Άκουσε, φίλε, άκουσε. Απόψε κάθομαι στο τραπέζι μου, κάτω από το φως, κατενθουσιασμένος. Επιτέλους! Έπειτα από τόσους μήνες σιωπής, που θα σ' έκανε να απορείς τι απόγινα στη μακρινή αυτή χώρα, έχω απόψε μια ολόκληρη ιστορία να σου γράψω. Δεν ξέρω όμως πώς ν' αρχίσω, με τρόπο που να σε συναρπάσω αμέσως, και φοβάμαι μήπως, ψάχνοντας να βρω ωραίες φράσεις, και έχοντας επίγνωση του τι κάνω (προπαντός αυτό με τυραννεί), χάσω τον ειρμό, και καταλήξει ν' αφήσω την ιστορία μου μισοτελειωμένη. Γι' αυτό θα στα γράψω όπως - όπως, και τα διορθώνω με την ησυχία μου στο τέλος. Σήμερα είναι Δευτέρα. Μάθε ότι το περασμένο Σάββατο το βράδυ, περίπου την ίδια ώρα που είναι και τώρα που σου γράφω, περπατούσα μόνος σ' εκείνο τον ερημικό δρόμο που σου 'χω περιγράψει άλλοτε, όταν άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Ήταν το πρώτο χιόνι μας εφέτος. Όταν το παρατήρησα αυτό, πήρα την απόφαση να μην αναζητήσω καταφύγιο, παρά να μείνω στο δρόμο, για να γευτώ στα μούτρα το χάδι του πρώτου φθινοπωρινού χιονιού, που λιώνει αμέσως στην επαφή του με το δέρμα. Πολύ γρήγορα όμως οι νιφάδες είχαν πυκνώσει σε τέτοιο σημείο, που ήταν αδύνατο να δω μπροστά μου. Για να γλιτώσω, αναγκάστηκα να τρέξω να χωθώ σ' ένα καφενείο που είδα φώτα, αναμαλλιασμένος σα βρεμένος γάτος. Στο καφενείο αυτό γνώρισα εντελώς τυχαία κάποιαν, έναν τύπο ομορφάσχημης, η οποία μου είπε τα παρακάτω, που θα προσπαθήσω να σου μεταδώσω χωρίς σχόλια. Από τα συμφραζόμενα των όσων μου είπε στην αρχή, θα καταλάβεις ότι αυτή μου έδωσε το θάρρος να της μιλήσω. Αλλά ας μη σου ανάβω την ανυπομονησία περισσότερο. Το γεγονός είναι ότι χωρίσαμε. Η ιστορία μας, μέσα σε τρεις μέρες, έχει κιόλας τελειώσει. Βιάζομαι ν' αρχίσω να σου λέω. Διάβασε, και κρίνε μόνος σου.
1
[Τι μου είπε]
Με συγχωρείτε για τη στάση μου. Με το δίκιο σας θα με κακοχαρακτηρίσετε· το ξέρω. Χωρίς περιστροφές, το ομολογώ ότι το ίδιο θάρρος έχω δώσει και σε άλλους. Απ' αυτή, όμως, τη συστολή που σας διακρίνει ακόμα και τώρα, που είσαστε πια κοντά μου, χωρίς ν' αμφιβάλλετε για τις διαθέσεις μου, είχα φοβηθεί πως θα δειλιάζατε να μου μιλήσετε. Γι' αυτό σας έδωσα το θάρρος. Η μορφή σας, στο λίγο αυτό διάστημα που σας γνωρίζω, μού έχει γίνει συμπαθητική, και μού εμπνέει απέραντη εμπιστοσύνη. Ο τρόπος που μ' αντικρίζετε από τη θέση σας, με κάνει να αισθάνομαι σα να σας γνωρίζω χρόνια, και σας συνδέω, χωρίς βέβαια να μπορώ να εξηγήσω το γιατί, με κάθε περιστατικό που έχω συναντήσει στη ζωή μου. Επί ολόκληρες στιγμές, όταν ακόμα βρισκόσαστε στο άλλο τραπέζι, έσπασα το κεφάλι μου για να θυμηθώ πού άραγε να σας έχω συναντήσει, αλλά φυσικά χωρίς αποτέλεσμα. Για όλους αυτούς τους λόγους, θα σας παρακαλέσω να μη με παρεξηγήσετε που σας έδωσα τόσο επιδεικτικά το θάρρος να μου μιλήσετε.
Θέλω να σας έχω κοντά μου απόψε, να σας μιλάω ώρες. Το παραδέχομαι ότι είναι εγωιστικό εκ μέρους μου, αλλά τέλος πάντων. Ας ελπίσω, τουλάχιστον, πως η παρουσία μου δε σας είναι κουραστική, πράγμα που δεν αμφιβάλλω. Με λένε Γερτρούδη Στερν, αλλά θα σας παρακαλέσω να με φωνάζετε Γκέρτα, που με κολακεύει περισσότερο, γιατί το Γερτρούδη το βρίσκω πολύ συνηθισμένο. Όπως θα καταλάβετε από το όνομά μου, κι από τις ξενικές αποχρώσεις της φωνής μου (γιατί όλοι μου το λένε), είμαι Αυστριακιά, γεννημένη στη Βιέννη από πατέρα Εβραίο, και μητέρα καθολικιά. (Οι γονείς μου έχουν πεθάνει από φυσικό θάνατο και οι δύο. Θα σας παρακαλέσω να μου θυμίσετε, αν πάμε απόψε στο δωμάτιό μου, να σας δείξω μια φωτογραφία του κοινού τάφου τους, που έχω, για να μη νομίσετε ότι αυτά που λέω τα βγάζω από το νου μου). Προτού γίνουν οι γάμοι, οι γονείς μου είχαν συμφωνήσει αν το παιδί γεννιόταν σερνικό, να το έκαναν Εβραιόπουλο· αν ήταν θηλυκό, να το βάφτιζαν καθολικό, ώστε να μην έχει παράπονο κανένας -είτε από τους ίδιους, είτε από τους συγγενείς, προπαντός απ' την πλευρά της μαμάς μου, που είχε αντιταχθεί σ' αυτό το γάμο. Έτσι, όταν μπήκαν οι Γερμανοί στη χώρα μας, δεν είχαμε κανένα φόβο -γιατί ο μπαμπάς μου είχε πεθάνει εν τω μεταξύ, κι εγώ ήμουνα το μόνο τους παιδί- και εξακολουθούσαμε να ζούμε στο ιδιόκτητο σπίτι μας, που χωρίς να θέλω να το παινευτώ ήταν στην καλύτερη συνοικία της Βιέννης· ενώ ήταν στο κέντρο της πόλης, έμοιαζε σαν κηπούπολη, με ωραίες δεντροστοιχίες σ' όλους τους δρόμους, και βασίλευε ησυχία όλη την ημέρα -δηλαδή στο πιο αριστοκρατικό μέρος, αν και εγώ δεν πιστεύω σε τέτοια.
Σε κανένα χρόνο, όμως, με τους πρώτους διωγμούς των Εβραίων, άρχισαν να μας ενοχλούν με τη στάση τους εχθροί και φίλοι, να μας αποφεύγουν όλοι, και να μαθαίνουμε ότι οι γείτονές μας, ακόμα και αυτοί που στα φανερά μάς παρίσταναν το φίλο (δεν αμφιβάλλω ότι κι αυτοί που μάς έφερναν τις πληροφορίες τα ίδια έκαναν), διέδιδαν πως είμαστε κι εμείς Εβραιοπούλες, και πως είχαμε κάνει ψεύτικα χαρτιά, αφού πληρώσαμε αδρά, και πηγαίναμε στην εκκλησία για να σωθούμε, σα να μας έβλεπαν για πρώτη φορά στη ζωή τους. Από το άλλο μέρος, επειδή είδαμε να μας κλέβουν οι υπάλληλοι και να μη μας υπολογίζουν καθόλου, αναγκαστήκαμε και πουλήσαμε για ένα κομμάτι ψωμί την επιχείρηση του μπαμπά μου -ο μπαμπάς μου είχε εργοστάσιο, και κατειργάζετο δέρματα- ώστε τουλάχιστον να είχαμε χρήματα στα χέρια μας, ν' αντιμετωπίσουμε κάθε ενδεχόμενο. Κάποιος, μάλιστα, μάς είπε, και πολύ σωστά, πως αν δεν το πουλάγαμε θα μάς το δημεύανε αυτοί ή έτσι ή αλλιώς, και τότε θα μέναμε στους πέντε δρόμους. Η μαμά μου είχε και μια κασετίνα με χρυσαφικά, διαμαντικά κ.λπ., αλλά αυτά δεν ήθελε να τα πουλήσει, ο κόσμος να χαλούσε, για να τα έχω εγώ όταν μεγάλωνα, ας αφήσουμε που λυπόταν να τα αποχωριστεί για συναισθηματικούς λόγους (γιατί ήταν όλα δώρα του μπαμπά μου). Ήταν, θυμάμαι, τόσα πολλά, που κάτι περιδέραια εξείχαν, δεν έκλεινε καλά το κούπωμα, παρ' όλο που η κασετίνα ήταν σα μικρό μπαουλάκι. Η κατάληξη ήτανε, ένα βράδυ που γυρίζαμε από την Όπερα, να την βρούμε αδειανή, εκτός από κάτι χάντρες, που βρήκαμε σκορπισμένες στο χαλί, και τις μαζέψαμε. Παρατηρήσαμε το άλλο πρωί, οπότε και λύθηκε το μυστήριο, ότι ένα παράθυρο του προθαλάμου, στο κάτω πάτωμα, που έβλεπε προς μια ασύχναστη αδιέξοδο, ήταν ανοιχτό -θυμάμαι μάλιστα που ανέμιζε η κουρτίνα- ενώ εμείς κλείναμε πάντοτε όλα τα παράθυρα πριν βγούμε έξω, για ασφάλεια, ή μήπως τύχει και βρέξει κ.λπ.. Αλλά, βέβαια, δεν ανακαλύψαμε τους κλέφτες, ούτε και το είπαμε πουθενά· το κρατήσαμε μυστικό, για να μην έρχεται τ' όνομά μας στην επιφάνεια. Πάντως δε θα μου βγάλει κανείς από το νου την ιδέα ότι ο ένοχος ήταν μια υπηρέτριά μας, που την είχαμε διώξει ένα μήνα προηγουμένως.
Η κλοπή αυτή έπεσε στο σπίτι μας σαν κακός οιωνός. Σαν να μην έφτανε που μάς είχαν αποξενώσει όλοι (γιατί είναι μεταδοτικό), πεθαίνει ξαφνικά η μαμά μου και μένω εντελώς μόνη. Για τα καθέκαστα του θανάτου της και της κηδείας να μου θυμίσετε να σας μιλήσω άλλη φορά, αν ο δεσμός μας διατηρηθεί -πάντως μου στοίχισε πολύ. Δεν ήταν μόνο το πένθος και η μοναξιά, αλλά είχα και μια προαίσθηση πως από στιγμή σε στιγμή θα έρχονταν για να με πιάσουν, όπως και τόσες χιλιάδες άλλους, και τότε αλίμονο. Κάθε φορά που χτύπαγε το κουδούνι, για γράμματα ή για τα ψώνια, νόμιζα πως ήταν αυτοί. Στο δρόμο ήταν αδύνατο να περπατήσω χωρίς το φόβο ότι αυτοί που με περιστοίχιζαν ήταν βαλτοί για να με παρακολουθούν. Θα έχετε παρατηρήσει ότι, όταν κανείς φοβάται για κάτι, ακόμα και όταν πρόκειται για αρρώστια, τότε είναι που συμμαχούν όλες οι σκοτεινές δυνάμεις με τη μορφή διαβολεμένων συμπτώσεων κ.λπ., για να δίνουν έμφαση στους φόβους του και για να τους δικαιολογούν. Αυτό μου είχε συμβεί κι εμένα μ' έναν ψοφοδεή τύπο με σηκωμένο το γιακά του πανωφοριού και στραβά το καβουράκι, που, όποτε πήγαινα στο παράθυρο, τον έβλεπα να περιμένει στη γωνία. Έλεγα από μέσα μου, για να παίρνω θάρρος: Μπορεί κάλλιστα να στέκεται εκεί για να περιμένει ή κατασκοπεύει κάποιον άλλον· αλλά ποιος με διαβεβαιώνει ότι δε στέκεται εκεί για να παρακολουθεί εμένα; Η δεύτερη εκδοχή πάντοτε υπερίσχυε. Κατά σύμπτωση διαβολική, δεν τον είδα ποτέ να συναντάει κανέναν, παρά ήταν όλο μόνος, ώρες ολόκληρες. Το ωραίο ήταν ότι είχε την αναίδεια να παριστάνει τον αφηρημένο και τον αδιάφορο, σαν εγώ να είχα μεσάνυχτα από κάτι τέτοια. Όλο αυτό το διάστημα η μόνη μου συντροφιά ήτανε μία φίλη μου, που μού είχε μείνει πιστή αυτή, μεγαλύτερη από μένα (καθολικιά κι αυτή), που ερχόταν και κάναμε συντροφιά και κοιμόμασταν στο ίδιο κρεβάτι, αλλά κι αυτό σπάνια, γιατί φοβόταν κι αυτή, μοναχές σ' ένα ολόκληρο σπίτι. Θυμάμαι τώρα ένα άλλο περιστατικό και απορώ πώς το είχα ξεχάσει: Κάποιο βράδυ, είχαμε πάει με τη φίλη μου αυτή για να φάμε σε ένα μικρό εστιατόριο κοντά στο σπίτι μου. Μπαίνοντας μέσα, παρατηρώ, προς μεγάλη μου απελπισία μέσα από τα κεφάλια, ότι αυτός ο τύπος που σάς είπα προηγουμένως καθόταν σ' ένα τραπεζάκι, μόνος, κι έτρωγε. Όταν είδε ότι τον είδα που με είδε, έκανε απότομα τον εντελώς αδιάφορο και άρχισε να διαβάζει, απορροφημένος δήθεν, μία εφημερίδα που είχε διπλωμένη πλάι στο πιάτο του, ενώ συγχρόνως μασούσε. Έπειτ' από λίγο, όμως, δε βάστηξε (τον είδα που δυσανασχετούσε κάτω από την παρουσία τη δική μου) κι αφού παράτησε την εφημερίδα άρχισε να με περιεργάζεται σκανδαλωδώς, μέχρι που μου ήταν αδύνατο να υποφέρω άλλο τις ματιές του, παρ' όλο που τον κοιτούσα κι εγώ, από δικό μου λογαριασμό, μαγνητισμένη σαν να αντίκριζα κανένα φίδι. Κατόρθωσα παρ' όλα αυτά και προσποιήθηκα κι εγώ την αδιάφορη και ότι ήμουνα απασχολημένη με το φαΐ, που μάς είχε φέρει εντωμεταξύ το γκαρσόνι, ενώ με τρόπο είπα στη φίλη μου να μην κοιτάξει προς τα εκεί, αλλά αυτό κι αυτό -και της εξήγησα πως ήταν αυτός που με παρακολουθούσε. Η φίλη μου, όμως, που είχε απαυδήσει να της λέω τέτοιες ιστορίες, φανταστικές κατά τη γνώμη της (όπως μου εξομολογήθηκε μετά τον πόλεμο, τις χαρακτήριζε έτσι για να με συνεφέρει, πράγμα που ήταν σαν να επισφράγιζε τους φόβους μου, γιατί το καταλάβαινα αυτό), ξέσπασε σε διαβεβαιώσεις ότι δε με παρακολουθούσε κανένας, ότι επρόκειτο για συμπτώσεις, που τις προκαλούσα εγώ κ.λπ., και κατέληξε: «Αν θέλεις, για να σου δείξω πόσο νοσηρή φαντασία έχεις», (τα έλεγε αυτά με πραγματική αγανάκτηση, γιατί το ομολογώ ότι μερικές φορές καταντούσα ανυπόφορη), «μπορούμε να κάνουμε ένα τέχνασμα. Θα καλέσουμε αμέσως το γκαρσόνι, θα τον πληρώσουμε και θα σηκωθούμε με σπουδή να φύγουμε. Όπως βλέπεις, αυτός ακόμα τρώει. Αν είναι ένοχος και πραγματικά σε υποβλέπει, θα κάνει το παν, όταν μάς ιδεί να φεύγουμε, για να παρατήσει το φαΐ, χωρίς καν να προφτάσει να πληρώσει, ώστε να μας παρακολουθήσει. Αν όμως μείνει αδιάφορος, θα αποδειχθεί αυτό που λέω». Εγώ, βέβαια, ισχυρίστηκα ότι με την πράξη μας αυτή θα τον έκανα, περισσότερο παρά ποτέ, να πιστέψει ότι ήμουνα ένοχη, εκεί που έως τώρα δεν είχε τουλάχιστον στοιχεία, και ότι πήγαινα να του ξεφύγω, επιδεινώνοντας έτσι τη θέση μου. Τελικά, όμως, για να τού διαλύσω και τις υποψίες που φοβήθηκα ότι θα τού είχα προκαλέσει με την έξαψη με την οποία έλεγα της φίλης μου αυτά, δέχτηκα και κάναμε αυτό που είπε. Το ομολογώ ότι όχι μόνο η αναχώρησή μας δεν τού έκανε την παραμικρή εντύπωση, αλλά και, όπως βγαίναμε από την πόρτα, έριξα με τρόπο μια ματιά προς το τραπέζι του, μα αυτός για μια ακόμη φορά ήταν απορροφημένος από την εφημερίδα του, και ούτε καν έδειχνε να έχει το νου του σε εμένα, ή σε κανέναν άλλον. Το συμβάν αυτό προς στιγμή μ' ετόνωσε· αλλά αμέσως μετά, όταν είχα επιστρέψει στο σπίτι, άρχισα να λέω πως δεν ήταν παρά ένας σατανικός υποκριτής, και οι φόβοι άρχισαν για μια ακόμη φορά να με πολιορκούν, και μάλιστα χειρότερα από άλλοτε.
Η ίδια αυτή η φίλη μου, επειδή μ' έβλεπε να υποφέρω, μού είπε ένα βράδυ στο κρεβάτι πως θα τα κανόνιζε να μ' εφοδιάσει μ' ένα χαρτί -δεν ξέρω πού το βρήκε- που δε θα φοβόμουνα κανέναν. Το χαρτί αυτό έλεγε σε τρεις γλώσσες: γερμανικά, αγγλικά και γαλλικά, ότι, ενώ ο μπαμπάς μου ήταν Εβραίος, η μαμά μου ήταν καθολικιά αφοσιωμένη, όπως κι εγώ, και με αποδείξεις, και πως δεν είχα ιδέα από την εβραϊκή θρησκεία, όπως και πραγματικά, γιατί ο μπαμπάς μου είχε πεθάνει νωρίς· το μόνο πράγμα που απέμενε στο σπίτι μας για να θυμίζει την παρουσία του ήταν ένα κηροπήγιο με εννέα σκέλη, που συμβολίζει τον ιουδαϊσμό, αλλά και αυτό ακόμα είχε καταλήξει στο υπόγειο, με κάτι σκουριασμένα εργαλεία και άλλα μόμπιλα, δίπλα στα κάρβουνα του καλοριφέρ. Με το χαρτί αυτό κρυμμένο στον κόρφο μου, άρχισα να πηγαίνω κρυφά στις διάφορες μυστικές οργανώσεις, και να τους παρακαλάω να με προστατέψουνε και να μου πούνε τι να κάνω -και με τρόπο τούς έδινα να καταλάβουν πως θα πλήρωνα. Αλλά όλοι μου λέγανε, μουδιασμένοι, αλλά με κάθε ευγένεια βέβαια -και μάλιστα ένας με κράτησε θυμάμαι, στο γραφείο του ένα ολόκληρο απόγιομμα, μέχρι που φοβήθηκα μήπως είχε άλλες βλέψεις, αλλά ευτυχώς στάθηκε στο ύψος του, αν και έδειχνε, μέχρι την τελευταία στιγμή που με χαιρετούσε, πως κάτι υπόλοιπο του άφηνα- ότι δεν ήταν αυτοί οι αρμόδιοι, ότι θα ήθελαν να με βοηθήσουν αλλά δεν είχαν τα μέσα, κλπ. Μ' αυτό, όπως κατάλαβα, εννοούσαν ότι μπορούσε κάλλιστα να ήμουνα καμία σπιούνα, γιατί, από τον πολύ φόβο που είχα, αισθανόμουνα σαν ένοχη, πράγμα που ερμήνευαν αυτοί με τον τρόπο που τους επέβαλλε ο δικός τους φόβος, και με το δίκιο τους άλλωστε. Σκέφτηκα να πιάσω να φύγω και να πάω ή στην Ελβετία, στη Ζυρίχη, που είχαμε κάτι συγγενείς του μπαμπά μου, πλούσιους κι αυτούς, ή να έρθω εδώ, αλλά φοβόμουνα να φύγω μόνη. Άλλες, πάλι, φορές έπαιρνα θάρρος από τυχαία περιστατικά -πότε γιατί αυτός με το καβουράκι έκανε μέρες να φανεί στη γωνία, πότε γιατί, ενώ στεκόταν στη γωνία, ερχόταν ένας και τον έπαιρνε και φεύγανε αμέσως, δημιουργώντας μου με το ύφος τους την αδιάσειστη πεποίθηση πως είχαν αλλού δουλειά, πότε γιατί επέκειτο αλλαγή εποχής, πράγμα που μου μεταδίδει πάντοτε μια ευχάριστη απαντοχή -και όλο ανέβαλλα. Δε βρίσκω λέξεις να σάς περιγράψω την αγαλλίαση που περνούσα μερικές φορές με τη σκέψη, που καλλιεργούσα μόνη μου, ιδίως το βράδυ, στο κρεβάτι, ότι όλοι οι φόβοι μου ήσαν αδικαιολόγητοι. Έφτανα στο σημείο να καλοτυχίζω τον εαυτό μου που περνούσε αυτά τα μαρτύρια, μόνο και μόνο επειδή κατόπι ζούσα τις ευχάριστες αυτές στιγμές. Δεν πρόφτανε, όμως, να περάσει λίγος καιρός, και ξαναβυθιζόμουνα στο παλαιό μου άγχος, που είχε καταντήσει πλέον έξη. Μ' αυτό το πλάκωμα στο στήθος κοιμόμουνα, και μ' αυτό ξυπνούσα το πρωί, ή βαθιά μέσα στη νύχτα, από εφιάλτες.
2
[Την πιάνουν ένα απομεσήμερο, και την ανακρίνουν]
Πέρασα έτσι ατέλειωτους μήνες αγωνίας. Ένα απομεσήμερο Κυριακής, με λιακάδα, που επέστρεφα από το νεκροταφείο, όπως πήγαινα να στρίψω από μία ερημική πάροδο, για να φτάσω από τη συντομότερη απόσταση στο σπίτι μου, με σταματήσανε δύο ομολογουμένως ευγενέστατοι κύριοι, που βρέθηκαν μπροστά μου σαν από μηχανής θεοί, ενώ όπως απεδείχθη με παρακολουθούσαν επί ώρες, και μού είπαν, γιατί να πάω σπίτι μου με τα πόδια, αφού είχανε αυτοί ωραίο αυτοκίνητο. Εγώ, θες επειδή δελεάστηκα από το αυτοκίνητο που μού έδειξαν πιο πέρα, και απ' το παρουσιαστικό τους, θες επειδή δεν μπορώ να πω όχι όταν μου φέρονται μ' ευγένεια, δέχτηκα χωρίς να μιλήσω καθόλου, και μπήκα μέσα. Δεν μού πέρασε από το νου, του βλάκα, να τους έλεγα πως το σπίτι μου ήταν τέσσερις γωνίες από εκεί (όπως και πραγματικά). Αλλά αυτά τα σκέφτεται κανείς εκ των υστέρων. Αμέσως όταν ξεκίνησε το αυτοκίνητο -τότε μόνο κατάλαβα πού επρόκειτο να με πάνε, αλλά ήταν αδύνατο ν' αντισταθώ. Άλλωστε, τι είδους αντίσταση να έφερνα -που είχα γίνει κιόλας έρμαιο· είχα λιώσει από τον τρόμο, και ήμουνα σα ζυμάρι. Θυμάμαι ότι το αυτοκίνητο όλο έκανε απότομες στροφές, και άκουγα τα λάστιχα, που στρίγγλιζαν στην επαφή τους με την άσφαλτο, ενώ το σώμα μου μπάταρε, πότε προς το παράθυρο, και πότε προς την αγκαλιά του συνοδού μου, ο οποίος είχε το θράσος, (καθόμαστε στο πίσω κάθισμα), να μού πιάνει κατευναστικά το χέρι με τα ιδρωμένα χέρια του, και να μού λέει ένα σωρό αηδίες. Τελικά σταματήσαμε σ' ένα μέγαρο και με μπάσανε, πιασμένη αγκαζέ, σ' έναν τεράστιο προθάλαμο, όπου κυκλοφορούσαν διάφοροι στρατιωτικοί, μέχρι που με μπάσανε σ' ένα γραφείο, τεράστιο κι αυτό, και με καθίσανε στα δέρματα μιας πολυθρόνας. Βρέθηκα αντιμέτωπη μ' έναν αξιωματικό, που μόλις εκείνη τη στιγμή τελείωνε κάποιο έγγραφο που μελετούσε. Προτού προφτάσω να το παρατηρήσω αυτό (στο μεταξύ οι άλλοι δύο είχανε φύγει, αφού ανταλλάξανε ένα σιωπηρό χαιρετισμό με τον αξιωματικό), ζαλισμένη κιόλας όπως ήμουνα από το αυτοκίνητο, άφησε το έγγραφο στο γραφείο του, μού άνοιξε μια τσιγαροθήκη, και μού πρόσφερε με χαμόγελο τσιγάρο. Εγώ, βέβαια, είπα «ευχαριστώ, δεν καπνίζω» (δεν εκάπνιζα τότε γιατί ήμουνα μικρή). Με το να μού το πει αυτό, με τρόπο που ήταν σαν να μην τον ενδιέφερε η παρουσία μου καθόλου, δεν ξέρω γιατί μου μετάδωσε αμέσως την αίσθηση πως αναλόγως τα βάσανά μου είχαν τελειώσει, και ότι άλλο τίποτα ήταν απίθανο να πάθω. Θυμάμαι, μάλιστα, που σκέφτηκα ότι να το 'ξερα να μη βαρυγγομούσα τόσους και τόσους μήνες κάτω από το φάσμα της στιγμής αυτής, που αντιμετώπιζα τώρα. Αφού άναψε αυτός ένα, και σκέφτηκε για λίγο, άρχισε να μού λέει, εντελώς συμβατικά, να τού πω ό,τι ξέρω, και ότι αν φανώ λογική και δεν τον παιδέψω, θα έχω την προστασία του, και δε θα με πειράξει κανείς· ενώ, αν άρχιζα να τού λέω ψέματα, και να παραπαίω, θα είχα την τύχη των άλλων (εννοώντας μ' αυτό ότι θα μού κάνανε βασανιστήρια). Εγώ, από το αδιάφορο ύφος που εξακολουθούσε να έχει, δεν πολυπίστεψα τα λόγια του, και αγανακτισμένη κιόλας με ό,τι τράβηξα στο αυτοκίνητο, τού απάντησα με θράσος πως δεν είχα ιδέα, δεν ήξερα τι εννοούσε, όπως και δεν ήξερα, σάς διαβεβαιώ γι' αυτό -άλλωστε γιατί να σάς το κρύψω. Τον διαβεβαίωσα πως εγώ ήμουνα καθολικιά, κλπ., αλλά αυτός ο απαίσιος (γιατί είχε αρχίσει να συγκεντρώνει την προσοχή του σ' εμένα), μ' ένα χαμόγελο στα χείλη που μ' εκνεύριζε, και μού 'ρχόταν να τον φτύσω, δε με πίστευε, παρά μού έλεγε πως είχανε πληροφορίες (και για να με πείσει φυλλομετρούσε κάτι ψιλά χαρτιά, γραμμένα με τη γραφομηχανή, και υπογραμμισμένα κοντά - κοντά με κόκκινο μολύβι, δίνοντάς μου την εντύπωση πως τα είχε εξετάσει, μαζί με άλλους, πριν με πιάσουνε) -ότι είχανε πληροφορίες πως δήθεν πήγαινα ταχτικά στην εκκλησία και έκανα τη θεοφοβούμενη, γιατί να παραστήσω την καθολικιά, ενώ πρώτα δεν πάταγα το πόδι μου- ψέμα, γιατί εγώ πήγαινα πάντοτε στην εκκλησία. Το ομολογώ ότι μερικά απ' αυτά μού τα έλεγε με τον πιο μειλίχιο τρόπο, σχεδόν σα να ήταν απολογούμενος, σε σημείο που κάθε τόσο έπαυα να ανησυχώ, με την πεποίθηση ότι η ανάκριση ήταν τυπική, και ότι σε λίγο θα βρισκόμουνα στο σπίτι μου. Αλλά εκείνο που μ' έκανε έξω φρενών, ήταν ότι προτού προφτάσω καν να αισθανθώ ευγνωμοσύνη για τη στάση του, (είχε σε μερικές στιγμές τη συμπεριφορά του πιο άδολου ανθρώπου του κόσμου) -στα καλά καθούμενα γινόταν σωστό τέρας, άναβε με το παραμικρό, γκρίνιαζε σα να τού είχανε πάρει τα παιγνίδια, και δεν υπήρχε στη Γη ον που να σιχαίνομαι και να μισώ περισσότερο. Αυτό συνέβη αρκετές φορές, όσο με ανάκρινε. Αμέσως μετά, μετέπιπτε στην προηγούμενη κατάσταση, των μειδιαμάτων κλπ, πράγμα που μού έφερνε ακόμα μεγαλύτερη αηδία, αλλά, δεν ξέρω πώς, άρχιζα μετά από λίγο να τον συγχωρώ, και να αισθάνομαι πάλι ευγνωμοσύνη γι' αυτόν. Θα φαντάζεστε τη λύσσα μου, όταν ξαναγύριζε μετά στην παλιά του ταχτική. Επίσης, με οδηγούσε στα όρια της τρέλας η διαπίστωση ότι με είχε του χεριού του, και ότι μπορούσε, αυτός μόνος μέσα σ' ολόκληρο τον κόσμο, χωρίς την επέμβαση άλλου, και δίχως την ελπίδα σωτηρίας, να με κάνει ό,τι ήθελε. Παρατηρούσα, επίσης, ότι συνεχώς είχε το φόβο μήπως, με τα δήθεν ψέματα, θίξω την υπόληψη και τα συμφέροντα, όχι της υπηρεσίας που αντιπροσώπευε (πράγμα που, σάς ορκίζομαι, θα εκτιμούσα), αλλά του τομαριού του δικού του - μήπως τον «πιάσω κορόιδο», κλπ. Όλα αυτά, πολύ με ερέθιζαν, ιδίως επειδή δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Η ανάκριση εστράφη γύρω από τη φυλετική μου καταγωγή. Θυμάμαι που μού είπε σε μια στιγμή, μ' εκείνο το χαμόγελο που είναι όλο υποκρισία, ότι, αφού δεν είμαι Εβραιοπούλα, τότε γιατί το δέρμα μου είναι μελαχρινό, και έχω όλα τα χαρακτηριστικά της φυλής αυτής· υπόθεση γελοία, γιατί εννοούσε αυτές τις μικρές φακίδες, που έχω στο πρόσωπο, κι εδώ, στα χέρια, αλλά και σ' όλόκληρο το κορμί -ενώ αυτές τις φακίδες τις έχει όλος ο κόσμος. Και άλλωστε, όπως τού είπα, αυτά τα είχα κληρονομήσει από τη μαμά μου, γιατί αυτή ήταν μελαχρινή -ο μπαμπάς μου είχε λευκά χαρακτηριστικά, και ήταν κατάξανθος, σα Γερμανός (όπως και πραγματικά· θα σάς δείξω στο δωμάτιό μου φωτογραφία). Αλλά αυτός, πού να με πιστέψει.
Έπειτα απ' όλα αυτά, είχα κυριολεκτικά σκυλιάσει από την αγανάκτηση και την αδυναμία μου να τον πείσω. Συνέχισε να με τυραννάει έτσι μέχρι αργά το απόγιομα. Δεν τον απασχολούσα, βέβαια, μόνο εγώ, γιατί κάθε τόσο μάς διέκοπταν διάφοροι υποδεέστεροι αξιωματικοί, που έμπαιναν για να τού δώσουν έγγραφα, ενώ τού ψιθύριζαν κάτι, που δε μπορούσε να συλλάβει καθαρά τ' αυτί μου, εκτός από μερικές λέξεις που κατά σύμπτωση ήταν ανούσιες. Κάθε τόσο, όπως τού μιλούσαν, έστελναν μία κλεφτή ματιά προς εμένα, με τρόπο σαν αυτό που έλεγαν να με αφορούσε -ενώ δεν επρόκειτο γι' αυτό, και το καταλάβαινα αυτό από την έκφρασή τους, όπως επέστρεφαν προς την πόρτα. Το απεχθέστερο ήταν ότι κατά σύμπτωση μάς διέκοπταν τη στιγμή που μόλις επρόκειτο να ολοκληρώσω ένα ένα επιχείρημά μου, που ήμουνα βέβαιη ότι θα τον έπειθε -ενώ, όπως έρχονταν τα πράγματα, ατονούσε όταν αυτοί έφευγαν και ξεχνούσα πού είχα σταματήσει, αλλά ούτε και αυτός είχε τη διάθεση να με προσέξει και πιστέψει. Έπειτα άρχιζαν τα τηλεφωνήματα και, όπως μιλούσε στο τηλέφωνο, στύλωνε το μάτι του επάνω μου με αφηρημάδα αλλά επίμονα, σα να φορούσε μονύελο, σε σημείο που μού 'φερνε αμηχανία. Δεν ήξερα τι να μαντέψω με τη στάση του. Για να γλιτώσω, πλανούσα τα μάτια μου στα σκαλίσματα του ξύλου του γραφείου του, ή στην οροφή, που ήταν διακοσμημένη με διάφορα ροδοκόκκινα βρέφη, άνθη και τσαμπιά από σταφύλια, συμμετρικά ζωγραφισμένα όλα, με βάθος γαλάζιο τ' ουρανού. Όλο αυτό το διάστημα είχα το αυτί μου οπλισμένο προς αυτόν, για ν' ανακαλύψω μήπως έλεγε τίποτα για μένα, αλλά βέβαια παρίστανα την αδιάφορη και ότι το μυαλό μου έτρεχε αλλού. Επίσης κρέμονταν από την οροφή, όπως και από την οροφή της εισόδου, όταν με μπάζανε, ωραίοι πολυέλαιοι, κρυστάλλινοι, που πάντοτε μού μεταδίδουν την αίσθηση πως σε λίγο θα γκρεμιστούν και θα πλακώσουν αυτούς που είναι από κάτω.
Σε μια στιγμή άρχισε να σκοτεινιάζει και ήρθε ένας υποκόμος, με στρατιωτική κιλότα, αλλά με άσπρο σακάκι γκαρσονιού και, αφού έσυρε καλά όλες τις κουρτίνες, άναψε τα φώτα. Τότε αυτός σηκώθηκε από τη θέση του και μού είπε πως είχε απαυδήσει να προσπαθεί να με βοηθήσει κι εγώ να τού λέω όλο ψέματα και πως από απερισκεψία δική μου θα μ' έριχνε στη φυλακή. Εγώ, αγανακτισμένη με τη διαπίστωση ότι πλησίαζε το τέλος μου και πως ό,τι και να έλεγα για ν' αμυνθώ θα ήταν μάταιο, ξέσπασα σε φωνές υστερικές, που ούτε κι εγώ ήξερα τι έλεγα. Τηλεφώνησε αμέσως με νείκος, ενώ έπαιρνε το πηλίκιό του και τα γάντια του, και ήρθαν και με πήραν δύο στρατιώτες. Μέσα από κάτι διαδρόμους, πλατιούς όπως αυτός ο δρόμος και φωταγωγημένους από τους πολυέλαιους που σάς είπα, με οδήγησαν σ' ένα μεγάλο δωμάτιο, που ήταν ακριβώς το ίδιο με το γραφείο του αξιωματικού, με τις ίδιες διακοσμήσεις στην οροφή, τους πολυέλαιους, κλπ. Μόνο που αυτό ήταν χωρισμένο με πρόχειρο μονότοιχο, που έφτανε λίγο απάνω από τα κεφάλια μας, σε κελιά. Τα παράθυρα τα είχαν φράξει με τσιμέντο. Φως είχαμε μόνο από τους πολυέλαιους, που έκαιγαν νύχτα - μέρα. Από το δρόμο δεν ερχόταν ο παραμικρός θόρυβος, παρά μόνο συνεχώς τα πατήματα ακούγαμε των στρατιωτών στο διάδρομο, ή κανένα βήξιμο, ή στεναγμό από τις άλλες γυναίκες, στα κελιά. Στην αρχή, ιδίως όταν πρωτομπήκα, μού ήταν αδύνατο να υποφέρω μια διάχυτη οσμή από σώματα, ανάμικτη με απολυμαντικά. Επίσης πέρασα μαρτύρια το πρώτο βράδυ, που έμεινα εντελώς άγρυπνη και, όταν, κατά τα χαράματα, τον πήρα λίγο, με ξύπνησαν οι μιλιές των άλλων γυναικών και τα πατήματα των στρατιωτών και δε μπορούσα να κοιμηθώ άλλο. Έμεινα έτσι, κλεισμένη στο ίδιο κελί και με τα ίδια ρούχα που φορούσα εκείνη την Κυριακή, κάπου δύο χρόνια -είκοσι δύο μήνες και κάτι μέρες με την ακρίβεια (έχω βαστήξει την ημερομηνία). Στην αρχή, όλο και βαυκαλιζόμουνα με την ελπίδα πως με είχαν κλείσει εκεί μέχρι που να σκεφτούν την περίπτωσή μου και να με ξανακαλέσουν. Έφερνα τη μορφή του αξιωματικού στη φαντασία μου, προσπαθώντας να μαντέψω τι εννοούσε μ' αυτά που μού 'χε πει και κατέληγα πάντοτε στο συμπέρασμα, που με γιόμιζε με μια γλυκιά ελπίδα και με νανούριζε στο στρώμα μου, στο πάτωμα, ότι αυτά που μού 'χε πει, ότι θα μ' έριχνε στη φυλακή, τα είχε πει έτσι, για να με τρομάξει. Και όμως, έτσι πέρασε ο καιρός. Όλο αυτό το διάστημα δεν ασχολήθηκε μ' εμένα κανένας και μάταια περίμενα να έρθουνε να με καλέσουνε, όταν άκουγα, την πόρτα που επικοινωνούσε με το διάδρομο, να την ξεκλειδώνουν. Ούτε βασανιστήρια μού κάνανε εμένα· αυτό το ομολογώ. Τα νύχια μου που τα βλέπετε έτσι, μικρά και χωμένα στο κρέας, είναι από τη μανία που έχω από μικρή να τα μασάω -όχι από βασανιστήρια, όπως νόμισε κάποιος άλλος, όταν τού διηγιόμουνα την ίδια ιστορία. Το μόνο πράγμα που με βασάνιζε αιωνίως -αν μπορεί αυτό να εννοηθεί βασανιστήριο- και ήταν αδύνατο να συνηθίσω, ήταν τα φώτα από τους πολυέλαιους. Βασανιστήριο σωστό είχε καταντήσει και η μανία που είχα να περιεργάζομαι συνεχώς τις διάφορες κηλίδες από λέρα στους τοίχους και επίσης τις αφηρημένες φιγούρες και επιγραφές που είχανε κάνει οι προκάτοχοί μου με μολύβι. Στις φιγούρες αυτές απέδιδα την ταυτότητα βουνών, ποταμιών, λουλουδιών, ανθρώπινων μορφών κλπ, πράγμα που μού συνέβαινε και όταν ήμουνα μικρή με τα σύννεφα στον ουρανό, όπως μια φορά είχα ιδεί αλάνθαστα το άρμα του Φαέθοντα. Παρατηρούσα ότι αρχικά οι φιγούρες αυτές δεν σχημάτιζαν τίποτα το συγκεκριμένο. Μόνο όταν συγκέντρωνα την προσοχή μου άρχιζαν να αποκτάνε οντότητα. Όταν πλέον έφτανα στα όρια του παροξυσμού, εξαφανίζονταν οι σκηνές που σάς είπα, αλλά ξαναεπέστρεφαν. Είχα εξοικειωθεί πλέον με τις σκηνές αυτές, και κάθε φορά που συγκέντρωνα την προσοχή μου στους τοίχους, ήξερα πού ακριβώς ήταν η μία, και πού η άλλη.
3
Την ελευθερώνουν μια Κυριακή βράδυ
Η ώρα της λευτεριάς μου ήρθε εκεί που δεν το περίμενα. Δηλαδή, όπως συνέβη και όταν με πιάσανε, και κατά σύμπτωση ήταν πάλι Κυριακή, όπως διαπίστωσα μετά. Ένα βράδυ κατά τις οκτώ, ό,τι ετοιμαζόμουνα να πλαγιάσω στο χορταρένιο στρώμα μου, στο παρκέ -αυτό που σάς λέω συνέβη αρκετό καιρό πριν μπουν τα ρωσικά στρατεύματα· θα σάς μιλήσω και γι' αυτούς μετά - άκουσα το κλειδί στην πόρτα μου, και μπήκε ένας γεραλέος στρατιώτης με τρεις σαρδέλες στο μανίκι, ο οποίος άρχισε να μού λέει ένα σωρό αηδίες, που κυριολεκτικά με κάνανε να τον σιχαθώ, κυρίως επειδή δε μπορούσα να καταλάβω τι μού έβρισκε. Από την πολλή ανηλιασιά, την απλυσιά, την κακή δίαιτα, και τις ανώμαλες οργανικές λειτουργίες, που καλύτερα να σάς αφήσω να μαντέψετε, το κρέας μου, παρ' όλο που μετά επανήλθε βέβαια στη φυσιολογική του υφή, είχε αγριέψει, οι πόροι στο πρόσωπό μου είχαν ανοίξει, και είχε φυτρώσει σ' όλη μου την επιδερμίδα ένα χνούδι, σα γενάκι. Είχα βγάλει και σπυριά, κάτι κόκκινα, σα δοθιήνες, που υποχωρούσαν μόνα τους όταν ήταν άγουρα ακόμα, και ξαναφύτρωναν. Χωρίς πολλές διατυπώσεις, μού είπε να μαζέψω τα πράγματά μου, και να τον ακολουθήσω. Παρατήρησα, όμως, ότι παρ' όλο που συνεχώς μ' έτρωγε με τα μάτια, όπως με συνόδευε από το φωταγωγημένο διάδρομο -είμαστε μόνοι στο διάδρομο- δε φοβόταν μήπως του ξεφύγω, ούτε ήταν οπλισμένος· ήταν μάλλον των γραφείων. Όταν πλέον φτάσαμε στην πύλη, που την έφραζαν δύο φρουροί, οπλισμένοι αυτοί, μού είπε πως είμαι ελεύθερη να φύγω και να πάω όπου θέλω, αλλά να προσέχω.
Βγαίνοντας στα σκοτάδια, μ' εκείνο το διαπεραστικό κρύο που έκανε, δύσκολα μπορούσα να πάρω τα βήματά μου. Είχα ξεσυνηθίσει, και αισθανόμουνα ένα μούδιασμα σ' όλο μου το κορμί, όπως όταν σηκωνόμαστε από αρρώστια. Ήμουνα με τα ίδια ρούχα που φορούσα εκείνη την Κυριακή, που είχαν φθαρεί πια και ξεθωριάσει, και τα φορούσα κατάσαρκα, γιατί τα εσώρουχά μου είχαν λιώσει σχεδόν όλα. Βρέθηκα σε κάτι δρόμους στενούς, με σπίτια τετραώροφα, που τα έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Δεν ήξερα πού να πάω για να μείνω. Να πήγαινα στο σπίτι μου, ήταν αδύνατο, γιατί ήξερα ότι θα το είχανε πιάσει αυτοί. Σε συγγενείς, πάλι, ούτε λόγος να γινόταν για να πήγαινα, έπειτα από την αισχρή συμπεριφορά όλων. Γιατί άμα με πιάσει το πείσμα δεν υπολογίζω ούτε την ίδια μου τη ζωή - προτιμούσα να πεθάνω από το κρύο και την πείνα, παρά να πάω να τους δω. Σκεφτείτε ότι στην κηδεία της μαμάς μου δεν παραβρέθηκε κανείς. Σκέφτηκα να πήγαινα σ' εκείνης της φίλης μου, αλλά έπεφτε πολύ μακριά. Τελικά, τρομαγμένη από κάποιο περιστατικό στο δρόμο -άκουσα φωνές στρατιωτών, μεθυσμένων, και ευτυχώς που πρόλαβα και κρύφτηκα πίσω από ένα περίπτερο- πήρα την απόφαση, γιατί δεν άντεχα άλλο να περιπλανιέμαι, και χτύπησα σε μία πόρτα, με σκοπό να τους παρακαλέσω να μ' αφήσουνε να κοιμηθώ, έστω και κάτω από τη σκάλα. Κατά καλή μου τύχη (όπως πίστεψα στην αρχή), απεδείχθη ότι στο σπίτι αυτό τους είχα γνωρίσει σε κάποιο πάρτι, παλαιά, αλλά αυτοί, όταν, μ' έκπληξη και ευγνωμοσύνη προς την τύχη μου, πήγα να τους δηλώσω γνωριμία, έκαναν πως δεν με αναγνωρίζανε, λέγοντάς μου ότι δήθεν τους έπαιζα κωμωδία, και ότι ο καιρός δεν ήταν για τέτοια -ενώ ήξερα, όπως το 'ξεραν βέβαια και αυτοί, πως αυτοί ήταν που έπαιζαν κωμωδία, όχι εγώ, μέχρι που μού 'ρθε να τους αφήσω και να φύγω, αλλά από το ένα μέρος ντρεπόμουνα να τους βάλω σε δύσκολη θέση, κι από τ' άλλο με τρόμαζε το άγνωστο που θα συναντούσα στους δρόμους. Μού έστρωσαν και κοιμήθηκα, με κατεβασμένα τα μούτρα, και με μουρμουρητά, στην κουζίνα, με τις κατσαρίδες, σαν να ήμουνα καμία απόκληρη. Το πρωί, κατά τα χαράματα, σηκώθηκα κι εγώ, κι αφού έφαγα όσο μπορούσα, από φαΐ που βρήκα σε μια χύτρα από το περασμένο βράδυ, έπιασα κι έφυγα από την πόρτα της κουζίνας. Δεν εχαιρέτησα, ούτε ευχαρίστησα κανέναν, γιατί τι είδους ευχαριστήσεις να έκανα. Ξέχασα να σάς πω ότι προτού φύγω έκλεψα και μια ρόμπα, που κρεμόταν πίσω από την πόρτα της κουζίνας, και τη φόρεσα μέσα από τα ρούχα μου, για να μού κρατάει ζέστα. Από κείνη την ημέρα γύριζα, πάντοτε τη νύχτα, από σπίτι σε σπίτι, όχι μόνο γιατί όλοι μού έκαναν την παραμονή μου δύσκολη και μού φέρονταν ψυχρά και με ελεεινές υπεκφυγές, αλλά γιατί φοβόμουνα κιόλας μήπως είχαν παρακολουθήσει τα ίχνη μου και τους κάπνιζε να με πιάσουν πάλι, οπότε δε σωζόμουνα. Στο δρόμο κυκλοφορούσα μόνο νύχτα. Από τους γνωστούς μου δρόμους, που με τόση λαχτάρα νοσταλγούσα στη φυλακή, δεν πέρασα ποτέ, γιατί η φορά των γεγονότων με είχε ρίξει μακριά από τη συνοικία τη δική μας· είχα αγκυροβολήσει εκεί που βρέθηκα, και φοβόμουνα να παρεκκλίνω. Κατέληξα τις τελευταίες μέρες, μόλις πριν συμβεί αυτό που θα σάς πω σε λίγο, σε κάτι εγκαταλειμμένα κτίρια, στην εμπορική συνοικία ενός προαστίου της Βιέννης, που έλειπαν οι πόρτες και τα παράθυρα από πυρκαγιά, και έμεναν μόνο τα κουφάρια. Έτρωγα ό,τι έβρισκα, μερικές φορές από τα σκουπίδια, ή από κλεψιές που έκανα σε κάποια υπαίθρια λαχαναγορά που ήταν εκεί κοντά. Έκλεβα κυρίως λαχανικά, φρούτα, κ.λπ., που κατόρθωνα και τραβούσα με το χέρι μου μέσα από τους μουσαμάδες, με τους οποίους ήταν τυλιγμένα. Περιττό να σάς περιγράψω τον τρόμο που περνούσα τα βράδια, όχι τόσο από τους στρατιώτες, όσο από τους αλήτες. Κατόρθωνα, όμως, και κρυβόμουνα. Έμενα σε κάποιο δωμάτιο, που ήταν σαν κουζίνες ζαχαροπλαστείου. Ευτυχώς που έκανε καλό καιρό, γιατί ξέχασα να σάς πω ότι ήταν άνοιξη. Αλλά ας μη σάς κουράζω με λεπτομέρειες.
4
Βρίσκει ωραίο καταφύγιο στην εξοχή
Ένα βράδυ, κάπου δυο εβδομάδες μετά την απόλυσή μου, όπως γύριζα στα χαλάσματα από τη λαχαναγορά, απελπισμένη που δεν είχα βρει σχεδόν τίποτα για να κλέψω, μού ήρθε ξαφνικά η ιδέα να πάω να ζητήσω καταφύγιο σε κάποιας θείας μου, σ' ένα χωριό έξω απ' τη Βιέννη. Με φουσκωμένα τα πνεμόνια μου από χαρά και απαντοχή, απόρησα πώς τόσον καιρό δεν μού 'χε περάσει από το νου αυτή η σκέψη, ούτε και στη φυλακή ακόμα· αλλά η κατάστασή μου ήταν τέτοια, που δεν καταλάβαινα ούτε και την κατάντια μου ακόμα. Το μυαλό μου είχε σταματήσει, και το μόνο μου κίνητρο ήτανε το ένστικτο, που ενεργούσε αυτό για μένα, σαν μηχανισμός που τον έχουνε κουρδίσει. Η θεία μου, όμως, αυτή (ήταν αδερφή της μαμάς μου· οι συγγενείς του μπαμπά μου ήταν όλοι στη Διασπορά), μάς μισούσε, και ιδίως τη μαμά μου, που είχε καταδεχτεί να παντρευτεί έναν αλλόθρησκο. Το κυριότερο ήταν, βέβαια, ότι μάς ζήλευε κιόλας, γιατί ομολογουμένως εμείς ζούσαμε σα βασιλοπούλες -ούτε σύγκριση με τη ζωή που κάνανε αυτοί στο χωριό. Δεν είχανε παιδιά, ήταν άκληροι. Ζούσανε στο αγροτικό τους σπίτι, απομονωμένοι· γιατί, ενώ ήτανε χωριό, τα σπίτια ήταν απομακρυσμένα το ένα από το άλλο, και ιδίως το χειμώνα, με τα χιόνια, έμεναν αποκλεισμένοι. Μόνο δύο φορές πηγαίνανε στη Βιέννη: μία για να κανονίσουνε να πουληθούν οι σοδειές, τον Αύγουστο, και μία το Πάσχα, σε κάποια γιορτή που γινότανε, των παλαιών πολεμιστών. Τον άλλο καιρό τον περνούσαν στα χτήματα. Όταν πήγα, μού έδειξαν καταπληκτική καλοσύνη και στοργή. Δεν ξέρω, βέβαια, αν το ενόμισα εγώ αυτό, έπειτα από τις πρόσφατες κακουχίες που είχα περάσει· γιατί μέχρι να φτάσω, μέσα από χωράφια, παγωνιές, κ.λπ., πέρασα στο δρόμο μου άλλη Οδύσσεια. Η θεία μου μού είπε με φρίκη να πετάξω αυτά που φορούσα στα σκουπίδια, και μού 'δωσε κάτι μεταξωτά δικά της, μπλούζες, φούστες, ένα σταυρό χρυσό, και κάτι ωραία κεντητά ζιπουνάκια, που 'χε να τα φορέσει χρόνια, και μύριζαν από τη ντουλάπα και τις ναφθαλίνες, και μού πήγαιναν ωραία όλα, γιατί μού τα στένεψε μόνη της στο σώμα μου. Σάς τα λέω αυτά με πολλή νοσταλγία. Φτάνω στο σημείο να νοσταλγώ περισσότερο αυτά, παρά την προπολεμική ζωή μας στη Βιέννη. Μού δώσανε ένα δωματιάκι μικρό, στο ισόγειο, μ' ένα πολύ μικρό παράθυρο, που επειδή ο τοίχος ήταν χοντρός σχημάτιζε ένα ραφάκι, στο οποίο έβαλα έναν καθρέφτη, ένα ποτήρι με λουλούδια, τη χτένα μου, κ.λπ., ώστε να το διακοσμήσω λίγο. Το παραθυράκι αυτό έβλεπε ανατολικά, προς τον κήπο τους, στο πίσω μέρος του σπιτιού, που ήταν γιομάτος με όμορφα και ευωδιαστά λουλούδια, και επίσης δέντρα. Ο κήπος αυτός μού άρεσε ή πολύ πρωί, που έβγαινα καμιά φορά, αγουροξυπνημένη από το πρόωρο φως, και περπατούσα μόνη μου σ' αυτή τη μαγεία, και αισθανόμουνα την πρωινή δροσούλα, και τον ήλιο που μόλις ανάτελλε (πάντοτε με γοητεύει αυτή η στιγμή, που κελαϊδάνε όλα τα πουλιά, κ.λπ., μού μεταδίδει ένα αίσθημα αισιοδοξίας -θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο ποίημα για τη στιγμή αυτή), ή το βράδυ, που έβγαινα, επίσης μόνη, και αφού έστρωνα μία κουβερτούλα στα χορταράκια, ξάπλωνα με κλειστά τα μάτια, αλλά με απόλυτη αίσθηση του γύρω μου χώρου, και του σύμπαντος ολόκληρου, και έκανα του κόσμου τις ονειροπολήσεις και τα σχέδια της ζωής μου στη Βιέννη, όταν θα τελείωνε ο πόλεμος. Έβγαινα και το μεσημέρι καμιά φορά, για λίγο, μετά το πλούσιο πάντοτε και καλομαγειρεμένο φαΐ, και άκουγα το βουητό που έκαναν οι μέλισσες, και επίσης μού άρεσαν οι ωραίες χρωματιστές πεταλούδες, που δεν τις ξεχώριζες από λουλούδια παρά μόνο όταν άλλαζαν θέση. Έπειτα, με τα μάτια μου επηρεασμένα από το φως του ήλιου, που ήτανε σα να έβλεπα κύκλους, εγύριζα στο δωμάτιό μου και ξάπλωνα στο στενό, αλλά αναπαυτικό κρεβατάκι μου, που χίλιες φορές το προτιμούσα από το πουπουλένιο κρεβάτι μου του σπιτιού μας. Όλο τον καιρό δεν έκανα απολύτως τίποτα. Οι θείοι μου δεν έμπαιναν στη ζωή μου καθόλου, και ούτε με αφήνανε να δουλεύω, εκτός βέβαια, από τα πιάτα που έπλενα καμιά φορά, κ.λπ.. Όλη την ώρα φρεσκοπλενόμουνα, περιποιόμουνα τα νύχια μου και τούς έκοβα τις πετσούλες, παρ' όλο το φάγωμα που τούς κάνω με τα δόντια, βούρτσιζα τα δόντια μου, κ.λπ.. Η περιοχή, γύρω μας, έβριθε από φυσικές καλλονές: δάση, λαγκάδια, καλλιεργημένα χωράφια, έλη, αλλά περιοριζόμουνα να τα βλέπω όλα από μακριά, μέχρι να αναρρώσω καλά.
5
Αναγκάζεται να φύγει κι απ' αυτό το σπίτι
Στο μεταξύ, όπως σάς είπα και προηγουμένως, διαδόθηκε πλέον παντού ότι θα έμπαιναν οι Ρώσοι. Ο θείος μου είχε κάνει τρία χρόνια αιχμάλωτος στη Ρωσία, με τον περασμένο Πόλεμο, και είχε μάθει τα ρωσικά απταίστως, σα μητρική του γλώσσα, και μάς έλεγε πως ήξερε τη ρωσική ψυχή, τα έθιμά τους, πώς χορεύουνε, πώς πίνουνε, κ.λπ.. Μάς είπε και διάφορες άλλες ιστορίες για τη χώρα τους. Επίσης μάς είπε και πώς κατόρθωνε και ήτανε πάντοτε χορτάτος στο στρατόπεδο που τους είχαν κλεισμένους, και πώς επέστρεψε με τα πόδια στην Αυστρία, μέσα από στέπες, λαγκάδια, κ.λπ., μαζί με έναν άλλο αιχμάλωτο, που το βράδυ κινδύνευαν από τα τσακάλια και τις αρκούδες, και για να ζεσταθούν κοιμόντανε πλάτη με πλάτη, ή ζέσταινε ο ένας τον άλλον χουχουλίζοντας με την αναπνοή του μέσα από τα ρούχα, κ.λπ.. Στους κατοίκους του χωριού, που ιδίως τις τελευταίες μέρες άρχιζαν να έρχονται αλαφιασμένοι και να τον ρωτάνε τι να κάνουν -επειδή ήξεραν ότι είχε κάνει αιχμάλωτος στη Ρωσία- έλεγε ότι να μη φοβούνται, γιατί θα τα κανόνιζε αυτός, αλλά ότι να πάρουν ό,τι όπλα είχαν, και, αφού τα αλείψουν με λίπος, να τα τυλίξουν με πανιά και λινάτσες, να τα κλείσουν καλά σε τσίγκινα κουτιά, και να τα θάψουν στα χωράφια, σε σημεία που να είναι δύσκολο να τα βρούνε αυτοί. Εγώ, έπειτα από την έξαψη των τελευταίων ημερών, τις συνεννοήσεις, τις διαδόσεις και τα κατεβασμένα μούτρα όλων, είχα πάθει μια τρομερή ακηδία, είχα χάσει την όρεξή μου, και βγαίνοντας στον κήπο, που είχε χάσει για μένα όλη του τη μαγεία, και αποχτήσει ένα χρώμα εχθρικό, μ' έπιανε απελπισία που θα 'χανα τη γαλήνη που 'χα βρει, και που θ' αντιμετωπίζαμε όλοι αυτά που γράφανε οι εφημερίδες. Σκέφτηκα εκείνο το χαρτί που σάς είπα πως μού είχε εξασφαλίσει η φίλη μου εκείνη -γιατί είχα καταφέρει να το φυλάξω, δε με είχε ψάξει κανείς, το φυλάω ακόμα για ενθύμιο- και το έδειξα στο θείο μου, αλλά αυτός μού είπε πως δεν είχε εμπιστοσύνη στα χαρτιά, γιατί αν τύχαινε να είναι κανένα στραβόξυλο θα μού το έπαιρνε μόνος του, προτού προφτάσω να το βγάλω από τον κόρφο μου να τού το δείξω, με τον τρόπο που καταλαβαίνετε. Γι' αυτό δεν ξέραμε τι να κάνουμε για να μη με πειράξουνε και ζούσαμε με την αγωνία αυτή επί μέρες. Ώσπου, τελικά, ένα μεσημέρι, όπως τρώγαμε στο τραπέζι ανόρεχτοι, με την αίσθηση πως τα πράγματα πλησίαζαν προς το τέλος τους, σκέφτηκε η θεία μου να με εμπιστευτούνε στα χέρια ενός γέρου, που κατοικούσε μόνος του σ' ένα απέραντο σπίτι, στην κορυφή ενός υψώματος, που φαινόταν, σε κάποια σχετική απόσταση, από το παραθυράκι του δωματίου μου και πλαισίωνε τον ορίζοντα του κήπου. Εκεί, υπήρχε ελπίδα να κρυφτώ τις πρώτες μέρες -γιατί οι πρώτες μέρες είναι το παν- γιατί ήτανε μεγάλο. Το σπίτι αυτό μού είχε κάνει εντύπωση από την πρώτη στιγμή που μού 'ρθε να κοιτάξω έξω από το παράθυρο, όπως πάντοτε, όταν βρεθούμε σε καινούργιο περιβάλλον, κατοπτεύουμε από ένστικτο τα πέριξ, και μού είχε κινήσει την περιέργεια να μάθω τι σπίτι ήταν αυτό και γιατί ήταν έτσι, σα φρούριο, αλλά μού είχε διαφύγει να ρωτήσω, παρ' όλο που μ' απασχολούσε κάθε φορά που έβγαινα στον κήπο. Και να που τώρα θα το γνώριζα κι από κοντά.
Στο σημείο αυτό θα γελάσετε ασφαλώς. Σκεφτείτε ότι μού ήταν γραφτό ο πρώτος άντρας με τον οποίο θα κοιμόμουνα στο ίδιο κρεβάτι να είναι κάπου ογδόντα ετών. Αλλά καλύτερα να σάς τα πω απ' την αρχή. Όπως σάς είπα, ήταν πολύ γέρος και δύσκολα έβλεπε. Οι κόρες των ματιών του ήταν σκεπασμένες με κάτι γαλαχτερές μεμβράνες, όπως αυτές που κατεβάζουν τα μάτια των γάτων όταν νυστάζουν. Τον προσανατολισμό του, μέσα στο χαώδες αυτό σπίτι, τον έβρισκε, όχι τόσο με τα μάτια, παρά ψάχνοντας τους τοίχους με τα χέρια του και προπαντός από συνήθεια, γιατί είχε περάσει όλη του σχεδόν τη ζωή στο ίδιο περιβάλλον και ήξερε το κάθε δωμάτιο και πού ακριβώς έπρεπε να στρίψει στους διαδρόμους. Περπατούσε βαριά, σαν να μη μπορούσε να εξουδετερώσει με τα πόδια του την έλξη που εξασκούσε το έδαφος με μαγνήτες. Όταν σε πλησίαζε, άφηνε μία, όχι δυσάρεστη, αλλά ούτε και ευχάριστη, αποφορά, σαν από βότανα. Μυρωδιά του άλλοτε, θα μπορούσα να την ονομάσω. Από τη συνεχή επαφή του με τις κουζίνες (θα σάς εξηγήσω γιατί), η επιδερμίδα του είχε ψηθεί και τα μήλα των παρειών του ήταν κατακόκκινα, σα να τα είχε βάψει. Τα φρύδια του ήταν φαρδιά και εξείχαν σα μουστάκια. Μουστάκια δεν είχε. Το πρόσωπό του ήταν πάντοτε καλοξουρισμένο και γυάλιζε, το δε κρανίο του ήταν σα δολιχοκέφαλου -μακρουλό από πίσω. Κυκλοφορούσε με το γελεκάκι το ριγωτό, του υπηρέτη, χωρίς σακάκι. Το σπίτι ανήκε άλλοτε σε δύο συγγενείς του, αντρόγυνο, (είχανε και ένα παιδί, αλλά σκοτώθηκε στον άλλο πόλεμο), που τον είχαν φέρει ένα καλοκαίρι από μία άλλη κωμόπολη να δουλέψει στ' αμπέλια κι έπειτα τον κρατήσανε στο σπίτι, αλλά ήταν τόσο βλάκας και υποχωρητικός, που κατέληξε να τον κάνουνε υπηρέτη και να τού φέρονται με τον ίδιο τρόπο που μεταχειρίζονταν και τους άλλους υποστατικούς, όπως στα μυθιστορήματα του Γκόγκολ. Αυτά μού τα είπε ο θείος μου, το μεσημέρι εκείνο, στη συζήτηση που ανοίχτηκε γύρω από το άτομο αυτό και σε απάντηση ερωτήσεων που τού έκανα συστηματικά εγώ, στην περιέργεια που με διακρίνει να τα μαθαίνω όλα. Μού είπε επίσης ότι τον κάνανε αρχιϋπηρέτη μετά από χρόνια και γενικό ρουφιάνο και τύραννο όλων των άλλων και έτσι τελικά, όταν πεθάνανε και οι δύο, έμειναν σ΄αυτόν όλα. Μού εξήγησε γιατί έμειναν σ' αυτόν όλα και όχι σε άλλους συγγενείς, αλλά έχω ξεχάσει τη λεπτομέρεια αυτή. Πάντως τα εκληρονόμησε όλα, σπίτι και χτήματα, μόνο που ήταν κάπου εβδομήντα πέντε ετών όταν συνέβη αυτό. Σάς λέω όλες αυτές τις λεπτομέρειες, για να ιδείτε τι έχω γνωρίσει κι εγώ. Όταν έγινε κυρίαρχος του σπιτιού, απέλυσε όλους τους άλλους. Τα χωράφια έμειναν ακαλλιέργητα. Ο ίδιος έμενε στο ισόγειο, σ' ένα δωμάτιο που ήταν απ' όλες τις πλευρές κλεισμένο από έπιπλα, σε σημείο που, ενώ ήταν τεράστιο, δεν έμενε παρά ελάχιστος χώρος για ένα κρεβάτι διπλό, στο οποίο, από βλακεία που επέβαλλαν οι περιστάσεις, κοιμόμουνα μαζί του, και λίγος χώρος για να κυκλοφορούμε. Είπα από βλακεία, γιατί κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι, ώστε δήθεν, αν ερχόταν κανένας στρατιώτης, να μη με υποπτευθεί κάτω από τα σκεπάσματα! Σα να μην υπήρχαν άλλοι καναπέδες, κρεβάτια, παρα-κρεβάτια, σοφίτες, υπόγεια, -για να κρυφτώ. Εκεί που πήγαινα να τον κλέψω λιγάκι με ξύπναγε με τις φωνές: «Ο Μέγας Ναπολέων! Έρχεται ο Μέγας Ναπολέων! Κλείστε τα παράθυρα! Θα μάς σφάξουν...» Τού έλεγα να μού πει τι εννοούσε με αυτά, αλλά δεν καταλάβαινε, ή δεν καταλάβαινα εγώ, γιατί έλεγε άλλα αντ' άλλων. Έτσι περνούσα κάθε βράδυ. Για να μην αρχίσω να σάς λέω για τη φρίκη που μού προκαλούσαν τα λιπόσαρκα μέλη του, όταν καμιά φορά, όπως πήγαινε ν' αλλάξει πλευρό, άγγιζε λίγο το κορμί μου -και αυτό, παρ' όλες τις προφυλάξεις που έπαιρνα, ακόμα και μέσα στον ύπνο μου, χωρίζοντας το σώμα μου απ' το δικό του με πτυχές της κουβέρτας, που στοίβαζα με τα χέρια μου απ' έξω και στήριζα έπειτα με το σώμα μου, μέχρι που αισθανόμουνα, τυλιγμένη έτσι, σα να 'μουνα καμιά μούμια. Το πρωί σηκωνόμουνα και πήγαινα στα άλλα δωμάτια, αφού προηγουμένως τού ετοίμαζα φαΐ (κυρίως χυλούς από διάφορα όσπρια, που είχε αποθηκευμένα στο υπόγειο, σε σακουλάκια). Αποστρεφόμουνα την τραπεζαρία και μία κρεβατοκάμαρα, γιατί μού προκαλούσε αηδία η μυρωδιά τους, και έβρισκα πάντοτε καταφύγιο σ' ένα δωμάτιο που 'ταν σαν βιβλιοθήκη στο απάνω πάτωμα, όπου είχα ανακαλύψει κάτι βαριούς τόμους, δεμένους με πετσί, με περιγραφές από ταξίδια στη Γη του Πυρός, κ.λπ., εξερευνητών και ποντοπόρων, και επίσης κάτι άλλα βιβλία με δίκες που έχουν αφήσει εποχή, στα γαλλικά αυτά (-τώρα το θυμάμαι: του Φουκιέ). Θυμάμαι μάλιστα που 'χα διαβάσει μια τέτοια δίκη και όλη την ώρα είχα την αίσθηση πως το έγκλημα που έγραφε ότι δικαζότανε είχε γίνει στο δωμάτιο που διάβαζα -επηρεασμένη, φαίνεται, από τις χαλκογραφίες που συνόδευαν το έργο: ενός φονιά, με γουρλωμένα μάτια, που μπήχνει το δίκοπο μαχαίρι του στο γυμνό στήθος μιας με ξέπλεκα μαλλιά, κ.λπ.. Πάντως, δε διάβαζα σχεδόν καθόλου, παρά τα ξεφύλλιζα μόνο και έβλεπα τις ωραίες χαλκογραφίες. Στα παράθυρα δεν έβλεπα καθόλου, από φόβο μήπως με ιδεί κανείς και το καταλάβει ότι κρύβομαι και πάει και με μαρτυρήσει στους Ρώσους. Στους διαδρόμους -με συγχωρείτε που σάς τα λέω ανακατωμένα- θυμάμαι ότι το δάπεδο ήταν από πέτρινες πλάκες, ασύμμετρες, που γυάλιζαν από το πολύ πλύσιμο, και κρύωνα όποτε περνούσα, παρ' όλο που έκανε ήλιο έξω. Έκανα κάπου δύο βδομάδες έτσι. Δεν ξέρω γιατί, όταν τα ζει κανείς αυτά, να παίρνει ο χρόνος διαστάσεις μεγαλύτερες απ' ό,τι πραγματικά είναι. Όταν έφυγα απ' αυτό το περιβάλλον, μού κακοφάνηκε και λυπήθηκα και τον γέρο που τον άφηνα μόνο του. Φεύγοντας, αισθανόμουνα σαν να τού είχα κάνει κάποιο κακό, ενώ βέβαια δεν τού είχα κάνει τίποτα που να δικαιολογούσε την ενοχή μου.
6
Παρατηρεί απ' το παράθυρο να μπαίνουν τα ξένα στρατεύματα
Στο δωμάτιο αυτό ήμουνα και όταν μπήκαν οι Ρώσοι, ένα μεσημέρι. Τους θυμάμαι, σαν να 'ναι τώρα, τους τριγμούς που έκαναν οι τροχοί από τα άρματα. Από τους τριγμούς αυτούς κατάλαβα και βγήκα στο παράθυρο. Τα άρματα προχωρούσαν πολύ αργά, αλλά σηκωνόταν φοβερή σκόνη, και απορώ πώς βλέπανε μπροστά τους. Αριστερά από τα άρματα έτρεχαν μοτοσικλέτες, σα δαιμονισμένες. Στο δρόμο είχε παραταχτεί λίγος κόσμος, με βγαλμένα τα καπέλα τους. Δεν ξέρω γιατί, ενώ έμπαιναν σαν κατακτητές, με συγκίνησε αυτό το θέαμα, όπως το έβλεπα πίσω από την κουρτίνα, και μού ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Αυτό, έχω παρατηρήσει να μού συμβαίνει γενικά όποτε βλέπω στρατεύματα ή πλήθη, είτε στην πραγματικότητα είτε στον κινηματογράφο. Θυμάμαι κάποτε, που είδα σε κάτι επίκαιρα μανάδες να περιμένουν με αγωνία, σ' ένα σιδηροδρομικό σταθμό, τα παιδιά τους να γυρίσουν απ' τον πόλεμο, και μ' έπιασαν τ' αναφιλητά, ιδίως όταν παρατήρησα ότι κρατούσαν στα χέρια τους, και τις έδειχναν, κάτι παλαιές φωτογραφίες των παιδιών τους. Ήθελα η συγκίνησή μου να συνεχιστεί, όταν η σκηνή αυτή είχε περάσει κι έδειχνε κάτι άλλο. Από φόβο μήπως μού σταματήσουν τα δάκρυα κι ένα παράπονο που με κατείχε -τα αισθανόμουνα και τα δύο σα βάλσαμο- έφερνα στη μνήμη μου διάφορες άλλες σκηνές, την πεθαμένη μητέρα μου, την κατάντια μου, κ.λπ., ώστε να τα καλλιεργήσω και να τα διαιωνίσω όσο μπορούσα περισσότερο. Λυπήθηκα όταν τελικά μού σταμάτησαν τα δάκρυα. Αυτό μού έχει συμβεί πολλές φορές.
Το σπίτι του γέρου το κατέλαβε ο στρατός από τα πρώτα. Εμείς νομίζαμε, όταν πήρανε οι θείοι μου την απόφαση να με στείλουνε σ' αυτό το σπίτι για ασφάλεια, ότι δε θα το πιάνανε οι Ρώσοι, παρά ότι θα έρχονταν απλώς για να κάνουν έρευνα· αλλά αυτοί, όχι μόνο το πιάσανε, αλλά και δεν αφήσανε δωμάτιο που να μη το χρησιμοποιήσουν. Όταν είδα ότι δεν υπήρχε πια κίνδυνος από τους φαντάρους, με τους οποίους αναμείχτηκα επανειλημμένως, ήθελα δεν ήθελα, έπιασα κι έφυγα και πήγα πάλι στης θείας μου, της οποίας το σπίτι είχαν επιτάξει επίσης. Τα δωμάτια όλα τα είχανε πιάσει δύο αξιωματικοί με κάτι στρατιώτες και είχανε αφήσει στους δικούς μου μόνο ένα δωμάτιο και την κουζίνα. Στο δωματιάκι το δικό μου είχανε εγκαταστήσει ένα περίεργο μηχάνημα, σαν ασύρματο, που κάπως βούιζε όλη την ώρα, μ' έναν στρατιώτη που κοιμόταν στο κρεβάτι το δικό μου και καθόταν όλο μέσα, χωρίς να βγαίνει. Οι δύο αξιωματικοί δεν κάνανε τίποτα, όλη την ημέρα, παρά όλο λαδώνανε και καθαρίζανε με πανιά τα περίστροφά τους. Όλο τον άλλο καιρό βγαίνανε στο μπαλκόνι, μ' εκείνες τις ωραίες μέρες που έκανε, και λιάζονταν, λέγοντας αστεία μεταξύ τους και τραγουδώντας μ' έναν τρόπο βαρύ, σαν να άκουγα τον Σαλιάπιν, παρ' όλο που δεν τον έχω ακούσει ποτέ μου. Δε θα σάς κρύψω ότι επέσυρα, από την πρώτη στιγμή που επέστρεψα στο σπίτι, το ενδιαφέρον του ενός αξιωματικού, του μελαχρινού, ο οποίος μίλαγε τη γλώσσα μας με ξενική προφορά βέβαια και κάπως βαριά, αλλά χωρίς λάθη καθόλου. Την πρώτη κιόλας μέρα ήρθε και μού έφερε, στον προθάλαμο, συνεσταλμένος μέχρι σημείου γελοίου, που μ' έκανε να καταλάβω αμέσως τις προθέσεις του, διάφορα περίεργα γλυκά και κάτι σοκολάτες, ενώ ο άλλος αξιωματικός, ξανθός αυτός, τον παρακολουθούσε μέσα από μια πόρτα με πονηριά και με ζήλια που έχανε αυτός την ευκαιρία. Όταν παρατήρησα τις ενδείξεις αυτές, αρνήθηκα βέβαια να πάρω τα γλυκά, γιατί καταλάβαινα γιατί μού τα έδινε, αλλά οι δικοί μου, που βρέθηκαν εκείνη τη στιγμή κι αυτοί στον προθάλαμο, μού έκαναν νόημα να τα πάρω, γιατί δεν ήταν σωστό να τον προσβάλουμε, και τα πήρα. Το μεσημέρι φάγαμε στην κουζίνα -γιατί την τραπεζαρία την είχανε πιάσει αυτοί- όλοι μαζί: οι δύο αξιωματικοί, τρεις στρατιώτες και εμείς, κάπως στριμωγμένοι όλοι γιατί δε χωρούσε, ενώ η θειά μου σηκωνότανε και μάς κένωνε φαΐ. Την είχανε παρακαλέσει και τούς έφτιαχνε αυτή φαΐ και γλυκά. Τα πιάτα δε μάς άφηναν να τα πλένουμε εμείς, παρά τα έπλεναν πότε αυτοί και πότε οι στρατιώτες, προφανώς για χάρη δική μου. Άλλη ένδειξη ότι είχα γίνει το μήλο της έριδος μεταξύ των δύο αξιωματικών είναι και το ότι, όταν ο θείος μου τούς είπε πως το δωματιάκι όπου είχαν βάλει τον ασύρματο ήταν δικό μου, σκοτώθηκαν και οι δύο ποιος να προφτάσει να βγάλει πρώτος το στρατιώτη αμέσως από 'κει, όπως και έγινε, προς μεγάλη απελπισία του στρατιώτη, γιατί τον εγκαταστήσανε στην είσοδο. Ο μελαχρινός αξιωματικός, που είχε πάντοτε το ύφος του επιτήδειου, έκανε το παν για να μού δώσει την εντύπωση πως χάρη σ' αυτόν έπαιρνα το δωμάτιο, ενώ στην πραγματικότητα ο άλλος είχε ενεργήσει. Ευτυχώς που σε μερικές μέρες τον μετέθεσαν και έφυγε. Ήρθε και τον αντικατέστησε ένας άλλος, βαρύς τύπος, που όταν σε αντίκριζε σού έδινε την εντύπωση ότι τού έφταιγες σε κάτι, αλλά όταν άνοιγε το στόμα του για να μιλήσει, πράγμα σπάνιο, πρόδιδε καταπληκτική καλοσύνη· όταν σταματούσε να μιλάει, πάλι επέστρεφε μέσα μου ο φόβος ότι είχε προσωπικά μαζί μου. Όταν έφυγε ο άλλος, τότε βρήκε την ευκαιρία ο ξανθός αξιωματικός για να δράσει κι έκανε ένα σωρό αδέξιες απόπειρες -αυτή η αδεξιότητά του ήτανε που με απωθούσε- και στο τραπέζι και όποτε συναντιόντανε τα βλέμματά μας στο σπίτι, για να μού δείξει ότι συνεχώς τον απασχολούσα, αλλά εγώ ούτε τού έδινα σημασία, γιατί δε με συγκινούσε καθόλου, ας αφήσουμε που με εκνεύριζε και με τα εντελώς στοιχειώδη γερμανικά που ήξερε, τις σπάνιες φορές που άνοιγε το στόμα του να μού μιλήσει. Όπου και να ήμουνα, στο σπίτι ή στον κήπο, τον έβρισκα μπροστά μου. Παρατήρησα ότι συνεχώς τον σύγκρινα με τον άλλο που είχε φύγει και τον έβρισκα κατώτερο. Σχετικά μ' αυτόν που είχε φύγει, πρέπει να σάς ομολογήσω ότι από τη στιγμή της αναχώρησής του κάτι είχε αλλάξει μέσα μου. Όχι ότι με συνέδεε, βέβαια, τίποτα μαζί του, αλλά διαπίστωσα ότι αυτός έδινε τη ζωή σ' ολόκληρο το σπίτι με φωνές, τραγούδια, πειράγματα κ.λπ., από το πρωί που χάραζε μέχρι αργά τη νύχτα. Κι εγώ δεν ξέρω τι θα μπορούσα να είχα κάνει τελικά μαζί του εάν έμενε. Αλλά ας επιστρέψω σ' αυτόν που σάς έλεγα. Ένα βράδυ ήρθε και με παρακάλεσε, μπροστά στους δικούς μου, αν ήθελα να με πάει σε μια στρατιωτική γιορτή, που θα γινόταν το επόμενο βράδυ στο σπίτι που κατοικούσε ο γέρος, και δεν μπορούσα να αρνηθώ, και πήγα. Άλλωστε μού άρεσε που μού 'δωσε την ευκαιρία να στολιστώ ωραία (κάτι που είχα να κάνω από προπολεμικά) και να φορέσω ένα ωραίο φόρεμα που μού διόρθωσε η θεία μου από δικό της, δουλεύοντας μέχρι τα μεσάνυχτα. Αλλά την ίδια τη γιορτή δεν την ευχαριστήθηκα καθόλου, παρ' όλες τις περιποιήσεις που μού έκανε. Έβλεπα που αισθανόταν σαν να μειονεκτούσε μπροστά μου κι αυτό μού σκότωνε τη ματαιοδοξία. Σ' όλο το διάστημα, που παρακολουθούσαμε κάτι λαϊκούς χορούς, στη σκηνή, τον έβλεπα που προσπαθούσε να αντλήσει αίγλη από τη δεξιοτεχνία των συμπατριωτών του, κάνοντάς μου έτσι εντύπωση, που θα με έφερνε κοντά του, και γύριζε συνεχώς και με κοίταζε, για να διαπιστώσει αν αυτά που σάς είπα πραγματικά συνέβαιναν, και μού βαστούσε το χέρι, αλλά εγώ το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να χαμογελάω υποκριτικά, με δήθεν θαυμασμό και ικανοποίηση, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω αυτόν. Τα ίδια και όταν σηκωθήκαμε να χορέψουμε, στο σαλόνι. Έτσι, τα πράγματα μείνανε σ' αυτό το σημείο μέχρι το τέλος, που έφυγα από το χωριό, παρ' όλο που βέβαια κάναμε συντροφιά, σαν φίλοι όμως.
7
Ονειρεύεται τη Βιέννη με φθινόπωρο
Με τις πρώτες δειλές εκδηλώσεις του φθινοπώρου άρχισα να πλήττω, να μελαγχολώ και να θέλω να επιστρέψω στη Βιέννη. Κι αυτά, παρ' όλο που ο καιρός πολύ μού άρεσε. Έκανε κάτι ωραίες μέρες, με λιακάδες, που φώτιζαν τα πάντα μ' έναν τρόπο αλλιώτικο· πώς να σάς πω -σαν το φως του ήλιου να περνούσε μέσα από γυαλί πράσινο, μπουκάλας. Ενώ επικρατούσε ψύχρα, δε με ενοχλούσε, ήταν ευχάριστη, και αισθανόμουνα τη φρέσκια ευδία (1) σ' ολόκληρο το σώμα μου, να κυκλοφορεί μέσα από τα ρούχα μου και να με εξάπτει. Άλλες πάλι φορές έκανε κάτι λευκές μέρες, χωρίς ήλιο, μονόχρωμες, και φύσαγε ο αέρας, παρασύροντας στο δρόμο τα πεσμένα φύλλα -κι αυτό, ιδίως κάτι πραγματικά αξέχαστα απογιόμματα, που στεκόμουνα στο παράθυρο της κουζίνας και κοίταζα έξω, στο ύπαιθρο, την ερημιά, που μ' έκανε να αισθάνομαι μια περίεργη νοσταλγία, δεν ξέρω για ποιο πράγμα ακριβώς. Οι δύο αξιωματικοί, που μύριζαν από τα στρατιωτικά λάδια με τα οποία λίπαιναν συνεχώς τα περίστροφά τους και από τα δέρματα της εξάρτησής τους, είχαν πλέον μονιμοποιηθεί στο σπίτι μας. Είχε τελειώσει ο πόλεμος και ακολουθούσαμε όλοι μία κοινή ζωή, σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Τα βράδια, από το σούρουπο κιόλας, κλείναμε τα σκούρα, ανάβαμε τη λάμπα κι αρχίζαμε και παίζαμε όλοι μαζί, με φωνές και γέλια, τράπουλα με δεκάρες στο τραπέζι που τρώγαμε, αφού σηκώναμε το τραπεζομάντιλο. Ο ευνοούμενός μου αξιωματικός ήταν ο μόνος που κέρδιζε, εμείς εχάναμε συνεχώς, και αυτός ήταν που είχε εγκαινιάσει τα χαρτιά. Ειδικά στην περίπτωση τη δική μου, όμως, έκανε το παν, με διάφορες εις βάρος του παραχωρήσεις, για να μη χάνω, ειδικά εγώ. Επίσης, όταν εδημιουργείτο από τους άλλους ζήτημα γύρω από το αν εκέρδιζα, όπως επέμενα σε αμφίβολες περιπτώσεις, αυτός πάντοτε υποστήριζε ότι είχα δίκιο, μέχρι που τελικά συμφωνούσαν και οι άλλοι, μουτρωμένοι. Αυτή η προς όφελός μου αδικία, πολύ μ΄ευχαριστούσε. Σταματάγαμε μόνο για να στρώσουμε το τραπέζι και να φάμε πρόχειρα και έπειτα, τρίβοντας όλοι τα χέρια μ' ευχαρίστηση, με μισοτελειωμένο το φαΐ, ριχνόμαστε πάλι στα χαρτιά, μέχρι αργά τη νύχτα, ενώ έξω φύσαγε και άφηνε ο αέρας μια γλυκιά οιμωγή, περνώντας απ' τις γρίλιες μας. Το πρωί ξυπνούσαμε αργά, ακόμα και οι δικοί μου, που ήτανε συνηθισμένοι να ξυπνάνε νωρίς, και δεν τρώγαμε το πρωινό μας με τους αξιωματικούς, όπως στην αρχή, παρά τρώγαμε όλοι πρόχειρα, όπως - όπως. Αν κανένας ξυπνούσε νωρίτερα (ιδίως αυτοί το κάνανε αυτό, συνηθισμένοι από τη στρατιωτική ζωή), προσπαθούσε να μην κάνει θόρυβο και ξυπνήσει τους άλλους, παρ' όλο που μάς ξυπνούσαν, τελικά, αλλά μ' έναν περίεργα ευχάριστο τρόπο, με τη διαπίστωση πως υπήρχαν και τόσοι άλλοι σπίτι, με τους οποίους θα μιλούσαμε, ξυπνώντας. Έτσι άρχιζε η ημέρα μας. Μερικά απογιόμματα -πόσες; Τρεις; Τέσσερις φορές όλες - όλες; Δε θυμάμαι- με παίρνανε οι δύο αξιωματικοί, αν και ο ένας έμενε αιωνίως απρόσιτος, και πηγαίναμε για περίπατο στις γραμμές του τραίνου, που περνούσαν έξω από το χωριό, σε κάποια τοποθεσία που ήταν όλο ωραίες λεύκες, που ασήμιζε το φύλλωμά τους όπως το σάλευε ο άνεμος. Η Φύση μοσχοβολάει ακόμα στη μνήμη μου όμορφα από κάτι μικρά λουλουδάκια, άγρια, που συναντούσαμε στο δρόμο: λεβάντα, ρείκια, σαπουνάκια, κυκλάμινα, μέντα, σκυλάκια και διάφορα άλλα φυτά, που δεν ξέρω τις ονομασίες τους και που ανάδιδαν τις εξαίσιες ευωδιές τους όπως τα τραυματίζαμε με τα παπούτσια μας. (Με μερικά απ' αυτά γίνονται τα καλύτερα αρώματα). Εκεί κοντά ήταν και κάτι σαν τέλματα, που βούλιαζες όταν πατούσες, όπου πηγαίναμε, κατηφορίζοντας από τις σιδηροδρομικές γραμμές, και κόβαμε καλάμια, που τα έξυνε ο φίλος μου μ' ένα σουγιαδάκι και τα έκανε βιτσούλες και τις χτυπάγαμε στα πόδια μας, όπως περπατούσαμε. Έπειτα, πιανόμαστε από το χέρι κι ακροβατούσαμε πάνω στις ράγες, μέχρι που χάναμε την ισορροπία μας και πέφταμε με γέλια. Αν τύχαινε να περνάει κανένα τραίνο, παραμερίζαμε και χαιρετάγαμε με χειρονομίες τους στρατιώτες, που κατέκλυζαν τα παράθυρα, και μάς πετούσαν κλαδιά από δέντρα, ενώ φωνάζανε πονηρά λόγια για μένα. Έπειτα, κατά το σούρουπο, επιστρέφαμε στο σπίτι και πίναμε τσάι ζεστό, που μάς ετοίμαζε η αιωνίως στο πόδι θείτσα μου, και ξαναρχίζαμε την τράπουλα, όλο γέλια.
Αυτά, όταν τα θυμάμαι τώρα, τα νοσταλγώ θανάσιμα και θλίβομαι που πλέον δε θα τα ξαναζήσω ποτέ, όσο και να προσπαθούσα. Τότε όμως, μέσα στην έξαψη που με κατείχε να ξαναϊδώ τη Βιέννη μετά τον πόλεμο, ούτε καν τα υπολόγιζα. Από το ένα μέρος δικαιολογούμαι, γιατί όπως τώρα νοσταλγώ τη ζωή μου εκείνη, έτσι και τότε νοσταλγούσα τη ζωή μου στη Βιέννη, με φθινόπωρο, που όλα: φύλλα, άνθρωποι, σκυλιά, σύρματα ηλεκτρικά, ακόμα και τα ίδια τα σπίτια θα μπορούσα να πω, ριγούσαν, αλλά μ' ένα ρίγος που πάντοτε με συγκινεί, όπως σάς είπα και προηγουμένως. Ειδικά, το μάτι του μυαλού μου περιπλανιόταν σε κάτι φτωχικούς δρόμους, στη συνοικία που έπεφτε πίσω από τη δική μας, απόγιομμα, που επέστρεφαν όλοι από τις δουλειές τους μ' ένα είδος απόλαυσης, με την προοπτική ότι θα κλείνονταν στη θαλπωρή του σπιτιού τους, τρώγοντας για απογευματινό μηλόπιτες (που συνηθίζουμε κι φτιάχνουμε στην πατρίδα μου το φθινόπωρο). Σε κάτι τέτοια, μ' άρεσε, όπως μ' αρέσει πάντα άλλωστε, να ζω τη ζωή των άλλων, ιδίως όταν αλλάζουν οι εποχές. Όσο για μένα, έπαιρνα τη φίλη μου που σάς είπα και πηγαίναμε σ' έναν κινηματογράφο (σάς μιλάω για προπολεμικά) και βλέπαμε, χωμένες στα ωραία βελούδινα καθίσματα, τα αναπαυτικά, του κόσμου τα έργα τα ωραία, μεταξύ των οποίων θυμάμαι ένα δραματικό, με τον Έμιλ Γιάνινγκς, άσχετο αν ήταν Γερμανός, που μού 'χε κάνει τέτοια τρομερή εντύπωση, που πήγα και το είδα τρεις φορές και ήθελα κι εγώ να γίνω κινηματογραφικός αστέρας, με την παιδική φαντασία που είχα τότε.
Όλα αυτά σκεφτόμουνα και νόμιζα ότι θα έβρισκα τα ίδια, χωρίς ν' αναλογίζομαι, ο βλάκας, τι αλλαγές είχαν μεσολαβήσει. Οι δικοί μου με παρακαλούσανε, με ικετεύανε, να μείνω στο σπίτι τους και να με έχουνε σαν θυγατέρα τους -γιατί με είχανε συνηθίσει- και να πηγαίνω στη Βιέννη όποτε ήθελα εγώ, με το τραινάκι, αλλά να επιστρέφω και να μένω κοντά τους. Αλλά εγώ τίποτα· κάτι μ' έσπρωχνε να τα παρατήσω όλα και να φύγω.
νεύριζε -
8
Οι πρώτες της μέρες στη Βιέννη
Αλλά καλύτερα να μην είχα πάει ποτέ μου. Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στη Βιέννη, μέχρι τώρα που σάς μιλάω, στην ξένη αυτή χώρα που κατέληξα, όλα μού έχουν πάει ανάποδα και κατρακυλάω συνεχώς. Για να πάρετε μια ιδέα, θα σάς φέρω ένα παράδειγμα. Θα σάς το πω κι αυτό με λίγα λόγια και θα τελειώσω· γιατί κατάλαβα ότι με τη φλυαρία μου σάς έχω κουράσει. Δεν πρόφτασε να ξεκινήσει το τραίνο και γνώρισα κιόλας κάποιον, ένα φοιτητή, που επέστρεφε από κάποιο θερινό θέρετρο, όπου πηγαίναμε κι εμείς προπολεμικά. Τον γνώρισα εντελώς τυχαία, όπως θα καταλαβαίνετε, βρίσκοντάς τον μόνο στο διαμέρισμα του τραίνου όπως μπήκα. Δεν ξέρω πώς μού ήρθε και προτού προφτάσω να ταχτοποιηθώ απέναντί του, στο κάθισμα -είχαμε κάπου τρεις ώρες να διανύσουμε- έδωσα αφορμή για συζήτηση εγώ πρώτη, με μία γελοία παρατήρηση που έκανα, όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιστάσεις. Αυτός, ενώ απάντησε βέβαια, εξακολουθούσε να κοιτάζει έξω, τα τοπία, πράγμα που πολύ με πείσμωνε. Επίσης το ομολογώ ότι είχα την απερισκεψία να τού κάνω ένα σωρό ενθαρρυντικές νύξεις, αθώες βέβαια, για τις οποίες όμως μετάνιωσα, και προπαντός αργότερα, όταν μού τις υπενθύμισε αυτός. Τις έκανα όμως αυτές τις νύξεις, επειδή εξακολουθούσε να μη μού δίνει πολλή σημασία και ήταν αδύνατο να ενδώσει. Περισσότερο τον απασχολούσαν οι αγελάδες που έβοσκαν, παρά εγώ. Προσέξτε τώρα την αντίθεση. Ενώ όλο αυτό το διάστημα τον διέκρινε αυτή η παθολογική αδιαφορία που μ' εκνεύριζε -ξαφνικά, είχε το θράσος, την τελευταία στιγμή, όταν το τραίνο έμπαινε στα μηχανοστάσια της Βιέννης και ετοιμάζαμε τα πράγματά μας για να κατεβούμε, να μού προτείνει προς μεγάλη μου έκπληξη να πάμε στο ίδιο του το σπίτι για να περάσουμε τη νύχτα· πράγμα που, μέσα στην έξαψη εκείνης της στιγμής, δέχτηκα, χωρίς να εξετάσω τα επακόλουθα. Εγώ υπολόγισα, βέβαια, με τον αφελή τρόπο που μού έκανε την πρότασή του, ότι εννοούσε πως έμενε μόνος σε κανένα δωμάτιο, οπότε θα περνούσαμε ωραία. Και όμως, όχι μόνο δεν έμενε μόνος του, αλλά πέρασα και το μαρτύριο να με αντικρίσουν οι δικοί του, όπως ανεβαίναμε αγκαζέ και με χαριεντισμούς τη σκάλα τους. Οι άνθρωποι, βέβαια, είχανε την ευγενή καλοσύνη, αμέσως όταν με αντίκρισαν (αυτά που σάς λέω συνέβησαν απόγιομμα, κόντευε να νυχτώσει) να μπουν και οι δύο σ' ένα δωμάτιο και να κλείσουν πίσω τους διακριτικά την πόρτα. Φανταστείτε όμως τη θέση μου. Αν, βέβαια, πήγαινε κατευθείαν και με σύσταινε, το πράγμα θα είχε άλλη χροιά. Ανεβαίνοντας στο δωμάτιό του, συνέβη το εξής περίεργο: Ενώ στο τραίνο είχα κυριολεκτικά λυσσάξει, μέχρι του σημείου να ντρέπομαι για λογαριασμό μου, όταν βρεθήκαμε εντελώς μόνοι και άρχισε αυτός να βγάζει το σακάκι του, έγινα ξαφνικά αυταρχικιά, άλλαξα το ύφος που είχα και τού είπα ορθά κοφτά ότι δεν ήθελα τίποτα μαζί του και ότι να μη με πλησιάσει καν. Το ωραίο είναι ότι δεν το έκανα αυτό από λόγους ηθικής και ούτε τού πρόταξα τέτοια δικαιολογία. Αυτό τού έκανε εντύπωση και του ίδιου και το έθιξε βέβαια, και πολύ δικαιολογημένα, μέσα στη θυελλώδη ανταλλαγή επιχειρημάτων, που αναπτύχθηκε μεταξύ μας αμέσως μετά, ιδίως από δικής του πλευράς. Τότε ήταν που βρήκε και την ευκαιρία να μού υπενθυμίσει με εκδικητικότητα τους ενθαρρυντικούς υπαινιγμούς που τού είχα κάνει στο τραίνο. Όσο έβλεπα ότι προσπαθούσε να σκαλώσει από κάτι τέτοια, εγώ τόσο σκύλιαζα και επέμενα στην απόφαση που είχα πάρει -από πείσμα πλέον. Όσο γι' αυτόν, είχε πλέον εξαχρειωθεί (προσπαθούσε να έχει το ύφος του προδομένου) και αγωνιζόταν να κερδίσει το έδαφος που έχανε, και το λέω με πεποίθηση πως θα με άρχιζε στο ξύλο οπωσδήποτε, αναψοκοκκινισμένος όπως ήταν σε μια στιγμή που τον είχα φουρκίσει, αν δεν είχα την πρόνοια να τον προειδοποιήσω πως μόλις αν άγγιζε το χέρι του απάνω μου θα άρχιζα τις φωνές και θα ξεσήκωνα όλη τη γειτονιά στο πόδι. Περιττό να σάς πω, βέβαια, ότι ουδέποτε θα έκανα ένα τέτοιο πράγμα, έστω κι αν επρόκειτο να με σφάξει· τού το είπα, όμως, για να τον φοβίσω. Επίσης έγινε έξαλλος από το θυμό, όταν σε μια στιγμή δεν ξέρω πώς μού ήρθε και άρχισα να γελάω, τη στιγμή που αυτός αγωνιζόταν έτσι. Το ομολογώ ότι αμέσως μετάνιωσα -αν και τα γέλια μού ήρθαν εντελώς αυθόρμητα, χωρίς να έχω κακή πρόθεση. Όταν είδε ότι με τη στάση του δεν επρόκειτο να κερδίσει τίποτα, εγύρισε το φύλλο απ' την άλλη πλευρά. Άρχισε να με ικετεύει, να πέφτει στα πόδια μου με λυγμούς υστερικούς (έκλαιγε με πραγματικά δάκρυα), να μού λέει ότι όταν θα έπαιρνε το δίπλωμα -σπούδαζε δικηγόρος- θα ενωνόμαστε δήθεν για πάντα, κ.λπ. κ.λπ.. Όσο τα άκουγα αυτά, τόσο τον σιχαινόμουνα και μετάνιωνα για το σφάλμα που είχα κάνει να δεχτώ την πρότασή του. Με κάθε λέξη που έλεγε, ήταν σαν να έσκαβε το λάκκο του -γιατί είχε πλέον εκτροχιαστεί και πήγαινε από βλακεία σε βλακεία. Ξέχασα να σάς πω ότι σαν να μην έφταναν αυτά και σαν για να χειροτερέψει η θέση του, είχα την έμμονη ιδέα, επηρεασμένη από κάποιο θόρυβο πνιχτό που νόμισα ότι ακούστηκε στις σκάλες, ότι οι δικοί του είχαν έρθει και παρακολουθούσανε πίσω από την πόρτα τι λέγαμε. Όσο επέμενε αυτή η υποψία μέσα μου, τόσο επέμενα κι εγώ, για έναν παραπάνω λόγο, να μην ενδίδω στις προτάσεις του. Διατύπωνα, μάλιστα, την άρνησή μου πάντοτε μ' ένα ύφος, που ήταν σαν να απαντούσα με τον πιο εύγλωττο τρόπο στις υποψίες που θα κάνανε εις βάρος μου αυτοί πίσω από την πόρτα. Για να μη σάς τα πολυλογώ, έτσι κατέληξε η υπόθεση. Αυτός, αφού εξάντλησε κάθε επιχείρημα, απόκαμε, και, κουρασμένος κιόλας από το ταξίδι (γιατί αυτός είχε διανύσει μεγαλύτερο δρομολόγιο από μένα), έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι του και ξεράθηκε στον ύπνο. Προτού πέσει, δε με έδιωξε, όπως φοβήθηκα για μια στιγμή, με την ελπίδα, φαίνεται, μήπως αργότερα άλλαζα γνώμη. Εγώ τον πήρα λίγο, ντυμένη ακόμα και με το πανωφόρι, στην πολυθρόνα που είχα πιάσει από την αρχή, χωρίς να το κουνήσω απ' τη θέση μου. Αργά κατά το πρωί, ξύπνησα, λαγοκοιμισμένη όπως ήμουνα, από τρίξιμο κρεβατιού, και τον είδα, που άνοιξε τα μάτια του για λίγο, αλλά ξανακύλησε στον ύπνο.
Υποχρεώθηκα να μείνω μαρμαρωμένη επί κάμποση ώρα, από φόβο μήπως με την παραμικρή μου κίνηση τον ξυπνούσα κι αρχίζαμε πάλι τα ίδια, μέχρι που κοιμήθηκε για τα καλά και άρχισε να ροχαλίζει. Σε λίγη ώρα, όταν άρχιζε να χαράζει και να σχηματίζονται οι πρώτες γκρίζες σκιές στο δωμάτιο -σκηνή που ουδέποτε θα ξεχάσω- σηκώθηκα με χίλιες προφυλάξεις, ιδίως στη σκάλα που έτριζε και μού έδινε την εντύπωση ότι έπαιζα σε έργο, και βγήκα έξω. Θα αναγκαστώ και πάλι να χρησιμοποιήσω την ίδια φράση, ότι θα μού μείνει αξέχαστο το πρωί αυτό, γιατί επικρατούσε μια ωραία πρωινή ομίχλη, που κυριολεκτικά με ενθουσίαζε. Είχα σκοπό να τραβήξω για κανένα γαλακτοπωλείο, για να φάω τίποτα -γιατί όλο αυτό το διάστημα είχα μείνει νηστική. Όπως περπατούσα έτσι, αδέσποτα, παρατήρησα σε μια στιγμή, μέσα στην ερημιά και την ησυχία που βασίλευε, ότι απέναντί μου ερχόταν ένας αξιωματικός, φτυστός ο αξιωματικός που μού 'χε δώσει τα γλυκά. Για μια στιγμή μάλιστα νόμισα ότι ήταν αυτός ο ίδιος και έκανα μια αυθόρμητη στροφή προς αυτόν, για να τον χαιρετήσω. Όταν κατάλαβα το λάθος μου, ήταν αργά. Για να είμαι ειλικρινής, όχι ότι κι εγώ ήμουνα εντελώς αμέτοχη. Ούτε θυμάμαι να σάς πω πώς ακριβώς εξελίχθηκε η σκηνή. Το γεγονός είναι ότι, χωρίς να έχω τη διάθεση να φέρω την παραμικρή αντίσταση, μ' ανέβασε, μέσα από μια φωταγωγημένη ακόμα σκάλα, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, εκεί κοντά, όπου έμενε ο ίδιος. Ευτυχώς που ήταν πολύ πρωί και δε με πήρε κανενός το μάτι, εκτός από το θυρωρό, αλλά κι αυτός ακόμα ζήτημα ήταν αν ήταν εντελώς ξύπνιος, όταν πήγαμε να πάρουμε το κλειδί του δωματίου. Όσο διάστημα μείναμε μαζί, συνεννοούμεθα με νοήματα και παραστατικές χειρονομίες, σαν τους μουγγούς. Αφού σφαδάξαμε κυριολεκτικά επί μερικές ώρες -όταν αργότερα συνήρθα μού έκανε εντύπωση που όλα συνέβησαν σαν να είχα παλαιά πείρα από τέτοια πράγματα- βυθίστηκα σ' έναν γλυκύτατο ύπνο, μέχρι αργά το απόγιομμα που ξύπνησα. Ήταν αργά. Αυτός έλειπε από το δωμάτιο και πεινούσα φοβερά. Ευτυχώς που ήρθε μετά από λίγο και φάγαμε στο κρεβάτι. Μείναμε έτσι επί τρεις μέρες, τρεφόμενοι περιοδικά από φρούτα και διάφορες πρόχειρες τροφές που παράγγελνε και τού έφερναν απ' το ξενοδοχείο, μέχρι που μού 'ρθε κι έφυγα σε μια ώρα που έλειψε αυτός, χωρίς να τού έχω πει τίποτα. Ούτε σημείωμα τού άφησα, και δεν τον ξαναείδα ποτέ.
......................
Από τότε, σάς εξομολογούμαι ότι μού έχουν συμβεί αναρίθμητες τέτοιες περιπτώσεις, αλλά σε όλους, χωρίς εξαίρεση, συμπεριφέρομαι με τον ίδιο στερεότυπο τρόπο. Μάλιστα τους περισσότερους, αφού τους κατακτήσω, τους διώχνω από το δωμάτιό μου με βρισιές, κατάμουτρα, ή με διάφορες γελοίες δικαιολογίες που βρίσκω εκείνη τη στιγμή, ανάλογα με την περίπτωση. Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που τους κρατάω περισσότερο από δύο - τρεις φορές. Οι περισσότεροι, θα μπορούσα να πω όλοι, πέφτουν στα πόδια μου, έκπληκτοι με την τροπή που παίρνουν τα πράγματα εκεί που περίμεναν από κάθε ένδειξη να συνεχιστεί ο δεσμός μας επ' άπειρον, και με ικετεύουν, σαν να είμαι καμία Σφίγγα, να τους εξηγήσω τι λάθος τους βρίσκω, να προσέξω την περίπτωσή τους και να πιστέψω ότι αυτοί διαφέρουν δήθεν από τους άλλους (γιατί λέω σε όλους το παρελθόν μου όταν τους πρωτογνωρίζω), αλλά εγώ είναι αδύνατο ν' αλλάξω ταχτική και επιμένω, μέχρι που τελικά αναγκάζονται και φεύγουνε σαν κατατρεγμένοι. Τέτοια είναι η θλίψη τους και κάτι το καταφρονεμένο που έχουνε, φεύγοντας, ώστε έτοιμη είμαι να τρέξω να τους φωνάξω στο διάδρομο· αλλά αυτό έχει συμβεί σπανίως. Αρχίζουνε μετά να έρχονται έξω από την πόρτα μου μέρα παρά μέρα (κατά κανόνα αφήνουνε να περάσουν πρώτα δυο - τρεις μέρες) και να με παρακαλάνε, με τον πιο ταπεινωτικό γι' αυτούς τρόπο, να τους ανοίξω για να μπούνε, υποσχόμενοι ότι η στάση τους θα είναι δήθεν άμεμπτη, σαν να είναι αυτή η αιτία που τους διώχνω. Εγώ, βέβαια, δεν ανοίγω την πόρτα και τους αναγκάζω με τα πολλά και φεύγουνε, παρ' όλο που στο μεταξύ έχω πικρά μετανοήσει για την πράξη μου. Στα γράμματα που αρχίζουν μετά να μού στέλνουν, δεν απαντάω ούτε σ' ένα· έχω άπειρα τέτοια γράμματα να σάς δείξω. Στο μεταξύ, διώχνοντας αυτούς, γνωρίζω άλλους για να τους ξεχάσω και για να διασκεδάσω τη μοναξιά μου, και η ίδια ιστορία αρχίζει από την αρχή -και αυτό, μέχρι που κι εγώ δεν ξέρω πού θα με οδηγήσει.
Ξέχασα να σάς πω ότι τον πρώτο καιρό, στη Βιέννη, αφού πέρασα μία περίοδο ανέχειας, σε σημείο που να αναγκάζομαι να ντύνομαι με τα αποφόρια της φίλης μου για την οποία σάς μίλησα και στης οποίας το σπίτι έμενα, παρ' όλο που φυτοζωούσαν κι αυτοί -στο δικό μου σπίτι είχανε στεγάσει πρόσφυγες- τελικά αποφάσισα και δούλεψα πιανίστρια σ' ένα καμπαρέ και χορεύτρια της κακιάς ώρας επί ένα διάστημα. Μετά, επειδή σιχαινόμουνα αυτή τη ζωή, άρχισα κι έγραφα τραγούδια ελαφρά (γιατί ξέρω καλή μουσική και πιάνο), μέχρι που τέλος, όταν είδα ότι ούτε και μ' αυτό κατάφερνα τίποτα, γιατί αιωνίως οι μάνατζερ μού χρωστούσαν λεφτά, πήρα τα μάτια μου και ήρθα εδώ, για να βρω τα ίδια.
......................
Και τώρα, αν θέλετε, πάμε να καθίσουμε και στο δωμάτιό μου, για να σάς δείξω και τις φωτογραφίες. Πάμε να πάρουμε τον υπόγειο, που είναι τρία βήματα από 'δω και θα μάς βγάλει κατευθείαν έξω από την πόρτα της πολυκατοικίας. Εκτός αν προτιμάτε να πάμε με τα πόδια (γιατί δεν είναι μακριά), να κάνουμε και τη βόλτα μας, που είναι ωραία νύχτα απόψε, με το πρώτο χιόνι, μέσα από μια δεντροστοιχία που έχω επισημάνει. Θα ενθουσιαστείτε οπωσδήποτε. Πάντως, όπως θέλετε εσείς. Εμένα δε με νοιάζει, γιατί έχω κοιμηθεί αργά σήμερα· όταν μπήκατε στο καφενείο είχα ξυπνήσει μόλις προ μιας ώρας, και δε νυστάζω.
Καχτίτσης Νίκος
Περιοδικό «Διαγώνιος»,
τεύχος 2, Ιούλιος - Δεκέμβριος 1960
Σημειώσεις:
(1) ευδία: καλοκαιρία, καλή διάθεση

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου