Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΝΙΚΗΤΡΑ

   
   Υπηρετούσα εισπράχτορας, εκείνον τον καιρό, στον υπόγειο σιδηρόδρομο του Σικάγου.
   Ακούστε λοιπόν τι μου συνέβηκε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, αποβραδίς.
   Σε κάποιο σταθμό, ανεβαίνει ένας κύριος στο τρένο, πολύ καθώς πρέπει, ίσαμε τριάντα χρονών πάνω κάτου.
   Μου πιάνει την κουβέντα.
   «Δε μου λέτε, πόσα λεφτά κερδίζετε απ' τη δουλειά σας;...»
   Συνηθισμένη ερώτηση στον τόπο των Γιάνκηδων. Του είπα το μισθό που έπαιρνα.
   «Δε θα 'θελες να βγάλεις καμιά δεκαριά δολάρια ακόμα;»
   Του αποκρίθηκα, εννοείται, καταφατικά.
   Τότε μου γύρεψε το δρομολόγιο του σιδηροδρόμου. Το κοίταξε κάμποση ώρα, με μεγάλη προσοχή, και κατόπι μου είπε:
   «Είστε σε υπηρεσία όλη την ημέρα σήμερα;»
   «Μάλιστα».
   «Τότε λοιπόν, μπορείς να μου κάνεις μια χάρη. Άκουσε περί τίνος πρόκειται: Κοντά στο σταθμό του Μονρόε, το τρένο περνάει πάνω από ένα πηγάδι που συγκοινωνεί με το υπόγειο καλώδιο του σιδηροδρόμου. Το πηγάδι αυτό είναι κλεισμένο από πάνω. Εγώ θα σηκώσω το σκέπασμα και θα κατέβω μέσα».  
   «Θέλετε ν' αυτοκτονήσετε;»
   «Όχι ν' αυτοκτονήσω καθαυτό. Θέλω όμως να κάνω πως αυτοκτονώ».
   «Α!...»
   «Εσείς θα σταματήσετε το τρένο και θα με βγάλετε από το πηγάδι δια της βίας».
   «Καλά».  
   «Ευχαριστώ. Για τη γυναίκα μου το κάνω. Πρέπει να πιστέψει πως είχα σκοπό ν' αυτοκτονήσω εξαιτίας της».
   «Θα 'ναι λοιπόν και η κυρία σας μέσα στο τρένο εκείνη τη στιγμή;...»
   «Μάλιστα. Θα 'ναι μες στο γκριπ».
    Ξαφνιάστηκα. Το «γκριπ» είναι το πρώτο - πρώτο βαγόνι που είναι μέσα ο οδηγός. Ένα σκέτο βαγόνι, ίδιο κάρο, τελείως ανοιχτό. Το χειμώνα δε βγαίνει ψυχή εκεί έξω να σταθεί, από τους επιβάτες εννοώ, γιατί κάνει τρομερό κρύο.
   «Μάλιστα. Θα 'ναι μες στο γκριπ», εξακολούθησε ο συνομιλητής μου. «Το 'χει υποσχεθεί στον εραστή της. Τώρα δα ακόμα διάβασα το γράμμα της».
   «Καλά, σύμφωνοι. Σας ειδοποιώ όμως: Τρία λεπτά της ώρας μόνο έχετε στη διάθεσή σας, για να σηκώσετε το σκέπασμα και να χωθείτε μέσα στο πηγάδι. Αλλιώς θα σας προλάβει το άλλο τρένο και τότε πάει το κεφάλι σας. Μήτε με ξυράφι να σας έκοβαν».
   «Το ξέρω. Μα όσο γι' αυτό πήρα τα μέτρα μου. Το σκέπασμα του πηγαδιού θα 'ναι βγαλμένο από πριν».
   «Ακόμα, και κάτι άλλο: Πώς θα καταφέρετε να ξέρετε σε ποιο τρένο ακριβώς θα 'ναι η γυναίκα σας;»
   «Θα μου τηλεφωνήσουνε. Έβαλα κάποιον να την παρακολουθήσει. Θα φοράει γούνα, κανελιά. Θα τη γνωρίσετε εύκολα: Είναι πολύ πολύ όμορφη. Αν τύχει και λιποθυμήσει, να την πάτε στο φαρμακείο που 'ναι στη γωνία της οδού Μονρόε».  
   Τον ρώτησα:
   «Καλά. Είσαστε όμως συνεννοημένος και με τον οδηγό;...»
   «Έννοια σας, του 'δωσα και κείνου άλλα τόσα δολάρια, όσα δίνω και σε σας. Μόνο, δε θα του πείτε λέξη βέβαια εσείς γι' αυτό το ζήτημα».
   «Καλά».
   «Τη στιγμή που θα ζυγώνουμε στο σταθμό Μονρόε, θα είσαστε στο γκριπ. Και καθώς δείτε το κεφάλι μου να ξεχωρίζει από μακριά, πάνω απ' τις ράγες, να δώσετε το σύνθημα του κινδύνου και το τρένο θα σταματήσει. Ο οδηγός, που είμαστε συνεννοημένοι, θα 'ρθει να σας βοηθήσει και θα με βγάλετε μαζί μέσα απ' το πηγάδι μ' όλη την αντίσταση που θα σας κάνω εγώ και με όλη μου την επιμονή πως θέλω, καλά και σώνει, να σκοτωθώ».
   Φλυαρήσαμε ακόμη μερικά λεπτά της ώρας. Το τρένο ζύγωνε στο σταθμό Μονρόε. Ο επιβάτης μου λέει: «Μην ξεχάσετε να πάτε τη γυναίκα μου στο φαρμακείο αν τύχει και λιγοθυμήσει». Και κατέβηκε.
   Το τρένο ξεκίνησε πάλι.
   «Πλουτίσαμε κατά δέκα δολάρια», συλλογιζόμουν. «Δόξα σοι ο Θεός! Να που 'χει ακόμα και όμορφες μέρες η ζωή!...»
   Κάνουμε, από 'κει και ύστερα, ένα δρομολόγιο, πηγαιμό κι ερχομό... Δυο δρομολόγια... Τρία... Τίποτα...
   Στο τέταρτο δρομολόγιο, τη στιγμή που ξεκινούσαμε απ' το σταθμό του Κότατζ, βλέπω μια νέα κυρία ν' ανεβαίνει και να κατευθύνεται κατά το γκριπ. Φορούσε γούνα, κανελιά. Πήγα κοντά της, να της δώσω εισιτήριο. Ήτανε νέα πολύ, και πολύ πολύ όμορφη. Μάτια γαλανά, γεμάτα αθωότητα.
   «Φτωχή μικρούλα», συλλογίστηκα, «μια δυνατή συγκίνηση σε περιμένει σήμερα. Ας είναι όμως... Έχεις καμωμένη κι εσύ μια τρέλα και τώρα ήρθε η ώρα να την ξεπληρώσεις. Δεν πειράζει. Όπως και να 'ναι, εγώ θα 'χω την ευχαρίστηση να σε πάω στο φαρμακείο. Και θα σε πάω όσο πιο άνετα μπορέσω, έννοια σου».
   Το τρένο εξακολουθούσε το δρόμο του.
   Από 'κει που στεκόμουν είδα τον οδηγό που είχε ανοίξει ψιλή κουβέντα με την κοπέλα. Τι κουβέντα ήτανε δυνατό να 'χει αυτός μαζί της; Άσε που του ήταν κι απαγορευμένο να πιάνει κουβέντα με τους επιβάτες την ώρα που ήταν στην υπηρεσία του. Κι όμως, όσο παράξενο κι αν μου φαινόταν, η κοπέλα ζύγωνε ολοένα πιο σιμά του και τον άκουγε με μεγάλη προσοχή.
   Μόλις είχαμε πια τριακόσια με τετρακόσια μέτρα για να φτάσουμε στο σταθμό Μονρόε.
   Η κοπέλα με τον οδηγό είχαν τελειώσει την κουβέντα τους. Και το τελευταίο πράγμα που πρόσεξα ήτανε κάποιο νόημα, σαν συγκατάθεση, που της έκανε αυτός με το κεφάλι του.
   Κατόπι έδωσε πιο πολλή ταχύτητα στο τρένο, ολοταχώς... Ξέχασα να σας πω πως οδηγός στο δρομολόγιο εκείνο ήτανε ο Πατ ο Ιρλανδέζος.
   «Κόψε μια σταλιά την ταχύτητα!» του φώναξα εγώ.
   Είχε πάρει το μάτι μου από μακριά, πάνω στις ράγες, ένα σημαδάκι να μαυρίζει. Μπορεί να 'ναι και κεφάλι ανθρώπινο- σκέφτεσαι. Κι έριξα μια ματιά προς την κοπέλα. Κι εκείνης τα μάτια της στο ίδιο σημαδάκι ήτανε καρφωμένα με αγωνία.
   «Από τώρα τρόμαξε! Ευαίσθητη που θα 'ναι η φτωχούλα η κοπέλα!...» έλεγα μέσα μου. «Σαν τι θα κάνει τότε, άμα ιδεί πως το σημάδι εκείνο είναι ο άντρας της και πως πήγε ν' αυτοκτονήσει;»
   Ο χοντρο-Πατ όμως πού να κόψει το δρόμο!... Του 'βαλα τη φωνή πως ήταν άνθρωπος εκείνο που φαινόταν στο πηγάδι. Τίποτα... «Να, τώρα πια ξεχωρίζει και το κεφάλι, χοντρο-Πατ! Είναι ο κύριος  που ήρθε με το τρένο λίγη ώρα πριν. Στέκεται μέσα στο πηγάδι με τη μούρη γυρισμένη προς εμάς».
   Σφυρίζω σύνθημα να σταματήσει. Τίποτα! Ο Πατ τραβάει πάντα μπρος, με την ίδια ταχύτητα! Δεκαπέντε δευτερόλεπτα να περάσουν ακόμα, πάει!
   Αρπάζω με ορμή το τιμόνι, γκρεμοτσακίζομαι προς τη σφυρίχτρα του κινδύνου... Αργά πια!... Το τρένο περνάει πάνω απ' το πηγάδι πρώτα και κατόπι σταματά.
   Πηδώ πάνω στις ράγες σαν τρελός. Ο οδηγός φαινότανε κι εκείνος σαστισμένος από την τρομάρα. Τραύλιζε με λόγια ακατανόητα. Η κοπέλα είχε βάλει τις φωνές: «Φριχτό! Φριχτό!...» Κι ήτανε σα μπαμπάκι το πρόσωπό της, κερωμένη. Όσο για να λιγοθυμήσει όμως, δε λιγοθύμησε. Σε λιγάκι κατέβηκε απ' το γκριπ και τράβηξε μακριά, εξαφανίστηκε...
   Κόσμος μαζεύτηκε αμέσως. Βρήκαμε το κεφάλι του δυστυχισμένου κάτω απ' το τελευταίο βαγόνι. Ανασύραμε και το κορμί απ' το πηγάδι.
   Ο αξιωματικός της αστυνομίας άρχισε πρόχειρη ανάκριση επί τόπου. Για μένα οι περισσότεροι επιβάτες ομολογήσανε πως είχα αγωνιστεί μ' όλα μου τα δυνατά να σταματήσει το τρένο.
   Την ώρα που βγαίναμε έξω στο σταθμό, ο Πατ μου γύρεψε το σουγιά μου. Φοβήθηκα μήπως τον ήθελε για τίποτα κακό και του είπα: «Φτάνει το κακό που 'γινε ίσαμε 'δω!...» Εκείνος χαμογέλασε και, δείχνοντάς μου το ρεβόλβερ του, μου είπε πως τον σουγιά μου δεν τον ήθελε για «κουταμάρες» παρά για κάτι άλλο.
   Και, σαν του τον έδωσα, μ' αποχαιρέτησε και μου είπε πως φεύγει από την υπηρεσία, από κείνη τη στιγμή. Να τον συγχωρώ πολύ, μα έπρεπε να κάνω εγώ τον οδηγό, όπως όπως, ίσαμε το τέρμα, κι εκεί πέρα πια θα μου δώσουνε άλλον.
   Όσο για το σουγιά, με παρακάλεσε να του τον αφήσω. Τον ήθελε για να πάει κάτω από καμιάν αυλόπορτα να ξηλώσει τα κουμπιά της στολής του, για να μην τον αναγνωρίζουν. Κι έφυγε...
   Θεραπεία δε χωρούσε. Τα κατάφερα κουτσά στραβά. Καλά που είχα κάνει οδηγός κι άλλες φορές κι έτσι βολεύτηκαν τα πράγματα.
 
   Κάποια βραδιά, παραμονή Πρωτοχρονιάς μου φαίνεται, δεν είχα δουλειά και γύριζα χαζεύοντας μέσα στην πολιτεία. Περνώντας από το σταθμό, μπαίνω μέσα. Ένα τρένο ετοιμαζότανε να ξεκινήσει. Εκεί δα κάποιος επιβάτης που σεκόταν στον εξώστη, με φωνάζει χαμογελώντας μου. Ήταν ο χοντρο-Πατ.
   Στην αρχή δεν τόνε γνώρισα. Είχε τα γένια του κομμένα, ήταν και πολύ καλοντυμένος. Ξαφνιάστηκα τόσο, που έβαλα τη φωνή:
   «Σουτ! Όχι τόσο δυνατά! Λοιπόν, πώς τελείωσε η υπόθεση;» με ρώτησε.
   «Μας δικάσανε!...» του αποκρίθηκα. «Και σένα, ξέρεις, σε γυρεύουνε».  
   Ο Πατ μου λέει:
   «Εγώ φεύγω για τη Δυτική Αμερική. Δε γίνεται δουλειά εδώ χάμου! Οχτώ δολάρια τη βδομάδα, χάλι είν' αυτό; Θ' αγοράσω ένα κτήμα και θα καλλιεργήσω, Λεφτά, εννοείται, έχω. Έλα μαζί μου. Έρχεσαι;...»
   «Δεν μπορώ, αδύνατο».
   «Αλήθεια, με την ευκαιρία αυτή, πάρε και το σουγιά σου... Ευχαριστώ! Άκουσέ με όμως που σου λέω: Δε θα κάνεις προκοπή όσο κάθεσαι στην εταιρεία!»
   Το τρένο σφύριζε.
   «Λοιπόν, αντίο!» λέει ο Πατ. «Για στάσου να σου πω. Άκου, πόσα σου είχε δώσει ο κύριος εκείνος που κόψαμε;»
    «Δέκα δολάρια». 
    «Και μένα δέκα... Δεν ήταν και λίγα, για να πούμε την αλήθεια. Η γυναίκα του όμως έδωσε πιο πολλά!»
   «Η γυναίκα του;»
   «Ε, βέβαια, κείνη η όμορφη κοπέλα -δε θυμάσαι; Έκανα καλά τη δουλειά μου μ' αυτή εγώ! Κοντά δυο χιλιαδούλες... Ήθελε να τον ξεφορτωθεί τονβ άντρα της με κάθε θυσία. Αγκαλά,  με τα δικά της τα λεφτά έχω τον αέρα αυτόν που βλέπεις και πηγαίνω ν' αγοράσω κτήμα καιν' αρχίσω άλλη ζωή, καινούρια».
 
Χάμσουν Κνουτ 
Ανοικτή Βιβλιοθήκη
Πηγή κειμένου: Περιοδικό «Ο Νουμάς»
τεύχος 782, 1924

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου