Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023

ΜΕΡΕΣ ΤΡΟΜΟΥ

  
   Έβρεχε δυνατά πολύ, πολύ δυνατά, σωστός κατακλυσμός, κι αυτός έτρεχε να πάει σπίτι του. Τα σπίτια όμως της πόλης βρισκόντουσαν σ' ένα χαμήλωμα, σ' ένα λάκκο μέσα, κι είδε τα νερά της πλημμύρας να τα 'χουν ίσαμε τη μέση ζώσει και το κύμα να πηδά επάνω απ' τη στέγη τους. Πέρα διέκρινε τη θάλασσα να ορμά κι αυτή στην ξηρά μέσα, αφρισμένη και με καταχθόνιο θόρυβο. Κάποιος που έτρεχε μαζί του σα σκιά, τού είπε πως η θάλασσα και η στεριά είχανε γίνει ένα, είχαν ενωθεί.
   Ζητούσε να πάει στο σπίτι του με κάθε τρόπο, και δε βρήκε άλλον παρά να πηδήσει απ' την κορυφή ενός υψώματος, που έγερνε στο λάκκο, στη σκεπή σπιτιού με κατακόκκινα κεραμίδια, κι έπειτα απ' εκεί πηδώντας από σκεπή σε σκεπή να φθάσει στο σπίτι του. Δεν πρόφτασε όμως να το εκτελέσει, γιατί η βροχή, ο κατακλυσμός αυτός, έπαψε μεμιάς και μια ησυχία, γαλήνη, χύθηκε, μεγάλη. Αλλά τότε αρχίσανε στον ουρανό, το γεμάτο από σύννεφα, να γίνονται φωτεινά σημεία, γραμμές φωτεινές σχίζανε τα σύννεφα κι άλλες μόλις φαινόντανε διαλύονταν σε μύρια λαμπερά κομμάτια...
   Σε λίγο πάψανε κι αυτές και στον ουρανό ένα χέρι μεγάλο, μεγάλο, τεράστιο χέρι, φάνηκε, υψώθηκε, έχοντας στη μέση της παλάμης ένα μεγάλο σημάδι από αίμα...
   Ξύπνησε. Μέσα στο διπλανό δωμάτιο άκουσε σάρωμα. Στα μάτια του όμως, εμπρός, ακόμα ήταν το χέρι το γιγάντιο, το γυμνό ίσαμε τον αγκώνα και με το αίμα στην παλάμη.
   «Μπα», έκανε, «παράξενο όνειρο, μα την αλήθεια, πολύ παράξενο!»
   Το σάρωμα έπαψε και το πόμολο της πόρτας του κινήθηκε...
   «Ακόμα κοιμάσαι!»
   Η φωνή της μάνας του.
   «Έλα μέσα...»
   Η πόρτα άνοιξε κι είδε την αδύνατη με τη μεγάλη μύτη μορφή της μάνας του να φανεί. Είχε το κεφάλι της τυλιγμένο μ' ένα πολύχρωμο μαντίλι.
   «Μα ακόμα!» τού είπε αυτή, ανοίγοντας τα χέρια της. «Μεσημέριασε!»
   «Ε, και;...Για πες μου το σπουδαιότερο, τι καιρός είναι; Συννεφιά δίχως άλλο, ε;»
   «Ναι, ναι, συννεφιά! Αλλά πού βροχή! Μάς καταράστηκε, παιδί μου, μάς καταράστηκε ο Θεός! Λίγη βροχή έκανε να μάς ξεγελάσει».
   «Και να μάς κάνει να φυτέψουμε τα κουκιά!»
   «Τι, το γελάς! Σ' αυτή την περίσταση τη δεκάρα να τη βαστάς σφιχτά όσο μπορείς». 
   «Ναι, ναι, έχεις δίκιο!... Άστα όμως αυτά τώρα, και για έλα να σού πω ένα όνειρο, που είδα τώρα δα, να μ' αυτό ξύπνησα».
   Και ο γιος της σηκώθηκε και κάθισε. Πλησίασε κι αυτή και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.
   «Για λέγε το», τού είπε.
   Αυτός τής το διηγήθηκε.
   Η μάνα του κουνούσε το κεφάλι της.
   «Κακές μέρες θα περάσουμε, παιδί μου», είπε, «αυτό βλέπω!... Δεν είναι διόλου καλό αυτό το όνειρο, κακά προφητεύει! ... Και καλά θα 'κανες να το 'λεγες στον ήλιο να στο διαλύσει. Στο 'πα κι άλλοτε. Έτσι έκανε η γιαγιά μου άμα έβλεπε κακό όνειρο, πήγαινε μια και δυο στον ήλιο και τού το 'λεγε, κι αυτός το διαλούσε... Ήλιε μου, τρισήλιε μου...»
   «Θα το 'κανα, κυρά μάνα μου, μα είναι συννεφιά! Πού να τον βρω τον ήλιο για να τού το πω; Αφού έχει -δε μού το 'πες;- μ' ένα σωρό κουρέλια κουκουλωθεί».  
   «Ορίστε τον! Περγελά, περγελά, όλα τα περγελά!»
   «Σού είπα πως τα περγελώ;»
   «Ο τρόπος σου το λέει».
   «Τον καημένο πολύ τον κατηγοράς!»
   «Παιδί μου, στο 'πα κι άλλοτε, πίστευε σ' αυτά τα παλιά, πίστευέ τα και δε θα χάσεις».  
   «Βρε, άσε με ήσυχο και συ με τα παλιά σου και τα νέα σου!»
   Η μάνα του σηκώθηκε.
   «Παιδί μου», έκανε κουνώντας το χέρι της, «το κεφάλι σου είναι...»
   «Σα γουδί!» τής είπε ο γιος της.
   «Μόνος σου το 'πες!»  
   Πήγε κοντά στον καθρέφτη κι έσιαξε το πολύχρωμο μαντίλι που φορούσε στο κεφάλι της κι ύστερα:
   «Για να σού πω και το νέο», τού είπε και στράφηκε, αφήνοντας τον καθρέφτη, «πήγα και τάισα τα περιστέρια, και πάλι ούτε πλησιάσανε στο φαΐ τους! Τι έχουνε πάθει τα σκασμένα; Μη τους μυρίζει τέτζερης;»
   «Παράξενο», τής απάντησε ο γιος της και κρέμασε τα πόδια του απ' το κρεβάτι κάτω. «Τι διάολο! Να το κάνανε τις άλλες που σφάξαμε τα συντρόφια τους, θα 'λεγα πως το κάνουν από λύπη!... Μη όμως τώρα αισθανθήκανε το χαμό τους;»
   «Μπορεί να 'ναι αυτό!»  
   «Ο πατέρας έφυγε;»
   «Ου!... Έφυγε σχεδόν νύχτα. Για να δούμε όμως, τι θα κάνει!... Μα τι θέλει κι αυτή! Άμα κάνει μια δουλειά, όλον τον κόσμο τον θέλει στο πόδι!»
   Είχε ακούσει μέσα, απ' το βάθος, τη φωνή της μικρής κόρης της να τη φωνάζει. Κι έφυγε βιαστική.
   Ο Άγης σηκώθηκε και άρχισε να ντύνεται. Και άμα μισοντύθηκε άνοιξε το παράθυρο.
   Απ' τ' αντικρινό σπίτι, ένα χαμηλό, χαμηλό, δυο κορίτσια μεγάλα κι ένα αγοράκι, με τα χέρια στις τσέπες του πανταλονιού του, κοίταζαν κάπου, προς τα επάνω, με προσοχή. Και στη διπλανή τους τη μεγάλη μάντρα στον τοίχο της σκαρφαλωμένος  ένας πετεινός μαύρος με μεγάλη ουρά, που ένα  ή δυο φτερά της σάλευαν απ' τον αέρα, κάτι σκάλιζε σκυμμένος στο σαμάρι του μαντρότοιχου.
   Η αδελφή του η μικρότερη, ένα κορίτσι με κόκκινα μάγουλα, ξανθό και με μαλλιά κομμένα πόλκα, τού έφερε τον καφέ του κι έφυγε.
   Τον ήπιε σιγά. Η σκέψη του ήταν, αφού έτρεξε σαν κάτι αναζητώντας, σε κάποιο πρόσωπο, γλυκό πρόσωπο, με πρασινωπά μάτια και μαύρα μακρυά ματόκλαδα. Και νόμιζε ότι ακούει τη φωνή του να τού μιλά, να τού λέει, να τού λέει και να βλέπει μια κίνηση του κεφαλιού που έκανε, όταν επέμενε σε κείνο που έλεγε.
   Το άνοιγμα της μισόκλειστης πόρτας τον διέκοψε.
   Ήταν η μάνα του.
   «Καλέ», τού είπε ταραγμένη, «δε βγαίνεις να δεις τι γίνεται έξω! Χαλάει ο κόσμος και συ κάθεσαι και ξεροχτενίζεσαι!... Το βουνό γέμισε από ναύτες, λένε πως είναι Γάλλοι!»
   Ζήτησε γρήγορα το καπέλο του και πετάχτηκε έξω, στο δρόμο.
   Η μεγάλη του αδελφή με τις δυο μικρότερες βρισκόντουσαν εκεί και κοιτάζανε επάνω, στο λόφο. Κι έξω απ' τ' αντικρινό σπίτι ήταν ακόμα, χωρίς να ΄χουν αλλάξει θέση, τα δυο κορίτσια και το αγοράκι.
   Ο λόφος ο απότομος, ο φαγωμένος, ο σχισμένος απ' τα φουρνέλα, που κοκκίνιζε σα να φαινόνταν τα σωθικά του, και το μνημείο του Φιλοπάππου, ήτανε γεμάτα από ναύτες ασπροντυμένους, αν κι έκανε κρύο, κι άλλους μαυροντυμένους... Μαζί κουνιόντουσαν και άνθρωποι με ρούχα μακρυά σα ράσα...
   Νόμισε πως αυτοί ήταν παπάδες καθολικοί, που 'χαν καταφύγει εκεί.
   «Είναι κι Έλληνες μαζί», τού είπε η αδελφή του. «Για κοίτα! Αυτοί δεν είναι Έλληνες;»
   Κι έτσι ήτανε. Σε μια μεριά του λόφου διέκρινε Έλληνες στρατιώτες, με τα όπλα στον ώμο κρεμασμένα, να μιλούνε μεταξύ τους. Αλλά και πιο πέρα, κοντά στο μνημείο, είδε κι άλλους να κάθονται κάτω στη γη. Αυτοί όμως ήταν άοπλοι, δεν έβλεπε να 'χουν όπλα...
   «Μα αυτοί εκεί, που κάθονται κάτω;» ρώτησε την αδελφή του.
   «Δεν ξέρω».
  Ο Άγης γύρισε το κεφάλι του δω και κει ζητώντας κάποιον να τον πληροφορήσει.
   Είδε την κόρη του αντικρινού, τη μεγάλη, μια κοντή, στραβοπόδα, με μεγάλο στόμα και μικρή πολύ μύτη, να 'ρχεται προς το μέρος τους, κουνητά και μ' ανοιχτά πόδια.
   «Η Πούλια έρχεται! Για ρώτησέ την, ίσως να ξέρει», είπε στην αδελφή του.
   Αυτή γύρισε, την είδε για λίγο, που πλησίαζε, ύστερα τη ρώτησε.
   «Ποιοι;... Αυτοί;» τούς απάντησε η Πούλια. «Αυτοί που κάθονται κει κάτω; Είναι δικοί μας. Τούς πιάσανε οι Αγγλογάλλοι... Μα σεις κοιμόσαστε και δεν πήρατε χαμπάρι τι γίνηκε δω! Ήρθαν πολύ πρωί οι Αγγλογάλλοι απ' το μεγάλο δρόμο, άλλοι απ' τα σίδερα. Ήτανε, λένε, και μακαρονάδες μαζί τους!... Οι δικοί μας  κατεβήκανε τρεχάτοι, πήραν ένα δρόμο!... Μα ένας αξιωματικός έτρεξε και τούς ανέβασε πάλι πάνω. Και μάλωσε το λοχία».
   «Μα αυτοί εκεί, αυτούς που 'χουν εκεί δίχως όπλα;»
   «Α, αυτούς; Αυτούς τούς πιάσανε στο νταμάρι! Τους κακομοίρηδες!»
   «Και αυτοί με τα ράσα;»
   «Είναι αξιωματικοί και φορούνε μπέρτες μακριές».  
   Ο Άγης τα εξήγησε έτσι αυτά και τα είπε.
   Ο Γάλλος ναύαρχος για να προλάβει την επιστράτευση διέταξε την κατάληψη των Αθηνών. Και ξεκινήσανε νύχτα σχεδόν· ξαφνικά. Καθώς λέγανε είχε δώδεκα χιλιάδες στρατό της γραμμής! Έξω τ' αγήματα. Αυτοί που 'χαν περάσει απ' το μεγάλο δρόμο, θα πήγαν ίσια στην Αθήνα μέσα και θα την κατέλαβαν.
   Στο νου του ήρθε ο αξιωματικός, που έτρεξε και ανέβασε τους στρατιώτες πάλι πάνω στο λόφο, και κάτι καλό είπε πάλι με το νου του γι' αυτόν. Θα το 'λεγε φανερά αν δεν ήταν η κόρη του αντικρινού μπροστά...
   Πήγε μέσα. Είδε στο τραπέζι καθισμένο ένα παιδάκι ωχρό, μελαχρινό. Ήταν παιδί μιας εκεί κοντά οικογένειας που τού έκανε μάθημα η αδελφή του. Βραδύγλωσσο πολύ, που όμως, μ' όλη του τη βραδυγλωσσιά όλο ήθελε να μιλά, να λέει. Αλλά πολλά του λόγια ερχόντουσαν στ' αυτιά  κείνου που τ' άκουγε σαν ήχος άσχημος χωρίς σκοπό ή σα φωνή ζώου.
   Και τώρα, άμα είδε τον Άγη, άρχισε να τού λέει με τη βαριά φωνή του:
   «Αγγλογάλλοι στρατός, στρατός!... Ήρθανε με τα σπαθιά! Θα πιάσουνε λένε...»
   Κι έλεγε, έλεγε. Κόπιαζε να πει, να διηγηθεί. Σιγά σιγά όμως, δε διακρινόντανε λέξεις, αλλ' αυτό  ξακολουθούσε να λέει και σάλια τρέχαν απ΄ το στόμα του. 
   «Έλα πάψε, Γεράσιμε, πάψε», τού είπε ο Άγης.
   Αλλά κι αν δεν τού 'λεγε να πάψει, θα έπαυε, γιατί στην πόρτα παρουσιάστηκε ένα μικροσκοπικό κοριτσάκι, ωχρό, με το σκούρο του βρακάκι να κρέμεται. Ήταν όμοιο με τα ξωτικά παιδάκια των παραμυθιών. Κι είχε χαρακτηριστικά μεγάλης κόρης.
    Στη θέα του ο Γεράσιμος άφησε φωνή τρόμου και σηκώθηκε.
  «Βρε δε ντρέπεσαι», τον μάλωσε ο Άγης, «δε ντρέπεσαι να φοβάσαι ένα κοριτσάκι!»
   Από καιρό όλοι του σπιτιού τον περγελούσαν και τον μάλωναν για το φόβο το μεγάλο που 'χε στο μικροσκοπικό κοριτσάκι. Αλλά τίποτα ο Γεράσιμος! Άμα το 'βλεπε, τού κοβόταν το αίμα κι έκανε να φύγει, να τρέξει μακρυά του. Και αυτό τον κοίταζε αθώα, χωρίς να φαίνεται ότι εννοεί τι γινόταν και την εντύπωση που έκανε στο Γεράσιμο.
   Η αδελφή του Άγη, η μικρότερη, η Σαπφούλα, μπήκε μέσα και παίρνοντας το μικροσκοπικό κορίτσι, τ' ανέβασε σ' ένα μπαούλο και τού 'δωσε ζωγραφιές να παίξει. Διέταξε έπειτα το Γεράσιμο να γράψει. Και αυτό έγινε. Ο Γεράσιμος άνοιξε το βιβλίο του, έστρωσε το τετράδιό του και άρχισε να γράφει με το μολύβι. Κάθε τόσο όμως, έριχνε και μια ματιά στο μικροσκοπικό κοριτσάκι να δει τι κάνει.
   Στον Άγη η μάνα του έφερε μια εφημερίδα, που ζήτησε από κάποια γειτόνισσα, που καθόταν πιο πάνω, στην ανηφοριά.
   Την πήρε και πήγε στο δωμάτιό του κοντά στο παράθυρο, να διαβάσει.
   Και ρίχτηκε στο διάβασμα. Μέσα στο άλλο δωμάτιο, στην τραπεζαρία, άκουγε την αδελφή του να κάνει μάθημα στο μικρό Γεράσιμο και, όταν σήκωνε το κεφάλι, έβλεπε την Πούλια στην πόρτα να μιλά  με την αδελφή της που στεκόταν απ' έξω και να γελά, κοιτάζοντας προς τα επάνω. Τελείωσε το διάβασμα.
   Τίποτα δεν έλεγε να 'χει σχέση μ' αυτό που γινόταν ή που έγινε. Μόνο που μιλούσε για την επιστράτευση... Η εφημερίδα ήτανε βενιζελικιά.
   Σκέφτηκε, άμα τελείωσε το διάβασμα, να πάει μέσα στην Αθήνα, για να μάθει νέα και να δει. Και βγήκε να δώσει την εφημερίδα και να πει πως θα 'φευγε.
   Στην τραπεζαρία δεν ήταν πια ο μικρός Γεράσιμος, αλλά μόνο το μικροσκοπικό κοριτσάκι παίζοντας με ζωγραφιές.
   Στην αυλή βρήκε τη Φανή, τη δεύτερη αδελφή του, και τής έδωσε την εφημερίδα να την πάει στο σπίτι που την είχε πάρει.
   Στο μαγερειό  η μάνα του και η μεγάλη αδελφή του, η Κατίνα, μιλούσαν. Άκουσε και χτύπημα ή κοπάνισμα γουδιού.
   Βγήκε έξω, στο δρόμο.
   Αντικρύ η κόρη του γείτονα, η Πούλια, η μισή μέσα και η μισή έξω απ' τη θυρίδα της μεγάλης πόρτας, που άνοιγε μόνο όταν ήθελε να μπει πανηγυρικά ο πατέρας της με τη σούστα του την πολύχρωμη, μιλούσε με την αδελφή της, που ήταν απ' έξω, και πετούσε πειραχτικά λόγια στους διαβάτες. Πιο πέρα λίγο, το αδελφάκι της ακόμα έμενε με τα χέρια στις τσέπες του πανταλονιού του, κοιτάζοντας τους Γάλλους ναύτες, που όλοι στη γραμμή, ακίνητοι, φαινόντανε να προσέχουνε σε κάτι αντικρύ τους. Οι Έλληνες στρατιώτες πιο πέρα σε κύκλους μιλούσανε μεταξύ τους. Οι άλλοι πάλι, οι αιχμάλωτοι, έμεναν καθισμένοι στα πόδια του μνημείου.
   Στράφηκε κοιτάζοντάς τους, ενώ σκέψεις πολλές τού ήρθαν, περνούσαν απ' το νου του, όταν πέρα μακρυά, άκουσε κάτι που τον τρόμαξε.
   Ήτανε σα να ρίχνανε σίδερα μακρυά, δοκούς σιδερένιους από ψηλά! Άλλο πάλι, άλλο...
   «Μπαταριές είναι», είπε, «εκεί χτυπιούνται!»
   Μαζί είδε μια κίνηση πάνω στο λόφο, που μεμιάς σα να φύσηξε δυνατός άνεμος και άναψε φωτιά έτοιμη, που πέταξε σπίθες άπειρες, όλο το μέρος γέμισε από κρότους.
   Είδε τους Έλληνες στρατιώτες να χαλούν τους κύκλους τους και να πηδούν απ' τα βράχια κάτω, βοηθώντας ο ένας τον άλλον. Όρμησε μέσα:
   «Χτυπιούνται!» φώναξε.
   Η μάνα του και η αδελφή του η μεγάλη φάνηκαν η μια πίσω απ' την άλλη...
   «Η Φανή πού είναι;»
   «Ο πατέρας!...»
  «Την έστειλα να πάει την εφημερίδα... Μην κάνεις έτσι!... Τώρα πάω και την παίρνω!... Όπου πάει, κολλά κι αυτή!...»  
   Βγήκε γρήγορα έξω.
   Οι κρότοι, άπειροι κρότοι, γέμιζαν τον αέρα, μικροί και πολλοί, και θόρυβος μεγάλος, μια βουή σα να μιλούσε, βογκούσε, στέναζε το άπειρο, να την έβγαζε το κενόν. Κατσίκες τρέχανε, πρόβατα, άνθρωποι, σκυλιά, όρνιθες, τρέχανε δρομαία. Άκουσε και σφύριγμα σφαιρών σα να περνούσαν από πάνω του μικρά πουλάκια κι άφηναν κι ένα κελάδημα...
   Είδε τους Γάλλους να 'χουν πέσει πρηνηδόν όλοι και να πυροβολούν, ενώ κείνοι με τις μακριές μπέρτες  να μένουν όρθιοι.
   Τρέχοντας πέρασε το χέρσο μέρος, το γεμάτο πέτρες, έπειτα το ρεματάκι κι έφτασε στο σπίτι, που είχε στείλει την αδελφή του. Χτύπησε την πόρτα δυνατά.
   Γρήγορα άνοιξε από μια μορφή φοβισμένης γυναίκας, που 'χε τα χέρια γυμνά απάνω απ' τους αγκώνες και βρεγμένα. Πίσω άλλη είδε να κατεβαίνει τη μαρμαρένια σκάλα.
   «Μα τι είναι;» τον ρώτησε η γυναίκα με τα βρεγμένα χέρια.
   «Χτυπιούνται», τής απάντησε, «χτυπιούνται οι δικοί μας με τους Αγγλογάλλους! Η Φανή...»
   «Δεν ξέρω. Ο Μανώλης...»
   Αυτός τρόμαξε...
   «Πάνω είναι!» άκουσε τη γυναίκα που κατέβαινε να τού λέει.  
   «Πέστε της να 'ρθει γρήγορα!»
   Φώναξαν την αδελφή του κι αυτή κατέβηκε φοβισμένη.
   «Τι είναι;» τον ρώτησε.
   «Τι είναι!... Έμπα εμπρός και προχώρα για το σπίτι γρήγορα!... Να, χτυπιούνται!»
   Έβαλε την αδελφή του εμπρός και κοίταζε να την προφυλάξει με το σώμα του απ' τις σφαίρες, που περνούσαν αφήνοντας το μικρό κελάδισμά τους, και κατέβηκαν κάτω.
   Και η βουή, οι κρότοι αύξαναν ή άναβαν περισσότερο· οι άνθρωποι, οι διαβάτες, τρέχανε να φύγουν· και πέρα, στο δρόμο του τραμ, κάρα, σούστες, τρέχανε δρομαία. Και μέσα σ' αυτόν το θόρυβο, τον καταχθόνιο, είδε δυο πετεινούς μόνους, κατάμονους, ένα μαύρο με μακρυά πολύ ουρά, πετείναρο σωστό, κι ένα πολύχρωμο, να παλεύουνε σαν τρελοί, να χτυπιούνται μανιακά, σαν ο θόρυβος ή η μουσική αυτή της μάχης να τους είχε πειράξει τα νεύρα, ν' άναψε και σ' αυτούς το μυαλό.
 
   Η μάνα του μέσα στο σπίτι χτυπούσε τα χέρια της και τα 'σφιγγε με απελπισία λέγοντας:
   «Ο πατέρας σας, ο πατέρας σας!... Αχ, τι ήτανε τούτο!...»
    Η μεγάλη αδελφή του ζητούσε να την παρηγορήσει.
   Τα δυο μικρά κλαίγανε και το μικροσκοπικό κορίτσι τους κοίταζε κρατώντας μια ζωγραφίτσα.
   Κάθε τόσο η ζωγραφίτσα τού έπεφτε απ' τα χέρια και πάλι την έπαιρνε για να τού ξαναπέσει.
   Αυτός δεν ήξερε τι να πει. Ανησυχούσε για τον πατέρα του, αλλ' ίσως να 'χε τρυπώσει κάπου, να 'τανε κλεισμένος στο καφενείο κείνη τη στιγμή... Έκανε να ησυχάσει λίγο μ' αυτή τη σκέψη, αλλά το άγνωστο ορθώθηκε μπρος του, ένα σα χάος που μέσα σάλευε το κακό, και τού 'φερε περισσότερη ταραχή.
   Περπατούσε νευρικά πάνω - κάτω.
   Ο κρότος, ο κρότος των όπλων τον πείραζε και μαζί άκουσε τώρα καλά, γιατί πριν λίγο το 'χε προσέξει, κι έναν άλλον κρότο μέσ' στους κρότους των τουφεκιών, δεμένο σαν κλειδαριά με πολλές - πολλές βόλτες, που ανοιγόκλεινε σκουριασμένη, η κλειδαριά του Άδη. Μα έμοιαζε και σαν κοσκίνισμα.
   «Θα πάψεις!» είπε με θυμό στη μάνα του.
   «Μα...»
   «Πάψε!»
   Είχε κάνει ένα συλλογισμό. Ο πατέρας του βρισκότανε με τόσον άλλον κόσμο μαζί. Δεν ήταν και τόσος άλλος κόσμος στο δρόμο, έξω; Ό,τι ήτανε να γίνει, θα γινόταν!...
    Και οι κρότοι ξακολουθούσαν πολλοί - πολλοί, πλήθος...
   Ξαφνικά η έξω πόρτα χτύπησε δυνατά στον τοίχο, από βιαστικό άνοιγμα. 
   «Ο πατέρας!» είπε η αδελφή του η μεγάλη και τινάχτηκε στην πόρτα.
   Ο πατέρας του φάνηκε ωχρός μ' ανοιχτό επανωφόρι να μπαίνει.
   «Γιατί έχετε ανοιχτά;» τους είπε μόλις μπήκε. «Κλείστε!... Μα γιατί;... Ε, καλά, άστε το! Ελάτε, όμως, απ' εδώ!... Δυο σκοτωθήκανε πιο κάτω, ένας άντρας και μια γυναίκα!»
   Είχε ένα τσιγάρο σβηστό στη μικρή γυαλένια πίπα του και το 'βγαλε.
    Ο Άγης ησύχασε τώρα. Ήταν όλοι εκεί.
   Ο πατέρας του μιλούσε, αφού τους τράβηξε προς τους τοίχους, κι έλεγε πως στο Ζάππειο, στο πυριτιδοποιείο, στα Πετράλωνα, παντού φωτιά ήτανε! Ύστερα τους διηγήθηκε πώς πήρε γρήγορα μυρουδιά ότι κάτι θα γινόταν και... και...
   Ο Άγης σηκώθηκε πάλι, χωρίς ν' ακούσει τις συμβουλές του πατέρα του, και γύριζε μέσ' στο σπίτι· έμπαινε στην τραπεζαρία, όπου ήτανε μόνο το κοριτσάκι καθισμένο στο μπαούλο και τον κοίταζε σιωπηλό με τη ζωγραφιά στο χέρι· πήγαινε στο μαγερειό.
    Επιθυμούσε να 'παυε ο κρότος αυτός, να γινόταν πάλι ησυχία· αλλά θα γινόταν ή θ' αρχίζανε με τα κανόνια, σε λίγο, και δε θα 'μενε τίποτα ορθό;
   Τρόμαξε στη σκέψη αυτή, που φαντάστηκε οβίδες πλήθος να πέφτουνε, αλλά ρώτησε τον εαυτό του:
   - Και τι μπορείς να κάνεις;
   Είδε να φεύγει ο τρόμος και να 'ρχεται γαλήνη στο νου του, που δε μπόρεσε να τού τη χαλάσει η φαντασία, που τού παρουσίασε τον εαυτό του πληγωμένο από οβίδα.
   Οι πυροβολισμοί σιγά - σιγά αραίωσαν κι έπαψαν, και μόνο λίγοι μακρυά ακουγόντουσαν.
   Τα παράθυρα του σπιτιού του δε βλέπανε στο μέρος του λόφου που ήταν οι Γάλλοι και τα 'χαν ανοιχτά.
   Είδε τώρα τα κατάκλειστα του αντικρινού χαμηλού σπιτιού ν' ανοίγουν πάλι, και μαζί και η πορτούλα η φτιαγμένη μέσ' στη μεγάλη πόρτα, και να φαίνεται η μεγάλη κόρη του γείτονα, η Πούλια.
   Την ίδια ώρα, ο δρόμος γέμισε από διαβάτες, γυναίκες, κορίτσια, άντρες, γέρους, παιδιά, που θα 'ταν κάπου τρυπωμένοι και ξεφυτρώσανε με το πάψιμο των όπλων, να πάνε στα σπίτια τους.
   Και όλοι με βάδισμα γοργό, σκυμμένοι ή με γυρμένο το κορμί τους προς τα εμπρός, παραπατώντας, περνούσανε, με μια κιτρινάδα στο πρόσωπο...
   Και η Πούλια αντικρύ, που τους έβλεπε, γελούσε δυνατά, έσκυβε ξεκαρδισμένη απ' τα γέλια. 
   Αυτοί την κοιτάζανε χωρίς να μιλούνε, χωρίς να θυμώνουν, και γύριζαν και πρόσεχαν πάνω - πάνω στον απότομο λόφο.
   Σ' αυτή την ώρα ακούστηκε και μια φωνή γυναικεία να φωνάζει:
   «Γεωργία!...»
   Ήταν η μάνα της μικρούτσικης κόρης, της κουκλίστικης, και τη ζητούσε.
   «Όχι απ' την πόρτα, απ' το παράθυρο», είπε η μάνα του Άγη.
   Η Κατίνα πήρε τη Γεωργία στα χέρια όπως θα 'παιρνε μια μεγάλη κούκλα, που 'χε κάνει της Σαπφούλας, και την έδωσε απ' το παράθυρο στα χέρια της μάνας της.
   «Τι κακό είναι αυτό!...»
   «Μεγάλο κακό!»
   «Ναι, ναι! Αυτός να μάς βοηθήσει!» 
    
   Πάλι σε λίγο άναψε το τουφέκι, πάλι οι κρότοι γέμισαν τον αέρα και η βουή υψώθηκε.
   «Μα δε θα πάψουνε, δε θα πάψουνε!» έλεγε η μητέρα του.
   «Τώρα είναι πιο δυνατή!» είπε ο πατέρας του.
   Ήταν ωχρός και ζητούσε να στρίψει τσιγάρο, αλλά τα δάχτυλά του τρέμανε και δεν το κατόρθωνε.
   Ο Άγης τού το πήρε και τού το 'στριψε. Έκανε έπειτα κι ένα για τον εαυτό του.
   «Μα δε θα φάμε;» ρώτησε η αδελφή του, καθώς αυτός άναβε το τσιγάρο του.
  Ήταν ατάραχη, ή φαινόταν, αλλά και η μικρότερη, η Σαπφούλα, που τόσο φοβόταν τα φαντάσματα, έμενε πιο θαρραλέα απ' την αδελφή της τη Φανή, που δε φοβότανε φαντάσματα και βρυκολάκους, αλλά στους κρότους της μάχης τα 'χε χάσει.
   «Φαΐ, λες και συ!» τής έκανε η μάνα της απ' τη γωνιά που 'χε στριμωχτεί απ' το φόβο της σφαίρας.
   «Τι, έτσι θα μείνουμε;» είπε και ο Άγης κι άκουσε και πρόσεξε στον κρότο του κοσκινίσματος, καθώς έλεγε τον κρότο των μυδραλιοβόλων.
    - Σαν ο Χάρος να κοσκινίζει και να ξεδιαλέγει ποιόνα θ' αφήσει και ποιόνα θα πάρει! είπε με το νου του.
   Η αδελφή του είχε σηκωθεί και πήγε στο μαγερειό. Ο πατέρας του, σιωπηλός, κάπνιζε και η μάνα του, έχοντας τις δυο μικρές κόρες της κοντά της, έλεγε:
   «Τι είναι αυτό που μάς βρήκε, τι είναι αυτό! Ακούς πόλεμος μέσ' στην Αθήνα! Δεν πήγαιναν πιο πέρα να φαγωθούν, αφού το θέλανε, και όχι να πάρουνε κόσμο αθώο στο λαιμό τους!»
   Η φωνή της αδελφής του από μέσα ακούστηκε να λέει:
   «Δεν είναι έτοιμα!»
   «Στο διάβολο να πάνε κι αυτά!» είπε η μάνα του.
   «Μη βλαστημάς το φαΐ, γυναίκα!» τη μάλωσε ο άντρας της.
   Ο Άγης παρατήρησε και τού 'ρθε να χαμογελάσει ότι ο πατέρας του, που άλλοτε για το τίποτα όλα τα βλαστημούσε, δεν ήθελε τώρα ν' ακούσει βλαστημιά. Πριν, μάλιστα, που αυτός ο Άγης, θυμωμένος απ' την κατάσταση, βλαστήμησε, ο πατέρας του ταράχτηκε και τον μάλωσε σα να 'τανε φανατικός χριστιανός βυθισμένος στην προσευχή και στη μετάνοια.
    Η αδελφή του μπήκε μέσα:
  «Δεν είναι έτοιμα», είπε, με μια κίνηση του χεριού. «Κι αυτά φαίνεται φοβηθήκανε και δεν ετοιμαστήκανε! Βλέπετε έγινε και στιχάκι!...»
   Είχε και όρεξη ν' αστειευτεί. Η μάνα της την κοίταζε έτοιμη κάτι να πει, αλλά κρατήθηκε. Και ο πατέρας της τής έριξε μια ματιά όχι καλή, απ' το ωχρό, φοβισμένο, πρόσωπό του.
   Αυτή, χωρίς να τους προσέξει, πήγε και κάθισε κοντά στο παράθυρο κι έσυρε από κάπου κει μια καπελιέρα. Την άνοιξε κι έβγαλε ένα καπέλο μισοτελειωμένο.
   «Μα γιατί κάθισες εκεί;» τη ρώτησε ο πατέρας της.
   «Μα πού 'θελες να καθίσω; Οι σφαίρες έρχονται απ' εκεί!... Κι έπειτα, ου!...» τού απάντησε κι έκανε με το χέρι της μια κίνηση, που 'λεγε πως την είχαν παραφορτωθεί κι αυτές.
   - Αυτή είναι σαν κι εμένα και περισσότερο ίσως, σκέφτηκε ο Άγης. - Πήρε απ' την ψυχή κάποιου απ' εκείνους της οικογένειας της μάνας μου που, πριν λίγο απ' την Επανάσταση, κατέβηκαν απ' τ' άγρια και απάτητα βουνά τους στους κάμπους, ζητώντας τύχη ή φεύγοντας την εκδίκηση. Να, πώς δεν χάνεται το αίμα όσο και ν' ανακατευτεί! Δεν είναι σαν τους δυο αυτούς τους τρεμουλιάρηδες!...
   «Και τώρα τι θα φάμε;» ρώτησε, άμα τελείωσε το συλλογισμό του.
   «Ου και σεις με το φαΐ!» έκανε η μάνα του.
   «Θα πάω 'γω να ψήσω έναν καφέ».
   «Α, ωραία, Άγη», είπε ο πατέρας του, «καλά θα κάνεις».
   Πήγε στο μαγερειό. Οι πυροβολισμοί, ο θόρυβος της μάχης, ξακολουθούσαν και μαζί στη μέση ο κρότος των μυδραλιοβόλων.
   Έβγαλε το φαΐ κι έβαλε για καφέ.
   Άκουσε τους πυροβολισμούς, το σκάσιμο που 'κάναν και τού 'ρθε ευθυμία.
  «Καλό κι αυτό», είπε. «Αφού δεν πήγαμε να βρούμε τον πόλεμο, μάς ήρθε αυτός και μάς βρήκε»,.
   Κάποτε οι πυροβολισμοί παύανε λίγο ή έπεφτε η δύναμή τους και τότε ξεφύτρωναν άνθρωποι και τρέχανε στους δρόμους. Μαζί φαινότανε στην πόρτα και η Πούλια και ξεκαρδιζόταν απ' τα γέλια, βλέποντάς τους να πηγαίνουν βιαστικοί, τρομαγμένοι. Μάλιστα έναν ψηλό αγριάνθρωπο, που σε μια διακοπή πέρασε πίσω από σωρό γυναίκες, άντρες, παιδιά, με μια μαντύα παλιά, μακρυά, κίτρινος πολύ και με τα δόντια του μεγάλα, αραιά, να φαίνονται απ' το στόμα του που ανοιγόκλεινε. Ήτανε σα νεκρός  που ζωντάνεψε και ξέφυγε την ώρα που τον πηγαίνανε να τον θάψουνε.
   Κι έτρεχε για να περάσει το μέρος το ανοιχτό, το επικίνδυνο διάστημα, που ήταν απ' το σπίτι του Άγη το μοναχό, ίσαμε τ' άλλα σπίτια που πια θα τού 'χανε κάποια ασφάλεια, καθώς βρισκόνταν το 'να κοντά στο άλλο, στη γραμμή. Κι έτρεχε, κοιτάζοντας προς το λόφο και ανοιγοκλείνοντας το στόμα του.
   Και η Πούλια στην πόρτα, η μισή μέσα και η μισή έξω, ξεκαρδιζόταν απ' τα γέλια, έσκυβε, κουλουριαζόταν απ' αυτά κοιτάζοντάς τους.
   Ο Άγης βγήκε στην αυλή κι είδε τους Γάλλους.
   Όλοι στη γραμμή χάμω ξαπλωμένοι και στο μνημείο του Φιλοπάππου  οι αιχμάλωτοι ακίνητοι, με το χακί τους ρούχο να τους κάνει όμοιους με τη γη, που μόλις τότε πρασίνιζε.
   Αλλά πάλι άναψε μεμιάς δυνατά, πολύ δυνατά, το τουφέκι.
   Η αδελφή του, που 'χε έρθει και κοίταζε κι αυτή, τον τράβηξε ορμητικά και τού 'σχισε το σακάκι. Σφαίρες κελάιδησαν από πάνω.
   Μπήκε μέσα μουρμουρίζοντας.
   «Βγάλτο να στο ράψω», τού είπε η αδελφή του.
   Το 'βγαλε και τής το ΄δωσε.
 
   Τα παράθυρα και η πορτούλα, τ' αντικρινά, πάλι κλειστά. Απ' το δρόμο του τραμ σούστες τρέχανε γρήγορα, όσο μπορούσαν, και οι σουστιέρηδες με μανία χτυπούσαν τ' άλογα.
   Τραμ δεν περνούσε, είχε σταματήσει και πολλοί άνθρωποι τρεχάτοι φαινόντουσαν να περνούν απ' τα σίδερα...
   Ο Άγης άνοιξε την πόρτα της τραπεζαρίας μ' όλες τις φωνές της μάνας του και του πατέρα του, για ν' ακούσει καλύτερα.
   Η μάχη ήτανε στον ανθό της. Και οι κρότοι δεν ήτανε  μόνο απ' εκεί, αλλ' από παντού σαν όλο το χάος  να 'χε γεμίσει από κρότους ή αυτό να τους ξερνούσε. Μαζί ακουγόταν και η βουή, οι φωνές των γυναικών, των παιδιών, σα θόρυβος μακρινής θάλασσας ταραγμένης.
   Τώρα κει σκέφτηκε καλύτερα για τη μάχη, κάτι του 'χε έρθει απ' ώρα στο νου, με τι έμοιαζε αυτός ο πόλεμος ή όλοι οι πόλεμοι.
   Τού φάνηκε να 'χε ομοιότητα, μεγάλη ομοιότητα, με τους πετροπολέμους που έκανε μικρός. Δεν υπήρχε πολύ διαφορά. Οι φίλοι του και οι εχθροί του τότε έριχναν ο ένας εναντίον του άλλου με σφεντόνες, πέτρες, και ήταν όλοι όρθιοι, ενώ αυτοί τώρα, Γάλλοι κι Έλληνες, κρατώντας ένα ξύλο με σωλήνα, ρίχνανε ξαπλωμένοι σφαίρες...
   Και μαζί τού φάνηκε, και σα να το πίστευε, πως ήταν αδύνατο μέσα στο ένα μέρος και στ' άλλο των ξαπλωμένων ανθρώπων και ακόμα και σε κείνους που στέκονται μακρυά κάνοντας τον αρχηγό, να υπήρχε κάποιος με σοβαρή μορφή, φρόνιμος άνθρωπος. Αλλ' όλοι θα 'χανε παιδικές μορφές, όλοι παιδιά θα 'τανε, παίζοντας ένα παιχνίδι γελοίο και κακό.
   Ο κρότος των πυροβολισμών, που έγινε πιο σύντομος, τού διέκοψε τις σκέψεις.
   «Πω, πω!...» άκουσε τη μάνα του να φωνάζει.
   Και είχε ανάψει η μάχη και κροτούσαν οι πυροβολισμοί όμοιοι με σπίθες φωτιάς, που τη φυσά δυνατό χέρι.
   «Μα πού πάτε, πού τρέχετε;» άκουσε ξαφνικά την αδελφή του να λέει.
   «Τι είναι;» τη ρώτησε προβάλλοντας στην πόρτα του δωματίου που ήταν αυτή και οι άλλοι.
   Κανείς δεν τού απάντησε, αλλ' όλοι είχανε σηκωθεί και πλησιάζανε στο παράθυρο.
   Μια γειτόνισσα είχε πάρει δρόμο απ' το σπίτι της, για να πάει κάτω και να μην ακούει τους πυροβολισμούς. Και πίσω της τρέχανε τα παιδιά της και πιο πίσω, τελευταίος, ο άντρας της, ένας κοντός με γενάκια, γνωστός του Άγη και του πατέρα του. Κι ήταν κίτρινος - κίτρινος.
   Η αδελφή του Άγη και η μάνα του, μισοκρυμμένη αυτή πίσω απ' την κόρη της, τη συμβουλεύσανε να μην προχωρήσει στην Καλλιθέα, γιατί μπορούσε κάποια σφαίρα να τους έβρισκε, μόλις φεύγοντας απ' το σπίτι τους που τους προφύλαγε.
   Ο Άγης κοίταζε αφηρημένα κι άκουγε.
   Ξαφνικά πρόσεξε στον αντικρινό λόφο. Μέσα απ' τα νταμάρια, απ' τις ανώμαλες μεριές του λατομείου, είδε ένα στρατιώτη με όπλο να βγαίνει και να κρύβεται. Ήτανε στρατιώτης Έλληνας.
   «Άνοιξέ τους!» είπε η μάνα του.
   «Μα πώς ν' ανοίξουμε!» έκανε η αδελφή του.
   Αυτός πετάχτηκε και βγήκε πριν ο πατέρας του τον εμποδίσει.
   Καθώς βγήκε στην αυλή, γύρισε και κοίταξε προς το λόφο. Είδε μερικούς Γάλλους μαυροντυμένους να 'χουν στραφεί προς τα εκεί και να φαίνονται ότι τον βλέπουνε με τα όπλα έτοιμα...
   «Τώρα θα μού 'ρθει καμιά στο κεφάλι!... Στο διάολο!...» είπε.
   Και προχώρησε με τη βεβαιότητα πως θα αισθανόταν τη σφαίρα να τού περνά το κρανίο.
   Άνοιξε την πόρτα. Η γυναίκα και τα παιδιά μπήκανε γρήγορα, και πίσω ο άντρας της.
   Είδε τους Γάλλους. Και αυτοί τον κοίταζαν χωρίς να 'χουν αλλάξει τη στάση τους.
   «Αχ, αχ, τι είναι αυτό που πάθαμε, τι κακό είν' αυτό που μάς βρήκε!...» φώναξε η γειτόνισσα μόλις μπήκε μέσ' στο σπίτι. «Μα δε θα πάψουνε!»
   Ο άντρας της κάθισε κι έβγαλε σιωπηλά το πακέτο του και πρόσφερε τσιγάρα.
   Η Φανή και η Σαπφούλα πλησιάσανε τα κορίτσια και πιάσανε ομιλία.
   Ο Άγης κοίταζε το λόφο. Τού φάνηκε πως πυροβολούσαν και απ' εκεί. Και θα πυροβολούσε ο στρατιώτης που 'δε να κρύβεται.
   Πρόσεξε, ενώ οι άλλοι μιλούσαν και η αδελφή του έφτιαχνε το καπέλο της, κι είδε και μια ακτίνα άσπρη μικρή ή καλύτερα σα να γινόταν κάποιος ρόζος αέρινος για μια στιγμή, στον αέρα.
   Δεν είπε τίποτα. Εθαύμασε όμως πως οι Γάλλοι αφήσανε έτσι αυτόν το λόφο. Και Έλληνες ληστές ή αντάρτες δε θα το 'καναν. Θα 'χανε λάβει τα μέτρα τους.
   Κείνη τη στιγμή το πυρ, που είχε μετριάσει κι έκανε την αντικρινή κόρη πάλι να φανεί στην πόρτα, ξανάρχισε με ορμή μεγάλη.
   Η πόρτα έκλεισε.
  «Πω, πω!... Θεέ μου!» φώναξε η γυναίκα του γείτονα. «Πω, πω, βοήθα μας!... Θεούλη μου!»
   Η μάνα του Άγη κρατήθηκε και δεν τη βοήθησε στις φωνές!
   Η ορμή των πυροβολισμών, το αδιάκοπο, έκανε τον Άγη να υποθέσει πως γινόταν επίθεση στους Γάλλους. Άκουσε και σάλπιγγα να σημαίνει με φωνή που τη θάμπωνε ο θόρυβος της μάχης και η βουή η μεγάλη, που είχε υψωθεί και υψωνόταν, και τότε το πυρ έγινε ακόμα πιο σύντομο και ο κρότος των μυδραλιοβόλων πιο γρήγορος.
   Και για μια στιγμή είπε πως θα βγάλουν απ' τις θέσεις τους τους Γάλλους και φαντάστηκε τους Έλληνες να ορμούνε  πάνω στα βράχια, ενώ πολλοί να πέφτουνε χτυπημένοι.
   Και ο πατέρας του αυτό σκέφτηκε γιατί τού είπε:
   «Νομίζω πως σκούρα θα την έχουνε οι φίλοι μας οι Γάλλοι!... Ακούς, ακούς!...»
   «Τι με μέλλει», έκανε ο Άγης με μια νευρικότητα. «Εγώ τούς έφερα κάτω απ' την Ακρόπ0λη; Τι θέλανε 'δω;... Για να προσκυνήσουν τα αρχαία μνημεία ήρθανε με τα όπλα και τα πολυβόλα;»
   «Τι λες τώρα, τι λες!» τού έκανε ο πατέρας του. «Εδώ ήρθαν για να μάς δώσουν την ελευθερία, δεν το κατάλαβες. Να διώξουν τον χαφιεδισμό, που πρώτη φορά, πρώτη φορά παρουσιάζεται στην Ελλάδα!... Δεν το κατάλαβες;... Πάλι μοναρχία! Εσύ είσαι εχθρός της μοναρχίας και τα λες αυτά! Και δεν ξέρεις πως και αν τους νικήσουν τώρα, αυτές είναι μεγάλες δυνάμεις και θα μάς συντρίψουν; Για να 'ρθουν οι Γερμανοί; Μα όσο να 'ρθουν πάει, τελειώνει το πανηγύρι! Κι έπειτα συ είσαι εναντίον των πολέμων και λες αυτό;»  
   «Άλλο είπα εγώ», τού απάντησε ο Άγης. «Δεν έπρεπε να έρθουν...»
   «Και αν δεν ερχόντουσαν, αυτοί ετοιμαζόντουσαν να τους χτυπήσουν από πίσω! Πάλι σ' άλλον πόλεμο θα βάζανε το έθνος! Και σε τι πόλεμο, που έχουμε όλο θάλασσα! Μα πώς άλλαξες τώρα; Μόνο να σκεφτείς τους εχθρούς μας!... Άκου, άκου τι γίνεται!... Να, οι αντικρινοί μας θα χαρούν...»
   Οι άλλοι δε μιλούσαν.
   Ο Άγης τραβήχτηκε.
  Τα τελευταία λόγια του πατέρα του τού ξύπνησαν μίσος που 'χε εναντίον ανθρώπων που για πολιτικά είχε κάποτε μαλώσει. Μίσος εναντίον ανθρώπων που υποστήριζαν κόμμα, που αυτός νόμιζε πως ζητούσε να ρίξει την ελευθερία και να φέρει τη δουλεία του Μεσαίωνα, την απολυταρχία και το σκοτάδι.
   Τού 'φεραν στο νου και τους αντικρινούς, γιατί κι αυτοί ήταν με το κόμμα το απολυταρχικό και τον είχαν πειράξει επειδή ξέρανε πως ο πατέρας του ήταν βενιζελικός. Άντρες, γυναίκες, κορίτσια, όλοι φώναζαν και βρίζανε τους αντιθέτους τους.
   «Καλά αυτά, αυτά ας τ' αφήσουμε. Καλύτερα δε μού λες, αν είμεθα μεγάλο κράτος, πολυάνθρωπο, θα το 'καναν αυτό που μάς κάνουν τώρα; Αν είμεθα σαν την Ισπανία;...» ρώτησε σε λίγο τον εαυτό του.
   «Μπα», τού απάντησε,  «σεβασμός τότε μεγάλος! Μην το ενοχλήσουν, μη, μη...»
   Στάθηκε σκεπτικός, κατσουφιασμένος.
  Με το κεφάλι σκυμμένο και κοντά στην ανοιχτή πόρτα, που έβλεπε στη δύση, σκεπτόταν αυτά, ενώ μέσα στ' άλλο δωμάτιο η γυναίκα του γείτονα Μπιδάκη  φώναζε και παρακαλούσε το Θεό να πάψουν οι πυροβολισμοί.
   Την άκουσε και να λέει:
   «Αχ, πώς ήθελα να 'χα την καρδιά σου!... Εσένα δε σε μέλλει!»
   «Τι να με μέλλει;» τής απάντησε η αδελφή του. «Και αν με έμελλε, τι θα 'κανα; Θα 'φτιαχνα τη θέση μου; Για κοιτάτε, σάς αρέσει;»
   Ο Άγης έσκυψε κι είδε την αδελφή του να 'χει φορέσει το καπέλο που 'φτιαχνε, έτοιμο πια...
 
   Οι πυροβολισμοί πάλι πάψανε και κανείς δεν ακουγόταν. Έγινε τώρα ησυχία σωστή.
   Στην πόρτα ξεφύτρωσε πάλι η Πούλια και το παράθυρο άνοιξε, ίσως απ' την αδελφή της και το αδελφάκι της.
   Οι γείτονες φύγανε για το σπίτι τους· και στη γραμμή, και από κοντά τούς βγήκε ο Άγης, ο πατέρας του, η αδελφή του και η μάνα του με τα μικρά αδέλφια του για να δούνε.
   
   Οι Γάλλοι μαζεμένοι σε παρέες, η μια κοντά στην άλλη, μιλούσανε δυνατά. Από μια μεριά του λόφου όμως κατεβάζανε με δυσκολία πληγωμένους. Κι έναν που ΄χαν κατεβάσει, τον είδανε να βαδίζει σιγά - σιγά, στηριγμένος από έναν συνάδελφό του.
   Η Πούλια τούς πλησίασε καθώς αυτοί ήταν προσηλωμένοι, κοιτάζοντας τους πληγωμένους...
   «Να, κι απ' αυτούς λαβωμένοι!» είπε. «Έτσι ντε!... Έπρεπε να λαβωθούν κι απ' αυτούς!»  
    Κανείς δεν τής απάντησε. Αυτή όμως ξακολούθησε:
   «Για με τα λινά τούς έχουνε χειμώνα καιρό!...»
   Άλλους πληγωμένους κατέβαζαν απ' άλλη μεριά και, καθώς φαινόταν, τούς πήγαιναν σε σπίτια γειτονικά.
   «Τα καημένα τα παιδιά», είπε η αδελφή του Άγη. «Εδώ στην ξενιτιά, εμείς οι Έλληνες να τα χτυπήσουμε!...»
   «Μα γιατί θέλανε να μάς πάρουνε τα όπλα κι αυτοί;» τής απάντησε η Πούλια.
   «Γιατί πάμε ή μάς πάνε με τον Κάιζερ!... Και...» 
   «Θα πάψεις εσύ!» δυνατά τη διέκοψε ο πατέρας της.  
   «Ούτε οι Γάλλοι αυτοί φταίνε, Πούλια», μίλησε και ο Άγης, «ούτε οι Έλληνες!... Λέω γι΄ αυτούς τώρα, που χτυπιούνται. Άλλοι φταίνε που δεν παρουσιάζονται σε σκοτωμούς!»
   «Α, ναι», έκανε η Πούλια τάχα ότι κατάλαβε.
   «Και όμως οι λαοί φταίνε», είπε ο Άγης πάλι, κουνώντας το κεφάλι. «Αυτοί, που δε μπορούνε να ξυπνήσουν!... Να, τα χάλια τους!»  
   Σιωπηλοί κοιτάζανε τους πληγωμένους. Σε λίγο, όμως, η Πούλια άρχισε, ξεκαρδισμένη στα γέλια, να τούς λέει για τους διαβάτες, τι τούς έλεγε, πώς τρέχανε...
    Κανείς δεν τής απαντούσε, αλλ' αυτή τη δουλειά της. Επιτέλους βουβάθηκε κι έφυγε σιγά, κουνητά, και μ' ανοιχτά τα στραβά της πόδια.
    «Στο διάολο!» μίλησε ο κυρ Γιάννης κι ύστερα γυρίζοντας στην κόρη του:
   «Μα εσύ είσαι καλά;» τής είπε. «Δεν ξέρεις ότι είναι αντίθετοι και ότι είναι κακοί άνθρωποι;»
   «Και τι με μέλλει; Να μην πω τι αισθάνομαι; Ω, άσε με!...»
   Είδαν ένα πληγωμένο να τον μπάζουνε σ' ένα γειτονικό σπίτι.
   «Να πάρουμε και μεις κανένα, να πάρουμε», είπε παρακλητικά η Κατίνα στον πατέρα της. 
   «Καλό θα 'τανε», τής απάντησε ο πατέρας της, «αλλά δε βλέπεις πως από 'δω δεν τους φέρνουνε».
   «Θα σκοτώθηκε άραγε κανένας ή όλοι πληγωμένοι θα 'ναι;»
   Ο Άγης θέλησε να πιστέψει πως μόνο πληγωμένοι θα 'τανε. Αλλά η προσοχή στράφηκε ψηλά προς το μνημείο.
   Εκεί κοντά είδε να κατεβάζουνε σιγά με ξυλοκρέβατα, πολλά στη σειρά, άλλους...
   Τραβήχτηκε.
   «Δεν πάμε μέσα», τούς είπε. Δεν ήθελε να δούνε κι αυτοί και να λυπηθούνε.
   Τον άκουσαν και μπήκανε.
   «Οι καημένοι!» έκανε η αδελφή του. «Λες να 'ναι και σκοτωμένοι;...» 
   «Μπορεί! Με τι παίζανε τόσες ώρες;»
   Η αδελφή του στάθηκε μια στιγμή χωρίς να τον κοιτάζει κι ύστερα τον ρώτησε:
   «Απ' τους δικούς μας άραγε έχουνε χτυπηθεί;»
   «Πολύ αργά τους σκέφτηκες!» τής απάντησε με κάποιο θυμό.
 
   Πάλι ο Άγης βγήκε σε λίγο έξω και πίσω του όλοι, ένας - ένας. Αλλά κι απ' τ' άλλα σπίτια είχανε βγει γυναίκες, παιδιά, άντρες είχανε ξεφυτρώσει.
   Ο Άγης θυμήθηκε και κοίταξε στον άλλο λόφο, τον αντικρινό, στα παράθυρα του σπιτιού του.
   Ήταν έρημος, τίποτα δε φαινότανε.
   Το είπε έπειτα στους δικούς του. Και η αδελφή του τότε τού είπε πως κι αυτή είχε δει κάποιον να κινείται, ν' ανασηκώνεται μέσ' στα βράχια, και νόμισε πως θα ΄τανε Γάλλος ναύτης βαλμένος κει για να φυλάει.
   «Ίσως πάψανε, θα τα συμβίβασαν», τούς είπε ο πατέρας τους.
   Αυτό, όταν πήγανε μέσα, θα τούς το 'χε πει δέκα φορές. Κάθε λίγο και λιγάκι το 'λεγε.
   Ο Άγης πίστευε πάλι πως απ' τα πλοία θα 'χαν έρθει επικουρίες μεγάλες σε κείνους που πολεμούσανε σε άλλα μέρη και θα 'καναν την κυβέρνηση να σκεφτεί αλλιώς.
   Πυροβολισμοί όμως ακούστηκαν από μακριά κείνη τη στιγμή...
   «Να τα πάλι!...» 
   Οι Γάλλοι διέλυσαν τους κύκλους τους και ξαπλώθηκαν πάλι κάτω, στις θέσεις τους, και μόνο ένας ναύτης στεκόταν όρθιος. Αυτός κουνούσε μια σημαιούλα γρήγορα. Και μεμιάς τότε πάλι πυροβολισμός μεγάλος άρχισε· ο τόπος, ο αέρας εγέμισε από κρότους και η βουή που ήτανε σα να 'βγαινε απ' τα έγκατα της γης και σα να 'ρθε η ώρα που οι φωνές των κολασμένων ακούγονται, ανεβαίνουν οι στεναγμοί τους, οι βλαστήμιες τους και τρέχουν πάνω στη γη, πάλι υψώθηκε.
   Κείνη την ώρα τα κάρα, οι σούστες, φεύγανε απ' τα σφαγεία γεμάτα ζώα σφαγμένα και στο δρόμο του τραμ φαινόντουσαν να τρέχουν με μανία.
   Ο δρόμος ερήμωσε πάλι, τα σπίτια κατάκλειστα και τ' αντικρινό με κλεισμένη την πορτούλα και το παράθυρο.
   «Α, δε θα πάψουνε, δε θα πάψουνε!» έλεγε με απελπισία η μάνα του Άγη.
  «Εγώ δε μπορώ, μαμά μου, δε μπορώ», είπε η Φανή, η δεύτερη κόρη της, «τα πόδια μου έχουνε κοπεί».
   «Βρε, δε ντρέπεσαι», τής έκανε ο Άγης. «Μπα! Άλλη κυρά Μπιδάκη μάς βρήκε!»
   «Και κάθεται στη θέση της!» είπε η αδελφή του η μεγάλη.
   «Βρε ναι!»
   «Ω, ω!...» έκαναν μαζί κι έλαβε μέρος και η μικρούλα του αδελφή.
   «Αυτό το 'παθες, καημένη, γιατί κάθισες στην καρέκλα που καθόταν η Μπιδάκη. Είχε αφήσει εκεί φαίνεται ένα κομμάτι απ' την τρομάρα της και το πήρες!»
   Και οι κρότοι της μάχης ξακολουθούσαν, αλλά μαζί άκουσε ο Άγης κι έναν κρότο βουβό, μεγάλο  και όμοιο με χτύπημα μεγάλου τυμπάνου...
   -Ω, ω!..., είπε με το νου του, - έχουμε στη μουσική μας και γκραν κάσα!...
   Αυτό τον φόβισε. Αν άρχιζαν και με τα κανόνια, ποιο σπίτι θα 'μενε ορθό εκεί;
  Και πάλι άκουσε μέσ' στους πυροβολισμούς και τη βουή της μάχης τον κρότο αυτόν το μεγάλο και υπόκωφο.
   Από ποιανούς να 'τανε; Απ' τους Αγγλογάλλους ή απ' τους Έλληνες;
  Δεν είπε τίποτα στους άλλους. Αλλά η αδελφή του σε λίγο, που άλλοι χτύποι τέτοιοι, ο ένας κοντά στον άλλον, ακούστηκαν, είπε:
   «Τ' ακούτε;... Και κανόνια!...» 
  Μεμιάς, όμως, έγινε ησυχία. Οι πυροβολισμοί πάψανε, λίγο μακρυά αραιοί ξακολούθησαν, αλλά σώπασαν κι αυτοί.
 
   Όλοι έξω πάλι. Οι Γάλλοι, σε κύκλους όρθιοι κι άλλοι καθισμένοι στα βράχια, μιλούσανε δυνατά.
   Και η μέρα είχε γείρει πια στη δύση. Σε λίγο το σκοτάδι σιγά - σιγά θα χυνόταν.
   Αλλά μέσα απ' την πόλη, και πάνω στην ησυχία που 'χε πέσει κει, ήρθε θόρυβος μεγάλος, μια ιαχή τρομερή ή ο ήχος της ιαχής και πλήθος πυροβολισμών.
   «Μα μέσα χτυπιούνται ακόμα», είπε ο πατέρας του Άγη.
   Πέρασε λίγο.
   Ένας διαβάτης, περπατώντας γρήγορα, περνούσε και τον ρώτησαν.
   «Ο στρατός πολεμά με τους Βενιζελικούς», τούς είπε. «Χώρισε σε δέκα - δέκα άτομα και τούς χτυπά!... Αυτοί χτυπούνε απ' τα παράθυρα!...»
   «Ξέρετε τι έχει γίνει;» τούς είπε ο κυρ Γιάννης, όταν ο διαβάτης έφυγε. «Ο στρατός φαίνεται να την έπαθε ή τον απέσυραν και βγάζει το άχτι του στους Βενιζελικούς!... Αλίμονο στον κοσμάκη!...»
   «Αν είναι αυτό», τού απάντησε ο γιος του.
  
   Άρχιζε να σκοτεινιάζει. Τα φανάρια δεν είχαν ανάψει και το σκοτάδι έπεφτε παντού.
    Πάνω στο λόφο οι Γάλλοι μιλούσανε δυνατά, μιλούσανε. Τα σπίτια πάλι έκλειναν και μόνο στο αντικρινό ήταν η πόρτα ανοιχτή και το παράθυρο και απ' έξω γυναίκες και δυο παιδιά.
   Είδε ο Άγης τη μεγάλη και πυκνή σειρά των κυπαρισσιών, που προς τη δύση ήτανε, και τού φάνηκε σα σκιές πολεμιστών, που στη γραμμή και η μια κοντά στην άλλη, με σκυμμένα τα κεφάλια, κατέβαιναν στον Άδη...
 
   Ξαφνικά ένας βρόντος απ' τη θάλασσα ήρθε, σα ν' άνοιξε κάποιος δαίμονας το στόμα του, αφού πρώτα πλησίασε σιγά κοντά και κάτι φώναξε με φωνή μαύρη και κόκκινη.
   «Ω, ω!...» έκανε ο πατέρας του Άγη.
   «Κανόνι!...»
   «Σαν άσφαιρο, όμως, μού φάνηκε».
   «Κάτι θα ειδοποιεί».
   Δεν πέρασε πολύ και άλλος όμοιος κρότος τάραξε τα πάντα κι ένα μουγκρητό, όμως, τώρα που έτρεχε στον αέρα, και μεμιάς άλλος κρότος, άλλος, πολλοί βροχηδόν να πέφτουνε...
   «Μπομπαρδίζουν την Αθήνα!...» 
   «Τι τρέχει, τι είναι;» φώναξε η Πούλια από πέρα.
   «Να τι έκανε ο Βασιλιάς σας!... Την Αθήνα μπομπαρδίζουν!... Να τι έκανε!...» τής απάντησε αγριεμένη η αδελφή του Άγη.
   Και μπήκανε μέσα. Αλλά τα κανόνια πάψανε και πάλι να, η ησυχία.
 
   Καθισμένοι κοντά στο παράθυρο μιλούσανε σιγά. Ένας διαβάτης τούς είπε άλλα νέα.
   Το παλάτι γκρεμίστηκε, επίσης οι στρατώνες, το Ζάππειο.
 
   Είχε ανάψει φως. Κλείσανε τα εξώφυλλα και πήγανε στην τραπεζαρία.
   Τα φασόλια, που θα 'χαν καεί, αν δεν έσβηνε η φωτιά, ήτανε λιωμένα σχεδόν.
 
   Γύρω στο τραπέζι τρώγανε σιωπηλοί, αφού κάτι, στην αρχή, είπαν. Ο καθένας λες κι είχε ομιλία με τον εαυτό του, που τού 'λεγε πολλά, μα πολλά, και δεν είχε ανάγκη ν' ακούσει άλλον...
   Πάνω στο φαΐ, ένας κρότος τρομερός κλόνισε το σπίτι.
   «Θεέ μου!»
   «Πάλι!...»
   Άκουσε ο Άγης την οβίδα να τρέχει, να τρέχει μουγκρίζοντας, σα θεριό, τέρας βγαλμένο, ξερασμένο απ' το στόμα του Άδη, έπειτα να γέρνει μεμιάς και χτύπο δυνατό. Μαζί νόμισε πως άκουσε και πέτρα, σπάσιμο πέτρας ή κύλισμα...
   Είχαν τελειώσει το φαΐ, όταν η Κατίνα τούς λέει:
   «Μια λάμψη!»
   Τα μικρά μείνανε με το ψωμί στο χέρι, καθώς ετοιμαζόντουσαν  να το φέρουνε στο στόμα τους, περιμένοντας. Άργησε.
   «Μπα, δεν είναι», είπε ο πατέρας της.
   «Τι λες! Έτσι και πριν έκανε!»
   Κρότος τράνταξε το σπίτι, το έκανε να σπαρταρίσει σα ζώο μικρό στη φωνή λιονταριού.
   Ο Άγης κοίταξε έξω απ' τ' ανασυρμένα κουρτινάκια.
   Είδε τα σύννεφα μαύρα, αραιά, σα μαύρα μαλλιά αραιά, να φωτίζονται θαμπά. Και η οβίδα έτρεχε μουγκρίζοντας, έτρεχε ώσπου φάνηκε να έγειρε και να έπεσε. Περίμεναν άλλη. Αλλ' η ώρα περνούσε και κανείς βρόντος.
   «Πάει πια!» είπαν.
 
   Ετοιμαστήκανε να κοιμηθούν και σκεφθήκανε να πέσουνε ντυμένοι. Και ο Άγης και ο πατέρας του πήραν όπλο κοντά τους.
   «Αν και δεν πιστεύω να χρειαστούν. Έχουμε τους Γάλλους εδώ, ευτυχώς εμείς!» είπε ο κυρ Γιάννης.
 
   Πλαγιάσανε ντυμένοι, αλλ' ο Άγης σηκώθηκε, γιατί η βουή και οι πυροβολισμοί, που άκουσε να έρχονται από μακρυά, τού φέρανε ταραχή. Άνοιξε σιγά το παράθυρο.
   Μια βουή και θόρυβος τρομαχτικός όπλων ερχόταν απ' την πόλη, υψωνότανε μακρυά μέσ' στην άγρια νύχτα...
   Και ήταν ερημιά γύρω εκεί, ερημιά και μαυρίλα. Φωσάκι δεν έλαμπε στα σπίτια όλα τριγύρω.
   Ήξερε ο Άγης πως τα περισσότερα εκεί σπίτια ήτανε Βενιζελικά και όλα θα 'χαν τώρα καρδιοχτύπι τρομερό.
   Ένα βήμα μέσ' στην ησυχία. Σκόνταψε. Κάποιος περνούσε.
  Ο Άγης, μόλις ο άνθρωπος που περνούσε, μαύρος σα σκιά στο σκοτάδι της κόλασης, έφθασε κοντά, τον φώναξε σιγά - σιγά και τον ρώτησε.
  «Έχουνε βάλει», τού είπε ο άνθρωπος αυτός με βραχνή φωνή, «χέρι στους Βενιζελικούς και δίνουνε!... Ρουθούνι δε θα μείνει απ' αυτούς! Μπαίνουνε στα σπίτια και τούς περνούνε πέρα - πέρα!» 
   Ο άνθρωπος, που κατάλαβε ο Άγης πως ήτανε βασιλικός, έφυγε γρήγορα πάλι και χάθηκε μέσ' στο σκοτάδι σα να γίνηκε ένα μ' αυτό.
   Οι πυροβολισμοί, ο θόρυβος, ο τρομερός αχός απ' την πόλη, υψώθηκαν πάλι δυνατά. Ήτανε σα ν' άνοιξε η κόλαση και ξερνούσε, πετούσε, ό,τι κακό είχε, στη μεριά εκείνη της γης...
   Έμεινε λίγο ακούοντας. Ενόμιζες, έλεγε έπειτα ο Άγης, πως οι νεκροί όλων εκείνων των κατακτητών, που είχαν πεθάνει ή σκοτωθεί στην πόλη αυτή από αιώνες, άντρες βουτηγμένοι στο αίμα και στην ασέλγεια, να 'χουνε βγει, πεταχτεί απ' τους τάφους τους, να 'χουνε βρικολακιάσει κείνη τη νύχτα και τρέχανε ουρλιάζοντας και ζητώντας αίμα να σβήσουνε τι δίψα τους, δίψα που από χρόνια και χρόνια τούς έκαιε...
 
   Το πρωί πετάχτηκε απ' το κρεβάτι του, και βγήκε γρήγορα στην αυλή, και κοίταξε στον απότομο και φαγωμένο στα πλευρά απ' το λοστό και τα φουρνέλα λόφο.
   Ο λόφος ήταν έρημος! Οι Γάλλοι δε φαινόντουσαν.
   Μαζί, ή από κοντά του, βγήκαν και οι άλλοι στη σειρά, και τελευταίος ο πατέρας του χωρίς κολάρο και με πρησμένα μάτια.
   «Μα τι γινήκανε;» ρώτησε η μάνα του για τους Γάλλους.
   «Ίσως να πήγανε μέσα, άλλο δεν είναι», τούς είπε ο Άγης. «Τι να κάνουνε πάνω στο βράχο και μέσα στο κρύο».
   Το σκέφτηκε αυτό που είπε και είδε ένα φόβο...
 
   Η μάνα του και η αδελφή του είχαν ανοίξει τα παράθυρα του σπιτιού για να στρώσουνε, να τινάξουν τα κρεβάτια. Αυτός πήγε στο μαγερειό, όπου μέσα προσπαθούσε ο πατέρας του, με ξύλα και πελεκούδια, να ψήσει καφέ.
   Στάθηκε για λίγο και μιλήσανε.  Δεν τού είπε τίποτα για το φόβο που τού ήρθε, άφησε τον πατέρα του να πιστεύει πως έτσι θα 'ταν, οι Γάλλοι θα πήγανε μέσα και τα πράγματα σιάξανε... Ο στρατός, αφού ξεθύμανε σε κάμποσους Βενιζελικούς, ησύχασε.
   Βγήκε πάλι στην αυλή και κοίταζε πάνω στο λόφο. Τρόμαξε. Είδε μια μορφή Έλληνα στρατιώτη με το όπλο στο χέρι να παρουσιαστεί!
   «Αυτός τι θέλει εκεί;» ρώτησε τον εαυτό του και ζαλίστηκε.
   Κείνη τη στιγμή από μακρυά ήρθε βροχή πυροβολισμών...
   Μπήκε μέσα.
   «Ακούς;» τού είπε η μάνα του κι άφησε τη σκούπα που κρατούσε χάμω.
   «Μα τουφεκιές δεν είναι αυτές;» άκουσε τον πατέρα του να λέει και τον είδε στην πόρτα να φανεί.
   Πίσω όμως απ' τον πατέρα του έγινε ένα τσιτσίρισμα που κάνει το χύσιμο νερού σε φωτιά. Ο κυρ Γιάννης στράφηκε γρήγορα.
   «Πω, πω!» έκανε υψώνοντας τα χέρια. «Πάει ο καφές...»
   Και όρμησε μέσα.
   Πάνω σ' αυτό η Σαπφούλα έσυρε τον Άγη απ' το σακάκι...
   «Η Κατίνα σε θέλει», τού είπε.
  «Ω, αλίμονο, τι θα γενούμε», έκανε η μάνα του, καθώς αυτός πήγαινε στην αδελφή του τη μεγάλη.
   Την είδε στο παράθυρο να μιλά με την αντικρινή κόρη, την Πούλια.
   «Έλα ν' ακούσεις», τού είπε, άμα τον ένιωσε να την πλησιάζει, στρέφοντας λίγο το κεφάλι της απ' το παράθυρο. Κι ύστερα στην Πούλια:
   «Μα να 'ναι αλήθεια;» τη ρώτησε.
   «Τι έκανε λέει; Να 'ναι αλήθεια;» φώναξε η Πούλια με μια φωνή που τού φάνηκε σα γαύγισμα σκυλιού. «Αλήθεια, κι αλήθεια είναι, όπως σε βλέπω και με βλέπεις! Αυτοί όλοι πήρανε δρόμο και φύγανε για τα καράβια τους!... Ο στρατός μας τούς τσάκισε, τούς έκανε μαντάρα προ πάντων στου Ρουφ!... Εκεί έγινε λένε!... Τρομάρα ήτανε! Τώρα τα βάλανε με τους Βενιζελικούς!... Αυτοί χτες χτυπούσαν το στρατό μας απ' τα παράθυρα! Κάνανε λέει κίνημα για να φέρουνε το Βενιζέλο βασιλιά!... Τα μούτρα του. Μα τι θα πάθουνε σήμερα!... Τον τάραχό τους θα πάθουνε!... Τους κυνηγούνε, λέει, σαν τους λύκους και όπου τους βρούνε, στο κεφάλι!... Θα τούς δώσουν!...»
   Η φωνή της έπαψε λίγο, έπειτα ακούστηκε πάλι:
  «Αμ' οι έμποροι, πώς σού φαίνεται, και οι έμποροι να χτυπάνε κι αυτοί απ' τα παράθυρά τους το στρατό μας; Το πιστεύεις; Αλλά τι έχουνε να τραβήξουνε κι αυτοί τώρα!... Μαρτύρια θα πάθουνε!... Πάνε και τα μαγαζιά τους, πάνε και τα κεφάλια τους».
   Ο Άγης είχε ταραχτεί. Τότε, σκέφτηκε, οι Γάλλοι και οι Άγγλοι  μάς άφηκαν στο έλεος ποίου; Ου, φρίκη!... Σε έναν που από καιρό φοβέριζε πως θα σφάξει και θ' αρπάξει!
   Το ότι χτυπούσαν απ' τα παράθυρα οι Βενιζελικοί και, προ πάντων, οι έμποροι τού φάνηκε παράδοξο. Δε μπορούσε να το πιστέψει. Ίσως να πυροβόλησαν μερικοί, όταν τους επιτέθηκαν...
   «Είναι αστείο», τού είπε ο πατέρας του, όταν τού το διηγηθήκανε, «και να μιλά κανείς ακόμα για τέτοια πράμματα!... Άνθρωποι οικογενειάρχαι να πυροβολούν το στρατό απ' τα παράθυρα!... Έκαναν κίνημα! Ξέρεις τι φοβούμαι; Κι έτσι θα 'ναι! Αυτοί που το βγάλανε αυτό, ζητούνε, τάχα πως έγινε κίνημα, να σκεπάσουν κακά μεγάλα που θα κάνουν κι έχουνε κάνει. Έγινε κίνημα και το κράτος του νόμου... Γιατί κουνάς το κεφάλι σου;»  
   «Γιατί, πατέρα, να σού πω;... Όλα τα πιστεύω!... Το φοβούμαι!... Η κομματική μας μανία... Κι έπειτα όλοι έχουμε τρελαθεί, καθώς φαίνεται, όλος ο κόσμος!...»
   «Τι μού τσαμπουνάς τώρα εσύ;...»
  «Να τι τσαμπουνώ!... Άκουσε! Από τότε που πέρασε ο κομήτης, κείνος, δε θυμούμαι πώς λεγόταν, που λέγανε πως θα κατέστρεφε τον κόσμο, πάνε τα μυαλά των ανθρώπων! Κάτι έριξε στη γη! Από τότε άρχισε η μανία των πολέμων!... Αρχίζω να πιστεύω τους παλιούς... Όλος ο κόσμος έχει τρελαθεί...»
 
   Ο πατέρας του ωχρός γύριζε απ' το 'να δωμάτιο στ' άλλο και κάποτε καταριόταν την ώρα που ξανάρθε στην Ελλάδα.
   Και η αδελφή του, αυτή τη φορά, είχε χάσει το θάρρος της.
   Και απ' την πόλη ερχόταν ο κρότος των τουφεκιών και βουή μεγάλη...
 
   Φάγανε ένα κομμάτι ψωμί μόνο. Μια σκέψη είχαν όλοι κι αυτή τούς βασάνιζε:
  Αν θα κατηφόριζαν, αν ερχόντουσαν και προς τα εκεί, στις μικρογειτονιές; Οι γείτονες, και μάλιστα οι αντικρινοί, τούς ξέρανε πως δεν ήτανε Βασιλικοί. Δε θα τούς μαρτυρούσαν, θα τούς άφηναν έτσι;...
   «Μιλούσε πολύ έξω συ;» ρώτησε τον Άγη ο πατέρας του.
  «Ακούς δε μιλούσα!... Μιλούσα και παραμιλούσα!... Μα πού μπορούσα να φανταστώ πως θα γινόντουσαν αυτά!... Χτυπούσα όμως και τους δυο πολλές φορές και με ξέρανε πως δε μ' άρεσε ο πόλεμος, ούτε οι βασιλιάδες!... Τώρα ξέρεις τι λέω; Να πάτε σεις όλοι στου Καλόνα και να μ' αφήσετε μένα δω να φυλάω το σπίτι».
   Είχε από πριν σκεφτεί τι θα 'κανε. Θα τούς χτυπούσε, όταν ερχόντουσαν, θα προσπαθούσε να σκοτώσει όσο μπορούσε περισσότερους κι έπειτα στο τέλος θα 'δινε κι αυτός μια στο κεφάλι του...
   «Τι λες!» τού είπε δυνατά η αδελφή του. «Να σ' αφήσουμε!... Όλοι μαζί θα πάμε!...»
   «Να σ' αφήσουμε!» τού φώναξε η μάνα του. «Να πάμε όλοι στου Καλόνα!»
  «Μα εκεί θα είμαστε πιο καλά;» είπε ο πατέρας του σιγά. «Δεν είναι κι αυτός Βενιζελικός; Εγώ φοβούμαι μην πάνε πρώτα εκεί. Το καλύτερο ήτανε να 'φευγε κανείς!»
   Ο Άγης πήγε ίσαμε το παράθυρο και σήκωσε το κουρτινάκι...
   «Μη, μη!...» τού έκανε η μάνα του, «κι είναι αυτοί οι βρωμάνθρωποι εδώ!...»
   Τραβήχτηκε, αφού κατέβασε το κουρτινάκι.
  «Ναι, να φεύγανε ήταν το καλύτερο», είπε, «αλλά πώς να φύγεις, για πε μου, πατέρα, χωρίς λεφτά; Έχεις; Όχι, και πού να πάμε; Είμαστε τόσοι άνθρωποι...» 
 
   Και την άλλη μέρα κλεισμένοι άκουγαν τους πυροβολισμούς.
   Βλέπανε τα τραμ να περνούν και κρυβόντουσαν σα να 'χαν κάνει κάποιο κακό, σα να 'ταν όχι στην πατρίδα τους, αλλά σε ξένο και άγριο μέρος, που κυνηγούν τους αλλόφυλους και τούς εξοντώνουν.
   Η μάνα του και η αδελφή του βγήκαν, όμως, και τούς φέρανε ειδήσεις.
   Τους Βενιζελικούς σωρηδόν τούς οδηγούσαν στις φυλακές, αφού τούς έδερναν πρώτα αλύπητα. Και το δήμαρχο των Αθηνών, ένα γεροντάκι, τον πιάσανε και, αφού τον δείρανε, τον κλείσανε μέσα με άλλους πολίτες καλούς.
   Τούς φέρανε και μια είδηση που τούς τάραξε πολύ. Πως πολλούς από κείνους που έπιαναν τούς σκότωναν! Εκατοντάδες είχανε σκοτώσει σε μια μεριά και τούς πήγαιναν πίσω απ' το Συφιλιδικό νοσοκομείο. Τούς πήγαιναν πρώτα σε κάποιον συνταγματάρχη και αυτός έλεγε:
   «Τι μού τον φέρατε μένα; Στο υποφρουραρχείο!...»
   Και το υποφρουραρχείο ήτανε να τούς πάνε πίσω απ' το Συφιλιδικό νοσοκομείο  και να τούς θανατώσουν. Σωροί πτωμάτων βρισκόντουσαν εκεί!...
   «Ω!» έκανε ο πατέρας του Άγη άμα τ' άκουσε. «Αυτό δεν είναι μέρος να μένει κανείς! Μακρυά, μακρυά από 'δω, που καταραμένο να 'ναι το αίμα τόσων συγγενών μας και των παππούδων μας, που το χύσανε για να γίνει ένα τέτοιο κράτος!»
   «Μα αυτοί είναι ανθρωποφάγοι!» είπε η μάνα του.
  «Είναι αλήθεια», είπε και ο Άγης, «πως αυτό το κράτος όλο μουτζουρωμένες σελίδες κατόρθωνε να κάνει. Τώρα, αν είναι αλήθεια αυτά, θα κάνει και κατάμαυρες!...» 
   Επίσης και την άλλη μέρα τα ίδια πέρασαν, κλεισμένοι, και όλο περιμένοντας να δούνε τους παλαιοκομματικούς να κατηφορίζουνε ντυμένοι στρατιωτικά για να 'ναι ασφαλισμένοι, όπως έλεγε ο κυρ Γιάννης, ότι ενεργεί το κράτος, και να τούς ριχτούνε.
   Άλλη είδηση που τούς φέρανε ήτανε του μπομπαρδισμού. Οι Αγγλογάλλοι και οι Κρητικοί αντάρτες είχαν καταλάβει την Καστέλα και την οχύρωναν με βαρύ πυροβολικό. Και από κει, μαζί με τα πλοία, θα μπομπάρδιζαν την Αθήνα! Για τον κόσμο; Αυτόν θα τον ειδοποιούσαν είκοσι τέσσερις ώρες πριν, για να φύγει. Τη δουλειά τους, καταστροφή...
   Αυτό έδωσε άλλη ανησυχία στη μάνα και στην αδελφή τη μεγάλη του Άγη. Πώς θα έκαναν; Και πώς θ' άφηναν το σπίτι τους, τα πράγματά τους, που με τόσο κόπο είχανε κάνει, πώς θα τ' άφηναν;... Προτιμούσανε να μείνουν, αλλά πάλι σε μπόμπες;
   «Δεν είναι μόνο αυτό», τούς είπε ο κυρ Γιάννης, «είναι και κάτι άλλο. Πού να πάμε; Μ' αυτούς; Θα μάς σφάξουν! Πού, για πέτε μου, πού;...»
   Και γύριζε ταραγμένος πάνω κάτω μέσ' στο δωμάτιο.
   Σε λίγο τούς είπε ένα σχέδιό του, κάτι που 'χε σοφιστεί να κάνουν.
   Το σπίτι είχε δύο καταβάθρες. Τη μια άδεια. Δεν την είχανε μεταχειριστεί, γιατί μέσα κει, στο πλυσταριό, δεν πλένανε, αλλά είχαν περιστέρια. Λοιπόν, θ' ανοίγανε την καταβάθρα αυτή, την άδεια, και θα τρυπώνανε μέσα, έχοντας ένα μέρος ανοιχτό μόνο, προς την αυλή, για την αναπνοή!...
   Και είπε και πώς και με τι θα τη σκέπαζαν...
   «Μα μη θέλεις, χριστιανέ μου», τού είπε η γυναίκα του, «να θαφτούμε ζωντανοί; Κι αν πέσει καμιά οβίδα πάνω στο σκέπασμα με την άμμο και τ' άλλα, που λες να ρίξεις, θα κρατήσουν αυτά;»
   Ο Άγης δε μιλούσε. Την ιδέα του πατέρα του, όμως, δεν τη βρήκε άσχημη. Φαντάστηκε το μπομπαρδισμό, κι αυτοί να 'ναι κει μέσα κρυμμένοι, και σα να 'δε ή ν' άκουσε τις μπόμπες να πέφτουνε βροχή, και το σπίτι τους να πέφτει, να πέφτουν οι τοίχοι, να γκρεμίζονται...
   «Ωραίο θα 'ναι!» είπε με το νου του χαμογελώντας.
   Για το σπίτι τους δε λυπόταν, αφού θα 'τανε γενικό. Κι έπειτα κατά το θέαμα και η πληρωμή! Τώρα, αν έπεφτε και καμιά οβίδα στον κρυψώνα τους και τα 'κανε θάλασσα; Ε, αυτό θα 'τανε τυχερό!
   Πάνω σ' αυτή την ώρα ήρθε μια φτωχιά πολύ γειτόνισσα να τούς ρωτήσει για το μπομπαρδισμό. Ήταν αδύνατη και ηλιοκαμμένη.
   «Μα δε θα πάνε  στα σύνορα να κάνουν τον πόλεμο;» τούς ρώτησε.
 
   Το βράδυ όμως ησυχάσανε. Αντικρύ είχε έρθει ένας στρατιώτης δίχως όπλο, που οι αδελφές του Άγη, οι μικρές, τον γνωρίσανε, πως ήταν κάποιος υπηρέτης των αντικρινών ή των αλόγων τους.
   Αυτός έλεγε δυνατά στην Πούλια, που βρισκόταν κάτω απ' τα παράθυρα του κυρ Γιάννη, γιατί μιλούσε με την κόρη του τη μεγάλη, πως δε θα γίνει τίποτα, παρά μόνο αποκλεισμός...
   Γυρίζοντας έπειτα στη μάνα της Πούλιας, που είχε βγει στην πόρτα, τής είπε δείχνοντας τα ρούχα του, το μαντύα του.
   «Για, για κοίτα! Μπαλώθηκα!... Πανταλόνι, αρβύλες, μαντύα! Θα περάσω ζάχαρη το χειμώνα. Άσε που γλίτωσα και την ποινή!»
   «Μπράβο, μπράβο», τού έλεγε η μάνα της Πούλιας. Ύστερα, κοιτάζοντας την αδελφή του Άγη:
   «Βλέπετε», τής είπε, «ο καημένος μπαλώθηκε ρούχα και παπούτσια! Να τι θα πει να πηγαίνει κανείς στρατιώτης!...» 
   Η Πούλια είπε στην Κατίνα ότι ο Μπάτας ήτανε λιποτάχτης και τού χαρίσανε την ποινή, που παρουσιάστηκε. Αλλά μη μόνο αυτουνού; Και ενός απ' τ' αδέλφια της, που κι αυτός λιποτάχτης ήτανε, και σ' ένα σωρό φυλακισμένους από ένα χρόνο και κάτω.
   Ο Μπάτας είχε βγάλει απ΄την τσέπη του φυσίγγια και τα 'δειχνε στη μητέρα της Πούλιας και στην αδελφή της, που 'χε βγει κι αυτή έξω, μαζί με το μικρό αδελφάκι της. Ύστερα άδειασε ένα φυσίγγι κάτω, στη γη, κι έβγαλε απ' την τσέπη του ένα κουτί σπίρτα.
   «Τι θα κάνεις;» τον ρώτησε η αδελφή της Πούλιας.
   «Μα τι θα κάνεις;» τού είπε και η μάνα της.
   «Βρε, μη φοβάστε! Τώρα θα δείτε!» απάντησε αυτός με τη χοντρή φωνή του.
   Και ανάβοντας ένα σπίρτο το πλησίασε στο μπαρούτι...
   Άναψε αυτό, έκανε μια φλόγα μεγαλούτσικη, που πάνω της ο Μπάτας άπλωσε και κουνούσε τις παλάμες του, τραγουδώντας:
   «Τραλαλά, τραλαλά...»
 
   Έτσι κλεισμένος ο Άγης και ο πατέρας του περνούσαν τις μέρες. Πως ήθελε όμως πάντα να 'τανε σκοτεινιασμένη η μέρα, πάντα βροχερή! Και όσο οι μέρες περνούσαν, τόσο η ελπίδα δυνάμωνε πως θα γλίτωναν. Ο φόβος απ' τους αντικρινούς, που είχαν, είχε ξεθυμάνει. Απ' τα τέσσερα αδέλφια της Πούλιας, τα μεγάλα, δυο μόνο ήρθανε μια μέρα για λίγο και δεν ξαναφάνηκαν. Αν ήταν αυτοί εκεί, αν κατοικούσανε στο πατρικό τους σπίτι, δε θα τη γλιτώνανε δίχως άλλο, γιατί πάντα με έχθρα τούς κοίταζαν. Από τότε όμως που φύγανε, είν' η αλήθεια είχανε αλλάξει. Άμα βλέπανε στο δρόμο τον Άγη, τον χαιρετούσαν και τού δείχναν αγάπη. Τον βλέπανε σαν παλιό φίλο.
   Τού ερχόντουσαν στο νου του Άγη άλλα πρόσωπα εχθρικά. Αλλ' αυτοί θα 'ταν, ίσως, σε άλλους απασχολημένοι, σε κυνηγητό άλλων εχθρών, πιο μεγάλων, και δε θα τον είχανε σκεφτεί. Ήταν όμως και το σπίτι του τόσο μακρυά και παράμερα, μονάχο, που δύσκολα θα το 'βρισκαν. Αν ήτανε σε κεντρικό; Α, τότε το πράγμα θ' άλλαζε. Απ' τις πρώτες μέρες ίσως θα 'χανε πιαστεί ή σκοτωθεί.
   Και κρυβόντουσαν στη θέα διαβάτη ή του τραμ, αν και περνούσε αυτό αρκετά μακρυά! Αυτό το 'θελε ο πατέρας του, που 'λεγε:
   «Μη μάς δουν και μάς θυμηθούνε!...» 
   Στους αντικρινούς, πάλι, έδειχναν πως δεν κρύβονται. Τούς έκαναν μάλιστα και κάτι άλλο. Άμα νύχτωνε, ο πατέρας του Άγη έπαιρνε την ηρωική απόφαση, όπως έλεγε, κι έβγαινε κρυφά! Έπειτα από λίγη ώρα πήγαινε και χτυπούσε το παράθυρο του αντικρινού σπιτιού, ζητώντας το κλειδί, που 'χαν αφήσει κει η γυναίκα του και τα κορίτσια του. Έπαιρνε το κλειδί, τούς έλεγε νέα, παλιά δηλαδή, με χρώματα καινούργια, και δικά του νέα, ό,τι τού κατέβαινε, καταριόταν την κατάσταση και τους αίτιους.
   Και τα κορίτσια, που πάντα αυτά βγαίνανε, καταριόντουσαν τους αίτιους. Ο καθένας, όμως, είχε το δικό του.
    Στο διάστημα αυτό ο Άγης έμενε κλεισμένος μέσα στο σπίτι.
  Την έβδομη μέρα, μετά τις συμπλοκές, τα πράγματα είχανε φκιάξει λίγο. Πυροβολισμοί δεν ακουγόντουσαν πια και ούτε έπιαναν, λέγανε, χωρίς τη διαταγή του εισαγγελέα.
   Αυτό έδωσε θάρρος στον πατέρα του Άγη και βγήκε.
   Όταν ήρθε το μεσημέρι, τούς είπε πως στην Αθήνα μέσα υπήρχε ησυχία και πως μόνο ακόμα φαινότανε στα πρόσωπα των παλαιοκομματικών η χαρά της καταστροφής των Βενιζελικών.
   Αυτός, ο πατέρας του, προσποιήθηκε σε όσους τον ξέρανε πως γύρισε και δεν ήταν πια Βενιζελικός.
   «Α, εγώ δε βγαίνω ακόμη! Δε μπορώ εγώ να προσποιηθώ!» σκέφτηκε ο Άγης. «Δουλειά δεν έχω και καλύτερα μέσα ΄δω κλεισμένος.... Όσο να δούμε τι θα κάνουμε! Κι έπειτα τι να βγω να δω; Τα μούτρα τους...»
   Το απόγευμα, καθώς γύριζε μέσ' στο δωμάτιο σκεπτικός, ήρθανε δυο φίλοι του να τον δούνε.
   Ήταν αυτοί δυο νέοι δημοσιογράφοι. Ο ένας εργαζότανε σε κάποια βενιζελική εφημερίδα, που οι Βασιλικοί τής είχαν καταστρέψει πιεστήρια, τυπογραφεία, όλα, και ο άλλος σε κάποιο λαϊκό περιοδικό.
   Πολλές φορές τούς είχε συλλογιστεί τι θα είχανε γίνει μέσα σε κείνη την κοσμοχαλασιά!
   Μπήκανε μέσα με χαμόγελο και κουνώντας ελαφρά το κεφάλι.
   «Τα περίμενες;» τον ρώτησε ο δεύτερος που λεγότανε Λιακούδης.
   Αυτός, ο Λιακούδης, είχε τρυπώσει στο δωμάτιό του και δεν ξεμύτισε παρά όταν πάψανε πια να πιάνουνε, να πιάνει ο κάθε ντυμένος στρατιωτικά όποιον ήθελε. Είχε όμως ακούσει φριχτά πράγματα απ' τη σπιτονοικοκυρά του.
   Αυτή τού είχε πει πως μια γριούλα, που καθότανε δίπλα της, τής έλεγε ότι ο γιος της, στρατιώτης κληρωτός, τής είπε τις μέρες εκείνες:
   «Μιλιά μη βγάζεις, μάνα μου, μιλιά! Τι είδανε τα μάτια μου, τι είδανε!...»
   Λέγανε πως πολλούς Βενιζελικούς τούς πήγαιναν πίσω  απ' το Συφιλιδικό και κει τούς σκότωναν, αφού τούς βασάνιζαν πρώτα. Γυναίκες του λαού, που καθόντουσαν κοντά, είχαν πάει και κλάψει πλήθος καλοφορεμένων νέων, που είχαν τα εντόσθια έξω! Και οι νέοι αυτοί, οι περισσότεροι, είχαν έρθει στην Ελλάδα, για να σωθούν απ' τους Τούρκους!
   Ο Άγης τ' άκουσε με σκυμμένο κεφάλι. Νάτα πάλι, τα ίδια, τα ίδια!... Τότε θα 'τανε σωστά, αληθινά!...
   «Καλά λέει ο πατέρας», σκέφτηκε, «μακρυά, όταν μπορεί να φύγει κανείς, μακρυά απ' τον τόπο αυτόνα, μακρυά!...»
 
   Τη νύχτα ξύπνησε από πυροβολισμούς εκεί κοντά, ίσως στο λόφο.
    «Πάλι!...» είπε.
   «Ακούς;» άκουσε τη φωνή του πατέρα του απ' τ' άλλο δωμάτιο να τού λέει. «Ακούς Άγη;»
   Τού 'καναν εντύπωση σα ν' ανάβανε λαμπάδες ή σωρεία μικρών κεριών σε κάθε κρότο.
   Δε μπόρεσε να κοιμηθεί ευθύς. Έμεινε άϋπνος ώρα. Και όλα τού ήρθανε στο νου και γυρίζανε, γυρίζανε...
   Άκουσε ξαφνικά, μέσ' στην ησυχία της νύχτας, να γίνεται ταραχή μεγάλη και μαζί μια φωνή στριγγιά, λεπτή - λεπτή, κοντά, απ' έξω, σαν πάνω στο παράθυρο, στην κορνίζα του, να 'χε σκαρφαλώσει κανένα διαβολάκι και να τραγουδούσε...
   Τον πήρε ο ύπνος, αλλά δεν κράτησε πολύ και ξύπνησε.
   Άκουσε έξω τον άνεμο με πολλές - πολλές φωνές να θρηνεί, όμοιος με τις φωνές των χοίρων που κλαίνε πίσω απ' την κλειστή πόρτα του χοιροβοσκού ζητώντας την τροφή τους...
   Θυμήθηκε κι ένα όνειρο που 'χε δει.
   Έβλεπε πως βρισκότανε κοντά σε ερείπια αρχαία, που τότε είχανε δει το φως, τα 'χανε ξεθάψει. Κι ένας φίλος του, που δε φαινόταν καλά, αλλ' έφερνε λίγο με κάποιον καθηγητή της γλυπτικής γνωστό του, τού 'λεγε πως εκεί ένας Γερμανός φιλόσοφος Χάκελ, καθώς έπεφτε μέσ' στο λάκκο, είδε έναν οπλίτη αρχαίο, να χτυπά με το δόρυ του κάπου και να λέει:
   «Εδώ υπήρχε Οίκος Βασιλέως!...»
 
   Το πρωί ο πατέρας του έφυγε. Είχε πια πάρει θάρρος και όλο έξω ήτανε. Αλλά και η μάνα του ξεπόρτισε με τα δυο μικρά και μόνο η αδελφή του η μεγάλη έμεινε στο σπίτι.
   Αυτή τη μέρα παρουσιάστηκε και ο μικρός Γεράσιμος, που τού έκανε μάθημα η αδελφή του. Κι ήρθε αυτός γεμάτος παλιές ειδήσεις. Και άρχισε ευθύς να τις λέει, να διηγείται με τη βαριά γλώσσα του πως είχαν πιάσει το δήμαρχο, ένα στρατηγό και άλλους. Και ότι πίσω απ' το Συφιλιδικό μαχαίρωναν κόσμο.
   Αλλ' ο μικρός Γεράσιμος, μαζί με τα παλιά, τούς είπε κι ένα νέο. Τούς είπε πως τη νύχτα οι στρατιώτες που φυλάγανε στο λόφο είχανε δει πρόβατα άσπρα να ανεβαίνουν και τα πέρασαν για Γάλλους και τ' αρχίσανε στο τουφεκίδι...
   Ο Άγης, αφού τον άκουσε να λέει, τραβήχτηκε και πήγε ίσαμε το παράθυρο και στάθηκε.
    Μια καμπάνα τη στιγμή εκείνη άρχισε να χτυπά λίγο μακρυά...
   «Μα τι είναι σήμερα;» ρώτησε. «Είναι καμιά εορτή;»
   «Της Αγίας Αικατερίνης!» τού απάντησε απ' τ' άλλο δωμάτιο η αδελφή του.
   «Μπα!... Είναι η εορτή σου!»
   «Ναι, η εορτή μου!... Το βράδυ θα δεις γλέντι! Θ' ανάψουν όλα τα ηλεκτρικά στον ύπνο μας επάνω...»
   Πώς όμως τού φάνηκε του Άγη ο ήχος της καμπάνας, σβηστός, σα να μην έτρεχε όπως πριν, σα φωνή ντροπιασμένη!...
   - Μα γιατί χτυπούν; είπε με το νου του. -Ποιανούς προσκαλούνε στην Εκκλησία του Θεού της Αγάπης; Μα κι αυτοί, αν ήταν αληθινοί ιερείς του Χριστού δεν έπρεπε να κλείσουν τις εκκλησιές και να πούνε σ' όλους:
   «Μακρυά!... Μη μπαίνετε μέσα!... Τα χέρια σας είναι γεμάτα αίμα αδελφικό! Μα τι λέω; Λησμόνησα πως από χρόνια πολλά η εκκλησία έχει γίνει οίκος εμπορίου!...»
   Έφυγε απ' το παράθυρο και βγήκε στην αυλή! Μόλις βρέθηκε έξω, η πόρτα χτύπησε σιγά! Πήγε με δισταγμό κι άνοιξε.
   Ήταν το μικρό κοριτσάκι, το μικροσκοπικό, όπως το 'λεγε η αδελφή του, ή η μικρομέγαλη, όπως την είχε βγάλει η μητέρα του, χωμένο σ' ένα σακάκι μαύρο και με σκούρο βρακάκι, που κρεμόταν.
   Ο Άγης, κλείνοντας την πόρτα, κοίταξε ψηλά, στο λόφο. Είδε το σκοπό όρθιο.
   «Ποιος είναι», τον ρώτησε η αδελφή του «πού μπήκε πρώτος;»
   «Η Γεωργία».
   Ο μικρός Γεράσιμος, που 'λεγε το μάθημά του με δυνατή φωνή σα να 'βγαζε λόγο, στο άκουσμα του φοβερού ονόματος, έκανε να στραφεί, αλλά φοβήθηκε μην τον μαλώσει η δασκάλισσά του και είπε κι αυτός, μαζί με τ' άλλα που διάβαζε:
   «Η Γεωργία!»  
   Τούς άφησε και πήγε μέσα στη σάλα.
   Η σκέψη ότι έπρεπε να φύγει, άμα ησύχαζαν τα πράγματα, από κείνο το μέρος, τον κρατούσε ανήσυχο. Τού φαινόταν πως τού ήταν αδύνατο, έπειτα απ' αυτό το φανέρωμα της ελληνικής ψυχής, να μείνει μαζί τους, να τούς μιλά, να τούς κοιτάζει.
   Ο πατέρας του, όμως, ήτανε σιωπηλός τώρα, ενώ πριν χαλούσε τον κόσμο όλο να λέει:
   «Δεν είναι μέρος αυτό να ζήσει άνθρωπος ελεύθερος, δεν είναι μέρος!»
   Ο Άγης θύμωσε, θύμωσε για τη λησμονιά του, θύμωσε γιατί τον είδε να θέλει να μείνει ακόμα στην πόλη του τρόμου και της βίας, καθώς αυτός ο ίδιος, ο πατέρας του, την είχε βγάλει. Ήθελε να μείνει, μόλις είδε τον κίνδυνο να 'χει περάσει ή τραβηχτεί, και να συναναστρέφεται αυτούς τους ανθρώπους, που πολλών τα χέρια θα 'χανε ακόμα σημάδια απ' το αίμα.
  «Τα τέρατα, τα τέρατα!» έκαμε ταραγμένος απ' την ενθύμηση των κακουργημάτων που ένας λαός, δικός του λαός, είχε κάνει.
    Α, έπρεπε να φύγει, έπρεπε δίχως άλλο! Κι αν ο πατέρας του δεν ήθελε, ή να τον σύρει με τη βία ή να φύγει μόνος!...
   Είδε απ' το παράθυρο, που 'χε σταθεί, ψηλά, τον ήλιο να κάνει να φανεί και τον κοίταξε με έχθρα.
   Άκουσε έπειτα την πόρτα να κλείνει δυνατά κι είδε την αδελφή του και το μικρό Γεράσιμο να περνούν.
   Η αδελφή του θα πήγαινε να βρει τη μάνα του και τις μικρές αδελφές του.
  Μπήκε μέσ' στην τραπεζαρία. Μέσα μόνο βρισκόταν η μικροσκοπική κόρη, έχοντας στην αγκαλιά της μια κούκλα μεγάλη, ίσαμε το ανάστημά της, και ίσως και μεγαλύτερη.
   Σκέφτηκε πάλι να εργαστεί και πήγε μέσ' στη σάλα, όπου είχε κι ένα μικρό γραφείο, και κάθισε.
    Έξω σε λίγο άκουσε να βρέχει δυνατά.
  Ευχαριστήθηκε, γιατί θα 'βρεχε, πάνω κει στο λόφο, τους στρατιώτες που φύλαγαν, και τούς άλλους, που βρίσκονταν έξω...
   Τα νερά ακουγόντουσαν να χτυπούνε δυνατά τις πλάκες κι άταχτα απ' τον άνεμο, που είχε σηκωθεί, σα να πηδούσε κάποιος χτυπώντας με τα γυμνά του πόδια τις πλάκες...
   Δε μπόρεσε να εργαστεί πολύ και σηκώθηκε.
   Άνοιξε τα γυαλιά του παράθυρου και κοίταξε έξω.
   Ποτάμι σωστό είχε σχηματιστεί. Και με ορμή και βουή το υγρό στοιχείο έτρεχε σαν πλατύ φίδι σταχτερό και κατέβαινε άγρια,  φωνάζοντας σαν να κυνηγούσε κάποιον εχθρό του κι έπεφτε στο σκαμμένο, απ' άλλα νερά ετοιμασμένο, δρόμο του.
   «Από κει», σκέφτηκε και βρήκε σ' αυτό ευτυχία, «θα τρέξει στη θάλασσα, θα ενωθεί με τ' άλλα, τα πολλά νερά, και θ' αρχίσει ελεύτερο, δυνατό, ανεξάρτητο, να πηδά μαζί, να δέρνει τα καράβια στο πέλαγος, να χτυπά τα βράχια...»
   Ένας κεραυνός βρόντησε. Στο νου του ήρθε κάτι, που τού είχαν πει, όταν ήταν πολύ μικρός. Πως ένας Τούρκος είχε βγει, καθώς έβρεχε, στο παράθυρο και κοίταζε τη βροχή. Ξαφνικά όμως ένα αστροπελέκι έπεσε και τού 'κοψε το κεφάλι!...
   Έκλεισε το παράθυρο και κάθισε στο γραφείο του να εργαστεί. Και κατόρθωσε να γράψει αρκετή ώρα. Όταν σηκώθηκε, είδε τη βροχή να πέφτει λεπτή - λεπτή και αραιά.
   Απ' το δρόμο του τραμ περνούσε μια κολυμπήθρα και ο παπάς με την ομπρέλα ανοιχτή πιο πίσω.
   Νόμισε στην αρχή, γιατί έβλεπε μόνο τον άνθρωπο τον μπροστινό, που κρατούσε την κολυμπήθρα, πως πίσω την κρατούσε ο παπάς. Αλλ' είδε και τον άλλον μόλις ο παπάς κοντοστάθηκε.
   «Κάνει», είπε ο Άγης με το νου του, «χριστιανούς, δηλαδή πελάτες».
   Είδε την ώρα. Πλησίαζε έντεκα. Μέσα ήταν ακόμα η μικρή Γεωργία ακίνητη με την πελώρια κούκλα στην αγκαλιά της. Κι έξω στην αυλή τα σπουργίτια φώναζαν και, κάθε τόσο, ερχόταν από μακρυά  βαρύς και άγριος  κρότος σαν κανονιού.
   Η μάνα του και οι αδελφές του δε φαινόντουσαν.
  Μα δεν είχαν φαΐ στη φωτιά, για να το κοιτάξουν. Είχαν αρχίσει να κάνουν οικονομία. Περνούσαν μόνο με καφέ το μεσημέρι και το βράδυ μαγείρευαν. Και όλο προσπαθούσανε να μαζεύουν τρόφιμα, όπως βλέπανε να κάνει ο άλλος κόσμος. Η μάνα του έλεγε πως οι αντικρινοί, αν και σουστιέρηδες, είχαν ενάμιση τσουβάλι αλεύρι πάρει κι έπαιρναν και ψωμί από παντού. Τα κορίτσια, ο γέρος, τρέχανε στους φούρνους, που απ' έξω μάλωναν και δερνόντουσαν γέροι, νέοι, κορίτσια, γυναίκες, γριές, ποιος θα πάρει ψωμί και μάλωναν κι αυτοί για να πάρουν. Κι έπαιρναν.
  Μπήκε πάλι, για να εργαστεί λίγο, αλλ' άκουσε  να χτυπούνε την εξώπορτα δυνατά.
   «Ανοιχτά είναι!» φώναξε ανοίγοντας τα τζάμια.
   Είδε, όμως, ποιος ήταν κι έκανε μέσα ωχρός.
   «Μα πού είσθε;» μια γλυκιά φωνή έλεγε στην αυλή.
   «Από 'δω, από 'δω!» τής απάντησε αυτός προσπαθώντας ν' ανοίξει την πόρτα της σάλας, που έβγαινε στην αυλή. Κι έτρεμε.
   Μια κόρη με καπέλο μεγάλο, μαύρο, και σταχτερά ρούχα κοντά, φάνηκε. Είχε τυλιγμένο με μποά μαύρο το λαιμό της. Και χαμογελούσε. Τα μάγουλά της χνουδωτά, τριανταφυλλένια, είχαν ίχνη πούδρας.
   «Χαίρετε», είπε στον Άγη. «Θα είσθε μόνος, βάζω στοίχημα!... Το κατάλαβα!... Όχι, όχι, δε μπαίνω -μην τους ενοχλείτε!... Κοντεύει μεσημέρι και πρέπει να πηγαίνω... Έτσι πέρασα να σάς δω και να μάθω πώς περάσατε με τη μάχη!... Εδώ έγινε μάχη, δεν έγινε;»
   «Μάλιστα», τής είπε αυτός. «Περάστε λίγο μέσα».
   «Ε, λίγο...»
   Και, κλείνοντας την ομπρέλα της, μπήκε.
   «Μα πού ν' ακουμπήσω αυτή;» ρώτησε δείχνοντας την ομπρέλα της.
   «Να, εκεί, εκεί, στη γωνία!...»
   Ενώ άλλοτε μια ηδονή μόνο τού 'δινε η θέα της, τώρα είχε ταραχτεί, ζαλιστεί, μια τρικυμία ηδονικιά αισθανότανε να τον ταράζει σαν αγάπη μικρή, που είχε, χωρίς να το ξέρει, μεγαλώσει σιγά - σιγά μέσ' στις συγκινήσεις των κακών ημερών, και τώρα στη θέα της φανερώθηκε.
   Τής είπε μερικά για τη μάχη και τις σφαίρες. Αλλ' είδε σε λίγο ότι αυτή ήταν ευχαριστημένη για το διωγμό που 'καναν στους Βενιζελικούς.
   «Να τα σκοτώσουν τα τέρατα, τους προδότες! Ακούς το στρατό μας να πυροβολήσουν! Μα είναι τρομερό!... Όλους έπρεπε να τούς σκοτώσουν, όλους, και τις γυναίκες ακόμη!...  Τι είναι οι γυναίκες!» έλεγε γρήγορα με τη λεπτή φωνή της, που τού φάνηκε  να 'ναι σκληρή και διαπεραστικιά σα βελόνα.
   «Εσείς δεν πιστεύω να 'σαστε πια μ' αυτούς τους προδότες, ε; Μια φορά, ξέρω, τους συμπαθούσατε λίγο», τού είπε και τον κοίταξε γλυκά.
   «Ξέρω κι εγώ!... Λιγάκι...»
   «Α, δεν το πιστεύω!» 
   Και, καθώς κουνούσε το κεφάλι της, η γλύκα απ' τα μάτια της έφυγε.
   Αυτός χαμογέλασε με κόπο:
   «Για λέτε, λέτε», τής είπε προσπαθώντας να ζωηρέψει το χαμόγελο.
   «Τι να πω; Είπα τόσα!...» Έγινε σιωπή για μια στιγμή. Αυτή πάλι τον ρώτησε:
   «Μα, πέτε μου, αλήθεια, είσθε ακόμα μ' αυτούς;»
   «Όχι, έτσι το 'πα!»
   «Έτσι ντε! Είπα κι εγώ!...»
   Και άρχισε πάλι να τού λέει για το κυνηγητό των Βενιζελικών και τί τούς έκαναν, πώς τους έδεναν...
   Και μιλούσε γρήγορα - γρήγορα.
  Αυτός την κοίταζε χωρίς να μιλά, χωρίς να λέει τίποτα, παρά μόνο κάποτε, σε ερωτήσεις της, να λέει μια λέξη και να κουνά το κεφάλι του. Και προσπαθούσε να μη φαίνεται δυσαρεστημένος.
   Η καμπάνα που σήμαινε μεσημέρι την έκανε να πάψει και να πάρει την ομπρέλα της.
   «Πάω, πάω!»
   «Μα θα 'ρθουν τώρα...»
  «Όχι, όχι, πάω! Πω, πω, πώς σάς έκανα!» είπε κοιτάζοντας τα νερά που 'χαν τρέξει απ' την ομπρέλα.
   «Δεν είναι τίποτα, δεν είναι τίποτα!» τής είπε αυτός.
   Τη συνόδεψε ίσαμε την εξώπορτα και την κοίταξε που έφευγε. Αλλά πρώτη φορά δεν αισθάνθηκε την ηδονή, που αισθανόταν όταν την έβλεπε να βαδίζει με το κουνητό της βάδισμα.
   Έκλεισε την πόρτα σιγά.
   «Ω Θεοί», είπε και στάθηκε στη μέση της αυλής, «τι αισθήματα!... Ακούς, ακούς! Μα... έπρεπε αυτηνής της κόρης να μην έχει δώσει η φύση αυτά τα δοντάκια τα μικρούτσικα, αυτά τα ωραία δοντάκια, αλλ' όλο  σκυλόδοντα, σκυλόδοντα στη γραμμή! Κι έτσι θα υπήρχε κάποιος συμβιβασμός με τα αισθήματά της!...»
 
   Πέρα άκουσε βροντές σαν κανονιών πάλι. Κοίταξε κι είδε κυανόμαυρα σύννεφα να 'χουνε σκεπάσει τη δύση κι άλλα σταχτερά και άσπρα από κάτω, μεγάλα,  πελώρια, βουνά ζωντανά, να 'ρχονται, να πλησιάζουνε  σα θεοί  μυριοκέφαλοι, λευκοί και γεμάτοι εκδίκηση.
   Είδε να 'χει επιθυμία να χτυπούσαν αυτά, να 'ριχναν πλημμύρα ή σαν βροχή τους κεραυνούς, και να 'καναν την πόλη του τρόμου και της βίας, να την έκαναν σωρό από καμμένα ερείπια.
  Και μακρυά ακουγόταν ο κρότος των κεραυνών σαν ομοβροντίες μεγάλων κανονιών.
   Η ματιά του πήγε στην κατάφορτη απ' τα κίτρινα άνθη της γαζία, αλλά γρήγορα γύρισε το κεφάλι, αφού τής έριξε κακιά ματιά. Ήταν κι αυτό το δέντρο, δέντρο του μέρους εκείνου!...
   Ψηλά άκουσε χτύπο ρυθμικό. Δυο κοράκια περνούσανε γρήγορα το ένα κοντά στο άλλο και ο κρότος των φτερουγιών τους ο ρυθμικός ήταν όμοιος με τρίψιμο σέλας καβαλάρη στο ορμητικό του τρέξιμο.
   Μπήκε μέσα. Η μικρή τον κοίταξε ακίνητη, έχοντας την πελώρια κούκλα στην αγκαλιά της.
   Επιθυμούσε να γινόταν κάτι τρομερό και να 'μοιαζε με τ' όνειρο που 'χε δει την ημέρα της μάχης, αλλ' όχι να σταματήσει, να μείνει η καταστροφή στη μέση, όπως σε κείνο!...
   Άκουσε να βροντά τώρα, πάνω απ' την πόλη της βίας, και την άκουσε τη βροντή σα φωνή Θεού θυμωμένη και τού 'φερε στη μνήμη του το κομμάτι κείνο της ιστορίας των Εβραίων, τον Ιεχωβά κρυμμένο στα σύννεφα, να υπαγορεύει στο Μωυσή πάνω στο όρος τις δέκα εντολές...
   «Άραγε...»
   Κρότος κεραυνού τον διέκοψε. Στάθηκε στην πόρτα και κοίταξε τα θολά τα σύννεφα. Μελαγχολία όμως τώρα αισθάνθηκε να τον κυκλώνει.
   «Μα γιατί λυπούμαι;» είπε. «Γιατί λυπούμαι; Εμένα η πατρίδα μου και του κάθε καλού ανθρώπου, που αισθάνεται, όχι την ψεύτικη ελευθερία, που μέσα μας φυλακίζει το κράτος και το έθνος, η πατρίδα είναι η κάθε γωνιά η ελεύθερη που 'χει ανοιχτόν ορίζοντα! Είναι το μέρος  που μένουν πολίτες  ελεύθεροι, τίμιοι και καλοί, και το κράτος δεν υπάρχει να ληστέψει και να ρουφήξει ιδρώτα και αίμα! Ούτε κτηνώδης όχλος να γίνει όργανό του, όχλος που, νομίζοντας ότι δουλεύει τ' ατομικά του συμφέροντα, πηγαίνει με το μέρος του, με το μέρος του μεγάλου άρχοντα, και δυναμώνει έτσι τις αλυσίδες, τα σίδερα που τον έχουνε κλεισμένο!»
 
Βουτυράς Δημοσθένης
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη»,
Σεπτέμβριος - Νοέμβριος 1928, τεύχη 10 - 11- 12