Ο μικρός με την πλατιά κάμα στο ένα χέρι, προφύλαγε με τ' αριστερό το στήθος του, πηδώντας σαν μαϊμού και δείχνοντας πως είχε ξεσχολήσει στην τέχνη της οπλομαχητικής που τη διδάσκουν στις φυλακές.
Όλοι σώπαιναν. Ακουγότανε το ζουζούνισμα, που 'κάναν τα μυγάκια πετώντας στο θερμό ανοιξιάτικο αέρα, το παράπονο του γειτονικού μαγκανοπήγαδου, το θρόισμα των πράσινων σταχιών και το μακρινό τρίξιμο κάποιου κάρου, μαζί με τις φωνές των ξωμάχων, που δούλευαν στα χωράφια.
Θα 'τρεχε αίμα κι όλοι τέντωναν το λαιμό τους με νοσηρή περιέργεια για να κρίνουν το αιματοκύλισμα.
Το καταραμένο ζούδι δεν εννοούσε να ησυχάσει. Όλο κι έβριζε. Για ας δοκιμάσει να του ριχτεί αυτός ο παλικαράς και θα 'βλεπε πόσο γρήγορα θα τον ξάπλωνε χάμω.
Εκείνος δεν περίμενε να τού το πει. Τού ρίχτηκε με άγρια παλικαριά. Όχι με την περηφάνια του λιονταριού, μα με την ορμή του ταύρου· χαμήλωσε το χοντρό κεφάλι του, το 'χωσε μέσα στο στήθος του κι αμολήθηκε ακατάσχετος σαν καταπέλτης.
Με μια σπρωξιά τον σάρωσε από μπροστά του το μικρό Μπαντούλιος σα σκουπίδι και πριν τον τινάξει χάμω του 'χωσε το μαχαίρι στο πλευρό από τα κάτω προς τα απάνω με τόση δύναμη, που θαρρούσες πως τον σήκωσε ψηλά.
Ο μικρός έπεσε. Με τα δυο χέρια έσφιγγε το πλευρό του, στο ξεσχισμένο ζουνάρι, που έτρεχε αίμα. Ακούστηκε ένα μουρμούρισμα ξαφνιάσματος που 'μοιαζε μ' επιδοκιμασία.
Μωρ' δε χωράτευε ετούτος ο Πέπετ! Καλά την είχε όποιος τα 'βαζε με τέτοιο θηρίο.
Οι Μπαντούλιος χύμηξαν απάνω στ' αδέλφι τους, που 'χε σωριαστεί στο χώμα. Τρέμανε από λύσσα. Μερικοί ανάμεσά τους σφίξανε τ' άρματά τους μ' απελπισία σα να θέλανε να ριχτούν στους εχτρούς, κι ας ήτανε πολλοί, και να πεθάνουν σκοτώνοντας για να μη μείνει με τέτοια ντροπή η οικογένειά τους.
Μα τους συγκράτησε ένα επιταχτικό κίνημα του μεγαλύτερου αδελφού, του Νέστορος της οικογενείας. Όλοι τους ακολουθούσανε τυφλά τις συμβουλές του. Δε χάλασε ο κόσμος. Ό,τι εκείνος συμβούλευε, πάντα έβγαινε σε καλό: Υπομονή, κι έχει ο καιρός γυρίσματα.
Ο μικρός είχε γίνει κατάχλωμος, λες και είχε ξεψυχήσει. Το αίμα έτρεχε αδιάκοπα μέσα από το ζουνάρι του. Οι αδελφοί του τον πήγανε σηκωτό στο αμάξι που τους είχε φέρει όλους μαζί το πρωί και περίμενε κοντά στο υποστατικό.
«Βάρα αμαξά!... Στο νοσοκομείο! Εκεί που πάνε οι άντροι, σαν τους βρει καμιά συφορά».
Το αμάξι έφυγε με τινάγματα, που 'καναν το λαβωμένο να μουγκρίζει από τον πόνο.
Ο Πέπετ σκούπισε το μαχαίρι του με μαρουλόφυλλα, που ήτανε χάμω σκόρπια, το 'πλυνε στο πηγάδι και το καμάρωνε με τόση αγάπη σα να 'τανε παιδί του.
Ο χωριάτης είχε ψηλώσει υπερβολικά στα μάτια όλων εκείνων των ξεσκλαβωμένων, που τον τριγύριζαν. Όταν γυρνούσαν στη Βαλένθια από τη σκονισμένη δημοσιά, δεν προλάβαιναν να τού δίνουνε συμβουλές.
Να μη τον μέλει για την αστυνομία. Ήτανε συνήθεια να σωπαίνουν τα παλικάρια. Ο μικρός θα 'λεγε στο νοσοκομείο πως δεν ήξερε ποιος τον λάβωσε. Αν ήτανε τόσο τιποτένιος, που να θελήσει να μιλήσει, τ' αδέρφια του θα τού δίδασκαν τι υποχρέωση είχε.
Τα μάτια του όμως τέσσερα για τους άλλους Μπαντούλιος, που 'χανε μείνει γεροί. Από τέτοιους ανθρώπους έπρεπε να φυλάγεται. Γι' αυτούς το παν ήτανε να βαρέσουν, κι αν δεν μπορούσαν αντρίκια πρόσωπο με πρόσωπο δε δυσκολευόντανε καθόλου να το κάνουν με μπαμπεσιά. Τα μάτια σου τέσσερα, Πέπετ! Αυτό δε θα το συγχωρούσαν, όχι τόσο για τ' αδέλφι τους, όσο για τ' όνομα της οικογενείας.
Μα ο Πέπετ, αναμμένος ακόμα από το τσάκωμα, χαμογελούσε με καταφρόνια. Τέλος πάντων έτσι θα 'ρχόντανε μια φορά τα πράματα. Είχε έλθει στη Βαλένθια για να σπάσει τα μούτρα των Μπαντούλιος. Όπου βρισκότανε αυτός δεν ήθελε άλλους παλικαράδες. Το 'δειξε στον ένα. Ας κοπιάσουν κι οι άλλοι να τους κανονίσει.
Και για να δείξει πως δε φοβάται, όταν πέρασαν το γεφύρι του Σαν Χοσέ και μπήκανε στην πόλη, φοβέρισε πως θα κόψει τ' αυτιά εκείνου, που θα 'θελε να τον σκοτώσει.
Ήθελε να είναι μονάχος, για να ιδεί αν οι εχτροί θα 'βγαιναν στο δρόμο του... Το λοιπόν αλάργα και καλή αντάμωση!
Ε, ρε, μεγαλείο αυτός ο Πέπετ! Κι η φάρα των κουμπουράδων διαλύθηκε. Όλοι τρέξανε να διηγηθούν στις ταβέρνες και στα χαρτοπαίγνια το χουνέρι των Μπαντούλιος κι επρόσθεταν κάνοντας τους σπουδαίους πως είδανε με τα μάτια τους.
Καλά έλεγε ο Πέπετ πως ούτε φοβότανε τους Μπαντούλιος, ούτε τον ανησυχούσανε. Έφτανε να τον δείτε στις έντεκα τη νύχτα να περνά από την οδό ντε λας Μπάρκας μ' έναν αέρα σα να μην είχε γίνει τίποτα.
Πήγαινε στην Πένια ν' ακούσει την αγαπημένη του.
Το παλιοθήλυκο! Αν ήτανε αλήθεια ό,τι τού είπε εκείνο το μυξιάρικο, που τον πρόσβαλε, πριν το διορθώσει, θα τής έσπαζε τα μούτρα και θα τα 'κανε θάλασσα όλα μέσα στο καφέ - αμάν.
Ακόμα βαστούσε ο ερεθισμός του τσακώματος, εκείνη η λύσσα, που τον έπιανε, όταν έχυνε αίμα και τον έσπρωχνε να κάνει συφορές.
Τώρα έπρεπε να βγουν μπροστά του οι Μπαντούλιος, πριν τού περάσει, ένας - ένας ή κι όλοι μαζί. Είχε το κουράγιο με την πρώτη να τους στρώσει όλους χάμω.
Ήτανε στον ανήφορο της Μορέρας, όταν ακούστηκε μια πιστολιά κι ο παλικαράς ένιωσε πως κάτι τον βάρεσε στην πλάτη, την ίδια στιγμή, που το φως του σκοτείνιασε κι άρχισαν να βουΐζουν τ' αυτιά του.
Μπρε να πάρει... Ήταν εκείνοι που τον είχανε λαβώσει.
Τράβηξε από το ζουνάρι του την κουμπούρα, μα πριν προφτάσει να γυρίσει, ακούστηκε άλλη πιστολιά κι ο Πέπετ έπεσε ξερός.
Ο κόσμος έτρεχε, οι πόρτες έκλειναν με κρότο, αντηχούσανε σφυρίγματα πολλά στην άκρη του δρόμου, μα δίχως να φανεί πουθενά κανένας χωροφύλακας. Οι Μπαντούλιος επωφεληθήκανε από τον πανικό, για να ξεμυτίσουν από τη γωνιά, που είχαν ταμπουρωθεί, και με το μαχαίρι στο χέρι προχωρήσανε προς τ' ακίνητο σώμα. Το 'σπρωξαν με κλωτσιά σα να 'τανε κανένας μπόγος.
«Πάει! Ψόφησε!»
Και για να πειστεί καλύτερα ένας τους έσκυψε πάνω από το κεφάλι του σκοτωμένου κι όταν σηκώθηκε έκρυψε κάτι στην τσέπη του.
Όταν φτάσανε οι χωροφύλακες και μαζεύτηκε ο κόσμος γύρω από το πτώμα, περιμένοντας τους δικαστικούς, φάνηκε στο φως μερικών σπίρτων το μαύρο πρόσωπο του Πέπετ από τη Ριμπέρα, με τα μάτια ορθάνοιχτα σαν γυαλένια, και κοντά στο δεξιό κρόταφο μια κόκκινη πλατιά πληγή, που ακόμα έτρεχε αίμα.
Τού είχανε κόψει το ένα αυτί, όπως συνηθίζουν οι ταυρομάχοι με τους ταύρους, που τους σκοτώνουν με τέχνη.
Η κηδεία ήτανε σωστή διαδήλωση.
Έμεναν ακόμη παλικάρια· η γενιά δεν τέλειωνε τόσο γρήγορα όσο πίστευαν πολλοί.
Οι χαρτοπαίκτες πήγαιναν πρώτοι - πρώτοι πίσω από το φέρετρο, σαν «τεθλιμμένοι προστάται» του νεκρού και πίσω τους οι μπράβοι και οι δόκιμοι της συντεχνίας: παλιόπαιδα της αγοράς και των σφαγείων, που περίμεναν την ευκαιρία να φανούν κι έκαναν τα πρωτόλεια της παλικαριάς, γυρεύοντας να τσιμπολογήσουν καμιά πεσέτα από τα καφενεία με μπιλιάρδα ή από τα χαρτοπαίγνια της δεκάρας.
Η πομπή των ξετσίπωτων μούτρων με τα στραβοβαλμένα κασκέτα και τις αφέλειες, έκανε τους διαβάτες να παραμερίζουν και να συλλογιόνται πως η αστυνομία έχασε την ευκαιρία, που δε βουτούσε όλα εκείνα τα υποκείμενα, καθώς βρισκότανε έτσι μαζεμένα.
Μα όχι. Ήτανε σεβαστή η αληθινή λύπη των ανθρώπων εκείνων, που κλαίγανε το σκοτωμένο με όλη τους την καρδιά, με μιαν αφέλεια, που δεν την έβλεπες σε καμιά κηδεία.
Έτσι σκοτώνουν τους άντρες; Κιοτήδες!... Φοβιτσιάρηδες!... Κι έπειτα σού λένε οι Μπαντούλιος πως είναι παλικάρια! Αν το 'λεγε η καρδιά τους έπρεπε να τα βάλουν μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο κι ας τού 'τρωγαν το σκώτι. Έτσι κανονίζουν τους λογαριασμούς τους οι άνθρωποι με υπόληψη. Όχι να τον βαρέσουν με το πιστόλι από τις πλάτες και να τον σκοτώσουν σαν σκυλί, απ' αλάργα. Αυτό ήτανε παλιαθρωπιά που άξιζε κρέμασμα. Ακούς εκεί να ξεκάνουν ένα τέτοιο λεβέντη κάτι τιποτένιοι! Δε το χωρούσε το μυαλό πως οι εφημερίδες δε διαμαρτυρηθήκανε κι ολόκληρη η πόλη δε σηκώθηκε στο πόδι! Αμ' που τού 'κοψαν το αυτί; Τι σού λέει πάλι ετούτο; Α, να χαθούν οι εξευτελισμένοι. Τέτοιο πράμα μπορούσε να γίνει όταν κανένας σκοτώνει τον εχτρό του παλικαρίσια. Σε παρόμοιες περιστάσεις πρέπει να κρατά ένα θυμητικό. Μα... ας πάει στο διάολο, όταν τέτοιος λόγος δεν υπάρχει, και μόνο μερικοί μερικοί θα 'πρεπε να ντρέπονται αν είχανε φιλότιμο, σού κάθεται στο στομάχι να τους βλέπεις να κορδώνουνται. Και το χειρότερο ήτανε που μια κι έλειψε ο Πέπετ, το αληθινό παλικάρι, ο πρώτος από τους λεβέντες, οι Μπαντούλιος θα 'μεναν μονάχοι αφέντες κι οι άνθρωποι με αίσθημα, δηλαδή οι άλλοι, θ' αναγκαζόντανε να πάνε με το μέρος τους, για να μπορέσουν να ψωμοζήσουνε από τα ψίχουλα που αφήνανε εκείνοι. Κι ήτανε τόσο ήσυχοι όσο τους προστάτευε το αδικοσκοτωμένο παλικάρι, που είχε βαλθεί να ξεπαστρέψει τους Μπαντούλιος!...
Πιο φαρμακωμένοι φαινόντανε οι νεοφώτιστοι, τα τσιράκια της τέχνης που δεν είχαν ακόμη ματώσει το λάζο (1), που φούσκωνε από πίσω το σακάκι τους, όσοι δεν είχανε μπει ως την ώρα σε μια σειρά για να ζουν από την «ισόβια» μα λάτρευαν τον Πέπετ, όπως οι άγριοι λατρεύουν ένα καινούριο άστρο.
Κι όλοι αυτοί που ήθελαν να φοβίζουν τον κόσμο με μια χειρονομία τους, κλαίγανε στο νεκροταφείο γύρω από το λάκκο, βλέποντας το υγρό χώμα να πέφτει πάνω στο φέρετρο.
Τέτοια νιάτα και τέτοια λεβεντιά να τα φάνε η μαύρη γης και τα σκουλήκια!... Αχ, κόσμε ψεύτη! Μόνο να το συλλογιέσαι σού ραγίζεται η καρδιά.
Τα παλικάρια περίμεναν με ανυπομονησία τις τελετές σε παρόμοιες περιστάσεις· κάτι, που να δείχνει στον μακαρίτη πως τον θυμόντανε. Ακούστηκε ένα γλου - γλου. Κάποιο υγρό χυνότανε πάνω στον παραχωμένο λάκκο. Οι σύντροφοι του Πέπετ, αγριωποί σαν παπάδες κάποιας τρομερής θρησκείας, άδειαζαν μπουκάλια κρασί απάνω στο παχύ χώμα, που θαρρούσες πως ίδρωνε τη διαφθορά της ζωής.
Κι όταν σχηματίστηκε μια κόκκινη και σιχαμερή λιμνούλα, όλη εκείνη η αδελφότητα της κακότυχης παλικαριάς τράβηξε τους λάζους κι ένας ένας χαράξανε με μανία στη λάσπη σταυρούς με τη μύτη των μαχαιριών, μουρμουρίζοντας φοβερά λόγια, με τα μάτια καρφωμένα ψηλά, σα να περίμεναν να κατέβουν από τον ουρανό πετώντας οι μισητοί Μπαντούλιος.
Ο Πέπετ μπορούσε να κοιμάται ήσυχος. Εκείνοι οι παλιαθρώποι θα πάθαιναν τα ίδια και χειρότερα... αν εννοούσανε να τα τρώνε όλα μονάχοι τους και να μην τα μοιράζουνται με τους ανθρώπους με αίστημα. Όσο γι' αυτό παίρνανε όρκο!
Την ίδια ώρα που τα μαχαίρια της παρέας χαράζανε σταυρούς στο νεκροταφείο, οι Μπαντούλιος έμπαιναν στο νοσοκομείο, σοβαροί, μονοκόμματοι, επίσημοι, σα διπλωμάτες, που έχουν σπουδαία αποστολή.
Το πρόσωπο του μικρού ξεμυτούσε ανάμεσα στα σεντόνια κατάχλωμο σαν το πανί. Μονάχα στη ματιά του είχε μια σπίθα ζωής όταν ρώτησε βουβά τ' αδέλφια του.
Κάτι θα΄ξερε απ' ό,τι έγινε την περασμένη νύχτα κι ήθελε να πειστεί.
Ναι, ήτανε αλήθεια. Τού το βεβαίωνε ο μεγαλύτερος αδελφός, ο πιο μυαλωμένος στην οικογένεια. Όποιος τα 'βαζε με τους Μπαντούλιος θα πει πως είχε βαρεθεί ετούτη τη ζωή. Όσο ζούσαν όλοι, ο καθένας από τ' αδέλφια είχε γερές πλάτες. Δε τού είχαν υποσχεθεί εκδίκηση; Την είχε.
Ξετύλιξε ένα κομμάτι από εφημερίδα κι έριξε απάνω στα σεντόνια ένα σιχαμερό κοψίδι, σκεπασμένο με πηγμένο κατάμαυρο αίμα.
Ο μικρός άπλωσε ανάμεσα στα σεντόνια τ' αδυνατισμένα χέρια του και το 'φτασε πνίγοντας με μουγκρητά τον πόνο που τού σπάραζε τα πληγιασμένα σωθικά του, καθώς ανασηκώθηκε.
«Τ' αυτί!... Τ' αυτί του κλέφτη!»
Τα δόντια του τρίξανε με τις δυο γερές δαγκωματιές που 'δωσε στο σιχαμερό τραγανό και τ' αδέλφια του χαμογελώντας με καμάρι όταν είδαν ως πού μπορούσε να φτάσει η λύσσα, που 'πιασε το λεονταράκι τους, αναγκαστήκανε να τού πάρουν με τη βία το αυτί του Πέπετ για να μην το διαγουμίσει.
Ιμπάνιεθ Βιθέντε Μπλάσκο
μτφρ. Κώστας Οικονομίδης
Περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 781, Μάρτης - Απρίλης 1924
Σημειώσεις:
(1) λάζος: είδος μαχαιριού που διπλώνει στη λαβή, σουγιάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου