Στο γειτονικό μας σπίτι - που ήταν από ένα χρόνο κλειστό, ξενοίκιαστο- ήρθε και κάθισε μια μαυροφόρα κυρία με το κοριτσάκι της.
Το σπίτι ήτανε μοναχικό, στην άκρη του δρόμου, ανάμεσα σε δυο αμάντρωτα οικόπεδα. Δίπατο, έβλεπε στους τέσσερις ανέμους και είχε μεγάλον κήπο με κάτι γέρικα δέντρα, ευκάλυπτους και νεραντζιές, που στον ίσκιο τους μαράζωναν αλουλούδιαστοι θάμνοι: ευώνυμα, να πούμε, και λεβαντίνια. Γιατί ο κήπος ήταν από χρόνια παρατημένος κι είχε αγριέψει. Το χινόπωρο τα φύλλα πέφτανε στη μαρμαρένια στέρνα και σαπίζανε ή στοιβάζονταν στα παρτέρια. Ο κισσός και τ' αγιοκλήματα σφίγγανε σα φίδια τους κορμούς των δέντρων· και μανιτάρια ξεφύτρωναν το χινόπωρο από τη σαπούρα, θραψερά, γιομάτα φαρμακερούς χυμούς.
Ίσια - ίσια χινόπωρο ήταν και τώρα που κατοικήθηκε πάλι το έρημο σπίτι. Μια γριά υπηρέτρια, ξερακιανή σα μούμια, διαπλάτωσε τα παράθυρα, αφήνοντας το φως να μπει στις μεγάλες κάμαρες, να διώξει τους ίσκιους και τη μούχλα. Δυο φορτηγά αυτοκίνητα κουβάλησαν έπιπλα πλούσια, κομψά, σαλονάκια μοντέρνα, κι ένα πιάνο που άστραφτε στον ήλιο της ωραίας ημέρας. Γιατί η μέρα ήταν γλυκιά, σαν τη νέα κυρία που από ψηλά, από τη βεράντα, επιστατούσε τώρα τη μεταφορά. Κάτου από το μαύρο κρέπι της ζούσε ένα γλυκομελάχροινο πρόσωπο, με μάτια μεγάλα, εξωτικά, γεμάτα ενέργεια. Το ανάστημά της φάνταζε ηγεμονικό στη βεράντα, και τα χέρια της που έδειχναν το 'να έπιπλο και τ' άλλο, προστάζοντας τους ανθρώπους, ήταν σα χέρια σκαλισμένα με το σμιλάρι. Μονάχα που η φωνή της είχε κάτι το θαμπό, το αταίριαστο, καθώς έλεγε να προσέξουν καλά, να μη σπάσουν τίποτα.
Άξαφνα, έσκυψε αριστερά, κατά τον κήπο, κι έβαλε μια δυνατότερη φωνή:
«Μη, παιδί μου, μη τα πιάνεις αυτά! Είναι βρώμικα!» Και στην υπηρέτρια: «Μαριόγκα, πήγαινε και φέρε απάνου τη Τζίλδα. Πιάνει κάτι μανιτάρια... Πλύνε της τα χέρια... Αυτά είναι δηλητήριο!»
Και η γριά κατέβηκε από την πίσω σκάλα, να εκτελέσει τη διαταγή της κυρίας της.
«Αυτή η κυρία είναι χήρα», μάς είπε ύστερ' από λίγες μέρες η μαμμή της γειτονιάς που μάθαινε πρώτη και καλύτερη όλα τα νέα.
«Χήρα; Μπα την καημένη!»
«Δηλαδής αρχοντοχήρα, παιδιά μου. Έχει βιος... Είναι δεν είναι τρεις μήνες που πέθανε ο άντρας της». Και δισταχτικά, κατεβάζοντας τη φωνή σε τόνο εμπιστευτικό: «Δηλαδής λένε πως... αυτή τον εφαρμάκωσε».
Στήλωσε τα μικρά, φωκήσια ματάκια της απάνου μας και διαβάζοντας την εντύπωση, διόρθωσε:
«Δηλαδής... έτσι λένε στην Κυψέλη που καθότανε πρώτα... Ξέρω 'γω; Εκεί το πρωτάκουσα, να σάς χαρώ... Ήτανε γέρος, λέει, και ζηλιάρης και υπόφερε από τ' αυτιά του. Κι ελόγου της τα 'χε ψήσει μ' έναν αξάδερφό της γιατρό, ένα τζόβενο που ήρθε από την Ευρώπη, και ξετρελάθηκε μαζί του. Μα, φαίνεσθαι, ο γέρος τα 'χε μυριστεί κι έλεγε να τήνε πάρει να φύγουνε, να ξαναπάνε στην Αλεξάντρεια που έκανε άλλοτες εμπόρια καπνά... ξέρω κι 'γω;... Το λοιπόν, που λέτε, κακούργεψε ο ντουνιάς. Ετούτη, παίρνει το φαρμάκι από το γιατρό και το ρίχνει τ' αντρός της...»
«... στ' αυτί, σαν τη μάνα του Αμλέτου;»
Η πονηρή γριά μάς κοίταξε δύσπιστα, νόμισε πως την κοροϊδεύουμε κι έπαψε. Φοβήθηκε, ή τής κακοφάνηκε.
«Σα δε με πιστεύετε, παύω και 'γω», είπε.
Και δεν κατορθώσαμε να την καταφέρουμε να τελειώσει την ιστορία της. Μα «φαίνεσθαι» πως πήγε αλλού να τη διηγηθεί, γιατί ύστερα από εικοσιτέσσερις ώρες όλη η συνοικία βούιζε από το μαντάτο: «Ήρθε μια πλούσια χήρα από την Κυψέλη και είναι κείνη που φαρμάκωσε, 'δω και τρεις μήνες, τον άντρα της για να πάρει το δεύτερο ξάδερφό της, το γιατρό». Και όλες, η μια με την άλλη, περνούσαν, τάχα μου αδιάφορες, από κάτου και σήκωναν το κεφάλι να τη δούνε.
Φαίνεται πως στην αρχή η χήρα παραξενεύτηκε, γιατί κοίταζε αυτή την παρέλαση με απορία. Αργότερα όμως, κάτι θα έμαθε, η γριά της υπηρεσίας κάτι θα τής είπε, γιατί τα μάτια της άστραφταν από θυμό κάθε φορά που έβλεπε κεφάλι σηκωμένο κατά τα παράθυρά της. Κι αν είχε στην αρχή σκοπό να πιάσει κουβέντα, καταδεχτική με τους γείτονες, θα παράτησε βέβαια την πρόθεσή της αυτή εξαιτίας εκείνης της φήμης και κλείστηκε πιο πολύ στο σπίτι της και στον εαυτό της.
Πήρε μια στάση εχτρική. Κατά το δειλινό καθότανε στη βεράντα, με το κοριτσάκι της, ακατάδεχτη, κοιτάζοντας πέρα την εξοχή, τα βουνά, αδιάφορη στην κίνηση του δρόμου και τη ζωή της συνοικίας. Άλλοτε πάλι, ξαπλωμένη σε μια ψάθινη σεζ - λογκ, διάβαζε κανένα βιβλίο ή μιλούσε με τη μικρή Τζίλδα που κυλούσε το σιδεροδρομάκο της στο πλακόστρωτο της βεράντας.
Κανείς δεν μπορούσε ακόμη να μάθει τ' όνομά της κι αυτό ήταν που φρένιαζε όλες τις φιλοπερίεργες ψυχές της γειτονιάς. Η γριά υπερέτρια, που κατέβαινε κάθε πρωί να ψωνίσει με το καλάθι της, ήταν κι αυτή ακουβέντιαστη. Έμπαινε στο μπακάλικο, ψώνιζε κι έφευγε σαν αυτόματο. Ο ταχυδρόμος ποτέ δε στάθηκε στην καγκελόπορτά τους. Ούτε και η πολυκάτοχη μαμμή ήξερε να πει περισσότερα. «Η στρίγγλα που φαρμάκωσε τον άντρα της». Τίποτ' άλλο. Ήταν απελπισία!
Κει κατά τα Χριστούγεννα, που η εξοχική συνοικία μύριζε από ανθισμένα ζαμπάκια και χριστόψωμα, μέσα στον κήπο της αρχοντοχήρας άρχισαν δουλειές. Δυο κηπουροί (ένας γέρος με το γιο του, φερμένοι από άλλη συνοικία) βάλθηκαν να κλαδεύουν τα δέντρα, να ξεριζώνουν τ' αγριόχορτα, να σκάβουν ύστερα, να φυτεύουν. Η στέρνα καθαρίστηκε, το σιντριβάνι ανάδωσε φρέσκο νερό, που τιναζότανε πέντε οργιές ψηλά, ιριδίζοντας στο φως. Ως και στον περιστεριώνα μπήκανε περιστέρια όμορφα, σκαλτσουνάτα, που παιχνίδιζαν κι ερωτοφιλιόνταν.
Έτσι το περβόλι συγυρίστηκε, πήρε καινούργια ζωή. Η νέα γυναίκα κατέβαινε συχνά με το κοριτσάκι της, σεργιάνιζαν πάνου κάτου, ανάμεσα στις αλέες, περιποιόνταν τα νιοφύτευτα λουλούδια, ξένοιαστες. Μα όταν ήταν εκεί και η γριά υπερέτρια, κουβέντιαζαν κι οι τρεις τους λίγα ρωμέικα. Τις πιότερες φορές μιλούσαν σε μια γλώσσα ξένη, παχιά -ρούσικα, ρουμάνικα, ποιος ξέρει...
Άντρας ακόμη δεν εφάνηκε στο σπίτι της όμορφης χήρας, ούτε καμιά άλλη επίσκεψη. Μόνο μια βραδιά, σταμάτησε ένα κλειστό αυτοκίνητο στην πόρτα και ο σοφέρ πήγε και χτύπησε το κουδούνι. Η γριά κατέβηκε και, άμα ο σοφέρ τής είπε σιγά δυο λόγια στ' αυτί, η γριά ζύγωσε στ' αμάξι και μίλησε χαμηλόφωνα με κάποιον που ήτανε μέσα... Έπειτα, τ' αυτοκίνητο έφυγε και η γριά βιάστηκε ν' ανεβεί πάλι στο σπίτι.
Τη νύχτα, τα παράθυρα στέκανε θεόκλειστα. Τα φώτα σβήνανε από νωρίς και το σπίτι βυθιζότανε στη σιωπή και στο σκοτάδι. Το πιάνο δεν ακούστηκε ποτέ να παίζει.
Η κυρία όμως έβγαινε συχνά έξω. Άλλοτε μόνη, άλλοτε με το κοριτσάκι της. Τώρα πια είχε βγάλει το βαρύ πένθος. Φορούσε γκρίζα, μισοπένθιμα. Κάτου από το πλατύγυρο καπέλλο της, η ομορφιά του προσώπου της φάνταζε εντυπωσιακή, τυλιγμένη στο αδιαπέραστο μα γοητευτικό της μυστήριο. Μητέρα και κόρη πήγαιναν ως στη γειτονική λεωφόρο, μα δεν έπαιρναν το τραμ. Σταματούσαν ένα ταξί και μ' αυτό κατέβαιναν στην πόλη, στα κέντρα. Μα από το σπίτι, ως να φτάσουν στη λεωφόρο, η κυρία βάδιζε με το κεφάλι ψηλά, αγέρωχη και πειραγμένη, ποιος ξέρει για όσα είχαν φτάσει στ' αυτιά της και για τις ματιές που τής έριχναν τώρα γυναίκες και άντρες.
«Η αρχοντοχήρα τα 'βγαλε τα μαύρα», έλεγαν αι κυρά Γιάνναινες και αι κυρά Κώσταινες της πολυόμματης γειτονιάς και τα φώναζαν ακόμη και όταν περνούσε η γριά Μαριόγκα.
«Χμ, στις εννιά του μακαρίτη...»
«... άλλος μπήκε μες στο σπίτι!... Αμ, τι θαρρείς κυρά Γιώργαινά μου;»
Ωστόσο, ο θρύλος του φαρμακιού κυκλοφορούσε επίμονα μέσα στις φλέβες της συνοικίας. Ένας εχτρικός άνεμος φυσούσε γύρω από το απλησίαστο σπίτι με την ακατάδεχτη κυρία. Και μια μέρα γίνηκε η σκηνή ετούτη:
Μερικά παιδιά της φτωχολογιάς, παίζοντας, σκαρφάλωσαν στα κάγκελα του κήπου να κόψουν γαζίες. Η Τζίλδα, που κείνη την ώρα έπαιζε στα χαλίκια, έβαλε τις φωνές καλώντας την υπερέτρια.
«Μαριόγκα! Μαριόγκα! Ρέπεντε!... Νίστε κοπιιί!...»
Τότες, το πιο μεγάλο από τα κορίτσια του δρόμου τής είπε:
«Τι φωνάζεις, μωρή; Νομίζεις πως θα σάς φοβηθούμε, επειδής έχετε φαρμάκι και φαρμακώνετε;...»
Η μικρή Τζίλδα στάθηκε με ανοιχτό το στόμα, κατάπληχτη. Έπειτα, έβαλε τα κλάματα, δυνατά, γοερά. Η μητέρα της βγήκε στη βεράντα και η Τζίλδα τής είπε κάτι στην ίδια ξένη γλώσσα... Η κυρία θύμωσε πολύ αυτή τη φορά. Εφώναξε την υπερέτρια, κατεβήκανε στον κήπο μαζί, πλησίασαν στα κάγκελα και φοβέρισαν πως θα πάνε στην Αστυνομία να καταγγείλουν.
«Χμ, μάτια μου, έχουνε και μούτρα να καταγγείλουν!» είπε μια από τις κυρά Γιαννούδες που τ' άκουσε... «Φυλάκα που σάς χρειάζεται λέω 'γω!»
Την άλλη μέρα και τις ακόλουθες η μικρούλα η Τζίλδα δε φάνηκε στον κήπο, μα ούτε και η μητέρα της. Κλείστηκαν στα δωμάτιά τους. Και μάλιστα ούτε η γριά πήγαινε στο μπακάλικο, μόνο ερχότανε το παιδί του μπακάλη με το ζεμπίλι γιομάτο κι έφερνε τα τρόφιμα και ό,τι άλλο χρειαζούμενο.
Τώρα, συχνά, σχεδόν κάθε βράδυ, κείνο το ιδιωτικό αυτοκίνητο σταματούσε μπροστά στην καγκελόπορτα, κι ένας άντρας, ψηλός, με μακρύ παλτό, ρεμπούμπλικα, κουτσαίνοντας λιγάκι, κατέβαινε και γρήγορα - γρήγορα έμπαινε στο σπίτι. Αμέσως το αυτοκίνητο έφευγε. Διέδιδαν ακόμη πως ο σοφέρ φορούσε στολή. Λοιπόν, το αμάξι ήταν ιδιωτικό -μια κάντιλακ.
Ο κύριος Βενιός -το γεροντοπαλίκαρο που καθότανε κει κοντά και δε μπορούσε να ησυχάσει με το μυστήριο της όμορφης χήρας- είχε ολάκερες νύχτες αγρυπνήσει για να ιδεί αν ο νυχτερινός επισκέπτης θα έφευγε. Και μπορούσε πια να βεβαιώσει με όρκο πως ο άγνωστος περνούσε τη νύχτα του (αχ, τι ζήλεια!) στο κρεβάτι της χήρας.
Αυτός ο Βενιός το πήρε πια ζήτημα φιλοτιμίας. Ώρες έστεκε παραμονεύοντας την έξοδό της, την έπαιρνε κατόπι, και τής έλεγε, τής μουρμούριζε, χωρίς να λαβαίνει απάντηση. Την παρακολουθούσε ως τη λεωφόρο, που εκείνη έπαιρνε το ταξί. Μια μέρα μάλιστα έκανε και μια μεγάλη γκάφα, μια απρέπεια: Είδε τη χήρα να μπαίνει στο συνοικιακό φαρμακείο, να δίνει μια ρετσέτα στο γέρο φαρμακοποιό και να τού λέει χαμηλόφωνα κάτι. Απόκοντα λοιπόν κι ο Βενιός. Μπήκε μέσα, στάθηκε απέναντι, τάχα πως θ' αγοράσει γιάμπολη (1) (τι ατζαμής, Θεέ μου!) και κοίταζε: Μια ματιά στη χήρα, μια στο ερμάρι με το μπλε τζάμι, και σιγομουρμούριζε:
«Venena Sicca, Venena Liquida - Δηλητήρια Στερεά, Δηλητήρια Υγρά!»
Εκείνη κατάλαβε τον αθέλητο ίσως υπαινιγμό, τη σκέψη του, και τα μεγάλα της μάτια άστραψαν από οργή. Μουρμούρισε κάτι και τού γύρισε απότομα τη ράχη.
«Θα στείλω το βράδυ να το πάρω», είπε του φαρμακοποιού κι έφυγε, ωραιότερη μέσα στο ξάναμμα της.
Όμως την παραπάνου βδομάδα η κυρία με τα μαύρα έφυγε και από τη συνοικία.
Έφυγε άξαφνα, χωρίς να το περιμένει κανείς. Δυο μεγάλα φορτηγά ήρθαν πάλι και φόρτωσαν τα πράματα γρήγορα γρήγορα.
«Πού τα πάτε;» ρώτησε έναν από τους χαμάληδες η κυρά μαμμή.
«Είναι ανάγκη να μάθεις, κυρά μου;» απάντησε ο χαμάλης. «Στον Περαιά τα πάμε, στο παπόρι... Φχαριστήθηκες τώρα;»
Και τ' αυτοκίνητα φύγανε, βαριά, τρίζοντας. Πίσω τους, σ' ένα ταξί, έφευγε και η κυρία, το κοριτσάκι της και η γριά υπερέτρια. Αυτή τη φορά όμως ήταν μαζί τους κι ένας κύριος, ψηλός, με γκρίζο πανωφόρι. Ίσως ο νυχτερινός επισκέπτης -αν και δεν εκούτσαινε αυτός.
Η γειτονιά παρακολούθησε σύψυχη την ξαφνική κείνη μετακόμιση. Κοίταζαν όλοι βουβοί, σα με κάποια ντροπή, κάποια τύψη. Δεν έβγαζαν άχνα...
Το σπίτι με την πράσινη καγκελόπορτα απόμεινε πάλι κλειστό κι έρημο. Τα μανιτάρια θα ξεφύτρωναν πάλι το ερχόμενο χινόπωρο, στα βορινά παρτέρια του κήπου, γυαλιστερά, γεμάτα φαρμακερούς χυμούς και τα φύλλα των δέντρων θα 'πεφταν να σκεπάσουν τη στέρνα. Αυτό, βέβαια, θα ήτανε μια λυπητερή ομορφιά μα η ζωντανή ομορφιά έφυγε.
Ύστερα από τρεις μέρες, ένας αστυφύλακας ήρθε και χτυπούσε την οξώπορτα. Κρατούσε ένα μπλε χαρτί και κοίταζε, πότε το χαρτί, πότε τον αριθμό του σπιτιού, και περίμενε να τού ανοίξουν.
«Τι περιμένεις, παιδί μου;» είπε η μαμμή. «Φύγανε!»
«Φύγανε;... Πότε; Τώρα;»
«Τώρα;!... Έχουνε τρεις μέρες που το σκαπουλάρανε!»
Έτρεμε από τη συγκίνησή της.
«Δε μου λες, παλικάρι μου», ρώτησε, «είναι για... το φαρμάκωμα, ε;... Α, τη σκύλα!»
Ο άνθρωπος του Νόμου τής έριξε μια αυστηρή ματιά:
«Πολύ περίεργη είσαι, κυρούλα. Να κοιτάς τη δουλειά σου καλύτερα!»
Ξανάβαλε το μπλε χαρτί στην τσέπη του κι έφυγε.
Δάφνης Στέφανος
Περιοδικό «Φιλολογική Κυριακή», τεύχος 1, 1943
Σημειώσεις:
(1) γιάμπολη: φαρμακευτική ουσία από τη ρίζα της γλυκόριζας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου