέντα με τον κυρ Αντώνη. Κι η ψυχή του ξαναθόλωσε:
«Πάντα κάτι θα βρεθεί μπροστά· δεν πάει στο διάολο για ζωή!»
Κλώτσησε το σκέπασμά του.
«Όχι, όχι· αυτό δε γίνεται», είπε, γύρισε κατά τον τοίχο και πολέμησε να κοιμηθεί. Μα η ψυχή του πάλι δεν ήθελε να ησυχάσει. «Καλά, δε γίνεται· μα το στοχάστηκες σωστά κι αυτό;» άκουγε κείθε μια φωνή. Για να σωπάσει, άνοιξε τα μάτια. Ο τοίχος γύριζε μπροστά του, σα να ήθελε να πέσει απάνω του.
Γύρισε από το άλλο πλευρό. «Δε γίνεται, δε γίνεται», ξαναείπε και νόμισε πως ησύχασε. Μα καθώς ξανάνοιξε τα μάτια και τα έριξε γύρω στην κάμαρα, είδε απάνω στο παράθυρο το καμινέτο και το μπρίκι, όπως τα πέταξε το πρωί. Είδε τον τοίχο λερωμένον από τον καφέ που χύθηκε, είδε τις αράχνες που κρεμόντανε ψηλά, τη σκόνη ένα δάχτυλο στο πάτωμα, τη σπασμένη καρέκλα του, την κοψοχειλισμένη στάμνα στην αγκωνή. Αναποδογυρισμένο, καθώς το έβγαλε μπρος στο κρεβάτι, έχασκε 'κει και το σκασμένο παπούτσι. Σφάλισε τα μάτια για να μη το βλέπει. Το κεφάλι, ο νους του στριφογυρίζαν. Ήταν από το κρασί; Κι ήταν ξυπνός ή ονειρευότανε; Μια στιγμή νόμισε πως στεκόταν ορθός μπροστά σ' ένα πλατύ, βαθύ αυλάκι. Στο χάσμα κάτω γυάλιζε το νερό. Κι έπρεπε να το πηδήσει. Πήρε φόρα και τινάχτηκε στον αέρα.
Άνοιξε τα μάτια και πετάχτηκε. Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο στην κάμαρα. Τι διάβολο, είχε κοιμηθεί; Κοίταξε, κόντευε τέσσερις η ώρα. Πλύθηκε, ντύθηκε γλήγορα και πάει.
«Κάποιος λύκος θα ψοφήσει», είπε από μέσα του ο καφετζής, όταν ο Αριστείδης του παράγγειλε και δεύτερο καφέ το απόγεμα.
Του τον πήγε, ο Αριστείδης έσκυψε στη μηχανή δίχως να κοιτάξει γύρω του, δίχως ν' αλλάξει λόγο με κανέναν. Τον τυραννούσε πάντα ο ίδιος στοχασμός. Όταν έβρισκε λίγες στιγμές καιρό, σηκωνότανε σαν ξεχασμένος και με σκυφτό κεφάλι πάντα βημάτιζε από το τραπέζι του ίσαμε το παράθυρο κι έστεκε 'κει κοιτάζοντας τον ουρανό, σα να του γύρευε ν' αποφασίσει εκείνος. Ο ουρανός ήταν ολόφωτος. Από κάτω, από τη φρεσκοραντισμένη αυλή, ανέβαινε αλαφρή δροσιά. Τα σπουργίτια, μαζεμένα στα δεντράκια της αυλής, κελαδούσανε· τα χελιδόνια ψιθυρίζανε κι εκείνα καθισμένα ψηλά στα σύρματα, που βγαίναν ολόισες πυκνές γραμμές από τα παράθυρα ένα γύρο.
Του Αριστείδη του φανήκαν μια στιγμή σα να ήτανε σημάδια σε νότες μουσικής. Δεν ήξερε γιατί θυμήθηκε άξαφνα πως κάποτε είχε δοκιμάσει να μάθει φλάουτο. Του ήρθε στο νου και το τραγούδι ακόμα που έπαιζε κι άρχισε να το σφυρίζει καθώς στεκότανε. Και πίσω από την αυλή, που ήταν ο δρόμος, έφτανε ο βρόντος των τροχών από τ' αμάξια που περνούσαν, οι φωνές κι η βοή του κόσμου που χυνόταν έξω στο ανοιξιάτικο δειλινό. Ήσυχοι, διάφανοι, γαλανωποί απλωνόνταν και κρεμούσαν οι ίσκιοι στις σταχτοκόκκινες σκεπές, στους μουντόλευκους τοίχους και τις ταράτσες των σπιτιών, και μαλακή ευωδιά και λάμψη χρυσορόδινη σκορπισμένη σα χρυσόσκονη τρέμανε σ' όλον τον αέρα.
«Είν' ακόμα, είναι στ' αλήθεια τόσο πολύ όμορφη η ζωή;» ρωτούσε μέσα του ο Αριστείδης και στεκότανε και κοίταζε.
Άμα το βράδυ βγήκε από το γραφείο του, είχε πάρει την απόφαση. Έτρεξε σ' ένα φίλο του καθηγητή, που τον γνώριζε από την επαρχία, και τώρα που είχε έρθει και κείνος στην Αθήνα, τον έβλεπε καμιά φορά. Τον βρήκε και του ζήτησε τη μαύρη φορεσιά του. Η δική του, που είχε κάποτε, ήταν πια λιωμένη από καιρό. Εκείνος του την έδωσε. Είχαν το ίδιο μπόι και του πήγαινε. Κακά ψυχρά, γιατί ο Αριστείδης ήταν πιο αδύνατος· ωστόσο τρωγότανε το πράμα. Το άλλο πρωί πήγε και πήρε το μιστό του. «Ας μείνουνε στο σπίτι το μήνα τούτο δίχως εικοσιπεντάρικο· τους το στέλνω διπλό τον άλλον», είπε και τράβηξε κι αγόρασε παπούτσια και καπέλο. Ξυρίστηκε καλά, έκοψε τα μαλλιά του, φόρεσε τα μαύρα ρούχα του καθηγητή και στις πέντε η ώρα παρουσιάστηκε στο μαγαζί του κυρ Αντώνη, καθώς το αποφασίσαν.
Μπήκανε στο τραμ και τους έβγαλε κοντά στου κυρ Αντώνη. Ο Αριστείδης ένιωθε να του τρέμουν και καρδιά και πόδια εκεί που ανέβαινε τη σκάλα. Η κυρά Αντώναινα κι η ανιψιά της τους δεχτήκανε στην πόρτα της σάλας. Καθίσανε κι ο Αριστείδης έριχνε της νύφης κλεφτές ματιές. Ήταν κοντή, παχουλή, μελαχρινή κοπέλα. Τι λογής ήταν τα μάτια της δεν μπόρεσε να τα κοιτάξει. Του άρεσε η φωνή της, άμα η κυρά Αντώναινα της έδωσε καιρό κι είπε κι αυτή δυο λόγια. Του ίδιου του πιάστηκε η μιλιά. Κουνούσε μόνο το κεφάλι σε ό,τι έλεγε η κυρά Αντώναινα κι έφερνε τη ματιά τριγύρω στη σάλα, στον ταπετσαρισμένο καναπέ, όπου τον βάλανε και κάθισε, στην κονσόλα με τον ψηλό χρυσό καθρέφτη, στο μεσιανό τραπέζι με τη μπιλιετιέρα, στις κουνίστρες που στέκαν άδειες στις αγκωνές. Τα κοίταζε όλα εκείνα δίχως να προσέχει στο καθένα χωριστά. Το καθένα δεν τον έμελε. Όλα μαζί, όλη εκεί μέσα η σάλα με τους λευκούς μακριούς μπερντέδες στα παράθυρα, με τα ψεύτικα ρόδα μέσα στα βάζα απάνω στις γωνίες τού μιλούσε μια γλώσσα τόσο φαιδρή, τού άνοιγε την ψυχή σ' έναν καινούριο κόσμο. Στον τοίχο αντικρινά κρεμόταν ένα τρικάταρτο καράβι σταμπαρισμένο με απλωμένα τ' άρμενα μέσα στα γαλανά κύματα. Ο Αριστείδης στύλωσε τα μάτια εκεί και ταξίδευε μαζί του.
Η κυρά Αντώναινα, όταν είδε τη ματιά του να πέσει μια στιγμή και στις φωτογραφίες του βασιλιά και της βασίλισσας, που κρεμόντανε μέσα σε χρυσές κορνίζες, στον άλλο τοίχο, βιάστηκε να του εξηγήσει πως δεν είναι 'κει όπως έτυχε, όπως στ' άλλα σπίτια. «Τις έχουμε μέσα από το παλάτι», είπε η κυρά Αντώναινα. Ο μακαρίτης ο πατέρας της ήταν σεΐζης στα βασιλικά αμάξια. Τούτο δεν το είπε, παρά μονάχα πως τις χαρίσανε του μακαρίτη σε μια μεγάλη γιορτή του παλατιού. Κι άρχισε να μιλεί για τις γιορτές του παλατιού, για τις σάλες, για τις βασιλικές κάμαρες. Όλα, σα να τα είχε δει, σα να έζησε χρόνια μέσα στο παλάτι. Κι είπε και μερικές αστείες ιστορίες για τα βασιλόπουλα, όταν ήτανε μικρά. Η πιο αστεία ήταν πως μια φορά, που πήγε στο παλάτι να βρει τον πατέρα της, είδε κάποιο απ' αυτά που έκλαιγε, γιατί δεν ήθελε να μπει στο αμάξι.
Ο Αριστείδης γέλασε βλέποντας πως γέλασε ο κυρ Αντώνης κι η ανιψιά του. Ο νους του γύριζε στη σημασία της γνωριμιάς με το παλάτι και φουρκιζότανε μέσα του με τον κυρ Αντώνη, που δεν του την είπε απομιάς αρχής.
Μα ο κυρ Αντώνης καθότανε στ' αγκάθια· βιαζότανε να γυρίσει στα σιδερικά του. Είχανε φιλευτεί πια, είχανε πιωμένο τον καφέ· και σηκώθηκε. Ο Αριστείδης σηκώθηκε κι αυτός. Πήρε το καπέλο του και το μπαστούνι και χαιρέτησε την κυρά Αντώναινα. Μα καθώς έσκυψε το κορμί κι έδινε το χέρι και στην ανιψιά της, μπαστούνι και καπέλο του πέσανε κάτω στο πάτωμα. Ο κυρ Αντώνης τον βοήθησε να τα σηκώσει και φύγανε.
«Ε, δε σου άρεσε; Δε σου 'λεγα πως η κοπέλα είν' όμορφη;» του πρόλαβε τη γνώμη, άμα βγήκανε στο δρόμο.
Ο Αριστείδης ένεψε με το κεφάλι. Ο κυρ Αντώνης ένιωσε πως του άρεσε.
Ο Αριστείδης τον πήγε ίσαμε το μαγαζί του.
«Ε τώρα, τα λέμε αύριο το γιόμα στο ξενοδοχείο», είπε ο κυρ Αντώνης και χαιρέτισε.
Την άλλη μέρα ο Αριστείδης τον περίμενε ως τη μιάμιση στο Βάκχο. «Κάτι θα του 'τυχε» στοχάστηκε τέλος και σηκώθηκε. Μα στην πόρτα στάθηκε μιλώντας με τον ξενοδόχο, με την ελπίδα μήπως έρθει ακόμα ο κυρ Αντώνης. Το δεύτερο μεσημέρι τον περίμενε περσότερο· έμεινε τελευταίος στο ξενοδοχείο, μα ο κυρ Αντώνης πάλι δε φάνηκε. Το τρίτο, αφού περίμενε ξανά όσο μπορούσε, άρχισε ν' ανησυχεί. «Μην αρρώστησε;» συλλογίστηκε τώρα και τράβηξε κατά το μαγαζί του κυρ Αντώνη, κονταίνοντας το βήμα όσο πλησίαζε στην πόρτα: Να ρωτήσει, να μη ρωτήσει; Μα ο υπηρέτης έστεκε στην πόρτα και του είπε πως ο κυρ Αντώνης πήγε σπίτι του να φάει.
Πέρασε ολόκληρη εβδομάδα κι ο Αριστείδης περίμενε άδικα. Κόντευε ν' απελπιστεί.
«Δε θα της άρεσα· θα με βρήκε μεγάλον», έλεγε και κοίταζε και ξανακοίταζε τα μαλλιά του στον καθρέφτη. Όσο και να γύρεψε να τα σκεπάσει κόβοντάς τα σύριζα, γυάλιζαν οι άσπρες τρίχες στα μελίγγια του.
Θλίψη τον έπιανε. Ύστερα θυμόταν κιόλας πως του έπεσε το καπέλο εκεί που έκαμε να χαιρετίσει, και του φαινότανε πως είχε δει στα χείλη της κοπέλας ένα χαμόγελο.
«Το μπαστούνι με σκόνταψε. Τι τον ήθελα το διάβολο μαζί μου;» φουρκιζόταν. Ύστερα πάλι: «Τι τα ήθελα εγώ όλα αυτά;» έλεγε μέσα του ντροπιασμένος κι αποφάσιζε να μην ξαναστοχαστεί το πράμα.
Μα η καθαρή και νοικοκυρεμένη σάλα της κυρά Αντώναινας του ξαναρχότανε στο νου, οι ιστορίες της για το παλάτι του γυρίζανε στη θύμηση και σαλεύανε πάλι τις ελπίδες μέσα του.
Και τραβούσε στο ξενοδοχείο.
Πέρασε όμως κι η δεύτερη εβδομάδα κι ο κυρ Αντώνης δεν παρουσιάστηκε. «Με ντρέπεται», συλλογιζόταν ο Αριστείδης. Είχε μετανιώσει τώρα που δέχτηκε να πάει να δει τη νύφη. Μα και το γέλασμα τη φορά αυτή, σαν τελευταίο που ήταν, του φαινότανε σκληρότερο. Μαύρο σύννεφο περνούσε μπρος του και του έκλεινε τη ζωή για πάντα. Οι μέρες του γίνανε μαρτύριο. Όλες τις άλλες ώρες ζούσε περιμένοντας να φτάσει το μεσημέρι. «Σήμερα θα 'ρθει», έλεγε και καθότανε με καρδιοχτύπι στο τραπέζι του μαγέρικου. Μα ο κυρ Αντώνης δεν ερχόταν.
Πέρασε μήνας. Δεν μπόρεσε να περιμένει άλλο κι αποφάσισε και πήγε ο ίδιος και τον βρήκε.
Ο κυρ Αντώνης τον δέχτηκε γελούμενος σαν πάντα κι έστειλε και του φέρανε μια βυσσινάδα. Ο Αριστείδης περίμενε με πιασμένη πνοή όσο να φύγει κάποιος που ψούνιζε στο μαγαζί. Η κάθε στιγμή του φαινόταν ατελείωτη. Όμοια θα προσμένει ο κατηγορούμενος την κρίση, στοχαζόταν.
Τέλος μείνανε μόνοι. Ο κυρ Αντώνης κάθισε αντίκρυ κι άρχισε να του μιλεί για τις πολλές δουλειές που πέσαν εκείνες τις μέρες κι έπειτα γι' άλλα πράματα. Μα στη δική τους κουβέντα δεν ερχόταν.
Ο Αριστείδης ξεροκατάπινε, όσο που με κόπο μάζεψε τη δύναμη και ρώτησε με κομμένη φωνή:
«Αλήθεια, δε μου 'δωσες ακόμα απάντηση».
«Α ναι, έχεις δίκιο. Μα βρέθηκε κάποια δυσκολία», αποκρίθηκε μασημένα ο κυρ Αντώνης. «Θα σου πω άλλη ώρα. Θα 'ρθω στο ξενοδοχείο να σε βρω».
Σε κάμποσες μέρες ήρθε αλήθεια ο κυρ Αντώνης στο ξενοδοχείο, μα είχε και σύντροφο μαζί. Κάθισε κοντά στον Αριστείδη και φώναξε και φέρανε «μισή οκά» όπως πάντα.
Τον ξαναείδε ακόμα ένα δυο μεσημέρια, μα δεν πέρασε και πάλι από την κουβέντα τους. Μήτε ο Αριστείδης τον ρώτησε. Είχε πάρει την απόφαση και πριν ακούσει ακόμα πως η ανιψιά της κυρά Αντώναινας αρραβωνιάστηκε με άλλον.
Για να του λείψει κάθε θύμηση από την ιστορία, για λίγον καιρό άλλαξε μαγέρικο.
Ξαναγύρισε στο Βάκχο κι έπιασε πάλι τη συνηθισμένη θέση του, όταν ξανασυνήθισε πια την παλιά ζωή του. Αν η τελευταία ιστορία τον θύμωνε λιγάκι, όταν τη θυμότανε, τον θύμωνε γιατί την είχε εξηγηθεί στο φίλο του καθηγητή και του δανείστηκε τη φορεσιά. Κι ακόμα γιατί άφησε τους δικούς του στο χωριό ένα μήνα χωρίς εικοσιπεντάρικο. Μόνη του παρηγοριά ήταν το καινούριο καπέλο και το ζευγάρι τα παπούτσια που αγόρασε με κείνο. Το χειμώνα, που ήρθε, τα φόρεσε και τα δυο. Τα παλιά του είχαν χαλάσει στους μονότονους ανάλλαχτους καθημερινούς δρόμους από το σπίτι στο τηλεγραφείο και στο ξενοδοχείο κι από 'κει το ίδιο πίσω στο τηλεγραφείο και στο βουνό του Στρέφη, όπου βρήκε τώρα και νοίκιασε μια κάμαρα φτηνότερη.
Χατζόπουλος Κωσταντίνος
Τασώ, Στο σκοτάδι κι άλλα διηγήματα
Τυπογραφείο «Εστία», Αθήνα 1916

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου