Σαν πρωτοήρθε στο νησί το μαύρο παιδάκι ήταν σαν το δεντρί που το ξεριζώσαν απ' το χώμα του. Μαράθηκε, έγειρε στη μαύρη παλάμη του το σκοτεινό σαν τη νύχτα κεφαλάκι του κι όλο έκλαιγε.
Ώρες αμίλητο, αγνάντευε πέρα μακριά τ' αφρισμένο πέλαγο και συλλογιόταν. Πίσω απ' εκείνη τη φωτεινή γραμμή που χωρίζει τη θάλασσα απ' τον γαλάζιο ουρανό, αχνοσάλευε μια μισοσβησμένη εικόνα της μακρινής του πατρίδας. Κάκτοι θεόρατοι παράξενοι. Φοινικιές που τίναζαν τη φούντα τους ψηλά στον ουρανό. Μπανάνες που στάζανε μέλι. Ζούγκλα μακρινή, απέραντη, αδιάβατη, πυκνή, μυστηριακή.
Κάθε πρωί καρτέραε ν' ανοίξει εκείνη η μακρινή γραμμή ανάμεσα ουρανό και θάλασσα. Να φανεί ο πατέρας του. Να τού φέρει μαζί με τα χάδια του και λίγο Κογκό... Να το στεριώσει ανάμεσα στα λευκά παιδιά σαν παιδί του.
Εδώ ήτανε άλλο. Πιο γλυκός τόπος μα και πιο παράξενος. Λευκοί οι άνθρωποι σαν την ψίχα της μπανάνας, σαν τις στάλες του καουτσούκ, όμως αλλιώτικοι. Τ' άσπρα παιδιά του νησιού, τον πρώτο καιρό, το βλέπαν τ' αραπάκι με τρόμο. Κατόπι ανοίγαν τις ματάρες τους περίεργες και σαν ξεθάρρεψαν πια, χαϊδεύαν με τα λευκά τους χέρια το μαύρο του πετσί. Οι μάνες πάλι, τότε, φοβερίζαν τα μωρά τους...
«Κοιμήσου... Περνάει τ' αραπάκι...»
«Τρώει παιδιά τ' αραπάκι;»
«Δεν τρώει, μα... είναι αραπάκι...»
Όπως αγνάντευε το πέλαγο κι όπως συλλογιόταν το παιδί, μαύρο μέσα στους άσπρους, μίλια μακριά απ' τη μαύρη χώρα που γεννήθηκε, στο νου του έφεγγε ένα πρόσωπο, ήμερο, γλυκό, ο πατέρας του. Εκείνη τη μέρα που θα το 'στελνε στο νησί του, τού μιλούσε και τα λόγια του κόμπιαζαν, έσβηναν, πνίγονταν στο λαρύγγι του.
«Τώρα, Αλεκάκι μου, θα πας στο νησί μου... Και πίσω, Αλεκάκι μου, σε λίγους μήνες, θα 'ρτω κι εγώ... Ναι πουλί μου;...»
Το παιδί, άρχισε τότε να κλαίει ήσυχα ήσυχα. Κοιτούσε τον άσπρο του πατέρα στα μάτια και τα δάκρυά του κυλούσαν πάνω στα μαύρα του μάγουλα σα διαμάντια πάνω στον έβενο.
«Καλά, πατέρα», είπε. «Είναι όλοι άσπροι εκεί;»
«Άσπροι βέβαια... και καλοί σαν τους μαύρους...»
«Ε... Πώς θα μ' αγαπούν, πατέρα;»
«Μα... να... Όπως σ' αγαπώ κι εγώ... Άσπρος δεν είμαι;...»
«Είσαι... μα εσύ είσαι πατέρας...»
Δεν κρατήθηκε πια εκείνος ο άνθρωπος. Το πήρε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε μαζί του. Ύστερα τράβηξε τα ρολά του μαγαζιού του, μέτρησε την είσπραξη, σχόλασε τον αράπη υπάλληλό του και κλείδωσε το μαγαζί. Στο δρόμο για το σπίτι δεν μιλούσαν. Το χέρι του παιδιού έτρεμε μέσα στη χούφτα του λευκού πατέρα, σαν άρρωστο πουλί. Έσκυψε και το φίλησε και του μιλούσε με σβησμένη φωνή.
«Αφού πια δεν έχεις μανούλα εδώ, θα πας εκεί... Κι εκείνη η άσπρη μανούλα στο νησί μου είναι το ίδιο καλή σαν...»
Η φωνή του πήρε να τρέμει. Θυμήθηκε τη μαύρη του γυναίκα. Έτσι που ξεψύχησε στην αγκαλιά του, ήσυχα ήσυχα, με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα σα ζαρκαδίνα λαβωμένη στα χέρια του κυνηγού. Την έκλαψε τότε. Θέλεις, πες το αγάπη... Θέλεις λύπηση. Γυναίκα του ήταν. Στην αρχή την πήρε κοριτσάκι στη δούλεψή του. Την αγόρασε να πούμε. Ύστερα, από Κι-Κου-Κι που τη λέγανε, τη βάφτισε Κική. Την έμαθε με επιμονή τη γλώσσα του. Τής έμαθε τραγούδια του νησιού του. Κι όσο άσπριζαν τα μαλλιά του, τόσο στρογγύλευαν οι κόρφοι της, γυάλιζαν κι αστράφτανε τα μαλλιά της και τις ώρες της σχόλης πλημμυρισμένη αγάπη και νιάτα, δοσμένη ολόψυχα σ' αυτόν τον σπάνιο στον τόπο της γλυκότροπο λευκό, στροβιλιζόταν σ' έναν παράξενο χορό της πατρίδας της, ενώ εκείνος χτυπούσε ρυθμικά ένα ταμ - ταμ. Δε χωρούσε καμιά αμφιβολία. Την αγάπησε. Μπλέχτηκε στη δροσιά και στα νιάτα εκείνου του λυγερόκορμου αγριμιού. Κι όταν εκείνη απόκαμε πια να χορεύει, μ' ένα γέλιο, ζάρωνε σα γάτα στην αγκαλιά του και τού μιλούσε μακρόσυρτα, τραγουδιστά, καθάρια τα νησιώτικα ρωμέικα που τής έμαθε και τον τρέλαινε.
«Άιντε, τώρα γέρο μου... ώρες για νάνι - νάνι...»
«Βρε Κική, εσύ πια είσαι βέρα Ρωμιά, παιδάκι μου...»
«Μη μού το λες... Αραπίνα είμαι, γέρο μου, μα μ' έμπλεξες... Δε μού λες, θα πάμε στην Ελλάδα;»
«Αμή; Και βέβαια θα πάμε... Να πιάσουμε μονάχα λίγους ακόμα Λουδοβίκους... Έρμο το νησί μας, Κική... Φτώχεια... Ξερόβραχος. Εκεί πρέπει να τον φυσάς τον παρά».
«Και το παιδάκι μας;»
«Τι το παιδάκι μας;... Ξεχωρίζω, μωρή, χρώματα και ράτσες εγώ; Χαζή... Τ' άλλο που θα κάνουμε θα 'ναι άσπρο. Άνθρωποι του Θεού...»
Έτσι που τής μιλούσε τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε με το πάθος εκείνο το πρωτογονικό που ξέρουν ν' αγαπούν και να λατρεύουν τ' αληθινά, τα ζωντανά πλάσματα, που δεν τρύπωσε στην ψυχή τους η ψευτιά.
Απ' τη στιγμή που την άρπαξε απ' την αγκαλιά του η μαλάρια τρόπικα, πήραν ν' ασπρίζουν τα μαλλιά του. Ένιωθε με το χαμό της πως έχανε και κάτι απ' τον εαυτό του. Έκαμε ίσο μαζί του ένα πλάσμα που οι άλλοι το 'χανε παιχνίδι μιας στιγμής. Το πόνεσε, ερεύνησε την ψυχή του, το 'πλασε. Κι έγινε η Κική. Τώρα πια, άλλη Κική δε θα 'βρει. Γέρος σχεδόν και το παιδί θέλει μια μάνα. Έγραψε στους δικούς του στο νησί. Τού απάντησαν. Η νύφη τον καρτέραγε κι ο γάμος αποφασίστηκε με τα γράμματα. Όρος απαράβατος το παιδί, τ' αραπάκι: «...Η εκτίμησή μου κι η αγάπη μου στο πρόσωπό σου, που πάντα σε θυμάμαι Πανούλα, θα μεγαλώνει, όσο πιο πολύ θ' αγαπάς το παιδί μου, τ' αραπάκι μου. Το καημένο, δεν πειράζει άνθρωπο. Ήμερο πλασματάκι του Θεού. Θα το δεις και θα τ' αγαπήσεις πιο πολύ από μένα... Κι άμα θα κάνουμε δικά μας άσπρα παιδάκια, τότε θα δεις τη χαρά που θα κάνει τ' αραπάκι... Τώρα σε φιλώ και η ώρα η καλή...»
Στο νησί ήρθε πρώτα το παιδί. Μακρινό ταξίδι απ' το Βελγικό Κογκό στο νησάκι εκείνο του Αιγαίου. Ένας Ρωμιός Κογκολέζος έφευγε για την πατρίδα. Πήγε και τον βρήκε.
«Άκου», του λέει, «πατριώτη: Πάρε το παιδί να το πας. Μα το παιδί και τα μάτια σου... Να, παράδες και ξόδεψε. Μη λυπηθείς. Στη Μαρσίλια αγόρασέ του ό,τι σου ζητήσει. Ντύσε το ναυτικά και βελούδα. Θέλω να φτάσει αρχοντικά στο νησί. Και πες της κεράς πως φτάνω κι εγώ πάνω στους έξι μήνες για το γάμο. Δώσ' της κι αυτούς τους Λουδοβίκους να κάνει τα χρειαζούμενα... προίκες, νυφικά... Άϊντε, καλό ταξίδι και τα μάτια σου στο παιδί...»
Στην απέραντη απλωσιά του Αιγαίου εκείνο το νησί. Η εξορία του Αδάμ... Το μάτι των παλικαριών, μόλις έπαιρνε να ιδρώνει το μουστάκι τους, αγνάντευε το πέλαγο. Η φαντασία τους έσκιζε τους πλατιούς ορίζοντες κι έψαχνε κατά πού πέφτει εκείνος ο μακρινός τόπος, που τον ανακάλυψαν κάτι ρεμπέτηδες παππούδες τους, που δε μπόρεσαν να προκόψουν στο νησί... Εκείνη τη μαύρη και λάγνα χώρα, την ξαπλωμένη σαν ονταλίσκη μέσα στον καυτερό της ήλιο, κάτω απ' τις χουρμαδιές, λαχταρούσαν. Με τα μυστήριά της που τούς ερέθιζαν το νου, με τις ζούγκλες, τις ερημιές, τα κανελόδεντρα, τα κοντραμπάντα (1), την τρελή περιπέτεια και τις αραπίνες...
Φυσικά όλα τούτα για τα τρελόπαιδα που δεν έπηξε ακόμα το μυαλό τους. Που δεν δοκίμασαν τον ήλιο της ζούγκλας. Που πετούσαν στα σύννεφα... Στο Βελγικό Κογκό ήταν μια παροικία του νησιού που μεγάλωσε με τον καιρό. Όποιος άντεχε στο κλίμα, πάλευε, ίδρωνε, ίσως να 'κλεβε και τους αραπάδες κι έκανε λεφτά. Γυρνούσε κάποτε στο νησί κι έχτιζε ένα μεγάλο σπίτι και διηγιόταν... Άλλος πάλι χανόταν εκεί...
Τα φιντανάκια, λοιπόν, στην επικίνδυνη ηλικία που κόχλαζε το αίμα τους δεν τα χωρούσε το νησί. Πίναν ντόπιο φόρτσο ρακί, φέρναν τις ίδιες πάντα βόλτες, ρίχναν λογάκια στα κορίτσια, σπάζαν κανένα τζάμι στην ταβέρνα, ξενυχτούσαν κάτω απ' τα παραθυράκια της καινούργιας δασκαλίτσας του νησιού, που σαν ξένη, από πολιτεία, είχε πάντα το δικό της άρωμα που τούς έκοβε τον ύπνο και τραγουδούσαν: «ω ω ω ω ω άνοιξεμ' μάναμ' άνοιξεμ' γιατί με κυνηγούνε....»
Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο τούς κούραζε η άχαρη ζωή τους. Σιχαίνονταν τα παραγάδια τους που βγάζαν του βυθού τους θησαυρούς, τις σφουγγαράδικές τους μηχανές που πλούτιζαν τους άλλους, και πριν αγριέψουν και καμακώσουν σα σκορπιό κανένα αφεντικό, παίρναν των ομματιών τους... Ανοίγανε πανιά για το Κογκό.
Έτσι το νησί ζούσε μια διπλή ζωή απάνω στον πλανήτη. Μια τη δική του στην καρδιά του Αιγαίου και μια στην κογκολέζική του παροικία. Γι' αυτό πριν γίνει ο γάμος του Δημητρού του Πελαγίσιου, πριν έρθει τ' αραπάκι στο νησί, στην καινούργια του άσπρη μάνα, ήρθε η ιστορία της αραπίνας. Πάνε κι έρχονται τα γράμματα. Τα καφενεία δεν έχουν άλλη δουλειά. Κι η συζήτηση φούντωνε...
«Αν εγώ τον είχα στην Αμέρικα αυτόν τον κύριο», έσκουζε ο Καβαλίνας που οι νησιώτες τον φώναζαν και Βιρτζίνια γιατί έζησε και θαυματούργησε εκεί, «αν τον είχα εκεί, θα τού 'βγαζα μια λουρίδα πετσί απ' το σβέρκο μέχρι τον πισινό...»
«Γιατί;» του αντιμίλησεν ο δάσκαλος. «Δικαίωμά του να πάρει κι αραπίνα... Την αγάπησε... Έχει παιδί μαζί της...»
Πετάχτηκε ορθός ο Βιρτζίνιας σα να τον χτύπησε σκορπιός.
«Ο άσπρος, λες, αγάπησε αραπίνα;... Φτου! Πώς μιλάτε, βρε δάσκαλε, σ' αυτόν τον τόπο έτσι; Μάς ξεπάτωσε και μάς ξεκλήρισε το έρμο το Κογκό... Χαλάσαμε και πάμε... Βρώμισε το αίμα μας...»
«Γιατί;» ορθώθηκε πάλι ο δάσκαλος. «Ο Θεός δεν ξεχωρίζει αραπάδες. Τα ίδια τα χέρια του πλάσαν και σένα και τον αράπη...»
«Τον αράπη δεν τον έπλασε ο Θεός, δάσκαλε, βρωμάει το παλιόπραμα... Έπρεπε να 'ταν στη Βιρτζίνια αυτός και σού 'λεγα...»
«Τι θα κάνατε;»
«Ό,τι κάναμε σε μια τέτοια σκρόφα τότες... Τη σέρναμε ολόγυμνη στο δρόμο απ' τα μαλλιά όλη τη νύχτα ώσπου σφύριξε η φάμπρικα. Το πρωί τη βρήκαν κρεμασμένη στο φανάρι. Ύστερα ο Τζακ Ντάνβεργκλας κέρασε ουίσκι... - Αλλό μπόις!... - Ουράααα!... Πίναμε, τραγουδούσαμε, χορεύαμε και κάναμε τους αραπάδες να τρέμουν... Ούτε σερίφης, ούτε δικαστής... Σκοτώνεις τον αράπη γιατί είναι αράπης. Τον σκοτώνεις γιατί είσαι χριστιανός και θέλεις τον παράδεισο...»
Το καφενείο άδειαζε σιγά σιγά. Φεύγανε ένας ένας και φτύναν έξω χωρίς να γυρίσουν να ξαναδούν αυτόν τον άνθρωπο.
Σα βγήκε τ' αραπάκι απ' το βαπόρι μαζεύτηκε όλο το χωριό. Το παιδί τότε όλο γελούσε. Τούς έβλεπε και γελούσε ήμερα. Και οι χωριανοί μαζί με το ξάφνιασμά τους, βλέποντας εκείνο το μαύρο παιδάκι, χαμογελούσαν και το περιεργάζονταν σα μαύρο παιχνιδάκι από γιούσουρι, έτσι που εφάνταζε όμορφο, παράξενο... Το 'χανε ντυμένο άσπρα ναυτικά. Μιαν άσπρη κάσκα με πράσινη φόδρα. Λευκά παπουτσάκια. Και μπαστουνάκι. Πρώτη ρίχτηκε και τ' αγκάλιασε η θεια του η Σμαραγδιώ.
«Ωχού το πουλάκιμ!... Το πουλάκιμ'... Σαν τσινκουλάτου... Σαν τσινκουλάτου...»
Ο κόσμος γέλασε. Τ' αραπάκι κάπως τα 'χασε μα γελούσε. Η καινούργια μάνα του, η Πανούλα, χύθηκε ύστερα στο παιδί με δακρυσμένα τα μάτια.
«Ματάκια μου γλυκά...»
«Εσύ είσαι η μητέρα μου;» ρώτησε τ' αραπάκι.
«Αμή... Εγώ μωρό μου...»
Σήκωσε το παιδί στην αγκαλιά της. Το χάιδευε στα πυκνά σγουρά μαλλιά του π' άφηναν στη χούφτα της την αίσθηση του μεταξωτού βελούδου. Πίσω ακολουθούσαν βαρκαρέοι με βαλίτσες. Το παιδί τα 'χε χαμένα. Εκεί που γελούσε, πήρε να κλαίει. Και κατόπι πάλι ξανάρχισε να γελάει. Στο σπίτι, αφού κοίταξε ώρα στα μάτια την Πανούλα, σα να 'ψαχνε την ψυχή της, ρίχτηκε ξαφνικά στην αγκαλιά της με λυγμούς.
«Μάνα!»
«Γιατί μωρό μου κλαις;...»
«Μάνα!...»
Το χοντρό, κοκκινόμαυρο, κάτω χείλι του έτρεμε. Δυο αράδες κατάλευκα δοντάκια άστραφταν σα μαργαριτάρια στο μεγαλούτσικό του στοματάκι. Το σπίτι γέμισε κόσμο. Τα παιδιά του χωριού, δειλά στην αρχή, ξεθαρρεμένα ύστερα, χώνανε πρώτα το κεφάλι τους απ' τ' άνοιγμα της πόρτας κι ύστερα τρυπώναν μέσα να δουν τον αράπη. Σαν τα προγκίξαν, το στήσαν στη οξώπορτα και τα λέγανε σιγανά.
«Τρώει, ρε, ανθρώποι;»
«Αμή... Τώρα είναι μικρός ακόμα... Τώρα τρώει παιδάκια...»
«Καλά... κι άμα μεγαλώσει;»
«Δεν ξέρω... Μπορεί να τρώει και μικρά γαϊδουράκια...»
«Άκου... άκου...» φώναξε ένα κοριτσάκι. «Ψέματα λες. Τρώει ψωμάκι. Αυτό δεν είναι θεριό. Ανθρωπάκι είναι. Το 'πε ο δάσκαλος. Σαν κι εμάς είναι. Μόνο που 'ναι μαύρο. Μαύρα είναι και τ' αρνάκια, τρώνε ανθρώποι;»
Κάποιο παιδάκι, π' άκουγε τρομαγμένο, μίλησε κοιτώντας προς τα παραθύρια.
«Εμένα ο πατέρας μού είπε να μην αγγίξω τον αράπη. Είναι μόλυσμα. Δεν έχει άγιο μύρο. Δαγκώνει...»
«Ωχού ου ου!» κάμανε τ' άλλα παιδάκια και κοιτούσαν τα παραθύρια με φόβο. Μα στη στιγμή πετάχτηκε ένα μεγαλύτερο παιδί, μιλώντας δυνατά.
«Εσένα ο πατέρας σου ο Βιρτζίνιας είναι λύκος και δαγκώνει. Είπε πως θα το σκοτώσει τ' αραπάκι... Αμή πώς... Ας δοκιμάσει... Ο πατέρας μου έχει τσιφτέ (2)... Έχουνε κι οι χωριανοί μαχαίρια... Τι θαρρεί;»
Τα παιδάκια τώρα μιλούσαν όλα μαζί, ξαναμμένα, ερεθισμένα. Βγήκε κι η Πανούλα μ' ένα κουτί σοκολατάκια. Τ' άνοιξε και τ' άπλωσε στα παιδιά.
«Ελάτε πουλάκιαμ'... φάτε... Πάρτε όσα χωράει η χούφτα σας... τα 'φερε τ' Αλικάκιμ'. Να τ' αγαπάτε... Ναι; Ας είναι μαύρο. Είναι καλό και γλυκό σαν το πετμέζι... Άιντε...»
Τα παιδάκια χύθηκαν στο κουτί με λαίμαργα μάτια. Ύστερα σκόρπισαν στο χωριό με ξεφωνητά.
Ο δάσκαλος πήρε τ' αραπάκι απ' το χέρι και καθίσαν κάτω απ' τους ευκάλυπτους στην αυλή του σχολειού. Ήταν κάπως δύσκολο να το συνηθίσουν τα παιδιά. Το καταφρονούσαν. Αραπάκι, βλέπεις...
«Εσύ να μην κλαις», του 'πε. «Θα σε συνηθίσουν. Σιγά σιγά θα σε κάνουν αδερφάκι τους. Τώρα είναι αρχή. Μπορεί να σε πειράζουν. Όμως είναι καλά παιδάκια. Θα σ' αγαπήσουν με τον καιρό... Είναι, βλέπεις, το χρώμα, παιδί μου».
Τ' αραπάκι άκουγε δακρυσμένο. Τη γλώσσα την ήξερε καλά. Τού την έμαθε ο πατέρας του στο Κογκό. Βοήθησε και η Κική. Εκείνη το 'πλασε μέσα στη γοητεία της αγάπης της. Τού 'δωκε, λες, όλη τη φλόγα της αράπικης καρδιάς της. Όποιος το σίμωνε στο νησί, το χαιρόταν. Σιγά σιγά ζεστάθηκαν και τα παιδάκια μαζί του. Όχι όμως όλα. Ο Βιρτζίνιας τα φαρμάκωνε σε κάθε ευκαιρία. Και πρώτα πρώτα τα δικά του παιδιά.
«Μη σάς δω με τον αράπη... Σάς έσφαξα σαν τραγιά...»
Κάποια μέρα μίλησε ο δάσκαλος στην τάξη...
«Ο Κύριος ημών είπε: Αγαπάτε τον πλησίον σας...» Ύστερα γύρισε στ' αραπάκι χαμογελώντας. «Ποιος είναι ο πλησίον μας Πελαγίσιε;»
«Όλοι οι άνθρωποι κύριε... Όπως κι εγώ είμαι ο πλησίον για τους άλλους...»
Μια σκληρή παιδική φωνή τον έκοψε.
«Εσύ είσαι αράπης. Δεν είσαι ο πλησίον... Να πας στην Αραπιά σου...»
Τα παιδιά αρχίσαν να ξεφωνίζουν όλα μαζί. Η αίθουσα βούιζε σαν κυψέλη που αγρίεψαν οι μέλισσές της.
«Να φύγει ο Βιρτζίνιας που βρίζει το παιδί...»
«Όχι... Να φύγει ο αράπης... Είναι μόλυσμα...»
«Μόλυσμα είναι ο πατέρας σου που κρέμασε την αραπίνα...»
Τα παιδιά αγριέψανε. Σηκώθηκαν πάνω στα θρανία τους, χειρονομούσαν, απειλούσαν, τα μάτια τους πετούσαν φλόγες. Ο δάσκαλος χτυπούσε με τη ρίγα στο θρανίο. Ήμερος άνθρωπος.
«Ησυχία... Ησυχία... Ο Κύριος ημών είπε...»
Ήταν σκληρές οι πρώτες μέρες του μαύρου παιδιού στο νησί. Πριν έρθει εκείνο, ήρθε η ιστορία της μητέρας του, της αραπίνας. Ήρθε με σκληρά γράμματα, φαρμακωμένα. Ήρθε παραμορφωμένη, τρομακτική, εκείνη η ιστορία, από κάτι έρμες ψυχές σαν τις ζούγκλες που τού στρώσαν του παιδιού, ακόμα πριν έρθει, το δρόμο του με τριβόλια... Τα γράμματα φτάναν καταποδιαστά (3).
«Μάθετε λοιπόν αγαπητέ εξάδελφε Ιωάννη και αγαπητή εξαδέλφη Δεσποίνη μίαν αμαρτίαν, που ο Θεός να μάς φυλάγει, δηλαδή, τι τού κάναμε του κυρίου Δημητρού Πελαγίσιου και έλαβε σύζυγον μία μάγισσαν αραπίναν Κι-Κου-Κι που λέγεται, και έκαμεν παιδίον και το εβάφτισεν, συγχώρα με Θεέ μου και Άγιε Μηνά τροπαιούχε, και το παιδίον είναι μαύρο όπως ο κόρακας και το εμύρωσαν εδώ οι φραγκοπαπάδες εις το Κογκό και το ονόμασαν Αλέξανδρος εις μνήμην του γέρου Πελαγίσιου και δηλαδή τη μαύρη επήρεν ως γυναίκα του. Ρεζιλευτήκαμε ενώπιον Ιγγλέζους και Μαλτέζους και Φραντσέζους και όλα τα έθνη καθότι έχομεν όλοι αραπίνες και τις έχομεν δούλες και ό,τι άλλο θέλομεν όπως λέει ο νόμος εδώ αλλά όχι γυναίκα μας και τις δίνομεν μια κλωτσιά και παίρνομεν άλλες καθότι τις πουλάνε όπως τα γαϊδούρια. Αυτός ο άπιστος ανακάτωσε το αίμα του με την μάγισσαν και έκαμεν παιδίον καθότι διάβολο... Πού ακούστηκε αυτό;... Και μη έχων άλλο σάς γλυκοασπάζομαι ο εξαδέλφός σας...»
Φούντωσε το νέο στο νησί τότε. Ψιλοδουλεύτηκε στο καφενείο. Το κουρκουσούρεψαν οι ξωμάχοι στα μαντριά. Το συζητήσαν στο πέλαγο και στην ακρογιαλιά οι τραταρέοι. Το πήρε γαϊτάνι το πεζούλι της γειτονιάς. Το 'κλωσε στη ρόκα και στη γλώσσα του το γραΐδι. Και τις καλοκαιριάτικες βραδιές τα κάμανε φάδι και στημόνι στις κουβέντες τους, στα ξενύχτια τους κάτω απ' το φεγγάρι, τα κορίτσια, οι μεγάλες ανύπαντρες και οι παντρεμένες, που άντρα ακούνε και άντρα δε βλέπουν στο πλευρό τους χρόνια, γιατί οι ξενιτεμένοι τους άντρες, οι Κογκολέζοι τους, όλο κι αναβάλλουν το γυρισμό τους απ' τον Άγιο Δημήτρη στον Άγιο Γιώργη... και ζώσαν φίδια και τις μάνες πόχουν παιδιά στην ξενιτιά, εκεί που οι αραπίνες πουλιούνται πέντε στον παρά...
«Λες να 'ναι έτσι μαρή;»
«Αμ' ξέρω κι εγώ μαρή...»
«Διαβόλ' αραπίνες λέω...»
«Διαβόλ' μασκαράδες να λες... Τι φταιν', μαρή, οι αραπίνες; Φταιν' οι μουρντάρδες οι άντροι μας... Κι έρχονται, μαθές, στερνά όλο πάθια, ζοχαδιακοί, γερόντ' για τα σπιτάλια (4)...»
Πάνω στους έξι μήνες, μεγαλοβδόμαδο, ήρθε στο νησί κι ο Δημητρός ο Πελαγίσιος για το γάμο. Κόπασαν οι γλώσσες. Ήμερος άνθρωπος. Σοβαρός, όμορφος, με τα γκρίζα του μαλλιά που τού δίναν έναν αέρα ώριμου μεστωμένου ανθρώπου, που τον σφυροκόπησε στ' αμόνι της η ξενιτειά, μα που τον άλλαξε στο καλύτερο. Στα μάτια του, πάντα ξεχώριζε ένας συγκρατημένος πόνος που τον έφερνε πιο κοντά στους ανθρώπους κι άπλωνε το χέρι του με θερμήν εγκαρδιότητα και στα πιο ταπεινά πλάσματα του νησιού. Η υπόθεση της αραπίνας έσβησε με την παρουσία του.
Στο γάμο του έσφαξε αρνιά για όλο το χωριό.
Μη στάξει και μη βρέξει το 'χαν το παιδί, όλος ο κόσμος, τους μήνες που 'μεινε ο Πελαγίσιος στο νησί. Ύστερα σαν έφυγε, πάλι ξανάρχισε ο Βιρτζίνιας και το περίγυρό του να λεν. Τώρα λέγανε με περισσότερο μίσος. Ήταν κι εκείνος ο γάμος που τράνταξε το χωριό. Δεν είχε ματαγίνει τέτοιο πράμα. Κάτι τέτοια στη στενή κοινωνία του νησιού μένουν αλησμόνητα και χρησιμεύουν σα σημαδιακές ημερομηνίες. Χρονολογίες που ο κόσμος τις θυμάται ύστερα από χρόνια και διηγιέται και τις έχει σημαδούρες και στα δικά του περιστατικά... «Τη χρονιά που παντρεύτηκε ο Πελαγίσιος αγόρασα το γάιδαρο...» Ή «έξι μήνες μετά το γάμο του Πελαγίσιου βάλαμε θεμέλιο στο σπίτι...» Για τους άλλους όμως εκείνος ο γάμος ήταν καρφί στο μάτι τους. Τ' αραπάκι ήταν στιγμές πάλι που ένιωθε ξένο εκεί, μοναχό, σαν έφυγε ο πατέρας του.
Την προηγούμενη νύχτα του γυρισμού του στο Κογκό, ο Πελαγίσιος ένιωθε κάτι να τού σφίγγει την καρδιά. Το σπίτι σα να τον αγκάλιαζε και τον έσφιγγε και τον χαϊδολογούσε και δεν τον άφηνε να δρασκελίσει το κατώφλι. Άψυχα και ζωντανά σα να δέθηκαν μαζί του. Απ' όλα πήρε η ψυχή του και σ' όλα έδωκε. Η Πανούλα, εκείνη τη νύχτα τον έσφιξε στην αγκαλιά της δακρυσμένη.
«Μη με καταφρονέσεις χρυσέ μου... Πρώτη φορά πέφτω σ' αγάπη... Γύρνα στο σπιτάκι μας γρήγορα... Στο παιδάκι μας που θα σε καρτερεί. Η ξενιτειά είναι θάνατος...»
Γύρισε εκείνος και την κοίταξε μέσα στα μάτια έτσι που ήταν στο κρεβάτι, παραδομένη στην αγκαλιά του και στον πόνο της. Τη χάιδεψε τρυφερά.
«Να μπόραγα να μην ξαναφύγω, Πανούλα... Όμως είναι αδύνατο... Εκεί έχω μια δούλεψη ολάκερης της ζωής μου. Παιδί πήγα, αμούστακο, και γέρασα. Πρέπει να πάω, να συμμαζέψω, να κλείσω λογαριασμούς... Ένα - δυο χρόνους ακόμα κι ύστερα πάντα μαζί... Ποιον έχω άλλον;»
Φίλησε τα μάτια της που τον κοιτούσαν παρακαλεστικά. Τα μάτια της τον κοιτούσαν πονεμένα, βυθισμένα σε συλλογή, όμοια με τα μάτια της άλλης που κοιμάται πέρα, ανάμεσα στους θεριεμένους κάκτους της μαύρης πατρίδας της, κάτω απ' τον πυρωμένον ήλιο. Αυτές οι στιγμές της γυναίκας, στον τρυφερό στοχασμό της, στην περισυλλογή της αγάπης της, στο όνειρο για τη συνέχιση της ζωής, δίπλα στον αγαπημένο της καρδιάς, έχουν μια γοητεία όμοια για όλες τις γυναίκες του κόσμου, είτε αραπίνες, είτε λευκές...
Έφυγε ο Δημητρός τ' άλλο πρωί. Τ' αραπάκι δεν ξεκολλούσε από την αγκαλιά του. Έκλαιγε και παρακαλούσε να το πάρει μαζί του. Γύρισε στερνά στο σπίτι με τη λευκή του μάνα ενώ το καράβι αλάργευε στο πέλαγο ξερνώντας μαύρα πυκνά σύννεφα τον καπνό απ' το φουγάρο του. Ύστερα -παιδιά είναι και ξεχνάν- εκείνο το καλοκαίρι, το πήρε το ρέμα της παιδικής ζωής. Ξυπόλυτο με τ' άλλα ξυπόλυτα έτρεχε στις λαγκαδιές για τζιτζίκια, στις αμυγδαλιές για τσάγαλα και γύριζε στο σπίτι ξεγδαρμένο απ' τις βατομουριές που τις έψαχνε για καρδερίνες. Δεν το 'βλεπε το σπίτι του παρά μονάχα για να φάει κάποια στιγμούλα. Ύστερα χανόταν ώρες στα παραγάδια, στις πετονιές, στα μακροβούτια... Είχε ένα δικό του τρόπο να κολυμπάει. Το κεφάλι ολόισα τεντωμένο σαν ξιφιός. Κι έσκιζε το κύμα σα σαΐτα. Δεν τού παράβγαινε κανένα λευκό παιδί. Σκάρωνε βαρκούλες και τις αρμάτωνε με ξάρτια, πανιά και παπαφίγκους (5) και τις αμολούσε για το πέλαγο και χάνονταν μακριά και δεν ξαναγυρνούσαν. Τότε, έπεφτε σε μια συλλογή και κοιτούσε πέρα μακριά τον ορίζοντα. Το ξυπνούσαν τ' άλλα παιδιά απ' το ρεμβασμό του.
«Ε;... Πού πάει τώρα η βαρκούλα;»
«Πού;... Στην Αραπιά...»
«Μα εσύ είσαι Έλληνας...»
«Ναι... Μα αράπης Έλληνας... Μαύρος...»
Ρίζωνε πια στο παιδί η ιδέα πως εδώ θα ζούσε, εδώ θα περνούσε το βίο του, ένας αράπης αυτός, μέσα σε όλους τους άλλους που δεν είχαν το χρώμα του. Και συλλογιόταν ώρες ώρες να μπορούσε, να 'χε τη δύναμη, να κάμει μια πράξη μεγάλη, σπουδαία, τόσο πρωτάκουστη, που αυτοί οι λευκοί να τού συγχωρέσουν το χρώμα του, να το ξεχάσουν, να τον αγκαλιάσουν σαν έναν άνθρωπο του χωριού τους, που έτυχε να γεννηθεί μαύρος. Να μπορούσε, λέει, τη στιγμή που θα 'παιρνε φωτιά το χωριό, που ξαφνικά θ' άναβε μια τεράστια πυρκαγιά και θα τρίζαν στις φλόγες τα ξύλινα πυκνοχτισμένα σπίτια, να ορθώνονταν αυτός, να 'παιρνε μια τέτοια δύναμη θεοτική και να 'σβηνε τη φωτιά... Πολλά συλλογιόταν... Και η σκέψη του και η λαχτάρα του τον έκανε να ρίχνεται με φλόγα σ' όλα. Στο σχολειό, αν μπορούσε, λέει, ο δάσκαλος θα τον πηδούσε τρεις τάξεις. Είχε μια γοργή και καθάρια αντίληψη. Μυαλό κοφτερό και θετικό. Καταβρόχθιζε ντουζίνες τα βιβλία και μπορούσε ν' απαγγείλει απ' έξω πολλές σελίδες χωρίς πολύ κόπο. Ήταν ένας αράπης μέσα σ' όλους τους λευκούς και τον τριβέλιζε η σκέψη να γίνει ίσος τους και σ' όλα, χώρια απ' το πετσί που δεν αλλάζει, μα και που δεν επιθυμούσε καθόλου να τ' αλλάξει... Συνήθισε πια να τον λένε «ο αράπης». Κι αν πού και πού άκουγε κανένα παιδί να τον λέει «ο Αλέκος», ένιωθε μια ζεστούλα να τού περνάει τη ραχοκοκκαλιά. Ωστόσο διαφέντευε στα παιδιά. Σ' όλα ήταν δυο κεφάλια καλύτερος. Μα διψούσε στοργή. Να... Ας πούμε να τον πιάνανε απ' το χέρι τ' άλλα παιδιά, όπως κάνουν συναμεταξύ τους. Να τον φιλούσαν, όπως η μάνα του... Όπως φιλιούνται τ' αδερφάκια.
Εκείνο τ' απομεσήμερο ξεκίνησαν τα παιδιά, ένα τσούρμο, για τον Άγιο Θόδωρο. Εκεί, κάτω απ' τα πλατάνια, ο ήλιος έκαιγε λιγότερο. Έτρεχε κι ένα ρέμα ανάμεσα απ' τις πυκνές λυγαριές ίσα στη θάλασσα. Τ' αραπάκι πάγαινε μπροστά. Τ' άλλα τρέχαν πίσω του. Ήταν ο μάγος της θάλασσας. Σαν άρχιζε να τους μιλάει για πέλαγα και καράβια που χάνονται, για τόπους μακρινούς, αλαργινούς, παράξενους, στέκονταν εκείνα σα χαζά. Ανάμεσα στα παιδιά ήταν και τα Βιρτζινάκια. Χοντρό κι ασουλούπωτο τ' αγόρι, ο Τολιός, μεγαλύτερο δυο χρόνια απ' τ' αραπάκι, το 'βλεπε πάντα με κακό μάτι, μα δεν μπορούσε και να μην πάει. Τα παιδιά ακολουθούσαν τ' αραπάκι. Τ' άλλο Βιρτζινάκι, η Μαλαμίτσα, μικρότερη, με γαλάζια όμορφα μάτια και μπούκλες χρυσές, δυο - τρεις φορές χαμογέλασε στ' αραπάκι όπως τ' άκουγε να μιλάει. Εκείνο πάλι για χάρη της πήρε μια λεπτή πλακούλα, χάραξε πάνω ένα «Μ», τ' όνομά της, και το τίναξε στην αλατζένια επιφάνεια της θάλασσας.
«Να... Τώρα Μαλαμίτσα μέτρα παξιμαδάκια...»
Η πέτρα κέντησε ανάλαφρα πολλές φορές την ακύμαντη απλωσιά.
«Πόσα;» τη ρώτησε γελώντας.
«Δεν ξέρω...» Χαμήλωσε εκείνη το κεφάλι της κοκκινίζοντας. «Πώς το κάνεις έτσι και πηδάει;»
Ο Τολιός αγρίεψε. Την τράβηξε απ' το χέρι και την κοίταξε με κακία.
«Έλα μαρή...»
Το κοριτσάκι συννέφιασε μα δεν πρόκαμε να κλάψει. Τα παιδιά φτάσανε στο λιμανάκι τ' Άγιου Θόδωρα και ξεχύθηκαν με φωνές κάτω απ' τα πλατάνια, ανάμεσα στις πυκνές λυγαριές, στο ρέμα με τα νούφαρα, στο κύμα. Οι βαρκούλες τους φόρτωναν ανθρώπους κι εμπόρευμα, ταξίδευαν, πουλούσαν κι αγόραζαν σε λιμάνια μακρινά, φανταστικά, στην Αραπιά, στη Μαρσίλλια... Άλλα παιδιά πάλι παρατούσαν το παιχνίδι και βουτούσαν γι' αχινούς, τρέχανε χουγιάζοντας ανάμεσα στις πυκνές μοσχοϊτιές π' ανάδιναν μια γλυκιά καλοκαιρίσια μυρουδιά ανακατωμένη με την αρμύρα του γιαλού.
Ξαφνικά κάποιο απ' τα παιδιά έμπηξε μια τρομαγμένη φωνή δείχνοντας προς τ' ανοιχτά, λίγο παρέκει που 'χαν στήσει το παιχνίδι τους με τις βάρκες.
«Πνίγεται ο Βιρτζίνιας!... Πνίγεται ο Βιρτζίνιας!...»
Τα παιδιά απόμειναν κοκκαλιασμένα να κοιτάν. Κόπασαν οι φωνές τους. Λούφαξαν, άλλα ανάμεσα στις λυγαριές κι άλλα στο κύμα και κοιτούσαν ταραγμένα τον Τολιό που χαροπάλευε.
Τ' αραπάκι τινάχτηκε σα σαΐτα. Έτσι πάντα με το κεφάλι τεντωμένο σαν ξιφιός έσκισε το κύμα και ρίχτηκε πάνω στο παιδί που πνιγόταν. Μουγγάθηκαν τ' άλλα τα παιδιά. Για μια στιγμή έτσι αγκαλιασμένα τ' αραπάκι κι ο Τολιός, το μαύρο και τ' άσπρο, χαθήκανε βαθιά. Τα παιδιά κρατούσαν την ανάσα τους. Μόνο τα πλατάνια, όπως περνούσε ανάμεσα απ΄τις φυλλωσιές τους τ' αγέρι της θάλασσας, μουρμούριζαν θλιμμένα...
«Πάει πια... Πάει πια...»
Και μόνο το ρέμα, όπως κατέβαινε ανάμεσα απ' τις λυγαριές, τραγουδούσε ακόμα. Κάποια στιγμή φάνηκε το σγουρό κεφάλι του μαύρου παιδιού πάνω απ' τη θάλασσα. Το ένα χέρι του τινάχτηκε ψηλά μ' απελπισία κι ύστερα ξαναβούτηξε κι άδραξε με δύναμη το ξανθό κεφάλι του λευκού παιδιού απ' τα μαλλιά. Μια στιγμή παλαίψαν μέσα στο νερό τα δυο κορμιά, τ' άσπρο και το μαύρο. Μια στιγμή και θα χάνονταν για πάντα. Ξαφνικά, μ' ένα δυνατό τίναγμα, τ' αραπάκι σβάρνισε το λευκό κορμί αγκομαχώντας προς στη στεριά, ώσπου πάτησε στα δυο του πόδια, πήρε μια βαθιά ανάσα κι έσυρε τον Τολιό στην ακροθαλασσιά. Το λευκό παιδί ζούσε. Τ' αραπάκι ξάπλωσε ευτυχισμένο, πτώμα απ' την κούραση, τη χαρά και την αγωνία.
Σαν άνοιξε τα μάτια του, ένιωσε κάτι απαλό, σα χέρι, σαν πούπουλο, να του χαϊδεύει το σγουρό του κεφάλι. Ύστερα να περνάει απαλά απαλά πάνω στα μαύρα του μάγουλα το δροσερό αγεράκι της αυγής. Ξανάκλεισε τα μάτια του ευτυχισμένο και κατόπι σα σε όνειρο, ένιωσε ένα ξανθό κεφαλάκι με χρυσές μπούκλες να σκύβει, να γέρνει πάνω του και δυο χειλάκια να φιλούνε τη μαύρη του γυαλιστερή μυτούλα που ήταν σα μεγάλο κουκί...
Σηκώθηκε. Φόρεσε τα ρούχα του. Χάιδεψε τον Τολιό που ξερνούσε ακόμα θάλασσα κι έφυγε τρεχάλα κλαίγοντας. Τ' άλλα τα παιδιά το κοίταξαν χωρίς να καταλαβαίνουν. Έφευγε σα να πετούσε μ' εκείνο το χάδι του λευκού κοριτσιού, μ' εκείνο το φίλημα που τού ζέσταινε πια τη ζωή. Η λευκή του μάνα το κοίταξε σαστισμένη χωρίς να καταλαβαίνει. Και τ' αραπάκι αποκοιμήθηκε ευτυχισμένο χαμογελώντας σαν μαύρος άγγελος στο νησί με τους λευκούς αδελφούς...
Παπαπερικλής Νίκος
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»,
τεύχος 12, Δεκέμβριος 1955
Σημειώσεις:
(1) κοντραμπάντο: λαθρεμπόριο
(2) τσιφτές: δίκαννο κυνηγετικό όπλο
(3) καταποδιαστά: συνεχόμενα, το ένα μετά το άλλο
(4) σπιτάλι: νοσοκομείο
(5) παπαφίγκος: μεγάλο τετράγωνο ιστίο ιστιοφόρου πλοίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου