Στην προκυμαία του Μεγάλου Ρέματος, στο σκαμνί κάποιου μικρού καφενέ καθόταν ο Ασκλής. Νέος εικοσιπεντάρης, μαυρομούστακος, ηλιοκαμένος, με στήθος πλατύ, περίμενε εκεί πέρα δουλειά. Χωρίς σακάκι, φορούσε ρούχα από μαβιά τσόχα και στα πόδια γεμενιά (1) πατημένα. Στον ώμο είχε ριχτό ένα τυλιγμένο σκοινί, που τού χρησίμευε για να τραβά γεντέκι (2) τις βάρκες και τα καΐκια.
Μπροστά στα πόδια του, το Μέγα Ρέμα, το πιο δυνατό του Βοσπόρου, έτρεχε με υπόκωφο βουητό γλύφοντας τα φυκόστρωτα θεμέλια της προκυμαίας και χαράζοντας πλατύ το δρόμο του απάνω στην ήσυχη επιφάνεια.
Καλοκαιριάτικο απομεσήμερο κι ο περίπατος άρχιζε ζωηρός στην παραλία. Ήταν εκεί κομψές Σταυροδρομίτισσες, φερμένες με τ' αυτοκίνητα ή με τα βαπόρια, για να χαϊδευτούν από το δροσερό βοσπορίσιο αεράκι, ήταν Μπεμπεκιώτισσες, που είχαν έρθει από το γειτονικό, με τον ήρεμο και χρυσό κόλπο, χωριό τους, ήταν μαυρομάτες Εβραιοπούλες φερμένες από την Ξηροκρήνη, ήταν οι πιο πολλές ντόπιες Μεγαρεμιώτισσες ξακουστές σ' όλη την Πόλη για την ομορφιά και τα νάζια τους.
Οι περπατητές ολοένα πλήθαιναν κι οι φλογερές ματιές και τα χαμόγελα αλλάζουνταν σπάταλα. Όμως ο Ασκλής δεν πρόσεχε καθόλου σ' αυτά.
Τώρα δεν ήταν πια ανάγκη να περιμένει στο Ρέμα για να ιδεί εκείνη που συγκέντρωνε ολόκληρή του την αγάπη. Τώρα είχε αρραβωνιαστεί με την Ασημένια κι είχαν πάψει πια τα ερωτικά βάσανα κι οι αβεβαιότητες.
Ο νέος παρατήρησε μια στιγμή το χέρι του, όπου έλαμπε ένα μαλαματένιο δαχτυλίδι. Πριν δεκαπέντε μέρες είχε έρθει ο παπάς να τούς διαβάσει την ευχή και ο μακρινός συγγενής του Ασκλή, ο μουχτάρης (3), είχε γράψει την εγκλαβή (4), όπου καταχωριούνταν ένα ένα τα προικιά της μελλούμενης νύφης.
Ο νέος, αν και ούτε ν' ακούσει καταδεχόταν για τέτοιο χαρτί αφού ο έρωτας και μόνο τον κινούσε, αναγκάστηκε όμως, υπακούοντας στις συμβουλές, να το υπογράψει κι ο ίδιος. Είχε βγάλει τότες από τη σακκούλα τη μπρούτζινή του βούλα (5) και την είχε πατήσει δυνατά απάνω στο χαρτί. Έπειτα είχε ρίξει μαύρο άμμο για να στεγνώσει το μελάνι κι έτσι τ' όνομά του είχε φανεί ολοκάθαρο, Ασκληπιός Γαβριήλ.
Όλα είχαν πάει καλά κι ο νέος ήταν γεμάτος ευτυχία. Στη μέση της πλαγιάς στεκόταν το σπιτάκι της Ασημένιας. Ξύλινο μονόπατο, είχε ανοιχτά τα παράθυρα όπου έξωθέ τους κυμάτιζαν οι άσπροι μπερντέδες (6). Εκεί από καιρό σε καιρό ερχόταν κι η ίδια η αρραβωνιαστικιά για να τού στείλει ένα φιλικό χαιρέτισμα. Αργά, όταν θα τελείωνε τη δουλειά του ο Ασκλής, θ' ανέβαινε εκεί ν' αρχίσει γλυκιά κουβέντα μ' εκείνη, ενώ το φεγγάρι θα ξάπλωνε την ασημένια του αντιφεγγιά απάνω στο στενό ολόκληρο.
Ο νέος βυθίστηκε σ' ονειρεμένες θύμησες.
Πλάι στο καφενεδάκι στέκουνταν αραγμένες στη σειρά οι βάρκες. Κομψές, ολοκαίνουριες, πολλές με άσπρες τέντες, περίμεναν επιβάτες. Λίγο λίγο άρχισαν να 'ρχονται κι αυτοί.
Ήταν το συχνότερο ερωτεμένα ζευγαράκια που λαχταρούσαν ένα θαλασσινό ξεμοναχιασμένο περιπλάνημα. Έμπαιναν κι όσοι δε θα μπορούσαν ν' ανέβουν το ρέμα ή θα επιθυμούσαν μια ξέχωρη απόλαψη, θα φώναζαν τον Ασκλή να τραβήξει τη βάρκα τους γεντέκι κατά μάκρος ολόκληρου του ρέματος.
Ο νέος περίμενε πολλήν ώρα έτσι, ξακολουθώντας τα όνειρά του. Όταν θ' ανέβαινε στο σπιτάκι της Ασημένιας, θα καθόταν πλάι της στο σκαμνί να παρακολουθήσουν από μακριά το νυχτερινό περίπατο, θα τής έσφιγγε το μαλακό της χέρι, νιώθοντας την ηδονικήν εκείνη αντίθεση με το δικό του το ροζιασμένο από το σκοινί, έπειτα θ' άλλαζαν και κανένα παθιάρικο φιλί.
Ο Ασκλής χαμογέλασε απάνω στη γλυκιάν αναπόληση.
Κάποιο βαρύ βουητό που άρχισε να αντηχά ξάφνου από μακριά, τον ξύπνησε. Είδε ένα πελώριο βαπόρι που ανέβαινε για τη Μαύρη Θάλασσα. Περνούσε μεγαλόπρεπο, κολοσσιαίο, κοντά στην παραλία, ενώ τα σιδερένια βρεχάμενά του, κόκκινα φαίνουνταν αψηλά απάνω από το κύμα κι ο έλικας χτυπούσε με βρόντο τα νερά. Ο δυσμικός ήλιος το χρύσωνε, και η σκιά του με τα μεγάλα κατάρτια και το μαύρο καπνοδόχο ανέβαινε κι αυτή τρέχοντας μαζί του.
Όλοι οι περπατητές στην προκυμαία στάθηκαν να το κοιτάξουν. Ο νέος το παρατήρησε ονειρεμένα.
Άξαφνα μια γλυκιά φωνή τον κάλεσε.
Δυο κορίτσια είχαν μπει στη βάρκα. Η μικρότερη ως δεκατεσσάρω χρονώ κάθισε στην πρύμη ενώ η μεγαλύτερη ως δεκαοχτώ πήρε τα κουπιά στα χέρια.
«Θέλεις να μάς τραβήξεις;» πρότεινε στον Ασκλή.
Εκείνος πλησίασε. Πρώτη φορά έβλεπε τις δυο κοπέλες. Θα είχαν έρθει φαίνεται τώρα τελευταία από το Πέρα.
Η μεγαλύτερη κίνησε περισσότερο την προσοχή του. Είχε βαθιά γαλανά μάτια και μαλλιά ολόξανθα. Ντυμένη στα κάτασπρα, φορούσε ένα πλατύ ψάθινο καπέλο, με κορδέλες τριανταφυλλιές, αρμονισμένες τέλεια με το ρόδινο χρώμα των μάγουλών της.
«Θα τραβήξεις λοιπόν;» ξανάπε η μεγαλύτερη.
Ο Ασκλής ξετύλιξε το σκοινί του, το 'δεσε στερεά στο χαλκά της πλώρης, το πέρασε στη ράχη κι άρχισε να σέρνει ανεβαίνοντας άκρη άκρη την προκυμαία.
Η βάρκα χόρευε απάνω στο ρέμα, ενώ η νέα τήνε διεύθυνε με τα κουπιά για να μη χτυπήσει κάπου ή να μην πολυανοίξει. Πέρασαν μπροστά από τα καφενεία. Πλήθος πολύ καθόταν ενώ μουσικές διάφορες ακούγονταν. Σε μερικά τραγουδούσαν σκοπούς ευρωπαϊκούς συνοδεμένους με μαντολίνα, βιολιά, πιάνο, σ' άλλα έπαιζαν σαρκιά (7) τούρκικα με σαντούρια, ούτια και νταϊρέδες (8).
Ο Ασκλής ξακολουθούσε να σέρνει. Όταν έφτασαν στην άκρια του ρέματος, στάθηκε, έλυσε το σκοινί κι η βάρκα έμεινε ελεύθερη.
«Θα κατέβουμε», είπε η νέα, «κι έλα πάλι να μάς πάρεις».
Όταν ξανανέβηκαν, η κοπέλα παρατήρησε καλά καλά τον Ασκλή.
«Σέρνεις δυνατά», είπε, «είσαι γερός».
Εκείνος κατέβασε τα μάτια.
«Θα 'ρχόμαστε κάθε βράδυ, θα μάς πιάσεις πελάτισσες».
Η νέα μιλούσε ζωηρά κι η φωνή της ήταν συμπαθητικιά και λεπτή. Όταν ήθελε να δώσει ζωή στην ομιλία της, είχε κάποιο άνοιγμα των ματιών που έδειχνε δυνατότερα τα πλουμίδια τους.
«Εμένα με λένε Ελένη», ξανάπε, «την αδερφή μου Ελίζα».
Ο Ασκλής ξαναγύρισε να καθίσει στο σκαμνί του.
Παράξενο, η νέα δεν μπορούσε να βγει από το νου του.
Σε λίγο η Ελένη ξαναπέρασε και τον χαιρέτησε πάλι χαμογελώντας με κάτασπρα δόντια.
Β'
Πολλές μέρες κατά σειρά η Ελένη κατέβηκε στο θαλασσινό της περίπατο. Ο Ασκλής στο καφενείο καθισμένος άρχιζε λίγο λίγο να την περιμένει με ανησυχία. Όταν την έβλεπε από μακριά ένιωθε μια παράξενη ευχαρίστηση κι ένα ανεξήγητο καρδιοχτύπι.
Τώρα η νέα φορούσε ένα κομψό μπλε φουστάνι και κρατούσε μιαν άσπρη ομπρέλα. Πηδούσε ανάλαφρα στη βάρκα κι όταν έπαιρνε τα κουπιά, έβγαζε τα μεταξωτά της γάντια.
Κάποτε, φεύγοντας, έδωκε το χέρι της στον Ασκλή. Εκείνος τραβήχτηκε, δειλιάζοντας ν' αγγίξει ένα τόσο κομψό χεράκι.
«Έλα, λοιπόν», είπε η Ελένη, κάνοντας πως θυμώνει, «βλέπεις σε περιμένω».
Ο νέος το 'σφιξε ανατριχιάζοντας.
Η Ελένη έφυγε κι ο Ασκλής μένοντας μόνος άρχιζε να θυμώνει με τον εαυτό του. Γιατί η σκέψη του έτρεχε προς αυτή, ενώ άδικα η αρραβωνιαστικιά του καθισμένη στο παράθυρό της τού 'κανε φιλικά σημάδια.
Προσπαθούσε τότε να διώξει κάθε ανάμνηση της Ελένης και τριγυρνούσε το μάτι απάνω στην ήσυχη θάλασσα.
Βράδιαζε κι απάνω στο στενό η κίνηση ήταν μεγάλη. Τα βαπόρια της Πόλης ανέβαιναν γεμάτα επιβάτες, ενώ από την προκυμαία και τα σπίτια τα χαιρετούσαν με τα μαντίλια. Άσπρα μικρά βαποράκια, με χρυσόχρωμους καπνοδόχους, έφερναν Τούρκους πασάδες από τις διάφορες Πόρτες στα πλούσια τους κονάκια της Ανατολικής ακτής.
Το μεγάλο καΐκι του Πατριάρχη με τους οχτώ κωπηλάτες περνούσε σκίζοντας γρήγορα τα νερά. Από μακριά φαινόταν ο Παναγιότατος ξαπλωμένος στους βελουδένιους σοφάδες ανάμεσα στους διάκους του.
Ο Ασκλής τα κοίταζε όλα κι όμως δεν μπορούσε να ξεχάσει. Στο σπίτι της Ασημένιας ανέβαινε αργά τη νύχτα σιωπηλός τώρα κι αφηρημένος.
«Είσαι άρρωστος;» τον ρώτησε ένα βράδυ εκείνη. «Θα στενοχωριέσαι μόνος κάτω. Αύριο θα 'ρθω κι εγώ».
Ο νέος ένιωσε κάποιο αίστημα ευχαρίστησης μαζί και δυσαρέσκειας.
Βυθίστηκε σε συλλογές.
Πού ήταν λοιπόν ο καιρός, όταν περπατούσαν ευτυχισμένοι στην προκυμαία οι δυο τους; Αυτός ήσυχος με τα μαύρα τσόχινα ρούχα του κι εκείνη με το φτωχικό μπασμαδένιο (9) της φουστάνι, χωρίς καπέλο και με τα κορδονοδετά της σκαρπίνια. Ήταν τόσο γλυκιά και ταπεινή η κοπέλα. Ντροπαλή, κοκκίνιζε συχνά και μιλούσε λίγα.
Κάποτε κάθονταν μαζί σε κανένα καφενείο να πάρει εκείνη κανένα λουκούμι κι ο ίδιος να πιει ένα ορεχτικό ρακί. Το ρέμα κατέβαινε μ' ένα μυριόστομο φλοίσβισμα κι ο Ασκλής έβγαζε το φέσι του για να απολάψει πιο πλούσια τη βοσπορίτικη δροσιά. Πόσο ήσυχος ήταν τότε!
Το άλλο απομεσήμερο η Ασημένια κατέβηκε καθώς είχε πει στην παραλία.
Ο νέος σήμερα μιλούσε γελώντας μ' ευχαρίστηση. Σε λίγο φάνηκε η Ελένη. Ήταν σήμερα εξαιρετικά όμορφη. Το ροζ ολόφρεσκό της φουστάνι τήν έδειχνε σαν ένα τριαντάφυλλο του Μάη. Η Ασημένια την παρατήρησε θαμπωμένη και συμμαζεύτηκε στην καρέκλα της. Ορμέμφυτα ένιωθε τον κίντυνο. Η Ελένη μιλούσε ζωηρά και γελούσε. Ο Ασκλής έδεσε το σκοινί του κι άρχισε να τραβά.
Όταν απομακρύνθηκαν, η άλλη σηκώθηκε να παρακολουθήσει. Στο τέλος του ρέματος η Ελένη βγήκε και έδωκε το χέρι της για να τον αποχαιρετήσει.
«Ποια είναι αυτή;» ρώτησε το βράδυ η Ασημένια.
«Μια κοπέλα από το Πέρα».
«Έρχεται συχνά;»
«Κάθε βράδυ».
Η υποψία της νέας μεγάλωσε. Από τότε δεν έλειψε πια από την προκυμαία. Μ' ανησυχία παρακολουθούσε τον ερχομό της Ελένης.
Ο Ασκλής γινόταν τώρα σκυθρωπότερος. Άρχιζε να μιλεί απότομα στην αρραβωνιαστικιά του...
«Να μην τραβήξεις άλλη φορά τη βάρκα της», είπε κάποτε η Ασημένια.
Εκείνος θύμωσε.
«Θέλεις να μού κόψεις το ψωμί μου; Είναι η καλύτερη μουστέρισσά (10) μου».
Η άλλη κιτρίνισε και κινήθηκε να φύγει, όμως έμεινε στη θέση της. Ο νέος έσκυψε το κεφάλι.
Υπόφερε κατάβαθα χωρίς να τολμά να ξετάσει τον εαυτό του.
Γιατί δεν εύρισκε πια χαρά στη συντροφιά της παλιάς του αγάπης, παρά ονειροπολούσε την όμορφη πάντα Σταυροδρομίτισσα; Ο Ασκλής ανιστόρησε.
Το κοντό εξοχικό φουστάνι της Ελένης άφηνε να φαίνεται κομψή γάμπα φορεμένη άσπρη μεταξωτή κάλτσα, στήθος γεμάτο ηδονή. Είχε πάντα η κοπέλα το όμορφο εκείνο άνοιγμα των ματιών όταν ήθελε να προσέξει ή να δώσει τόνο στην ομιλία της.
Ο νέος άρχισε να φοβάται. Έδιωξε απότομα από το νου τη συνεπαρτική φαντασία. Είχε τρελαθεί; Αγαπούσε την πλούσια και ωραία Σταυροδρομίτισσα λησμονώντας την αρραβωνιαστικιά του;
Αμέσως ήρθε στον εαυτό του ζητώντας δικαιολογία. Τίποτα δεν ήταν. Ένα περαστικό μονάχα συννεφάκι. Η Ελένη θα κατέβαινε το φθινόπωρο στο Πέρα και δε θα την ξανάβλεπε πια. Όλα θα τέλειωναν και να πάλι ο Ασκλής στο μικρό σπιτάκι να κουβεντιάζει ήσυχα με την Ασημένια. Κατόπι ο χειμώνας θα προχωρούσε κι η τρικυμία θα βόγγιζε. Ας γινόταν ό,τι ήθελε κοντά στη ζέστη του μαγγαλιού. Οι δυο αρραβωνιασμένοι θα τα 'λεγαν γλυκά και όμορφα.
Τότες η Ασημένια θα 'χανε την τωρινή θλιμμένη και μελαγχολική της όψη, θα γιατρευόταν από την αδυναμία που ένιωθε κάποτε...
Δυο τρεις μέρες η Ελένη δεν κατέβηκε στη βάρκα κι ο Ασκλής ένιωσε τον εαυτό του να πεθαίνει. Γύρισε όλο το χωριό για να μάθει. Η κοπέλα ήταν άρρωστη.
Από τότε ο νέος έμενε όλο τον καιρό σ' ένα καφενείο αντικρύ στο σπίτι της.
Μετά μια βδομάδα η Ελένη φάνηκε πάλι με την αδερφή της στο Ρέμα, ζωηρή πάντα κι ωραία.
«Μπορούμε να περάσουμε αντικρύ, ανατολικά», είπε στον Ασκλή, «ξέρεις το δρόμο, τα ρέματα;»
Ο νέος χαμογέλασε μ' αυταρέσκεια.
«Εγώ δεν τα ξέρω;»
Η κοπέλα πήδησε στη βάρκα και πήρε τα κουπιά. Ο Ασκλής κάθισε κοντά στην πλώρη παίρνοντας κι εκείνος τ' άλλα δυο.
Ξεκίνησαν. Η νέα έλαμνε (11) με χάρη. Είχε βγάλει το καπέλο και τα χρυσά της μαλλιά κυμάτιζαν στο ήσυχο αεράκι. Κωπηλατώντας έγερνε πίσω ρυθμικά, αγγίζοντας σχεδόν τον Ασκλή. Εκείνος τραβιόταν ενώ η καρδιά του τον σκουντούσε να την αρπάξει και να τη σφίξει στην αγκαλιά του.
Σιγά σιγά ο ήλιος χάθηκε πίσω από τους λόφους του Μπεσικτασιού, ενώ ένα ξεπνεμένο τρίμερο φεγγάρι χάραζε το ψιλό του δρεπάνι μέσα στους στερνούς αδύνατους κρόκους της δύσης, γειτονικό σ' ένα μικρό άστρο.
Η βάρκα είχε φτάσει πια στην αντικρινή παραλία.
«Να γυρίσουμε», είπε η Ελένη, «νυχτωθήκαμε».
Τα ρέματα δυνάμωναν με τη νύχτα κι ο γυρισμός ήταν δύσκολος. Αργά, πολύ, μπόρεσαν ν' αράξουν στο Μέγα Ρέμα.
«Πέρασε πολύ η ώρα», είπε η νέα και παίρνοντας την αδερφή της πήδηξε σ' ένα αμάξι, που στεκόταν εκεί τυχαία, για να φύγει γρηγορότερα.
Ο Ασκλής έμεινε μόνος.
Σε μερικές στιγμές ένα δυνατό αναφιλητό ακούστηκε μέσα στο σκοτάδι.
«Ασκλή, Ασκλή».
Ο νέος γύρισε. Νόμισε ότι μια πέτρα τον χτύπησε στο κεφάλι.
«Ασημένια, εσύ εδώ;»
«Ασκλή δε μ' αγαπάς, σε καιροφυλαχτώ εδώ ώρες».
Η κοπέλα έπεσε λιγοθυμισμένη.
Γ'
Άρρωστη βαριά η Ασημένια. Στο κρεβάτι της ξαπλωμένη με κομμένα τα μάτια από τον πυρετό κοιτάζει από καιρό σε καιρό τον Ασκλή που την παραστέκει.
Εκείνος τής φέρνει γιατρό, γιατρικά κι ό,τι τής χρειάζεται. Πολλές φορές ο νέος ξετάζει τον εαυτό του και δεν μπορεί να νιώσει τι είναι εκείνο που αιστάνεται για την κοπέλα. Είναι έρωτας, είναι συμπόνια;
Η άρρωστη κάποτε ξυπνάει.
«Ασκλή, είσ' εδώ;» ρωτά μ' αδύνατη φωνή.
Αυτός την πλησιάζει και τής σφίγγει το καυτερό χέρι.
«Δε θα ξαναπάς πια με κείνη».
«Ναι».
Κατόπι τα μάτια της Ασημένιας βουτούν πάλι μέσα στο βάθος. Ο νέος περιμένει πολλήν ώρα ακίνητος στο κάθισμά του. Το απομεσήμερο τρέχει βιαστικός, σπρωχμένος από μιαν ακατανίκητη δύναμη, στην προκυμαία.
Η εικόνα της Ελένης τον παρακολουθεί. Ζητά τη δύναμη να την αποφύγει.
Αν τραβούσε εκεί στην αντικρινή παραλία, κατά το Καντηλί, όπου ήταν πάλι δυνατό το ρέμα, χωρίς άλλο θα 'βρισκε κι εκεί ψωμί να φάει. Ίσως θα τον έβαζαν να δείχνει την κόκκινη σημαία στο βαπόρι, σημάδι πως ο δρόμος ήταν ανοιχτός. Γνώριζε εκεί τον Τούρκο φύλακα της σκάλας (12), που σαράντα χρόνια έμενε εκεί πέρα χωρίς ούτε σε κανένα γειτονικό προάστιο να πάει, ούτε στην Πόλη να κατέβει.
Ο Ασκλής συλλογιζόταν.
Τα βαπόρια της Πόλης ανεβοκατέβαιναν ολοένα. Το καΐκι του Πατριάρχη με τους τέσσερις κωπηλάτες του πέρασε κι αυτό. Τα ρεμούρκια (13) σέρνοντας μαούνες ή μεγάλα καΐκια αγκομαχούσαν ν' ανεβούν το Ρέμα. Κάποτε παρασύρονταν από τη δύναμή του, μακριά, ως τη μέση του στενού κι ύστερα ξαναγυρνούσαν πάλι στον αγώνα.
Η Ελένη φεύγοντας έδινε πάντα το χέρι στον Ασκλή.
Μια τρελή ιδέα βασάνιζε τότε τον νέο. Να το σφίξει και να το γεμίσει φιλιά.
Ένα βράδυ χωρίς να σκεφτεί τι κάνει το άρπαξε κι άρχισε να το φιλεί, να το φιλεί αχόρταγα. Ήταν ολόδροσο και γεμάτο αρώματα.
Εκείνη τον κοίταζε μ' απορία. Έπειτα ο Ασκλής έφυγε τρέχοντας και μέρες δεν κατέβηκε στο Ρέμα.
«Δε μ' αγαπάς, Ασκλή», είπε κάποιο πρωί η άρρωστη. «Ξέχασες όλη τη ζωή τη δική μας και την αγάπη».
«Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ», απάντησε ο νέος πνιγμένος από συγκίνηση.
«Αγαπάς την άλλη, την όμορφη τη Σταυροδρομίτισσα και ξέχασες εμένα τη δυστυχισμένη».
Η κοπέλα άρχισε να κλαίει σιωπηλά και τα δάκρυά της έπεφταν αργά αργά σαν τις στερνές σταλαγματιές βρύσης που πάει να στερέψει. Ο Ασκλής έπεσε απάνω της πνίγοντας τ' αναφιλητό του.
Τής έφερε καινούριους γιατρούς, καινούρια γιατρικά. Άδικα. Η νέα άφηκε ένα πρωί την τελευταία πνοή της.
Αργά αργά η κηδεία της Ασημένιας ακολούθησε το δρόμο της προκυμαίας. Ήταν ερημιά γιατί άρχιζε το φθινόπωρο. Τα καφενεία ήταν άδεια κι είχαν πάψει οι μουσικές και τα τραγούδια.
Η νεκρή ήταν ντυμένη το άσπρο φουστάνι και τ' άσπρα παπούτσια του αρραβώνα της. Απ' όπου περνούσε τ' ανοιχτό φέρετρο το 'ραίναν από τα παράθυρα με ροδόσταμο και με λουλούδια.
Ο Ασκλής ερχόταν από πίσω φορώντας μαύρο πουκάμισο και κρατώντας το φέσι στα χέρια.
Ο παπάς μουρμούριζε σιγά σιγά κινώντας το ασημένιο θυμιατήρι κι η ψαλμωδία του έσμιγε με το δυναμωμένο από το φθινόπωρο βουητό του ρέματος και τα βαριά σφυρίγματα των βαποριών που έκαναν να τραντάζει η παραλία.
Δ΄
Ο Ασκλής με σκοτεινιασμένη όψη ήρθε και κάθισε στο καφενείο. Δυο μέρες κλειστός στο σπίτι του είχε κλάψει χωρίς κανένας να τον δει και τώρα μην έχοντας ψωμί κατέβηκε πάλι στο Ρέμα με ριχτό στον ώμο το τυλιγμένο σκοινί του.
Η ψυχή του ήταν βαριά κι η θύμηση του φταιξίματός του κατάντικρα στην Ασημένια τού πλάκωνε το νου. Η εικόνα της πεθαμένης τον παρακολουθούσε.
Τα θυμόταν τώρα όλα ένα ένα.
Η κοπέλα είχε χαροπαλέψει απελπισμένα με τον άγγελό της κι ο Ασκλής γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι από τη μια μεριά τής έδινε το γιατρικό κι από την άλλη έταζε του αγγέλου λαμπάδες και λειτουργιές για να τον κάμει να φύγει αφήνοντας ήσυχη τη νέα.
Όταν η άρρωστη συνερχόταν λίγο, ο Ασκλής τής φώναζε να κάμει και κείνη το ίδιο.
«Τάξε του», μούγκριζε απελπισμένος, «τάξε του».
Άδικα. Ο άγγελος είχε σταθεί αμάλαγος (14).
Όταν ο νέος πήγε να φιλήσει το χέρι της πεθαμένης, αιστάνθηκε να κορυφώνεται η τύψη της συνείδησής του. Τραβήχτηκε ανιστορώντας τ' αμαρτωλά φιλιά που είχε βάλει στο χέρι της Ελένης.
Τώρα η αγάπη του για την κοπέλα του Σταυροδρομιού είχε γυρίσει σε μίσος. Ε! Αυτή ήταν που τον είχε τραβήξει και τού είχε κοστίσει το θάνατο της Ασημένιας.
Ας ήταν βολετό να μην την ξαναϊδεί.
Έμεινε συλλογισμένος κοιτάζοντας τη θάλασσα. Ο ήλιος έδυε ρίχνοντας μια πλατιά αντιφεγγιά απάνω στο κύμα. Ένα βαπόρι της Πόλης, περνώντας τώρα από πάνω της, τάραζε με τις ρόδες του τ' αναλυμένο της χρυσάφι.
Αργά φάνηκε στη βάρκα η Ελένη.
Ο Ασκλής γύρισε αλλού το κεφάλι για να μην την δει.
Α! Αυτή ήταν η αιτία. Η νέα τον πλησίασε. Εκείνος μόλις κρατιόταν να μην πηδήξει απάνω της να την πνίξει με τα χέρια.
Τού είπε λόγια παρηγοριάς.
«Ξανάπιασες δουλειά;» τον ρώτησε στο τέλος.
«Ναι».
«Τότε εμπρός, σήμερα είναι το τελευταίο βράδυ».
Ο Ασκλής ετοιμάστηκε. Έδεσε αργά αργά κι άρχισε να την σέρνει. Το ρέμα ήταν δυνατό και ο νέος κόπιαζε. Κάποτε γύριζε να ιδεί κι αντίκριζε την Ελένη καθιστή στην πρύμη ν' απολαμβάνει το φύσημα του αεριού. Α! Αυτή ήταν η αιτία.
Φοβερές ιδέες τού περνούσαν από το νου. Αν άφηνε το σκοινί, αν το 'κοφτε, η μικρή βάρκα θα σερνόταν από το κύμα και, πριν η Ελένη προφτάσει να την σταματήσει, θα είχε χτυπήσει μέσα στο σούρουπο απάνω σε κανένα βράχο ή σε κανένα αραγμένο βαπόρι κι η Ελένη θα βρισκόταν παραδομένη στην οργή των κυμάτων.
Έτσι ο Ασκλής θα την εκδικιόταν κι η ψυχή της Ασημένιας θα 'βρισκε ανάπαψη. Ο νέος σταμάτησε μια στιγμή, τώρα βρίσκονταν στο πιο επικίντυνο μέρος. Εδώ, αν την άφηνε, ήταν όλα τελειωμένα. Ξακολούθησε να στέκεται.
«Εμπρός», φώναξε η Ελένη.
Ο ήχος της φωνής της έκαμε το νέο ν' ανατριχιάσει. Οι σκέψεις του πήραν άλλο δρόμο. Τίποτα δεν έφταιγε αυτή. Αυτός ο ίδιος ήταν ο ένοχος.
Ε! Φονιάς δεν ήταν εκείνος μονάχα που σκότωνε με το μαχαίρι. Τράβηξε γρήγορα κι η Ελένη βγήκε έξω. Ο νέος έμεινε μόνος.
Ο ίδιος ήταν ο φονιάς. Κι η φριχτή ιδέα, που, από την πρώτη μέρα, τού στοίχειωνε το νου, τον έπνιξε τώρα πιο δυνατά με το ασήκωτο βάρος της.
Νύχτωνε κι ο Ασκλής χώθηκε μέσα στους στενούς ανηφορικούς δρόμους. Το νιόσκαφτο εκείνο μνήμα τον είχε δεμένο μ' ένα φοβερό αιματοστάλαχτο αρπάγι. Τώρα πώς θα ζούσε στον κόσμο με την ασώπαστη αυτή τύψη;
Κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα να συλλογιστεί.
Οι βραχνάδες τον περίζωναν ολοένα σφιχτότερα. Η εικόνα της Ασημένιας ζωντανεύει τώρα μπροστά του. Εκεί, εκεί στο μικρό παραθυράκι της πλαγιάς, στέκεται η κοπέλα και τον χαιρετάει μ' ένα πικρό φαρμακωμένο χαμόγελο. Πονεί κι είναι κίτρινη σαν το νεκρό φύλλο. Πώς να τη γλιτώσει από το φοβερό αγκάλιασμα του θανάτου;
«Ασκλή, Ασκλή, σώσε με...»
Αδύνατο. Είναι τόσο μεγάλο το κακό που τής έχει κάμει. Φονιάς δεν είναι μονάχα εκείνος που σηκώνει το μαχαίρι...
Το άσπρο φέρετρο χάνεται μέσα στον αχόρταγο τάφο, εκεί στο μικρό νεκροταφείο με τα φθινοπωρινά κίτρινα δέντρα. Μερικά φύλλα πέφτουν συρμένα από τον αέρα μέσα στο φοβερό άνοιγμα. Πάει. Όλα χαμένα. Δε θα την ξαναϊδεί πια. Τα δάκρυα τρέχουν από τα μάτια του Ασκλή.
Α! Το λάθος του κανένας δεν μπορεί να το συχωρέσει στον κόσμο.
Η νύχτα βαθαίνει ολοένα. Απάνω από τις ασιατικές πλαγιές προβαίνει τώρα λίγο λίγο το φεγγάρι κατακόκκινο. Μερικά πελώρια πεύκα απάνω σε κάποια κορυφή πλέουν στο ξωτικό φως του. Ο Ασκλής ξακολουθά να κλαίει ολομόναχος, καθισμένος στην ερημική του πέτρα. Το σιδερένιο αρπάγι που τον έχει δεμένο με το νιόσκαφτο μνήμα τον τραβά δυνατότερα. Στις δίπλες του ζωναριού του ο νέος σφίγγει τώρα δυνατά το μανίκι του πιστολιού του.
Αυτό μονάχα μπορεί να τον σώσει από το φοβερό βάρος της ψυχής του. Μπροστά στην πέτρα του ένας γκρεμνός, όπου θ' αποτελείωνε πέφτοντας κατόπι από το χτύπημα.
Η αιματωμένη αντιφεγγιά του φεγγαριού ξαπλώνεται τώρα σ' ολόκληρο το στενό. Απάνω της ξεχωρίζεται αραγμένο κάποιο βαπόρι μ' ένα άσπρο φως στο κατάρτι κι ένα πράσινο στο πλευρό.
Ο Ασκλής συλλογιέται άλλη μια φορά.
Το πιστόλι τού μένει μονάχα. Το τραβά και το στυλώνει στον κρόταφο. Μια πιστολιά ακούεται και το κορμί του νέου πέφτει βαρύ κάτω. Κατόπι κυλιέται μέσα στον γκρεμνό, χτυπώντας σε πέτρες και σε βράχους.
Γιαλούρης Αντώνης
Περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 781, Μάρτης - Απρίλης 1924
Σημειώσεις:
(1) γεμενιά: ελαφρά δερμάτινα παπούτσια ή παντόφλες
(2) γεντέκι: άλογο, βάρκα ή άνθρωπος που
τραβιέται με σκοινί, έλκεται, το σκοινί με το οποίο τραβάει κάποιος ένα
ζώο ή ρυμουλκείται ένα πλοίο.
(3) μουχτάρης: Στην οθωμανική αυτοδιοίκηση, ο μουχτάρης
ήταν αιρετός αξιωματούχος επικεφαλής του χωριού ή της συνοικίας, με
δικαιοδοσία παρόμοια με του κοινοτάρχη, του προέδρου της κοινότητας.
Είναι δάνειο από το τουρκικό muhtar.
(4) εγκλαβή: προικοσύμφωνο
(5) βούλα: σφραγίδα
(6) μπερντές: κουρτίνα, παραπέτασμα
(7) σαρκί: είδος ανατολίτικου μελωδικού τραγουδιού
(8) νταϊρές: ντέφι
(9) μπασμαδένιος: βαμβακερός
(10) μουστερής/ μουστέρισσα: πελάτης/ πελάτισσα
(11) λάμνω: κωπηλατώ, τραβώ κουπί
(12) σκάλα: ενδιάμεσος σταθμός πλοίου ανάμεσα στο λιμάνι από το οποίο αναχωρεί και το λιμάνι προορισμού
(13) ρεμούρκι: ρυμουλκό
(14) αμάλαγος: αμαλάκωτος, άκαμπτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου