Κυριακή 12 Μαρτίου 2023

ΓΙΑ Ν' ΑΠΕΛΠΙΖΕΤΑΙ Η ΑΝΙΑ



   Ι
  Κάτι ασήμαντα πράγματα σε σκλαβώνουν καμιά φορά.
  Είναι αλήθεια πως πάντα, από μικρός, κυνηγούσε την ιδιορρυθμία, τ' ασυνήθιστο. Να τον κοιτάζουν, να τον κοιτάζουν.
   Ύστερα, μερικά χρόνια αδράνειας, αδιαφορίας.
   Παιγνίδια, τσακώματα, τα γόνατα όλο αίματα... Οι δάσκαλοι· πολύ δύσκολα τα μαθηματικά...
   Η δασκάλα τού φώναζε και τού ξαναφώναζε στ' αυτί: «Να γίνουν όλοι απ' το σπίτι σου άνθρωποι ευυπόληπτοι κι εσύ ρεμπέτης...»
 
   Έπειτα, σ' άλλα μέρη, άλλη ζωή. Η εφηβική.
   Τ' άρεσε, τον σκλάβωνε πάντα και τώρα πιο συνειδητά -εφηβική- τ' ασυνήθιστο. Να τον βλέπουν, και πρώτος πάντα. Πρώτος.
   Έτσι και τώρα πια, σ' αυτή την ηλικία -παλικάρι σωστό δεκαοχτώ χρονών- σκλαβωνόταν απ' την ιδιορρυθμία. Τ' ασυνήθιστο μέχρι παραδοξότητος. Και μικρός καμιά φορά έδινε κάτι φόρμες στο καπέλο του, φορούσε γραβάτες, κάποτε και μακριά· να μη μοιάζει όπως οι άλλοι. Να μη μοιάζει και μέχρι γελοιότητος πια. Να ξεχωρίζει...
   Βέβαια, κυνηγούσε τ' ασυνήθιστο, το κυνηγούσε, όταν καταλάβαινε πως ήταν και στο χέρι του η πραγμάτωση του συνηθισμένου -τριμμένου- και πως από δύναμη, πρωτοβουλία τ' απόφευγε. Με υπεροψία.
   Τώρα πάλε, ε... σα «νέος» και που πρέπει να είσαι ευπαρουσίαστος, να είσαι συμμορφωμένος· σα νέος δεκαοχτώ χρονώ και στο σχολειό, τα κορίτσια, στη γειτονιά και βέβαια πρέπει...
   Μια εξωτερική διακόσμηση αλλιώς και προδιαθέτει, αλλιώς...
   Όπως σε βλέπουνε, μα είναι ανθρώπινο. Πώς;
   Και πάλι βέβαια κυνηγούσε την ιδιορρυθμία -στη ντυμασιά, στην ομιλία... μα και σα «νέος» δεκαοχτώ χρονών άρχισε να βλέπει. Έπρεπε πια και να βλέπει.
   Παρατηρούσε πως οι άλλοι συνήθιζαν να χτενίζουν τα μαλλιά τους προς τ' απάνω, «αλά ταγκό»· αυτουνού ήταν πολύ τριμμένη πια η «πλάι χωρίστρα», σαν μπακαλάκι, μόλο που ήταν λιγότερο συνηθισμένη απ' την πρώτη...
   Και καταλάβαινε και ο ίδιος πως με τα μαλλιά διαλυσμένα (1) προς τ' απάνω παίρνεις μια αρχοντιά, μια υπεροψία στο πρόσωπό σου... επιβλητικότητα.
   Και ύστερα, αυτή η «αρχοντιά» -«επιβλητικότητα»- είναι καλά «στοιχεία», πολύ καλά και για δεκαοχτώ χρονών παιδί νέο... Πώς;  Αλλιώς και προδιαθέτει...  Όλοι, οι περισσότεροι τουλάχιστο, τα μαλλιά τους απάνω «αλά ταγκό», που σού δίνει μια χάρη...
   Βέβαια, αυτό ήταν μια κοινοτυπία πια, και γι' αυτόν περισσότερο που την απέφευγε, πολύ ρηχό, μα...
   Πάλε καταλάβαινε μιαν επιθυμία, έτσι, πως σα να μην μπορούσε να πραγματοποιήσει την κοινοτυπία αυτή και... νευρίαζε. Μια έξαψη συχνά στο πρόσωπό του...
   Ενώ, αν είχε τη δύναμη να την πραγματοποιήσει και δεν ήθελε, έτσι από εσωτερική ανησυχία... τότε ένα κομπαστικό στο πρόσωπό του, ένα κομπαστικό -η λέξη... Οι άλλοι δεν το 'χαν αυτό. Δε μπορούσαν.
   Έτσι και για τ' «αλά ταγκό» μαλλιά, μόλο που ήταν πολύ «δεύτερα» πια, ήθελε να τα μιμηθεί, να... πως... κι αυτός απορούσε! Μια - δυο φορές δοκίμασε στον καθρέφτη, όταν λείπαν απ' το σπίτι· μια - δυο φορές και τα 'δειξε στην υπηρέτρια, τη Διαμάντω:
   «Ε... Πώς σού φαίνονται;»
   Εκείνη έξυσε το μάγουλό της:
   «Πιο καλός είσαστε πριν... Τώρα δείχνει πολύ το κούτελό σας... και φαίνεσθε έτσι, πιο μεγάλος...»
   Να... κι η Διαμάντω το 'χε καταλάβει...
   Όταν έχεις ένα μεγάλο μέτωπο και φαίνεσαι πιο μεγάλος... και σε τέτοια ηλικία μάλιστα... -είναι πολύ ιδιόρρυθμο. Ένα καλό «στοιχείο». Να, απ' την κοινοτυπία ξεπετιέται πάλε το ιδιόρρυθμο... Μα βέβαια φυσικό του, φυσικό του ήταν. Πώς; Πήγε πάλε στον καθρέφτη.
   Μα η Διαμάντω θεώρησε καλύτερο να πει, πρώτα, την προσωπική της γνώμη: «Πιο καλός είσαστε πριν...» ύστερα έκανε «ανάλυση...» «ο αποχρών λόγος»...
   Έριξε δυο φευγαλέες ματιές, σα να ντρεπόταν, κοκκίνιζε. Αλήθεια, και ο καθρέφτης έτσι τον έδειχνε, όπως είχε πει και η Διαμάντω. Μα πρώτα ήταν πιο καλός... Κι αυτό, κι αυτό το καταλάβαινε.
   Μα και η «πλάι χωρίστρα» άρχισε να τού γίνεται ανυπόφορη. Αποτροπιασμός.
   
ΙΙ
   Ύστερα από τρεις μέρες πάλε στην ενέργεια. Τού ήταν ανυπόφορη. Όταν συναντούσε παιδί της ηλικίας του, πρώτα - πρώτα πρόσεχε την κόψη των μαλλιών του. Ή, αν φορούσε καπέλο, προσπαθούσε να την μαντέψει απ' τα ζουλούφια (2).
   Αν τα ζουλούφια ήταν κομμένα με την πρώτη μηχανή, υπήρχε μεγάλη πιθανότης τα μαλλιά να ήταν διαλυσμένα «αλά ταγκό». Και έτσι τον έτρωγε κάτι - κάτι...
   Αυτό το «πιο καλός είσασθε πριν», αν δεν το 'λεγε κι αυτή η Διαμάντω, ίσως να μην το 'βλεπε και κείνος στον καθρέφτη.
   Ουφ... μα στην αισθητική της Διαμάντως τώρα... - Και όμως το 'βλεπε, το 'βλεπε ολοκάθαρα. «Πιο καλός ήτανε πριν...» όλο στον καθρέφτη, στον καθρέφτη...
   Ανέβαζε τα μαλλιά του προς τα επάνω, τα ίσιωνε με την απαλάμη, με την πετσέτα και μπριγιαντίνες,  μπριγιαντίνες που αφομοιώνονταν πια τα μαλλιά σχεδόν με το κρανίο!
   Και με μια αγωνία.
   Εκείνη τη στιγμή, νάσου και χτύπησε η πόρτα.
   «Ο φίλος σας ο Δάμης», του 'πε η Διαμάντω, μισανοίγοντας την πόρτα και μ' ένα μορφασμό, σαν τον είδε μπρος στον καθρέφτη και σε τέτοια στάση.
   Εκείνος κοκκίνισε περισσότερο και γύρισε το πρόσωπό του έτσι, δειλά - δειλά, πως ασυναίσθητα κοιτούσε αόριστα κι έβανε τα χέρια στα μαλλιά, έτσι μηχανικά... Μια αφηρημάδα επί τέλους απ' το πολύ διάβασμα... Πώς;
   Η Διαμάντω βέβαια δεν το πήρε έτσι το πράγμα -της ηλικίας του πια... καιρός, και δεκαοκτώ χρονών παιδί...
   Μα εκείνος με τη σκέψη αυτή και με μερικές κινήσεις συγκράτησε το καταπιεσμένο ηθικό του...
   Κάθισε σε καναπεδάκι και περίμενε να δει πώς θα τού φαίνονταν και του φίλου του τα μαλλιά έτσι...
   Διάβολε, στην αισθητική της Διαμάντως... Μιας Διαμάντως για τα πιάτα και το φαΐ...
   Βέβαια κι ο ίδιος είχε μια υπολανθάνουσα υποσυνείδητη εντύπωση για τη χωρίστρα των μαλλιών του, που συμφωνούσε με της Διαμάντως, «πιο καλός πριν», μα ας δούμε και ο Δάμης, τι θα πει ο Δάμης... Δεν μπορεί κανείς να έχει ακριβή αυτοκριτική...
   Μόλις άνοιξε η πόρτα, φάνηκαν τα μάτια του φίλου του μ' ένα σπασμό και μειδιάματα...
   «Καημένε Άλκη δεν έχεις δουλειά και δόστου κάνεις του κόσμου τις παραδοξότητες...»
   Έκανε μια χειρονομία στον αέρα καθόλα εκφραστική.
   «Ας είναι... δε μ' αρέσεις έτσι. Πιο καλός ήσουν πριν... τώρα δείχνεις σωστός εικοσάρης...» είπε.
   Ο Άλκης προσπαθούσε να συγκρατηθεί. Να, έτσι, πως δεν είχε να κάνει τίποτ' άλλο, έτσι για ν' απελπίσει την ανία του. Κι όλο κινήσεις έκανε, αδέξιες -ανδρείκελου, μα που ο φίλος του δεν τις διέκρινε... Δε διέκρινε το κίνητρό τους... Να, έτσι, πως «κοιτούσε αόριστα, πως δεν είχε να κάνει τίποτ' άλλο πως έσιαχνε τα μαλλιά του, έτσι για ν' απελπίζεται η ανία του...» Κουνούσε το πόδι στο κάθισμα νευρικά· δάγγανε το κάτω του χείλι και στήλωνε πότε - πότε το βλέμμα στα κουρτινάκια του παραθυριού που ανεμίζονταν... Ήθελε ν' ανοίξει συζήτηση.
   «Εμ... βρε Δάμη, δεν έχω να κάνω και τίποτα... Πώς θα περάσει η ώρα... Να, για μες στο σπίτι...  Είναι και πραχτικά έτσι...» Γέλασε. Το τελευταίο τον συνέφερε -«είναι και πραχτικά έτσι...» 
   Ο φίλος ο Δάμης ούτε το κατάλαβε και κατέβαινε τις σκάλες με το τετράδιο στο χέρι, σαν ρουλό, με αόριστα βλέμματα, ανέμελα. Ύστερα, ο Άλκης πάλε στον καθρέφτη.
   Μ' ένα φθονερό βλέμμα, με μια στάση -να τον έβλεπε κανείς απ' το σπίτι, η Διαμάντω... ούτε αόριστα βλέμματα πια, ούτε αφηρημάδα...
   Ανακάτωσε τα μαλλιά του, έτσι σα να λουζόταν και να... ξεπετάχτηκε, έτσι μόνη της, αυτόματα, όλο χαμόγελο και ειρωνεία η «πλάι χωρίστρα...»!
   Είχε νικήσει για δεύτερη φορά.
 
ΙΙΙ
   Και τις δυο φορές, που είχε αλλάξει την χωρίστρα των μαλλιών, δε μπορούσε να κάνει ρούπι απ' το σπίτι. Ούτε και το κεφάλι ακόμα έξ' απ' το παράθυρο.
   Κι αυτό ακόμα τον νεύριαζε. Τον νεύριαζε, που κοκκίνιζε, με μια κοκκινάδα, που τού έδινε έτσι όψη τραγικότητας...
   Ήθελε, επί τέλους, μια φορά μ' αλλαγμένη χωρίστρα -«αλά ταγκό»- να βγει έξω στο δρόμο, κάτω από τον ουρανό, στο ύπαιθρο, πώς λένε; Έτσι, και να μη θελήσει, να μη δει κανένα για να τού πει τη γνώμη του -πιο καλός πριν...- να 'ναι νύχτα, νύχτα... Ουφ! Νύχτα, ολοσκότεινα να μη συναντήσει κανένα και να νικήσει, να νικήσει μια και για καλά. Πώς;
   Έσφιγγε δυνατά τις μασέλες, που δυο εξογκώματα όλο αντιπάθεια ξεχώριζαν κι έπαιρνε μιαν έκφραση ζωώδικη, καθόλου ανθρώπινη -ένστιχτο!
   Ύστερα από δυο μέρες ήτανε να πάνε ο μπαμπάς, η μητέρα κι η Αλίκη -η Αλίκη με τα γέλια όλο θα πήγαινε, στο θέατρο. Κάποιος γνωστός δημοσιογράφος τους είχε εφοδιάσει με «φόρους».
   Απ' την αρχή, που του το 'πε η Αλίκη, όλο γέλια και κουνώντας τους ώμους της, πότε σιάζοντας και το φετάκι των μαλλιών της, έκανε μια γκριμάτσα άρνησης...
   «Ουφ... πώς ήθελα να 'ρθω... μα αναποδιά την άλλη μέρα και πρόχειρο διαγώνισμα... Έχω να διαβάσω... Αναποδιά πάλε...»
   Και στα μάτια του μια λάμψη και η φλέβα κοντά στο δεξιό ζουλούφι κατακόκκινη και όλο ρώμη.
   Έτσι βρήκε ένα βράδυ εύκαιρο.
   Η Διαμάντω, ύστερ' απ' το φαΐ, κάθισε για λίγο στο μπαλκόνι μασουλώντας σπόρους απ' το βραδινό πεπόνι, πότε και ψιθυρίζοντας συγκεχυμένους σκοπούς... Έπειτα πήγε στην κουζίνα για ύπνο.
   Ησυχία, μα γλυκιά.
   Ο Άλκης με τη λάμπα στο γραφείο διάβαζε.
   Σαν άκουσε το τρίξιμο του σομιέ -η Διαμάντω θα είχε πέσει πια, σηκώθηκε μ΄επισημότητα και, έτσι τού φάνηκε, πως βρισκόταν στη σκηνή θεάτρου...
   Με μια σοβαρότητα στο πρόσωπό του.
   Πλησίασε στον καθρέφτη, σήκωσε τα μαλλιά προς τ' απάνω με λίγο μπριγιαντίνη, τα 'δεσε μ' ένα τουλπάνι και σουλάτσερνε.
   Το πρόσωπό του τώρα είχ' αλλάξει. Μια ιλαρότητα. Και η σοβαροφάνεια, βέβαια, η επιβλητικότητα  δε λείπαν... Καθόλου. Σουλάτσερνε, ώσπου να κατακαθίσουν τα μαλλιά...
   Έλυσε, ύστερα, προσεχτικά την πετσέτα και είδε στο καθρέφτη όμοια - όμοια.
   Όπως πριν λίγες μέρες, που και τα 'χε δείξει στη Διαμάντω.
   Μα, τώρα μ' αδιαφορία τα κοιτούσε, μ' αδιαφορία. Η νίκη πλησίαζε. Ούτε γνώμες, ούτε τίποτα. Το δικό του... Σήκωσε τα φρύδια επιδοκιμαστικά και σιγά - σιγά χαμήλωσε τη λάμπα, βγήκε από το δωμάτιο και κατέβηκε τις σκάλες και άνοιξε την εξώπορτα.
   Θα ήταν η ώρα 10.00 περίπου.
   Ο ουρανός  ήταν κατακάθαρος. Στο δρόμο ησυχία.
   Απ' τη γωνιά έρχονται μερικοί συγκεχυμένοι ήχοι των αυτοκινήτων, τραμ, κλάξον...
   Έστριψε απ' την άλλη πλευρά, προς τα πιο ερημικά, προς κάτι φτωχές γειτονιές.
   Γύρω απ' το φεγγάρι πολλά αστράκια, πολλά μαζεμένα -χαρούμενα, και με μια θαμπάδα· ένας αχνός τα σκέπαζε.
   Κοιτούσε ο Άλκης αόριστα τα σπίτια, χωρίς ενδιαφέρον. Έτσι, για ν' απασχολείται και μετρούσε (μετρούσε) τους διαβάτες, που ξεχώριζε γύρω του.
   Ύστερα πέρασε απ' ένα καπηλειό - υπόγειο, που έβγαιναν από κάτω, σαν απ' τα έγκατα, άναρθρες φωνές συγκερασμένες από διάφορα συναισθήματα.
   Βήχας, βρισιές, τραγούδια. Χαρ - φτου.
   Δυο ασετυλίνες φωτίζαν το εσωτερικό, πενιχρά.
   Φχαριστιόταν και που δεν τον πρόσεχε κανείς. Ίσως όχι, κι απ' το σκοτάδι, μα γιατί -γιατί δεν θα τους έκανε αυτός- κακή εντύπωση. Φαίνεται. Πώς; Πώς ήταν τα μαλλιά, όπως σ' ένα οποιονδήποτε και όχι «πιο καλός πριν...» Όπως όλοι!
   Στεκόταν στις γωνιές, κάτω απ' τις πινακίδες που φωτίζονταν από ηλεχτρικά κι έτσι αόριστα κοίταγε. Αόριστα τους διαβάτες. Πότε πάλε περπατούσε βιαστικός, αν καταλάβαινε  πως κάποιος περισσότερο διαισθητικός τον αντιλαμβανόταν. Ύστερα πάλε τις ταμπέλες αδιάφορα, απ' τις ανοιχτές  ξύλινες πορτάρες των πολυκατοικιών με τα θαμπά φωτάκια... θα πλησίαζαν, ξαφνικά το σκέφτηκε, 11 - 11 1/2.
   Έκοψε απ' άλλα στενά, πότε και τρέχοντας, μ' ανδρική αξιοπρέπεια πάντοτε.
   Προσπαθούσε να μη σκεφθεί πως ίσως θα τους έβρισκε στο σπίτι και πως θα τον ρωτούσαν «και πού ήσουν τέτοια ώρα; Πού πήγες; Πώς;» Μ' ανδρική αξιοπρέπεια πάντα. Ακαδημαϊκός πολίτης σε λίγες μέρες. Πώς;
   Ούτε και πως όλα όσα διεδραμάτιζε είχαν μια δόση κωμικότητος, αστειότητος... χίμαιρες.
   Η εξώπορτα, όπως την είχε αφήσει, μισογυρτή. Το χερούλι γυρισμένο προς τον τοίχο, για σημαδιακό, αν ύστερα απ' αυτόν έμπαινε κανείς.
   Ησυχία. Μια ικανοποίηση. 
   Την μισάνοιξε προσεχτικά -μ' αν κατά τύχη περνούσε κανείς απ' το δρόμο ξένος, θα καταλάβαινε πως δεν πρόκειται για κλεψιά, και πέρασε.
   Ύστερα, σιγά - σιγά, με τις μύτες στο δωμάτιό του.
   Η Διαμάντω θα ροχάλιζε, με τη λάμπα μισοκατεβασμένη -ξετραχηλιασμένη απ' την ζέστη.
   Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη -καθόλου κόκκινος τώρα: Επιβλητικότητα, χάρη...
 
   Το πρωί, μια και που είχε δει και στον ύπνο τον εαυτό του με «αλά ταγκό» μαλλιά· αξιοπρέπεια· επιβλητικότητα· αέρα. -Αχ, και πως το 'βλεπε και τι ιδιόρρυθμο σε τέτοια ηλικία- αποφάσισε να βγει έξω -μέρα πια- με την καινούργια αυτή κόψη των μαλλιών.
   Ετοιμάσθηκε και βγήκε. Έγινε η επισφράγιση -ψιθύρισε... πρώτος τον κοίταξε ο μανάβης της γειτονιάς κι ο Άλκης νόμισε πως διάκρινε μια γυαλάδα και κάποιο χαμόγελό του...
   Ύστερα η Ευθαλία, που ξενόπλενε, μα πιο λίγο εκείνη -οι άνθρωποι έχουν και τις δουλειές τους, τις σκοτούρες τους- τρίτος τον είδε ο Γιάγκος ο μπόμπιρας, το βάσανο της γειτονιάς τα μεσημέρια, και γέλασε...
   «Πώς έγινες έτσι, ε; Σταύρο, Σταύρο, έλα να δεις, τρέχα...» κι έλυνε το γόνατό του, καταματωμένο, με σπυριά. «Πώς έγινες έτσι ε...;»
   Ο Άλκης προσπαθούσε να συγκρατηθεί με κινήσεις. Λίγο κόκκινος -η λέξη...
   Μα... Αχ, εκείνη τη στιγμή πεθύμαγε να δει, να δει σ' ένα καθρέφτη. Να δει πώς θα 'ταν, πώς;...
   Και κοιτούσε απ' τα τζάμια των ανοιγμένων παραθυριών με τα σεντόνια για ν' αερισθούν· στις βιτρίνες...
   Κοιτούσε και στα τζάμια του αυτοκινήτου συγκοινωνίας που μπήκε· προσπαθούσε ακόμα να δει και στο στενόμακρο καθρεφτάκι, που κρεμόταν πάνω απ' τον σοφέρ, μα τον εμπόδιζε το κεφαλάκι μιας δεσποινίδος -καταμελανιασμένα νύχια, μανικιούρ...- το κεφαλάκι μιας δεσποινίδος, που στεκόταν μπρος του και τον εμπόδιζε... Μα και κείνος πάντα μ' αξιοπρέπεια. Και, πώς ήθελε, πώς...
 
Αθανασιάδης Τάσσος
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη», 
τεύχος 12, Ιανουάριος 1930 
 
Σημειώσεις:
(1) διαλυσμένος: τραβηγμένος, ανασηκωμένος και γυαλισμένος 
(2) ζουλούφι: τσουλούφι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου