«Όχι, φίλε μου· κάθεσαι πάρα πολύ μακριά. Προτιμώ να πάρω το τσάι εδώ κοντά, στης κυρίας Α.».
«Είναι βραδιά απόψε να φοβηθεί κανείς δρόμο; Φεγγάρι μια χαρά Θεού...»
«Τι φεγγάρι, που 'μαι κατακουρασμένος... Πήγες και συ να καθίσεις απάνου στο Λυκαβητό! Δεν κουράζεσαι ν' ανεβοκατεβαίνεις τόσες φορές την ημέρα;»
«Α μπα!»
Και ο φίλος μου συνώδευσε την ήρεμον αυτήν έκφρασιν με μειδίαμα, το οποίον μ' έκαμε να συναισθανθώ την ασυλλόγιστόν μου ερώτησιν. Αυτός να πτοηθεί, ο ακαταπόνητος πεζοπόρος! Αυτός ο οποίος τοσάκις, με ζεύγος χονδρών υποδημάτων, με μίαν πήραν (1) και με μίαν βακτηρίαν, ως άλλων χρόνων προσκυνητής, διέσχισεν από άκρου εις άκρον την χερσόνησον όλην του Αίμου, και μόλις προ ολίγων ημερών, φοιτητής επιστρέφων εις Αθήνας δια την έναρξιν των μαθημάτων, ήλθε δια ξηράς εκ Θεσσαλονίκης, προπέμψας δια θαλάσσης τα έπιπλά του μόνον μ' έναν υπηρέτην! Έφθασε μετά επτά ημέρας ακμαίος, φαιδρός, και μοι διηγείτο ηυχαριστημένος την πεζήν του ταύτην Οδύσσειαν, τας περιπλανήσεις του, τας διανυκτερεύσεις του, τους σταθμούς του, τας συναντήσεις του. Και να τον κρίνω λησμονούμενος, με την αντοχήν των ιδίων μου δυνάμεων εγώ, ο έχων το θάρρος να είμαι καταβεβλημένος επί εβδομάδα εκ του κόπου διημέρου ταξιδίου, κατά το οποίον δεν διήνυσα πεζῃ ούτε ήμισυ χιλιόμετρον!
Εκάθητο απέναντί μου προ της τραπέζης του περιφώτου αλλ' ερήμου εστιατορίου, εν ω εδειπνούμεν ήδη εν ώρα προκεχωρηκυία. Εκάπνιζεν, ενώ εγώ έτρωγον ακόμη. Εν μέσω νέφους υποκυάνου, μυροβόλου, έβλεπον σπινθηρίζοντας τους δύο μικρούς του νοήμονας οφθαλμούς επί προσώπου αγενείου, τρυφερού, ροδοχρόου ως κόρης. Αλλ' ήσαν χαλύβδινοι οι μυς του λεπτοφυούς νεανίου, και υπό τον θώρακά του τον ευρύν διεστέλλοντο πνεύμονες ισχυροί, ως φυσητήρες καμίνου. Η φωνή του, βαρεία και μονότονος, εξήρχετο μετά της αυτής πάντοτε ηρεμίας, μετά της αυτής κανονικότητος. Διότι ο φίλος μου, σταθεράς διαθέσεως πάντοτε, δεν είχεν, ή τουλάχιστον δεν εξεδήλου στιγμάς ενθουσιασμού ή ανίας, εξάρσεως ή καταπτώσεως· και εκτός των οφθαλμών, ως η έκφρασις εσαλεύετο εις της ψυχής του τας κυμάνσεις, είχε την αυτήν πάντοτε φωνήν, το αυτό ύφος, τας αυτάς χειρονομίας, το αυτό μειδίαμα. Εφαίνετο ως τις μηχανή στερεά και ακάματος, κανονικώς δαπανώσα την ανεξάντλητον αυτής δύναμιν.
Αλλά δεν περιωρίζετο έως εδώ η ιδιορρυθμία του φίλου μου. Αι άλλαι του έξεις ήσαν ακόμη πολύ παραδοξώτεραι. Έβλεπον εν αυτώ δύο φύσεις αντιθέτους, τας οποίας δεν ηξεύρω πώς κατώρθου να συμβιβάζει. Ήτο άλκιμος (2) και μαλθακός· ηγάπα εξίσου την σκληραγωγίαν και την ηδονήν, την ραστώνην και τον πόνον· κατέπλησσε με την ρώμην του και την αδυναμίαν, με την τραχύτητά του και την τρυφερότητα. Συνεδύαζεν όλην την ανατολικήν νωχέλειαν και την χαυνότητα και την ηδυπάθειαν, με την στρατιωτικήν καρτερίαν και το θάρρος και την λιτότητα. Μοι έφερε εις την μνήμην χωρίς να θέλω, τους παλαιούς εκείνους και ποιητικοτάτους Σουλτάνους, περί ων ομιλεί ένθους (3) ο de Amicis, οίτινες μεθ' ημέραν αγρίου πολεμικού σφρίγους και αγώνων και σφαγών και αιμάτων, εκάθιζον κατόπι την νύκτα επί των γονάτων αυτών δεκαπενταετείς παρθένους, ως οι τρυφερώτεροι των εραστών. Ο φίλος μου παρουσίαζε συχνά τόσῳ ζωηράς αντιθέσεις. Τον ηγάπων όμως, διότι ήτο πάντοτε φιλόκαλος, γενναίος, αγαθός, τίμιος -το τελευταίον προ πάντων άνευ αντιθέσεως ουδεμιάς.
Και επέμενεν απόψε προκαλών με εις το δωμάτιόν του. Εφ' όσον εγώ επροφασιζόμην κόπωσιν και αδιαθεσίαν, επί τοσούτον εκείνος ηύξανε τας επαγγελίας του. Μοι υπέσχετο θέαν, αέρα, βιβλία, σιγάρα, καφέ, τέιον, λουκούμια, ό,τι θέλω, και κάτι τι άλλο ακόμη μυστικόν, το οποίον ως ισχυρίζετο, θα με ηυχαρίστει πολύ. Πρώτην φοράν θα επεσκεπτόμην το δωμάτιόν του, και εις τας τόσας ελκυστικάς υποσχέσεις ομολογώ ότι ήρχισα κάπως να κλονίζωμαι. Μάλιστα είμαι βέβαιος ότι θα μ' έπειθεν εντελώς να διατρέξω το από των Χαυτείων μέχρι των προπόδων του Λυκαβητού διάστημα, εάν εδύνατο να υψώσει την φωνήν εις τόνον ενθουσιαστικώτερον. Αλλά μόνον οι οφθαλμοί του ημιεκλείοντο εν εκφράσει πονηρά, όταν ωμίλει περί του μυστηριώδους εκείνου κάτι τι, εν ῳ η φωνή του εξηκολούθει αντηχούσα βαρεία ως πάντοτε και μονότονος, εξηκολούθουν δε και εγώ επιμένων εις την άρνησίν μου.
«Πάρε μιαν άμαξαν, να πάμε».
«Άμαξα; Μη γένοιτο, παιδί μου!»
«Ε, καλά. Τότε πηγαίνω στης κυρίας Α. και τελειώνει».
«Από εκείνο όμως το άλλο πράγμα δεν έχει η κυρία Α.».
Μόλις ο φίλος μου είχε προφέρει αυτάς τας λέξεις, ηνοίχθη η βαρεία υαλόφρακτος θύρα του εστιατορίου και εισήλθε νεάνις, άγνωστος και προφανώς ξένη, συνοδευομένη υπό γηραιού τινος κυρίου.
Παράδοξος με κατέλαβε συγκίνησις εις την απρόοπτον ταύτην εμφάνισιν. Είλκυσεν εις άκρον την προσοχήν μου και την περιεργείαν, όχι μόνον η νεαρά και προκλητική καλλονή, αλλά και ο έκτακτος τύπος της γυναικός τον οποίον πρώτην φοράν μοι εδίδετο αφορμή να θαυμάσω. Δια τούτο, άμα την είδα βαίνουσαν προς μίαν τράπεζαν με σκοπόν να καθήση, συνέλαβον ακαριαίως την απόφασιν, αν και χορτασμένος, να παρατείνω όσον ήτο δυνατόν το δείπνον μου -πράγμα το οποίον ούτε τον σύντροφόν μου ίσως δυσηρέστει. Και δεν εξέφραζε μεν ουδεμίαν συγκίνησιν το πρόσωπόν του, κατά το σύνηθες· αλλ' έβλεπον τους μικρούς του οφθαλμούς εκτοξεύοντας πύρινα βλέμματα, υπό το υποκύανον νέφος του καπνού. Και αυτός ο νεαρός υπηρέτης με το λευκόν μάκτρον (4) επ' ώμου, όστις επλησίασεν υποκλινής να λάβη τας διαταγάς των ξένων, εγένετο καταπόρφυρος εκ ταραχής προφανούς.
Η νεάνις εφαίνετο ωσεί δεκαεπταέτις. Μελαγχροινή, ευτραφής, με την εβενίνην θυσσανώδη κόμην, με τους μέλανας βελουδωτούς οφθαλμούς με το προτεταμένον στήθος, με την ηδυπαθή έκφρασιν της φυσιογνωμίας, με την φλόγα του βλέμματος, ηλέγχετο ευθύς εκ πρώτης όψεως θερμή Ανατολίτις. Ως εκάθησεν εκεί πλαγίως και απέναντί μου, η ως θα έλεγέ τις επί το γεωγραφικώτερον, βορειοανατολικώς, εδυνάμην να την παρατηρώ εξίσου και κατά μέτωπον και κατά κρόταφον. Η κατατομή της, επιβαλλούσης εντελείας, ανεδείκνυε το παχύ βύσσινον αυτής χείλος και τας μακράς της τοξοειδείς βλεφαρίδας· όταν δ' εστρέφετο προς με, με την εξαισίαν εκείνην ιταμότητα (5), με το διαρκές μελιτώδες μειδίαμα, εξήστραπτον εν στιλπνῇ λευκότητι οι μεγάλοι αυτής οδόντες αντιτιθέμενοι θαυμασίως προς του χείλους και του προσώπου το αμαυρόν (6). Ήτο, ή μοι εφαίνετο, θελκτικώτατα ενδεδυμένη. Εκτός της βραχείας, της προδότιδος εσθήτος, έν περικόρμιον με μελανόλευκα τετράγωνα, περισφίγγον ωσεί μέχρι διαρρήξεως τα άφθονα στήθη, δεν ειξεύρω τι ενέπνεεν ηδυπαθές. Εις το υποτραπέζιον ημίφως, διέκρινα δύο υποδημάτια διεσταυρωμένα, και δύο κνήμας ευτραφείς εντός ερυθρών περικνημίδων (7), αποσπώσας στεναγμούς...
Η θέα του απαραμίλλου τούτου θήλεος μού εξήραινε τον λάρυγγα, ώστ' εμάσσων τους βλωμούς (8) μου άνευ σιέλου, με κίνδυνον προφανή δυσπεψίας. Μία λέξις μού ήρχετο συχνά και την εξεστόμιζα σιγηλήν ως στεναγμόν προς τον φίλο μου: Οδαλίσκη! Τόσον ορεκτική, τόσῳ δροσερά, καμμία, νομίζω, δεν θα ήτο εκ των πεφημισμένων Γεωργιανών, Κιρκασίων ή Σμυρναίων παρθένων, των εγκλείστων εις τα χαρέμια της Κωνσταντινουπόλεως. Μοι εφαίνετο ωραία, ως η δεσμίς των υακίνθων την οποίαν έφερεν επί του στήθους, ως έν άσμα εκ των Ανατολικών του Ουγκώ, ως μία ιδέα του Σααδί...
Δεν ήτο ανάγκη να την ακούσῃ κανείς ομιλούσαν προς τον παρ' αυτῇ κύριον, δια να εννοήσῃ ότι ήτο πατήρ της. Τῇ ωμοίαζε παραδόξως, εν ᾧ δεν ήτο καθόλου ωραίος. Είχεν έκφρασιν αγρίαν, απαίσιον το πρόσωπόν του, το βαθύ μελαγχροινόν, με την μακράν πολιάν γενειάδα και τους παχείς μύστακας, με τας πυκνάς οφρύς και τους αστραπηβόλους οφθαλμούς, ως ληστού. Αλλ' υπήρχέ τι το καταπληκτικώς όμοιον μεταξύ των, το οποίον δεν εδυνάμην να καθορίσω. Η κόρη εφαίνετο ως η τελειοποίησις, η εξιδανίκευσις των πατρικών χαρακτήρων. Και ιδού πώς δύο ανόμοια πράγματα, έν άσχημον και έν ωραίον, έν αβρόν και έν τραχύ, δύνανται να ομοιάζωσι τόσῳ· και πώς δύναται να συγκριθῇ είς ληστής προς μίαν ιδέαν του Σααδί.
«Από πού λες να 'ναι αυτό το κορίτσι;» ηρώτησα τον φίλον μου.
«Αμ αυτή φαίνεται από τα μέρη τα δικά μας. Μυρίζει ανατολή χίλια μίλια. Βλέπεις αμέσως την γυναίκα που είναι καθαυτό πλασμένη για έρωτα και για τίποτ' άλλο. Είδα εγώ τέτοιες!...»
«Αυτή τη στιγμή, να σού πω, είμαι και εγώ με τη γνώμη σου. Η γυναίκα μόνον για έρωτα έγινε...»
«Και τι; Μήπως αυτή είναι ιδέα δική μας, δηλαδή των Ανατολιτών; Θυμάσαι τι λέγει ο Λέσιγκ; Γυναίκα η οποία σκέπτεται, η οποία φιλοσοφεί, μοιάζει με άνδρα που φκιασιδώνεται... Για φαντάσου άξαφνα αυτό το κορίτσι ανεπτυγμένον, με γνώσεις και με ιδέας. Δεν θα χάσῃς αμέσως όλον το γόητρον; Αυτή, φίλε μου, δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, παρά ένα κομμάτι σαρκός πρώτης ποιότητος, με ολίγας ιδέας αυτομάτους και με τας αναγκαίας κινήσεις, δια να σού προσφέρῃ όσῳ το δυνατόν περισσοτέραν ηδονήν. Να ζῇ μόνον, και αυτό αρκεί. Τη φιλοσοφία τι την θέλεις εδώ. Άκουσε μια παράδοξην ιδέα που έχω: Η γυναίκα επλάσθη δια να διασκεδάζῃ ο άνδρας, να λησμονῇ κάθε σκέψι στον έρωτά της. Άμα λοιπόν την βρίσκει με πάρα πολλές ιδέες, με λεπτότητες, με αισθήματα, ξεύρω 'γω... δεν μού φαίνεται ότι ειμπορεί ν' απολαύσῃ καθαρό και μόνο τον έρωτά της. Ο έρως είναι φαγί που τρώγεται μονάχο· άμα το ανακατώσῃς με τίποτ' άλλο, προ πάντων με φιλοσοφία, δεν αξίζει τίποτα. Τι να σού πω· την θέλω την γυναίκα ωραίαν, τρυφεράν σαν κι αυτήν, αλλά... ξύλο - κούτσουρο, σαν κι αυτήν πάλι...»
«Λες να είναι ξύλο - κούτσουρο, καϋμένε;»
«Βεβαιότατα. Οι γυναίκες αυτές δε μαθαίνουν παρά χορό, τραγούδια και λίγα, πολύ λίγα γραμματάκια, όσα αρκούν δια τον έρωτα. Έπειτα να σού πω...»
Αλλά τον άφησα να μού λέγῃ χωρίς να προσέχω· διότι αυτήν την στιγμήν δεν με είλκυε διόλου η συζήτησις, αφ' ου με είλκυε τόσον η απέναντί μου μελαγχροινή. Εν ᾧ εξηκολούθουν να τρώγω, τα λαθραία μου βλέμματα εστρέφοντο συχνά προς αυτήν. Μ' επολιόρκουν και με κατετάρασσον σκέψεις ηδυπαθείς, φρικιάσεις και φαντασίαι σατανικαί. Ήκουον τον γέλωτά της φαιδρόν και την φωνήν της γλυκείαν, ως μελωδία ανατολική. Μ' εμάγευεν ολοέν περισσότερον το βύσσινον χείλος της με την διαφαινομένην σειράν των οδόντων, προκαλούν πληθύν φιλημάτων τρελών. Έτρωγε με χάριν πτηνού. Το περίφωτον εστιατόριον με τους μεγαλοπρεπείς κίονας με τας λευκάς σφαίρας των λαμπτήρων, με το βαρύ άρωμα το οποίον απέπνεεν από της εισόδου της, παρίστατο εν τῇ συγκεχυμένῃ μου διανοίᾳ ως στοά μυστηρώδους σεραγίου. Ο δε παρ' αυτῇ αγριωπός άνθρωπος, ο συνέχων ενίοτε τους οφθαλμούς μου, μοι ενέπνεεν φόβον όχι πατρός αλλά -τολμώ να το είπω- αρχιευνούχου...
Επί τέλους απεφάσισα να τελειώσω το παραταθέν δείπνον μου, και έλαβον το τουρκικόν σιγαρέτον, το οποίον μοι προσέφερεν ο φίλος μου. Εν ᾧ επλησίαζα έν πυρείον να το ανάψω, παρετήρησα ότι η χειρ μου έτρεμε. Πρώτην φοράν μού έκαμνε τόσην εντύπωσιν η θέα γυναικός.
Το δείπνον της υπήρξε βραχύ την διάρκειαν και χαρακτηριστικόν την εκλογήν: Στρείδια Καλλιπόλεως· πιλάφι τουρκικόν· ντολμάδες τουρκικοί· χαλβάς τουρκικός... Δεν ηξεύρω πώς και διατί ενεθυμήθην ευθύς τον βύρσινον (9) σάκκον της μις Μαριάννας Σίμονς εις τον Βασιλέα των Βουνών του About -όστις περιείχε μικράν σκευοθήκην αγγλικήν, φιάλην άλατος αγγλικού, πυξίδα τροχίσκων μέντας αγγλικών και εκατόν τόσα φράγκα... αγγλικά.
Αίφνης μού ήλθε μία ιδέα. Εστράφην προς τον φίλον μου και τῷ είπον:
«Ξεύρεις τι; Θα την ακολουθήσω, να ιδώ πού κάθεται».
«Καλά θα κάνῃς· πάμε, σε συνοδεύω».
«Α, είσαι πολύ καλός», τῷ είπον εκκπλησσόμενος επί τῇ προθυμίᾳ του.
Ελησμόνησα και την κόπωσίν μου και την αδιαθεσίαν μου και την κυρίαν Α., και τας προσκλήσεις του φίλου μου. Ηγέρθην να φύγω, με την ιδέαν να την περιμείνω έξω. Αλλ' ηγέρθη ευθύς αμέσως και εκείνη μετά του πατρός της, εξήλθομεν δε και οι τέσσαρες σχεδόν συγχρόνως.
Β'
Έξω η πανσέληνος εφώτιζεν ήρεμα την πόλιν από του σαπφειρίνου ουρανού. Η οδός Σταδίου κατηυγάζετο από άκρου εις άκρον, ως δι' υπερμεγέθους ηλεκτρικού λαμπτήρος. Έλαμπον τα ευρέα πεζοδρόμιά της, με την σειράν των δενδρυλλίων και των εσβεσμένων φανών, και εξωραΐζοντο αι λευκαί οικοδομαί της, ως μέγαρα φαντασίας. Ολίγοι ήσαν οι διαβάται και πολλή η ερημία της θεσπεσίας νυκτός.
Εκείνη εβάδιζεν ολίγα βήματα προ ημών, παρά το πλευρόν του πατρός της. Ήτο μεγαλοπρεπές το παράστημά της και υπερήφανον μετά χάριτος το βήμα της. Εκράτει υψηλά την κεφαλήν, ημιεστραμμένην ως εν στάσει φωτογραφίας. Ανεδείκνυτο προπετές το στήθος της, του οποίου έβλεπον επί του πεζοδρομίου προεξέχουσαν την σκιάν. Εστράφη άπαξ και μάς είδεν ακολουθούντας. Μετ' ολίγα βήματα εστράφη και πάλιν. Τώρα απηύθυνε προς εμέ έν βλέμμα και έν μειδίαμα, λαμπρότερα του σεληναίου φωτός. Σύμπτωσις ήτο, ή μήπως η προσήλωσίς μου τῇ εκίνησε την προσοχήν; Δεν ειξεύρω· αλλά νομίζω ότι αν αίφνης ησθάνετο την όρεξιν να στραφῇ και εκ τρίτου, εγώ δεν θα είχον τώρα νουν να γράφω την ιστορίαν της...
«Η μητέρα της βέβαια θα είναι Αρμένισσα», μοι έλεγεν εν τούτοις ο φίλος μου. «Το εννοώ από το χείλος της και από τη μύτη. Ο πατέρας της όμως είναι Σμυρναίος».
«Πώς το ξεύρεις;»
«Σ' αυτά τα μικρά πράγματα δεν απατώμαι. Το βλέπεις αυτό το επανωφόρι που φορεί; Μπορώ να σού πω από ποιο δρόμο και από ποιο κατάστημα της Σμύρνης το πήρε. Γκρι με μαύρες σειρές... είχα κι εγώ από 'κει έν απαράλλακτο».
«Αν φορῇς λοιπόν καπέλλο από το Παρίσι, θα πῇ ότι είσαι παρισινός;»
«Είσαι ζώον, φίλε μου. Άμα σού λέγω κάτι τι με πεποίθησιν, δεν πρέπει να μού αντιλέγῃς. Δεν το εννοώ μόνον από το επανωφόρι ότι είναι Σμυρναίος· ξεύρω, βλέπεις, και τον τόπον...»
«Τι με μέλει! Εγώ βλέπω πως είναι πάρα πολύ ωραία αυτή η Οδαλίσκη και κοντεύει να μού σηκώσῃ το νου».
«Όχι δα και τόσον ωραία! Να ιδῇς γυναίκες από τέτοια ράτσα, που να μην πιστεύῃς τα μάτια σου. Όχι, όχι· αυτή δεν είναι από κείνες που ξεύρω 'γω...»
Κατά της γνώμης του φίλου μου διεμαρτύρετο αντ' εμού ο ηχηρός στεναγμός, τον οποίον μοι απέσπων εις έκαστον βλέμμα αι γλαφυραί κνήμαι της ωραίας, διαφαινόμεναι υπό την βραχείαν την προδότιδα εσθήτα.
«Και πώς να την λένε άρα γε;» ηρώτησα μετά μικράν σιγήν.
«Αυτό πια το αφήνω στη φαντασία σου. Δώσε της ό,τι όνομα σού φαίνεται καταλληλότερον. Θέλεις να την πῇς Αϊδά, Φατμέ, Εϊσσέ, Ζενή...»
«Όχι, όχι! Ζαΐρα θα την πω. Αυτό το όνομα της μοιάζει καλύτερα».
«Το θυμάσαι από το δράμα του Βολταίρου;»
«Όχι».
«Από το μελόδραμα...»
«Όχι, Ζαΐρα έλεγαν μια χανούμισσα, που μού διηγείτο η μητέρα μου πολλές φορές την ιστορία της, σαν ήμουν μικρός».
Εσιωπήσαμεν. Όπισθεν της Ζαΐρας, ευρισκόμεθα εισέτι επί της οδού Σταδίου. Ο φίλος μου με το βραχύ του νωχελές βήμα και τους μικρούς του οφθαλμούς, εξηκολούθει εκπέμπων συχνά νέφη καπνού και υπομειδιών, ως όταν κατέστρωνε πονηρόν τι σχέδιον. Ερριψοκινδύνευσα να τον ερωτήσω τι σκέπτεται· αλλά προσέκοψα κατά της σιγής του, έτι μάλλον υπόπτου. Δεν επανέλαβον ανωφελώς την ερώτησιν, γνωρίζων εκ πείρας μακράς την αραβικήν του επιμονήν. Δυσηρεστημένος ολίγον, όπως πάντοτε οσάκις ερωτώ και δεν μού απαντούν, ηρκέσθην και εγώ να σιωπήσω, ως εις άφωνον βεβυθισμένος έκστασιν. Φωταυγής και χλιαρά και πλήρης ελαφρού αρώματος ήτο η ατμόσφαιρα. Αύτη ίσως θα επέδρασεν επ' εμού όταν μετ' ολίγον ήρχισα να τερετίζω μεταξύ των οδόντων, έν μέλος ηδυπαθές ως αι σκέψεις μου, βραδύ ως το βήμα μου, αποπνέον ανατολίτικην χάριν, ως η Ζαΐρα, και επί στίχων -πιστεύσατέ το όχι πολύ ακαταλλήλων τῇ περιστάσει:
Αμάν κουζούμ, αμάν γιαβρούμ, κάνε, χανούμ, νισάφι·
ούτε καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δεν γράφει.
Αλλά διεκόπην, ωθήσας αίφνης δια του ποδός λευκόν τι μαλακόν αντικείμενον, αναπηδήσαν ολίγα βήματα μακράν μου επί του πεζοδρομίου. Έκυψα και το ανέλαβον. Βαλάντιον με λίρας τουρκικάς αν εύρισκον, δεν θα έχαιρον τόσον -αφ' ου μάλιστα θα υπεχρεούμην να ζητήσω τον κύριόν του... Ήτο η εξ υακίνθων δεσμίς, η προ ολίγου αναπαυομένη επί του στήθους της. Ω τα ωραία, ω τ' αγαπητά, ω τα ηγιασμένα μου άνθη, με την μεθύουσαν ως τον Έρωτα οσμήν των, με τα ωχρόλευκα πέταλά των, ως μέτωπον μελανοφθάλμου χανουμίσσης!... Τ' απετίναξα, τα ωσφράνθην, τα εφίλησα και τα ενέθηκα μετά στοργής εις τον κόλπον μου. Αχ, τις οίδε μη δεν ήτο προμελετημένη η απροσεξία της Ζαΐρας;
Εστράφην ν' ανακοινώσω την υπόνοιαν ταύτην προς τον φίλον μου, αλλά με αναχαίτισε το μειδίαμά του. Μοι εφάνη ότι ειρωνεύετο την προς την ανθοδέσμην λατρείαν μου και ήμην έτοιμος να διαμαρτυρηθώ, ότε νέον συμβάν μετήλλαξεν αιφνιδίως τας προθέσεις μου. Νεαρός τις κύριος, ερχόμενος αντιμέτωπος, εσταμάτησεν την Ζαΐραν και τον πατέρα της. Ήρχισαν να υποκλίνωνται και ν' ανταλλάσσωσι φιλοφρονήσεις μεγαλοφώνως. Αι ποικίλαι φωναί των, και αι τρεις συναντηχούσαι μετά γελώτων εν τῇ σιγῇ της οδού, απετέλουν φαιδράν συναυλίαν. Προσεπάθουν ακόμη να διακρίνω τις ήτο ο ανέλπιστος αυτός φίλος της Ζαΐρας, όταν ο ιδικός μου έλυσε την σιγήν θριαμβευτικώτατα. Και ήτο μεν πάντοτε η αυτή της φωνής του η έντασις, αλλ' ομιλών τώρα μού έθλιβε και τον βραχίονα:
«Βλέπεις; Βλέπεις; Όταν σού έλεγα ότι είναι από την Σμύρνη δεν το επίστευες! Να, βλέπε τα τώρα. Αυτόν τον κύριον που τους εσταμάτησε, τον γνωρίζω!»
«Και σαν τον γνωρίζεις;»
«Είναι Σμυρναίος!»
«Καλά, αδελφέ, σε πιστεύω...»
Και χωρίς να πιστεύω ακόμη εσιώπησα, διότι επλησιάσαμεν αρκετά τον όμιλον και ηκούομεν ευκρινώς την φωνήν της Ζαΐρας:
«Αν θέλετε τίποτα για την Αλεξάνδρεια, θα επιφορτισθώμεν πολύ ευχαρίστως. Φεύγουμε αύριο το πρωί στας εννέα με του Κεδιβιέ, εκτός αν...»
Δεν εδυνήθην ν' ακούσω το αν τούτο και να κρίνω πόσον ήτο βάσιμον και παρήγορον. Εκτός του ότι είχομεν ήδη προσπεράσει και μακρυνθή, με κατέστησε κωφόν και η συγκίνησις. Μάλιστα, συνεκινήθην εις το απρόοπτον. Τις οίδεν! Από ολίγων ήδη στιγμών, πολλά θ' ανέπλασα όνειρα εις την συνάντησιν της νεάνιδος, και πολλά θα ήλπισ' ακουσίως μου εκ του βλέμματός της, ώστε να με συγκλονίσῃ η ταχεία αύτη λύσις, η οικτρά διάψευσις!... Ησθάνθην κατ' αρχάς ως να ηραιώθη αίφνης η ατμόσφαιρα και να εκινδύνευον εξ ασφυξίας· κατόπιν έν ψυχρόν αίσθημα με παρέλυσεν, ως εις όλας μου τας απαγοητεύσεις. Θα έφευγεν αύριον... και να το ακούω απ' αυτών των βυσσίνων χειλέων της, καθ' ων ωνειρευόμην να επιπέσω δια φιλημάτων! Τι κρίμα... και το αν της να μη το ακούσω, και ο φίλος μου ανάλγητος να εξακολουθῇ το αυτό πονηρόν μειδίαμα!...
Μετ' ολίγον πατήρ και θυγάτηρ εβάδιζον πάλιν έμπροσθέν μας, και ημείς ηκολουθούμεν. Ούτω διήλθομεν την οδόν Σταδίου και εκάμψαμεν την οδόν Μουσών. Εδώ ευρίσκετο η κατηραμένη οικία, ήτις θα μού απέκρυπτε δια παντός την ωραίαν μου. Την είδον υπερβαίνουσαν την φλιάν (10) της θύρας δια φαιδρού πηδηκτικού βήματος, αλλά χωρίς να στρέψῃ οπίσω την κεφαλήν... Εχάθη. Φευ! Και αύριον το πρωί δια του Κεδιβιέ εις την Αλεξάνδρειαν!...
Άλλος από εμέ θα κατήρχετο εις Πειραιά, και θα την παρηκολούθει τουλάχιστον μέχρι του ατμοπλοίου. Αλλ' εγώ ῃσθανόμην τον στιγμιαίον έρωτά μου σβεννύμενον, αφ' ου απέλιπε πάσα ελπίς. Τι θα εκέρδιζον, αν παρέτεινον την καταδίωξιν; Υπεσχέθην κατ' εμαυτόν ότι προς το παρόν θα μου ήρκει η ανθοδέσμη της, το βλέμμα της, το μειδίαμά της, η πρώτη και τελευταία αυτή συνάντησις -μάγος ως οπτασία. Η ανάμνησις της Ζαΐρας θα μοι ήτο εις το εξής εκ των γλυκυτέρων. Έπειτα τις ειξεύρει αν δεν θα την επανέβλεπον καμμίαν ημέραν υπό νέους οιωνούς, υπό νέας ελπίδας; Εις τοιαύτας περιστάσεις γίνομαι ολίγον Οσμανλής και πιστεύω εις το πεπρωμένον.
Γ'
«Ε, και τώρα;»
Η ερώτησις αύτη του φίλου μου μ' επανέφερεν επί της γης. Ενεθυμήθην αμέσως το τέιον της κυρίας Α., και το κάτι τι άλλο, το οποίον μοι υπέσχετο αυτός αν μετέβαινον εις το δωμάτιόν του. Εν ᾧ σημείῳ ευρισκόμεθα την στιγμήν εκείνην, η εκλογή ήτο ολίγον δυσχερής και εδίσταζα μετέωρος.
«Χμ! Και τώρα;... Ξεύρω κι εγώ;»
«Μα αν είσαι κουρασμένος, καθώς μού έλεγες, είναι ανοησία να επιστρέψῃς πάλιν εις της κυρίας Α., εις την πλατείαν της Ομονοίας. Δύο φορές πιο κοντά είναι το σπίτι που κάθουμαι. Να! Θα πάρουμε τον δρόμο αυτόν απέναντι από του Γιαννοπούλου· πάει όλῳ ίσια απάνω και θα βρεθούμε μπροστά στην πόρτα... Έλα, έλα! Τι κοντοστέκεσαι; Δεν έχεις πλέον λόγον αρνήσεως».
Δεν είχον τῷ όντι. Ανεγνώρισα την ορθήν σκέψιν του φίλου και τον ηκολούθησα προς την οδόν Λυκαβητού, άνευ αντιρρήσεως.
«Τι καλά που ήλθαν έτσι τα πράγματα!» μοι έλεγεν. «Είχα τύχην έκτακτον απόψε. Να ιδῇς την Ζαΐραν, να σού κάμῃ τόσην εντύπωσιν, να την ακολουθήσῃς εις το σπίτι της, να φεύγῃ αύριο για την Αλεξάνδρεια...»
«Ε! Και τι σχέσιν έχουν αυτά με την τύχη σου;»
«Έχω ένα σχέδιο, εις το οποίον συντείνουν όλ' αυτά».
«Σχέδιο για μένα;»
«Για σένα βέβαια, για το κάτι τι που σού έλεγα...»
Έκνισε την περιεργίαν μου, χωρίς να την ικανοποιήσῃ. Κατά της σιωπής του εξεδικήθην σιωπών και εγώ και οσφραινόμενος την εξ υακίνθων ανθοδέσμην.
Εις το τέλος της ανωφερούς οδού, παρά τους πρόποδας του λόφου και πλησίον της οικίας, μόλις ο φίλος μου ευρέθη εις ανοικτόν αέρα, κατελήφθη αιφνιδίως υπό παραδόξου ορμής. Ήρχισε να τρέχῃ.
«Ε, πού πηγαίνεις;» τῷ εφώναξα έκπληκτος.
«Τρέχα και συ να ιδούμε θα με φθάσῃς;»
«Εγώ να βγω μαζί σου με τέτοια κούραση; Ας να μη!»
Και κουρασμένος αν δεν ήμην, θ' απείχον πάσης αποπείρας. Εγώ να παραβληθώ προς τον χαλύβδινον εκείνον και ησκημένον πεζοπόρον. Αν ηθικώς τρέχω -κατά παλαιάν έξιν- περισσότερον ίσως του δέοντος και παντός άλλου, υλικώς όμως προς ολίγους υφίσταμαι την σύγκρισιν. Τούτο σκεπτόμενος εσταμάτησα και περιωρίσθην να τον παρακολουθώ δια των οφθαλμών. Επί του σεληνοφωτίστου εδάφους εφ' οὗ διεγράφετο μαύρη η σκιά του, έτρεχε ταχύς, ακράτητος. Προυχώρει εμπρός και επέστρεφε πάλιν οπίσω. Ως δρομεύς είχε χάριν αμίμητον, θαυμασίαν. Προέβαλλε το ευρύ στήθος και εκράτει υψηλά την κεφαλήν, ως ίππος της ερήμου. Εγώ εκουράσθην να τον βλέπω, αλλ' αυτός δεν εκουράσθη να τρέχῃ. Όταν εσταμάτησε, βαθμηδόν επιβραδύνων τον δρόμον, δεν εδείκνυεν ουδ' ελάχιστον σημείον κοπώσεως. Δεν ήσθμαινε· τα πτερύγια της ῥινός του ακίνητα· η φωνή του εξήρχετο μετά της αυτής ηρεμίας και σταθερότητος. Μόνον αι παρειαί του εβάφησαν ολίγον ζωηρότερον.
«Τι ωραίο που είναι το τρέξιμο!» μοι έλεγεν εν ᾦ εισηρχόμεθα εις την οικίαν. «Συ δεν τρέχεις; Εγώ μια φορά παραβγήκα με αραπάδες στην Αλεξάνδρεια. Τι θαυμάσια που τρέχουν οι διαβόλου γυιοί! Νομίζεις πως έχουν πτερά τα πέδιλά των, σαν του Περσέως. Αλήθεια, αφήνουν ελεύθερο το λαιμό τους. Γι' αυτό κι εγώ δεν φορώ ποτέ ψηλά κολλάρα· μ' εμποδίζουν στο τρέξιμο. Μού φαίνεται πως αν κλείσω εδώ την σφαγήν (11) του λαιμού, δεν μπορώ ούτε να περπατήσω...»
Το δωμάτιον του φίλου μου δεν ωμοίαζε διόλου με δωμάτιον φοιτητού. Η θέσις, η θέα, η έκτασις, το ενοίκιον, η επίπλωσις, η υπηρεσία -όλα ήσαν εξαιρετικά και εξαίρετα. Εφ' όσον τῷ εζήτουν τας συνήθεις πληροφορίας ανεγνώριζον ότι ο μη φοβούμενος τας αποστάσεις, δύναται να εύρῃ ευτυχές δωμάτιον και εν Αθήναις ακόμη. Αλλά και εφ' όσον εξήταζον τα περί εμέ αντικείμενα, νέα όλως δι' εμέ, ᾐσθανόμην μίαν έκπληξιν γεννωμένην και ολοέν επιτεινομένην. Ούτω βαθμηδόν έφθασα εις σημείον ν' ανακράξω έν «Α!» του οποίου αν ήθελον να παραστήσω εδώ την δύναμιν, θα εξήντλουν όλα του τυπογραφείου τα θαυμαστικά.
Όλα εκεί μέσα μού υπενθύμιζον την χαύνον και φιλήδονον Ανατολήν, όλα... Μόνον μία ξηρά στρατιωτική κλίνη εμαρτύρει την δευτέραν την σκληράν φύσιν του φίλου μου· αλλά και προ ταύτης ηπλούτο τάπης περσικός, μ' έναν ελέφαντα φορτηγόν ζωηρώς εζωγραφημένον, παχύς, χνοώδης, εντός του οποίου εβυθίζοντο οι πόδες, ως εντός αθηναϊκού βορβόρου, αλλ' άνευ υγρασίας. Ποικιλόχροα ήσαν τα παραπετάσματα των παραθύρων, ως παγόδας ινδικής. Χαμηλόν διβάνιον με παχύ εμπέτασμα (12) εκ πρασίνου δαμασκηνού, παρέκειτο ως η ενσάρκωσις της νωχελείας. Παιδίσκη δεκαπενταέτις, εξ εκείνων αίτινες διεγείρουσι την ιδέαν κάλυκος δρεσερού, εισήλθε και ήναψε δύο κηρία επί παραδόξου κηροστάτου, είδους επταφώτου λυχνίας εβραϊκής. Επί του γραφείου, πλήρης ποικίλων κομψοτεχνημάτων, εδέσποζεν εντός δίσκου σινικού το υψηλόν μελανοδοχείον, πιστή τις εκ χαλκού απομίμησις του Οβελίσκου της Κλεοπάτρας, με τα σφηνοειδή γράμματα.
«Τι ωραίο καλαμάρι!»
«Και είναι απαράλλακτος ο οβελίσκος, ξεύρεις. Το αγόρασα στην Αλεξάνδρεια πέντε μετζήτια (13), αλλά και πέντε λίρες αν μού ζητούσαν θα τις έδινα. Τον λατρεύω αυτόν τον γέροντα οβελίσκον. Έχω τόσας αναμνήσεις! Πόσες φορές εγύρισα σ΄αυτή τη μικρή πλατεία... πόσες φορές εκάθησα... να εδώ που πηγαίνει η μελάνη... Ένα χρόνο ολόκληρο άρρωστος μια φορά δεν θυμούμαι άλλο τίποτε παρά τον Οβελίσκο, που τον έβλεπα νύχτα - μέρα από το παράθυρό μου».
Δεν κατώρθωσα ν' ανακαλύψω που νομικά βιβλία, αν και ο φίλος μου ήτο φοιτητής της Νομικής. Πιθανώς να περιείχοντο εις τα βάθη των δύο μεγάλων δερματίνων κιβωτίων· αλλ' η μικρά του βιβλιοθήκη περιείχε μάλλον ψυχαγωγικά συγγράμματα, μυθιστορίας, περιηγήσεις, ιστορικά και φιλολογικά παντοία. Επί του γραφείου έκειντο ατάκτως ολίγα τεύχη ερυθρόχρυσα, των οποίων εξήτασα τους τίτλους: Chansons Orientales του Βίκτωρος Ουγγώ· Poèmes Barbares του Λεκόν Δελίλ· η Κωνσταντινούπολις του de Amicis, και μία Τουρκική Χρηστομάθεια.
«Μπα! Μαθαίνεις τουρκικά;»
«Τώρα πια; Τρία χρόνια σπουδάζω».
«Ε, και ακόμη;»
«Τι ακόμη; Να ιδούμε συ, σοφέ μου, σε πόσον καιρό θα μάθαινες αραβικά και περσικά, για να πῇς ότι ξεύρεις λίγα τουρκικά;... Θέλεις τώρα να σού μεταφράσω κανένα ποίημα περσικό, να ιδῇς τι ωραία που είναι;»
«Ναι. Θα σε παρακαλέσω μάλιστα».
«Είναι περιττόν... Άκουσε ένα του... του Εμίν - ελ - Χουσά... Εις την ωραίαν μου...» Εφυλλομέτρησεν ολίγον το βιβλίον, εύρε το ποίημα, και ήρχιζε να μεταφράζῃ. Η βαρεία, μονότονος φωνή του, απρόσκοπτος και σταθερά ως βήμα ημιόνου, παρείχεν εις το ποίημα χροιάν ιδιόρρυθμον, ασυνήθη, ώστ' ενόμιζον ότι το ήκουον από στόμα ουλεμά:
«Κρίνων και ῥόδων ανθοδέσμη ευώδης είναι το γλυκύ σου πρόσωπον. Πλησίασον εδώ να σε θαυμάσω. Ουρί του Παραδείσου. Μειδίασον προς εμέ το ωραίον σου μειδίαμα. Ομοιάζει με πυξίδα κοραλλίου, ανοιγομένην εις επίδειξιν διπλής σειράς μαργαριτών. Πέσε εις τας αγκάλας μου και ρίψε περί τον τράχηλόν μου περιδέραιον λευκών βραχιόνων. Εγώ θα φιλήσω τα χείλη σου. Θα κλεισθώσιν οι οφθαλμοί μου οι φλογεροί ως ο Έρως μου, και θα δροσισθῇ η πνοή μου η θερμή ως ο Σιμούν».
Εύγε, Εμίν - ελ - Χουσά! Αυτά εσκεπτόμην και εγώ, εφ' όσον έβλεπον την Ζαΐραν, αλλά δεν ημπορούσα να τα εκφράσω, όπως συ. Εις πολλάς περιστάσεις είναι ωραίον πράγμα, βλέπω, να είναι κανείς Πέρσης ποιητής. Εύγε, λαμπρά με διηρμήνευσες. Αντιγράφω και αποστηθίζω την μετάφρασιν του ποιήματός σου· θα την ενθυμώμαι όσῳ και την Ζαΐραν...
Εξηκολούθουν περιεργαζόμενος το δωμάτιον. Επί των τοίχων, μεταξύ των εικόνων, έβλεπον τρόπαια εσχηματισμένα εκ ριπιδίων (14) χαρτίνων, κινεζικών. Αι εικόνες, πολλαί και ποικίλαι, εντός πλαισίων ή εις συμπλέγματα κομψά, ήσαν όλαι ανατολικών υποθέσεων. Ωραίαι χανούμισσαι με τους υγρούς μέλανας οφθαλμούς. Τοπία της Κωνσταντινουπόλεως με τας μαγικάς όχθας του Βοσπόρου, με τους οξυβελείς μιναρέδες, με τα κιόσκια, με τα καΐκια. Σκηναί της Ερήμου με τας καμήλους, με τους ίππους, με τα κερβάνια (15), με τους φοίνικας, μεμονωμένους επί πορφυροχρύσου ορίζοντος. Στοαί σεραγίων, χαρέμια με οδαλίσκας, μ' ευνούχους, με χορούς, με νταϊρέδες (16). Τούρκοι καθήμενοι επί σοφάδων με τα στρόφια (17), με τας κιδάρεις (18), και τας καπνοσύριγγας, με τας υδροπίπας. Γυναίκες με καλύπτρας, με κίτρινα υποδήματα, μ' ανεμιστήρια εκ πτερών ταώ (19). Φελλάχοι, Αιθίοπες, Δερβίσαι. Λωτοί, βανανέαι, αρτόδενδρα (20). Ίβεις (21), πελαργοί, φοινικόπτεροι (22). Αι Πυραμίδες, αι Σφίγγες, ο τάφος του Μωάμεθ. Χρώματα πράσινα, κίτρινα και κόκκινα... Επενήργουν ζωηρότατα επί της φαντασίας μου αι εικόνες αύται. Με μετέφερον εις την ανατολήν, εις χώρας με πολύν ήλιον, με πολλήν θέρμην, με πολύν έρωτα. Και περιέβλεπον έκπληκτος το παράξενον δωμάτιον, αποπνέον ηδυπαθή τινα ευωδίαν, του οποίου έκαστον αντικείμενον προυκάλει μίαν ανάμνησιν των χωρών εκείνων. Ο φίλος μου προσελάμβανεν ήδη όψιν φιληδόνου Ανατολίτου. Εσμικρύνοντο οι οφθαλμοί του οι αμυγδαλωτοί, επικλινείς ως οι των Σινών (23). Και αυτό το όνομά του ακόμη ήτο χαρακτηριστικόν· ωνομάζετο Νείλος. Κατά παράδοξον αντίθεσιν το επώνυμόν του έληγε εις έν κακόηχον -πούλος· αλλ' εκεί - μέσα παρεφώνει τόσον, ώστε δεν το επρόφερα ούτε μίαν φοράν... Εν τούτοις δεν επίστευον ακόμη ότι υπάρχει τοιαύτη κατοικία εν μέσαις Αθήναις· ενόμιζα ότι ευρισκόμην μακράν πολύ των προπόδων του Λυκαβητού, εν χώρᾳ αγνώστῳ με μιναρέδες και κυπαρίσσους. Και όταν εμάκρυνε το παραπέτασμα και δια του ευρέος ολανοίκτου παραθύρου είδον έξω το θελκτικόν της νυκτός πανόραμα, ως όνειρον χρυσούν μοι εφάνη ο αττικός ουρανός, καμπυλούμενος επί της λευκής πόλεως, η Ακρόπολις, η Ακαδήμεια, και κάτω εις το βάθος ο Σαρωνικός, μαρμαίρων (24) υπό τας ακτίνας της πανσελήνου...
«Και τι θέλεις τώρα, τσάι του Κόγγου ή καφέ της Μόκας;»
«Πρώτ' από όλα το κάτι τι που μού υπεσχέθης».
«Το κάτι τι άφησέ το. Θα 'λθῇ μόνο του, όταν δεν θα το περιμένῃς. 'Πε μου τώρα τσάι ή καφέ;»
Ευρέθην εις αληθή αμηχανίαν εκλογής. Δεν είν' εύκολον να εκλέξῃ κανείς μεταξύ τεΐου του Κόγγου και καφέ της Μόκας, όπως μεταξύ τεύτλων και κοκκινογουλίων -προ πάντων όταν δεν έχει δοκιμάσει κανέν των δύο περιφήμων ποτών...
«Συ τι θα έπαιρνες;» ηρώτησα.
«Εγώ; Καφέ. Απόψε δεν είναι βραδυά για τσάι».
«Ας γίνῃ λοιπόν ο καφές».
Και έγινεν ο καφές, παρετεθείς υπό της δροσεράς εκείνης παιδίσκης. Δια να πίωμεν το ύδωρ κατ' αρχάς εφάγαμεν ραχάτ - λουκούμια, βύσσινα και γλυκά, ως τα χείλη της Ζαΐρας -και κιτρίνους φοίνικας αλεξανδρινούς, μακρούς ως οι ομώνυμοι στίχοι. Αλλά τι καφές ήτο εκείνος! Πρώτην φοράν εις την ζωήν μου εσκέφθην ότι ευηργέτησε την ανθρωπότητα και ο άραψ εκείνος μουφτής Σεγιαδάλης, ο πρώτος διδάξας την χρήσιν του καφέ. Τι οσμή, τι γεύσις, τι πάχος αβρόν! Ως εφύσων την μεμυρωμένην του άχνην, έβλεπον επί της επιφανείας του λιπαράς φυσαλλίδας ως εκ βουτύρου. Εις εκάστην κατάποσιν ηλαφρύνετο ο βεβαρυμένος μου στόμαχος. Και εχειλοπότουν μεθ' ηδονής, καθήμενος παρά το παράθυρον, ροφών το ευώδες μου σιγάρον και ακούων την ομιλίαν του φίλου μου, τον οποίον ανέκαθεν παρετήρησα πολύ ομιλητικόν ενώπιον κυπέλλων καφέ, έστω και των του Χαραμή.
Μοι διηγείτο σκηνάς της εν Κωνσταντινουπόλει, εν Θεσσαλονίκῃ και εν Αλεξανδρείᾳ ζωής του. Ωμίλει ήρεμα, μονοτόνως, άνευ σχημάτων, άνευ εξάρσεων, άνευ διακοπών, ως εν τουρκικῷ καφείῳ. Και παρήλαυνον προ εμού κήποι πλήρεις ανθέων, φώτων και μουσικών -κοιτώνες πλήρεις θάλπους, μύρου και ηδυπαθείας- κόραι πλήρεις θέρμης, πονηρίας, και έρωτος... Παρεσυρόμην τόσον υπό της φαντασίας, ώστε αι επί του τοίχου εικόνες μοι εφαίνοντο λαμβάνουσαι ζωήν και κίνησιν... Ίσως ήτο και αποτέλεσμα του καφέ· αλλ' είδον μίαν των εικονιζομένων οδαλισκών να ημικλείῃ τους μέλανας οφθαλμούς και να μοι νεύῃ με την κρινόλευκον χείρα.
«Δεν μου λες, έχεις αύριον καμμίαν υπόθεσιν κατεπείγουσαν;» με ηρώτησεν ο Νείλος, αφ' οὗ ετελείωσε μίαν του ιστορίαν.
«Όχι. Γιατί ῥωτᾷς;»
«Έτσι. Ήθελα να ιδώ αν μπορώ να διαθέσω αύριον την ημέρα σου όπως θέλω».
«Ημπορείς πολύ καλά», απήντησα πλήρης πεποιθήσεως και περιεργίας. «Ούτε μάθημα δεν έχουμε, ένεκα της εορτής».
«Καλά. 'Πε μου τώρα, αυτό το πράγμα ξέρεις τι είναι;»
Και μοι έδειξε μικρόν ξύλινον κυτίον, εις το βάθος του οποίου είδον τρία - τέσσαρα σφαιρίδια καφόχροα, όλως αγνώστου ουσίας.
«Όχι», απήντησα.
«Καλά». Και έκρυψε το κυτίον εις το θυλάκιόν του, χωρίς καμμίαν άλλην εξήγησιν.
Βραδύτερον, όταν εζήτησα να λάβω και άλλο σιγάρον εκ της ενώπιόν μου σιγαροθήκης, ο Νείλος εκράτησε την χείρα μου.
«Άφησε», είπε. «Θα σου δώσω εγώ ένα σιγάρο ιδιαίτερον».
Και αποσυρθείς επ' ολίγα λεπτά υπό το παραπέτασμα του παραθύρου, φυσικώς χωρίς να υποπτεύσω τίποτε, επέστρεψε κρατών σιγάρον παχύτερον κατά τι του συνήθους, το οποίον μοι προσέφερε προθυμότατα.
«Προς τι αυτή η εξαίρεσις;» ηρώτησα, ανάπτων αυτό από του κηρίου.
«Δοκίμασε. Είναι πολύ καλλίτερος καπνός αυτός», απήντησε με ύφος πολύ καθησυχαστικόν. Μόνον από των οφθαλμών του εξεπέμπετο ακτίς πονηρίας, διαλείπουσα υπό το νέφος του καπνού, ως λάμψις φάρου υπό ομίχλην.
Ούτως εξηκολούθησεν η συνομιλία μας. Ήνοιξεν εν τῷ μεταξύ έν συρτάριον και μοι επεδείκνυε διάφορα αντικείμενα -όπλα, ζωγραφίας, επιστολάς, ενθύμια, κεντήματα, λευκώματα, φωτογραφίας. Έκαστον των πραγμάτων τούτων είχε την μικράν του ιστορίαν, την οποίαν ο φίλος μου εκεί αυτοσχεδίως αν και απήγγελλε με ακαμψίαν ιμάμη, συνέθετεν όμως με κομψότητα διηγηματογράφου. Όταν προ πάντων μοι διηγήθη τους περιπετειώδεις του έρωτας μετά νεαράς Ιουδαίας της Θεσσαλονίκης «αξίας της μούσης του Σολομώντος» της οποίας μοι επέδειξε τας τρίχας, την φωτογραφίαν και τας επιστολάς, κατεσκεύασε φράσεις πλήρεις χάριτος ιδιορρύθμου, τας οποίας θα εζήλευε... ποίος να είπω, δια να μη φανώ υπερβολικός;... έξαφνα εγώ!
Αλλά... πριν ακόμη αποτελειώσω το τελευταίον σιγάρον, ήρχισα να αισθάνωμαι παράδοξόν τινα κόπωσιν, βαθμηδόν μετατρεπομένην εις σκοτοδίνην. Ηγέρθην και επλησίασα το παράθυρον, μήπως ήθελε με αναζωογονήσει ο καθαρός αήρ· αλλ' είδον ότι δεν μ' εβάσταζον πλέον οι πόδες μου και ηναγκάσθην να ζητήσω θέσιν αναπαυτικήν επί του διβανίου. Ήρχισε να με περιβρέχῃ κρύος τις ιδρώς και να διατρέχωσι το σώμα μου συνεχείς φρικιάσεις. Ως εκ μολύβδου βαρέα ᾐσθανόμην τα βλέφαρά μου και μετά κόπου τα εκράτουν ανοικτά. Η κεφαλή μου εστρέφετο. Ως υπό νέφος έβλεπον όλα τα περί εμέ συμπεφυρμένα, σκοτεινά. Η πρώτη μου σκέψις υπήρξεν ότι εδηλητηριάσθην. Πλην οσάκις εδοκίμαζον να περιγράψω εις τον φίλον μου την κατάστασίν μου και να ζητήσω την βοήθειάν του, με διέκοπτεν ησυχώτατος:
«Δεν έχεις τίποτα, θα σου περάσῃ. Κάθησε, σε παρακαλώ, αυτού που κάθεσαι».
Και επυκνούτο ολοέν το προ των οφθαλμών μου νέφος. Έρριψα το αποσίγαρόν μου. Δεν εδυνάμην να εγερθώ, δεν ήξευρον τι να υποθέσω, δεν είχον κανένα να ζητήσω βοήθειαν. Ο Νείλος εσιώπησε και εξαπλωθείς επί της έδρας του, μ' έβλεπεν απαθής, με το πονηρόν του μειδίαμα... Εις την απάθειάν του προσεπάθησα και εγώ να μειδιάσω, οιονεί εμψυχούμενος. Αλλά τῷ όντι μετά πόσου φόβου και αγωνίας περιέμενον το αποτέλεσμα!
Μετ' ολίγον παράδοξον ήρχισα να δοκιμάζω οπταπάτην. Εν τῇ σκοτοδίνῃ μου, μοι εφάνη ότι ενεψυχούντο και εμεγεθύνοντο αι επί του τοίχου εικόνες. Έχασα απ' έμπροσθέν μου το δωμάτιον, και ευρέθην εν απεράντῳ φανταστικῷ τοπίῳ με Βόσπορον, με έρημον, με πυραμίδας, με σεράγια, με φοίνικας, με σκηνάς, με τζαμία, με καμήλους. Πελωρία ημισέληνος έλαμπεν επί σημαίας αιμοβαφούς. Τα εζωγραφημένα πρόσωπα, καταβάντα των πλαισίων των, συνεπλέχθησαν εις άλυσιν μακράν και συνεκρότησαν ενώπιόν μου χορόν. Και είδον αναμίξ οδαλίσκας με φελλάχους, χανουμίσσας μ' ευνούχους, Σουλτάνους μ' Αιγυπτίας, Καλίφας με Κινέζας, ογλάνια (25) με δερβίσιδες, Άραβας με Αρμενίας -όλας και όλους κρατουμένους από των χειρών και ορχουμένους εν σιγῇ περί τον φίλον μου Νείλον, τον μόνον απομείναντα επί της έδρας του, παρά την πύλην ενός σεραγίου... Ο χορός έβαινε κατ' αρχάς ήρεμος, κατόπι ζωηρός, μετ' ολίγον βίαιος, μανιώδης· μετεβλήθη δ' επί τέλους εις ασελγέστατον κόρδακα (26), ως ο περιγραφόμενος εκείνος Σουδανικός χορός, το εντρύφημα (27) ακολάστων ηγεμόνων της Ανατολής. Έβλεπον... τι δεν έβλεπον μεταξύ του φρενητιώδους εκείνου πλήθους, του ποικίλου, του οργιαστικού... έως ου η οπταπάτη διελύθη. Ταχέως το τοπίον υπεχώρησεν εις το δωμάτιον, και τα πρόσωπα του χορού εισήλθον εις τα πλαίσιά των, νεκρωθέντα πάλιν εκεί...
Συνήλθον ολίγον. Έλαβον από του τοίχου έν ριπίδιον κινεζικόν και ηνεμιζόμην· αλλά μετ' ολίγον ησθάνθην ότι με κατείχεν ακατάσχετος επιθυμία ύπνου. Τούτο εξέφρασα απορών, συντετριμμένος, σχεδόν μετά παρακλήσεως προς τον φίλον μου· κατά το σύνηθες όμως δεν επτοήθη διόλου.
«Δεν είναι τίποτα· θα σου περάσῃ. Κάθησ' αυτού που κάθεσαι», επανέλαβε με το πονηρόν του βλέμμα και το μειδίαμα.
Τότε αι φρένες μου εσυγχίσθησαν, έσχον στιγμιαίον τινά σκοτασμόν. Εν τῇ ταραχῇ μου, εν τῇ παθήσει μου, αμφέβαλλον αίφνης περί του φίλου μου Νείλου. Επίστευσα ότι ενέπεσα εις την παγίδα παραδόξου κακούργου. Ενόμισα ότι εξήγουν ούτω το μυστήριον του δωματίου εκείνου. Ως έβλεπον τον Νείλον απέναντί μου με τους ημικλείστους οφθαλμούς, απαθή και ακίνητον, μοι εφαίνετο ως άλλος Νέρων, παρατηρών ηδονικώς επί δούλου τας φάσεις δηλητηριάσεως... Εφοβήθην· λυπηράν έκφρασιν διέχυσα επί του προσώπου μου και βλέμμα ικετευτικόν, με χείρας συνηνωμένας, με φωνήν, η οποία οθδέποτε ηκούσθη από σκηνής υπαιθρίου θεάτρου:
«Έλεος!» ανέκραξα. «Έλεος! Είμαι δηλητηριασμένος!...»
Το μειδίαμα του φίλου μου Νείλου μετετράπη εις γέλωτα σατανικόν, σεσηρότα (28).
Έχασα την υπομονήν. Εν τῷ απελπισμῷ μου κατέβαλον υστάτην προσπάθειαν, ανηγέρθην και εφώρμησα, συσφίγγων τας πυγμάς:
«Άθλιε! Κακούργε!...»
«Μη φωνάζεις έτσι, βρε αχμάκ (29)! Αν μας ακούσῃ κανένας κλητήρας, την έχουμε πολύ άσχημα».
Και δεν υπεχώρησεν ούτε βήμα. Θα ήτο εις βάρος του η πυγμή όλη, την οποίαν ήγειρα κατά της κεφαλής του. Αλλά μοι απέλιπον παραχρήμα αι δυνάμεις, και κατέπεσα επί του διβανίου νεναρκωμένος, αναίσθητος.
Δ'
Αφ' ου εσώθην ως εκ θαύματος εκ της δηλητηριάσεως· αφ' ου εξεδικήθην κατά του κακούργου φίλου μου δι' αφθόνων ύβρεων και γρονθοκοπημάτων· αφ' ου, μετ' αγωνιώδεις περιπετείας, προυκάλεσα την πυρπόλησιν του λῃστρικού του ενδιαιτήματος· αφ' ου εκινδύνευσα να θεωρηθώ συνένοχος του δηλητηριαστού· αφ' ου εξήντλησα την ευγλωττίαν μου ενώπιον του κυρίου Διευθυντού της Αστυνομίας -και μυρία άλλα αφ' ου τα οποία κρίνω τώρα περιττόν να διηγηθώ, διότι, να σας 'πω, δεν τα ενθυμούμαι και καλά- επανείδον τέλος... την Ζαΐραν μου!
Αυτό το ενθυμούμαι εν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Διηρχόμην κατά τύχην την οδόν Μουσών· μόλις εμακρύνθην ολίγα βήματα της οικίας, όπου εισήλθε την εσπέραν εκείνην η Ζαΐρα, ήκουσα όπισθέν μου μίαν φωνήν σιγανήν, καλούσάν με εξ ονόματος. Εστράφην. Ήτο μία υπηρέτρια ραδινή (30), μελαγχροινή, ως μιγάς, με απλήν ροδόχρουν ενδυμασίαν.
«Τι θέλεις;»
«Ελάτε, ελάτε εδώ, κύριε! Η κυρία μου επάνω είναι μόνη και σάς περιμένει».
Και προεπορεύθη, χωρίς ν' αναμείνῃ την απάντησίν μου. Μεθ' όλα τ' αγαθά προαισθήματα, ων ήμην πλήρης την ώραν εκείνην, την ηκολούθησα μετά δισταγμού· αλλ' άμα την είδον εισερχομένην εις την οικίαν της Ζαΐρας, η καρδία μου ήρχισε να πάλλῃ μετά τόσης δυνάμεως, ώστ' εκράτησα το στήθος μου φοβούμενος μη διαρραγῇ. Δεν εδυνάμην να προχωρήσω ούτε βήμα, ωσεί δια μαγείας καθηλωθείς επί του εδάφους. Εδέησε να επιστρέψῃ η καλή υπηρέτρια, να με λάβῃ εκ της χειρός, να με σύρῃ, να με αναβιβάσῃ δια της κλίμακος και να με εισαγάγῃ εις ένα θάλαμον ημιφώτιστον.
Όταν περιέβλεψα πλήρης εκπλήξεως είδον ότι ευρισκόμην μόνος εν αιθούσῃ μεγαλοπρεπεστάτῃ. Βαρεία, μεθυστική εξεπέμπετο ευωδία υακίνθων. Παχείς τάπητες επί του δαπέδου και των τοίχων, κατέπνιγον μυστηριωδώς τα βήματα και την φωνήν. Δια ροδίνων εκ μετάξης αυλαιών εισήρχετο έν φως γλυκύ, ηδυπαθές, μετριασμένον. Η οροφή επεδείκνυεν αραβουργή πλουσιώτατα. Χρυσά απέστιλβον τα πλαίσια των εικόνων και των κατόπτρων, αι κορωνίδες των παραπετασμάτων, τα ξύλα των εδρών και των ανακλίντρων, αι γεγλυμμέναι βάσεις των τραπεζίων. Τα κρυστάλλινα σκεύη και τα αγγεία εξέπεμπον ποικιλοχρόους ακτίνας. Βαθέως βύσσινα ήσαν τα κρεκάδια (31), τα εμπετάσματα (32) και οι κροσσοί. Ηδυπαθές τι μεγαλείον απέπνεεν ο πολυτελής ούτος κόσμος, ωσεί με την εκλύουσαν απόπνοιαν των υακίνθων, και από στιγμής εις στιγμήν -πειρασμός της φαντασίας επίμονος- ενόμιζα ότι θα ίδω εκεί - μέσα περιιπτάμενον κανένα Ερωτιδέα με βέλη χρυσά, ή επιφαινόμενον κανένα ευνούχον μαύρον με φοβερούς οφθαλμούς...
Αντ' αυτού όμως μία θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν η Ζαΐρα. Ήτο ωραία, ως την πρώτην φοράν· αλλ' υπό την έξωμον αισθήτα, την αχυρόχρουν με τα λεπτά τρίχαπτα (33) και τους εκ κυάνων (34) στεφάνους, ενείχε τόσην μεγαλοπρέπειαν, ώστε ησθάνθην την ορμήν να πέσω προ των ποδών της. Έσπευσε να μ' ανεγείρῃ μ' ευγενές μειδίαμα. Εκάθησεν εφ' ενός σοφά, και μοι έδειξε θέσιν πλησίον της. Εκ της εκπλήξεως, εκ της χαράς, δεν εδυνάμην ν' αρθρώσω λέξιν. Ηρκούμην να την βλέπω, να την βλέπω, ως εν εκστάσει, ως όνειρον, ως οπτασίαν. Και έβλεπον ό,τι τελειότερον δύναται να δημιουργήσῃ του θνητού η φαντασία. Οι μαύροι οφθαλμοί της οι βελουδωτοί, οι βραχίονές της οι γυμνοί, το στήθος της το πλούσιον, αι εύγραμμοι λαγόνες -όλα μοι εφαίνοντο ως σύλληψις ιδανικού, υπερφυούς ζωγράφου. Αλλά μοι ήτο σαρξ μόνον ζώσα, ευώδης, πάλλουσα, δροσερά, την αγωνίαν προκαλούσα και το φίλημα... το παχύ βύσσινον χείλος της και η τορευτή (35) κνήμη υπό την κυανήν περικνημίδα, αποκεκαλυμμένην μέχρι γόνατος!
Και ήτο προφανώς εις την διάθεσίν μου, αγαπώσά με, μόνη εντός του βασιλείου εκείνου χώρου. Ποτέ Σουλτάνος δεν υπήρξεν ευτυχέστερός μου εν τῷ σεραγίῳ του, ουδέ πιστός Μουσουλμάνος εν τῷ παραδείσῳ του Μωάμεθ.
«Εις τι ν' αποδώσω την τόσην μου ευδαιμονίαν;» την ηρώτησα επί τέλους, λαμβάνων την χείραν της. «Ποίος αγαθός δαίμων με ωδήγησε μέχρι σού; Ειπέ μου, ποίον θεόν πρέπει να ευχαριστήσω;»
«Τον Έρωτα, και μόνον αυτόν. Σ' αγαπώ! Ιδού πού ν' αποδώσῃς όλην σου την ευτυχίαν».
«Αχ, τι χαρά! Λοιπόν αλήθεια δεν έφυγες προχθές το πρωί στας εννέα με του Κεδιβιέ δια την Αλεξάνδρειαν;»
«Να φύγω! Να σ' αφήσω! Πώς ημπορούσα, αφ' ου ο έρως μ' εκράτει πλησίον σου;»
«Με αγαπάς! Αληθινά μ' αγαπάς από μια μόνον φορά, που με είδες εις το Ξενοδοχείον;»
«Ναι... Μήπως από έν βλέμμα δεν γεννάται ο έρως;... Μήπως και συ δεν μ' αγάπησες από την πρώτην στιγμήν που με είδες;... Ω, το ηξεύρω, μ' αγαπάς! Να, βλέπω ακόμη εις το στήθος σου μαραμένην την ανθοδέσμην μου, την οποίαν άφησα να πέσῃ επίτηδες...»
«Είσαι άγγελος... σ' αγαπώ, σε λατρεύω, όπως από την πρώτην ώραν, που η καλή Μοίρα σ' έφερεν ενώπιόν μου! Ζαΐρα μου!...»
«Και πώς το ξεύρεις ότι με λέγουν Ζαΐρα;»
«Ο Έρως κάμνει θαύματα. Το εμάντευσα, πίστευσέ το· μία προαίσθησις παράδοξος μού υπηγόρευσεν αυτό το όνομα, και ιδού ότι αληθεύει. Αλλά και συ μήπως δεν εμάντευσες το ιδικόν μου;»
«Ναι και εγώ. Ο έρως μας έχει σχέσιν με τα πνεύματα...»
«Εις άλλους χρόνους θα τον έκαιαν ως μάγον».
«Ο ιδικός μας καίει, δεν καίεται... Είναι υπερφυής, είναι μέγας, είναι υψηλός, είναι αιώνιος... Ποία δύναμις ημπορεί να μας αποχωρίσῃ; Ποίος ωκεανός να σβύσῃ την φλόγα του πάθους μας; Ποία σφύρα να θραύσῃ τα δεσμά της συμπαθείας μας; Θα σ' αγαπώ και θα μ' αγαπάς πάντοτε! Ε, δεν θα μ' αγαπάς πάντοτε; Δεν θα θελήσῃς να περάσουμε τη ζωή μας μαζί; Ω, 'πε μου το μόνον και πίστευσέ μου: κανένα πρωί στας εννέα δεν θα φύγω με του Κεδιβιέ δια την Αλεξάνδρειαν!...»
«Και ο πατέρας;...»
«Ποίος πατέρας; Εγώ δεν έχω πατέρα».
«Αλλά τότε... ποιος ήταν εκείνος ο κύριος με το γκρι επανωφόρι, που σε συνώδευε προχθές;»
«Εκείνος ήταν... είναι...»
Και διακοπείσα περιέβλεψεν έντρομος περί εαυτήν, ενωτίσθη ολίγον μυστηριωδώς, και εξηκολούθησε με φωνήν χαμηλωτέραν πολύ πλησίον εις το ους μου:
«Εκείνος είναι ο ευνούχος, που με φυλάγει. Είμαι οδαλίσκη, δεν το ξεύρεις; Υπό την συνοδίαν του ο Σουλτάνος με στέλλει δώρον εις τον Ισμαήλ Πασά της Αιγύπτου... Αλλά εγώ όχι! Μη φοβείσαι, δεν πηγαίνω... δεν πηγαίνω εις το χαρέμι ενός Πασά με χίλιες άλλες, όταν έχω σε, που αγαπάς μόνον εμένα... Το απεφάσισα τώρα πλέον· ή μαζί σου θα ζήσω, ή θα πέσω εις την θάλασσαν από το ατμόπλοιον του Κεδιβιέ, το ίδιο πρωί στας εννέα που θα φύγω δια την Αλεξάνδρειαν...»
«Ζαΐρα μου, καλή μου Ζαΐρα... με συγκινούν όσα μού λέγεις. Αχ, είχα μαντεύσει ότι είναι ευνούχος ο τρομερός εκείνος αγριάνθρωπος! Και ήτο δυνατόν να είναι πατήρ σου; Ημπορεί ένας ληστής να γεννήσῃ μίαν ιδέαν του Σααδή;... Όχι, κανένα πρωί, καμμίαν ώραν, με κανένα ατμόπλοιον δεν θα σ' αφήσω να φύγῃς μακράν μου. Θέλω να ζήσουμε μαζί αιωνίως. Το ορκίζομαι, σ' αγαπώ, σε λατρεύω... Η ευτυχία με παραλύει· ο μάγος έρως καίει τα στήθη μου. Βάλε εδώ το χέρι σου και θα τον αισθανθῇς... Αλλά σώπασε τώρα... δεν θέλω πια ωραίας εκφράσεις. Ο έρως είναι φαγί που τρώγεται μονάχο του, χωρίς φιλοσοφία -μού είπεν ο φίλος μου Νείλος, που μ' εδηλητηρίασεν... Είσαι ωραία, Ζαΐρα μου! Κρίνων και ρόδων ανθοδέσμη ευώδης είναι το γλυκύ σου πρόσωπον. Πλησίασον εδώ να σε θαυμάσω, Ουρί του Παραδείσου. Μειδίασον προς εμέ το ωραίον σου μειδίαμα. Ομοιάζει με πυξίδα (36) κοραλλίου, ανοιγομένην εις επίδειξιν διπλής σειράς μαργαριτών. Πέσε εις τας αγκάλας μου και ρίψε περί τον τράχηλόν μου περιδέραιον λευκών βραχιόνων. Εγώ θα φιλήσω τα χείλη σου. Θα κλεισθώσιν οι οφθαλμοί μου οι φλογεροί ως ο έρως μου, και θα δροσισθῇ η πνοή μου η θερμή ως ο Σιμούν!»
Εύγε και πάλιν εύγε, Εμίν - ελ - Χουσά! Μαγικοί είναι αυτοί σου οι λόγοι, ως οι των γοήτων της πατρίδος σου. Εις τους στίχους των ιδικών μας ποιητών αι νεάνιδες φεύγουν, γελούν εν ᾧ οι ιδικοί σου, ω Πέρσα μου, τας αιχμαλωτίζουν, τας παρασύρουν, τας δεσμεύουν, ως νήματα νευροσπάστων... Μόλις τους εξεστόμισα και έρριψεν η Ζαΐρα περί τον τράχηλόν μου το περιδέραιον των γυμνών της βραχιόνων. Συνεσφίγχθημεν ο εις πλησίον του άλλου επί του σοφά. Τι ευτυχία, τι ηδονή! Εξήντλησα τα φιλήματά μου επί του θελκτικού της χείλους, φιλήματα φλογερά, βαθέα, φθάνοντα μέχρι των οδόντων της... Και επί μακρόν εξεχύθησαν οι στεναγμοί μας εντός της ηδυπαθούς ατμοσφαίρας, αποπνεούσης ευωδίαν υακίνθων...
Αλλ' ηνοίχθη αίφνης και μετά πατάγου η θύρα και επεφάνη μία αποτρόπαιος μορφή.
«Ο ευνούχος!» ανέκραξα λιπόψυχος εκ του τρόμου και τινασσόμενος εκ των αγκαλών της Ζαΐρας.
Ήτο τῷ όντι αυτός... ο αγριάνθρωπος, τον οποίον είδον εις το πλευρόν της την εσπέραν εκείνην. Αλλά σήμερον ήτο περισσότερον άγριος, περισσότερον μαύρος, πελώριος και φοβερός. Εφόρει κίτρινον αντερί (37), ανεμίζον με την μακράν του γενειάδα, ζώνην κοκκίνην και υπερμεγέθη κίδαριν λευκήν. Έπαλλε ρομφαίαν γυμνήν, κυρτήν ως ημισέληνος. Αλλ' έλαμπον περισσότερον αυτής οι οφθαλμοί του, φλογεροί ως ανημμμένοι άνθρακες.
Δεν προέφερε λέξιν, αλλ' ώρμησε κατ' εμού, ωσεί φρενήρης. Η Ζαΐρα ελιποθύμησεν επί του σοφά. Εγώ εξέφυγα και ήρχισα να τρέχω. Τότε ήρχισεν η καταδίωξις εντός της απεράντου αιθούσης, επίμονος, αμείλικτος καταδίωξις. Μεταξύ των επίπλων αλλού εύρισκον πρόσκομμα, αλλού καταφύγιον. Η θύρα εκλείσθη και ουδαμού υπήρχε διέξοδος. Έτρεχα κυκληδόν, εμπρός, οπίσω, παραπαίων, φεύγων από παντού όπου επλησίαζεν η ρομφαία και ο άγριος ευνούχος. Επί τέλους μίαν φοράν μ' έφθασεν. Αλλ' από του φοβερού κτυπήματος μ' επροφύλαξε μαρμάρινον τραπέζιον, καταπεσόν υπό την ρομφαίαν εις μυρία τεμάχη. Έσχον καιρόν να διαφύγω. Νέα πάλιν καταδίωξις. Σιγή απαισία· πας κρότος κατεπνίγετο δια των ταπήτων. Η αγωνία μου επετείνετο· μ' έλουεν ο ιδρώς· ο ευνούχος οπίσω μου πάντοτε...
Αλλ' αυτήν την φοράν απεκλείσθην εις γωνίαν γυμνήν. Αι δυνάμεις μ' εγκατέλειψαν και κατέπεσα εις τα γόνατα. Τετέλεσται! Εξέλιπεν η ελπίς, μετά της ευτυχίας, μετά της ζωής μου. Καμμία ασπίς... Η ρομφαία κατέφθασε... Δι' εμφόβων οφθαλμών την παρηκολούθησα ανεγειρομένην υπέρ την κεφαλήν μου...
Ε'
Και εξύπνησα.
Ακόμη έντρομος, ακόμη κατάπληκτος, ημιήνοιξα τους οφθαλμούς και είδον περί εμαυτόν. Ήμην επί του διβανίου εις το δωμάτιον του φίλου μου μ' έν μάλλινον σκέπασμα μέχρις οσφύος, με την δεσμίδα των υακίνθων ερριμένην πλησίον μου. Πλήμμυρα ηλιακού φωτός αποθαμβούσα, εισέβαλλε μεγαλοπρεπέστατα. Και έβλεπον ταυτά αντικείμενα της χθες, όλα εις τας θέσεις των, τας εικόνας επί των τοίχων, τον Οβελίσκον επί του γραφείου, τον Ελέφαντα προ της κλίνης. Η δροσερά υπηρέτρια έπλυνε κύπελλα προ του νιπτήρος, και ο φίλος μου Νείλος απέναντί μου ανεγίνωσκε την πρωινήν εφημερίδα. Εχασμήθην, ετανύθην υπό το σκέπασμα και έψαυσα την κεφαλήν μου. Άμα την εύρον σώαν και υγιά επί του λαιμού επληρώθην χαράς μακαρίας. Αλλ' επανήλθε βαθυτέρα η λύπη μου, άμα ενεθυμήθην ότι αφήκα εκεί λιπόθυμον την Ζαΐραν -και ανέπεμψα επώδυνον στεναγμόν.
«Μπα, εξύπνησες;» είπεν ο φίλος μου, τώρα εννοών την αφύπνησίν μου. «Γιατί στενάζεις; Στοιχηματίζω ότι λυπάσαι την Ζαΐραν... Παρηγορήσου όμως, ο κόσμος αυτά έχει...»
«Άφησέ με, καημένε, και βρίσκεται λιποθυμημένη απάνω στο σοφά...»
«Καλέ τι σοφά και σοφίζεσαι! Είναι εννέα και τέταρτο, αγαπητέ μου. Αυτή την ώρα η Ζαΐρα σου φεύγει για την Αλεξάνδρεια. Ώρα της καλή και ο δρόμος της γυαλί, ε;... Έλα, ξύπνα και άφησε πια τα όνειρα...»
Οι λόγοι του μ' έκαμαν να συνέλθω. Τα ενεθυμήθην όλα και αντελήφθην πληρέστατα της θέσεώς μου. Τόση ευτυχία, τόσος έρως, μόνο εν ονείρῳ είναι δυνατά!... Ηγέρθην χωρίς να προφέρω λέξιν. Με κατείχε καρηβαρία (38) και ατονία. Επλησίασα τον καθρέπτην και είδον έν πρόσωπον ωχρόν με κυανά περιώπια. Κατόπιν επέστρεψα ενώπιον του φίλου μου με μειδίαμα, όσον εδυνάμην γλυκύτερον:
«Λοιπόν αλήθεια δεν μ' εδηλητηρίασες;» τῷ είπον. «Ανόητος που ήμουν! Να μη σκεφθώ ότι μ' ενάρκωσεν εις αυτόν τον τρόπον η μυρωδιά των υακίνθων! Αλλά τι όνειρο ήταν εκείνο! Τόσῳ ζωηρόν πρώτην φοράν μού έτυχε... η πραγματικότης καθαυτό...»
«Μυρωδιά υακίνθων και κολοκύθια!... Καλ' αυτό ήταν το κάτι τι που σού υπεσχέθην».
«Το κάτι τι! Το κάτι τι ήταν λοιπόν όνειρον;»
«Ναι, έν όνειρον γλυκύ και ζωηρόν, ως η ευτυχεστέρα πραγματικότης. Τον τεχνητόν αυτόν Παράδεισον σού τον εσχεδίασα και σού τον κατεσκεύασα εγώ μόνος μου. Μ' εβοήθησε λιγάκι και η τύχη, που έφερε μπροστά σου χθες βράδυ το ουρί αυτού του Παραδείσου... εκείνο το κορίτσι στο Ξενοδοχείο, το οποίον μόνον δια να εξαφθῇ περισσότερον η φαντασία σου, εζήτησα να παρακολουθήσῃς. Τα λοιπά οφείλονται εις τα καφέ εκείνα σφαιρίδια, που είδες, από τα οποία ένα έβαλα μέσα στο σιγάρο σου. Ε, λοιπόν, πώς σού φαίνεται η ενέργειά των;»
«Θαυμασία, έξοχος! 'Πε μου γρήγορα, 'πε μου πώς ονομάζεται το πολύτιμον αυτό φίλτρον;»
«Ινδική κάνναβις... Αλλά δεν θα μού διηγηθῇς λοιπόν το όνειρόν σου;»
«Ινδική κάνναβις, είπες... Τι είν' αυτή η ινδική κάνναβις;»
«Χασίς, λογιώτατε!»
Και η φωνή του εζωηρεύθη· η λέξις χασίς ήτο η πρώτη και μόνη έξαρσις, την οποίαν ήκουσα από το στόμα του φίλου μου. Μ' έκαμεν ούτω να μείνω άφωνος επ' ολίγας στιγμάς μεταξύ χαράς, ενθουσιασμού και εκπλήξεως. Μοι εφάνη απρόοπτον, παράδοξον. Αλλά δεν έπρεπεν άρα γε να το περιμένω εντός του δωματίου εκείνου των ανατολικών εκπλήξεων και απροόπτων;... Και συνεσχέτισα τα χθεσινά γεγονότα στιγμιαίως· και επεξήγησα τα κινήματα του φίλου μου όλα, τους υπαινιγμούς του, τα βλέμματά του, τα μειδιάματά του εκείνα τα πονηρά...
«Χασίς...» επανέλαβα μετ' ολίγον. «Ινδική κάνναβις... ο τεχνητός Παράδεισος... η τρυφή των Τούρκων. Α, είναι ωραίον, φίλε μου, ωραίον! Το ηξεύρεις ότι απόψε επέρασα τας ευτυχεστέρας στιγμάς της ζωής μου; Εννοείς ότι η σωματική μου κατάστασις, η διάθεσις του πνεύματός μου, η ανάμνησις, όλα μου είναι ως να διήλθον τῳόντι μίαν νύκτα ευδαίμονα εις τας αγκάλας της χθεσινής ωραίας;... Και ημπορώ ν' απολαμβάνω όποτε θέλω αυτού του Παραδείσου μ' ένα χάπι καφέ μέσα στο σιγάρο μου... 'Πε μου, καλέ μου φίλε, πού θα εύρω χασίς;... 'Πε μου, θα μου χαρίσῃς εκείνο το κουτάκι;»
Και βαθμηδόν ενθουσιαζόμενος, τον ενηγκαλίσθην με την ολόψυχον παράκλησιν, την θερμήν, ως εάν τῷ εζήτουν αυτήν την Ζαΐραν. Νομίζω ότι είχον και δάκρυα εις τους οφθαλμούς. Αλλ' ο καλός μου φίλος με απώθησεν ησύχως, και αναλαμβάνων την ήρεμον φωνήν του, βαρείαν και μονότονον, μοι είπε τας λέξεις ταύτας, τας οποίας, μετά των στίχων του λαμπρού εκείνου Εμίν - ελ - Χουσά, δεν σκοπεύω να λησμονήσω:
«Όχι, δεν είναι φρόνιμον ό,τι ζητείς. Θα είχε πολύ κακάς συνεπείας δια την υγείαν σου και δια το πνεύμα σου. Υπάρχουν μερικά πράγματα, βλέπεις, τα οποία πρέπει κανείς να δοκιμάζῃ αλλά μόνον μια φορά στη ζωή του. Έν από αυτά είναι και το χασίς».
Ξενόπουλος Γρηγόριος
«Ημερολόγιον Κ.Φ. Σκόκου», έτος 1890
Σημειώσεις:
(1) πήρα: δισάκι, γυλιός, σακίδιο
(2) άλκιμος: ακμαίος, δυνατός, άτομο με σφρίγος και ζωντάνια
(3) ένθους: ενθουσιασμένος
(4) μάκτρο: πετσέτα, μαντίλι
(5) ιταμότητα: αυθάδεια, προκλητικότητα, αναίδεια
(6) αμαυρός: θαμπός, σκοτεινός
(7) περικνημίδα: γκέτα
(8) βλωμός: μπουκιά (συνήθως ψωμιού)
(9) βύρσινος: δερμάτινος, πέτσινος
(10) φλιά: το κατώφλι της πόρτας
(11) σφαγή: λαιμός, μέρος όπου πρόκειται να πληγεί με το μαχαίρι το υποψήφιο θύμα
(12) εμπέτασμα: ταπετσαρία
(13) μετζήτι: παλαιό τουρκικό νόμισμα
(14) ριπίδιον: βεντάλια
(15) κερβάνι: καραβάνι
(16) νταϊρές: μεγάλο ντέφι
(17) στρόφιον: ζωνάρι
(18) κίδαρις: τουρμπάνι
(19) ταώς: παγόνι
(20) αρτόδενδρο: jackfruit
(21) ίβις: υδρόβιο πτηνό που μοιάζει με πελαργό
(22) φοινικόπτερος: φλαμίνγκο
(23) Σίνες: Κινέζοι
(24) μαρμαίρω: ακτινοβολώ, σπινθηροβολώ, λάμπω
(25) (τσ)ογλάνι: το Ελληνόπουλο, από καλή οικογένεια, που υπηρετούσε τους Τούρκους
σουλτάνους, αφού είχε πέσει θύμα παιδομαζώματος. Υπηρέτης, αλλά όχι δούλος, όχι παιδί για όλες τις δύσκολες δουλειές.
(26) κόρδακας: είναι ένας αρχαίος ελληνικός προκλητικός, άσεμνος χορός, της αρχαίας κωμμωδίας.
(27) εντρύφημα: ό,τι προσφέρει ιδιαίτερη πνευματική απόλαυση, ευχαρίστηση.
(28) σεσηρός: αυτός που τραβά τα χείλη του προς τα πίσω και δείχνει τα δόντια του όπως ο σκύλος. Αυτός που γελά δείχνοντας τα δόντια του.
(29) αχμάκ (ης): ανόητος, κουτός
(30) ραδινός: λεπτός, λεπτοκαμωμένος, λυγερός, ευλύγιστος, χαριτωμένος
(31) κρεκάδια: στερεά και πυκνά υφάσματα, παραπετάσματα, τάπητες
(32) εμπέτασμα: ταπετσαρία
(33) τρίχαπτος: δαντελένιος, με λεπτή ύφανση / τρίχαπτα: δαντέλες
(34) κύανος: κυανή χρωστική ουσία, που μοιάζει με λαζουρίτη στην απόχρωση και τη στιλπνότητα, λάπις λάζουλι, γαλαζόπετρα, το γαλάζιο χρώμα γενικά.
(35) τορευτός: τορνευτός, ο επεξεργασμένος με επιμέλεια, ο περίτεχνος
(36) πυξίδα: μικρό κουτί σε διάφορα σχήματα και με κάλυμμα, που χρησιμοποιήθηκε για τη φύλαξη κοσμημάτων, εργαλείων κ.λπ.
(37) αντερί: αντρικός χιτώνας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τύπος φαρδιάς πουκαμίσας
(38) καρηβαρία: πονοκέφαλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου