Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ

   
   Ο γερο - Μαρτίνος καθόταν στην εξώπορτα του αγροτικού του σπιτιού του εντελώς αφηρημένος, ακούγοντας τους πυροβολισμούς που από το πρωί αντηχούσαν από μακριά. Γινόταν πόλεμος εκεί κάτω κατά των Αυστριακών κι οι ανιψιοί του δεν είχαν επιστρέψει στο σπίτι από χθες.
   Επειδή κουράστηκε να τούς περιμένει ο γέρος σηκώθηκε και, αφού διέσχισε τον κήπο, προχώρησε προς τη μέση του δρόμου. Δεν είδε, όμως, τίποτ' άλλο στον ορίζοντα, παρά μόνο τον ερημικό δρόμο που χανόταν σαν μια μακριά λευκή κορδέλα ανάμεσα στις πεδιάδες. Τότε αποφάσισε να κινηθεί προς την πλατεία του χωριού, εκεί όπου είχαν μαζευτεί πλήθος χωρικοί.
   Κανείς δε γνώριζε τίποτα για την έκβαση της μάχης. Άλλοι μιλούσαν για νίκη κι άλλοι για ήττα. Ο Μαρτίνος τούς άκουσε να λένε τα δικά τους για λίγο σιωπηλός κι έπειτα ανασήκωσε τους ώμους, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό και γύρισε αργά αργά στο σπίτι του με το κεφάλι κατεβασμένο και τα χέρια σταυρωμένα.
   Κόντευε να φτάσει στην πόρτα, όταν εμφανίστηκε μπροστά του μια νεαρή κοπέλα, μια όμορφη μελαχρινή, ένα από τα θαυμάσια εκείνα δροσερά λουλούδια που γεννά η πεδιάδα της Λομβαρδίας...
   Δυστυχώς η καημένη ήταν κωφάλαλη...
   Με τη ματιά που έριξε στον Μαρτίνο ρώτησε αυτό που ήθελε να μάθει. Ο γέρος τής έδωσε να καταλάβει με τον τρόπο του ότι δεν είχε μάθει ακόμη κάτι για την εξέλιξη της μάχης και τής έκανε νόημα να γυρίσει στο σπίτι. Η κοπέλα υπάκουσε, ενώ δυο χοντρά δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της.
   «Φτωχή Ιωάννα!» ψιθύρισε συγκινημένος ο γέροντας.
   Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκε ο καλπασμός ενός αλόγου. Ο Μαρτίνος έτρεξε βιαστικά στην αυλόπορτα κι όταν ο καβαλάρης πλησίασε πιο κοντά, αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον Πέτρο, έναν από τους δυο ανιψιούς του.
   «Επιτέλους!» φώναξε ο Μαρτίνος.
   Όταν όμως τον είδε να κατεβαίνει από τ' άλογο και να προχωρεί προς το μέρος του σιωπηλός και με το κεφάλι κατεβασμένο, ένιωσε να τού σφίγγεται η καρδιά!...
   «Λοιπόν;» ρώτησε. «Τι νέα μάς φέρνεις;»
   «Τη χάσαμε τη μάχη», απάντησε ο νέος. «Σε μια ώρα το πολύ, οι Αυστριακοί θα 'ναι εδώ!...»
   «Κι ο αδελφός σου;»
   «Δυστυχισμένε Ιάκωβε...» ψιθύρισε ο νέος μ' απελπισία.
   Ο αδελφός του κοιμόταν πια τον αιώνιο ύπνο εκεί κάτω στο πεδίο της μάχης, μέσα σε μια χαράδρα, με το στήθος τρυπημένο από τις σφαίρες.
   Ο γέροντας κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί κι έσφιξε τις γροθιές του.
   «Θα πάρουμε εκδίκηση», είπε με φωνή αγριεμένη. «Τώρα τρέξε στο σπίτι, μάζεψε όλα τα τουφέκια και τα πιστόλια και φέρε τα εδώ. Οι εχθροί σίγουρα θα περάσουν από εδώ. Λοιπόν κι εμείς θα τους περιμένουμε». 
   «Κι η Ιωάννα;» ρώτησε ο Πέτρος.
   Το πρόσωπο του Μαρτίνου σκοτείνιασε.
  «Δεν έχει νόημα να τη δω», αποκρίθηκε με σιγανή φωνή. «Φίλησέ τη εσύ για μένα. Τώρα δεν τής μένει κανένας άλλος στον κόσμο παρά μόνο ο Θεός...»
 
   Στο μέρος που είχε σταθεί ο γέροντας, στη γωνιά του κήπου, υπήρχε ένας μικρός τοίχος που έβλεπε προς το δρόμο.
   Εκεί ο Μαρτίνος έφτιαξε πρόχειρες μικρές πολεμίστρες απ' τις οποίες έπρεπε να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στους εχθρούς που θα περνούσαν από κει.
   Αφού τέλειωσε αυτή τη δουλειά, γονάτισε. Τα χείλη του κινούνταν ελαφρά, μα χωρίς ν' ακούγεται ήχος. Φαινόταν σαν να προσεύχεται. Πότε πότε έριχνε και μια βιαστική ματιά στο δρόμο, πέρα μακριά, για να δει αν έρχονταν οι εχθροί. Κάποτε πάλι ανασήκωνε το κεφάλι, έστρεφε το βλέμμα με αγωνία γύρω στον κήπο και στο σπιτάκι, που μόλις διακρινόταν ανάμεσα στα δέντρα, κι ένας βαθύς στεναγμός έβγαινε απ' το στήθος του.
   Κάποια στιγμή επέστρεψε κι ο νεαρός, φέρνοντας τέσσερα τουφέκια και δυο πιστόλια. Γέμισαν τα όπλα με σφαίρες και τα έστησαν στις πολεμίστρες.
    Για αρκετή ώρα έμειναν κι οι δυο αμίλητοι.
   «Κι η Ιωάννα;» έσπασε τη σιωπή κάποια στιγμή ο γέρος.
  «Η καημενούλα κατάλαβε πως ο Ιάκωβος σκοτώθηκε κι ήθελε να 'ρθει μαζί μου. Ήταν πολύ θλιβερό να τη βλέπεις να με παρακαλά με τα χέρια της ενωμένα σε στάση προσευχής... Τη φίλησα για μια τελευταία φορά και τής έκανα νόημα να μού φέρει από το μαγεριό ένα τσεκούρι. Όση ώρα έκανε για να το φέρει, εγώ βρήκα την ευκαιρία κι έφυγα βιαστικά, κλειδώνοντας πίσω μου την πόρτα...»  
   «Την καημένη την Ιωάννα», ψιθύρισε ξανά ο γέρος.
   Και δεν ξαναμίλησε. Όλη του η προσοχή ήταν πλέον στραμμένη προς το δρόμο που χανόταν, ασπρίζοντας, μέσα στον κάμπο...
   Ξαφνικά από μακριά ακούστηκε θόρυβος, ο οποίος σιγά σιγά δυνάμωνε.
   «Νάτοι! Έρχονται!» είπαν κι οι δυο ταυτόχρονα μέσα απ' τα δόντια τους.
   Ήταν πράγματι ένα σώμα Αυστριακών, το οποίο προχωρούσε με στρατιωτικό βηματισμό...
   Όταν οι πρώτοι Αυστριακοί στρατιώτες πλησίασαν κοντά στον τοίχο, οι δυο Λομβαρδοί, αφού αντάλλαξαν μεταξύ τους βλέμμα συνεννόησης, τούς πυροβόλησαν. Ένας αξιωματικός κι ένας λοχίας σωριάστηκαν νεκροί. Και προτού οι εχθροί, έτσι συγχυσμένοι που ήταν απ' την αιφνιδιαστική επίθεση, μπορέσουν να καταλάβουν από πού προέρχονταν οι πυροβολισμοί, άλλες δυο σφαίρες  ξάπλωσαν νεκρούς στο χώμα δυο ακόμη στρατιώτες.
   Μη γνωρίζοντας οι Αυστριακοί, πόσοι άντρες ήταν κρυμμένοι πίσω απ' τον τοίχο, κοντοστάθηκαν για λίγο διστακτικοί. Και τότε ακούστηκε μια τρομερή ομοβροντία, ο τοίχος τρύπησε σε διάφορες μεριές από τους πυροβολισμούς κι οι εχθροί άρχισαν πάλι να προχωρούν συντεταγμένα κάτω από τις σφαίρες των δύο ηρώων, από τις οποίες καμιά δεν πήγαινε χαμένη. Ο γέρος γέμιζε τ' όπλο του και πυροβολούσε μ' απίστευτη ταχύτητα, ο Πέτρος έκανε το ίδιο εξίσου καλά κι οι δυο μαζί κεραυνοβολούσαν τους Αυστριακούς μ' ένα αληθινό χαλάζι από σφαίρες.
   Όταν οι εχθροί πλησίασαν σε απόσταση πενήντα περίπου βημάτων από τον τοίχο, ο Πέτρος, χωρίς να πάψει να πυροβολεί, ρώτησε:
   «Σε λίγο οι Αυστριακοί θα 'ναι εδώ. Τι θα κάνουμε;»
   «Έκαμες το καθήκον σου, παιδί μου. Μπορείς να φύγεις πια...»
   «Κι εσύ;»  
   «Εγώ θα μείνω...»
   «Γιατί;»
   «Γιατί δε χόρτασα εκδίκηση και θέλω να πεθάνω εδώ».
   «Κι εγώ!...»
   «Ε, τότε μείνε...»  
   Έδωσαν τα χέρια και τα 'σφιξαν με δύναμη...
   Λίγα λεπτά αργότερα οι δυο ταπεινοί ήρωες πολεμούσαν σώμα με σώμα ενάντια στους εχθρούς κι έπεφταν νεκροί ο ένας δίπλα στον άλλο κάτω από το πλήθος των αυστριακών πυρών...
 
   Νεκρική γαλήνη επικρατούσε πια μέσα στον κήπο. Τίποτ' άλλο δεν ακουγόταν παρά μόνο το ελαφρό θρόισμα των φύλλων που αργοσάλευαν στ' αεράκι του δειλινού.
   Το σπιτάκι του γερο - Μαρτίνου φαινόταν σαν να κοιμάται ανάμεσα στις πορτοκαλιές.
   Κι όμως ένα πλάσμα βρισκόταν εκεί μέσα.
   Η Ιωάννα. Το δυστυχισμένο κορίτσι περίμενε ακόμη τον αδελφό του να γυρίσει. Ο Πέτρος τής είχε υποσχεθεί πως θα την έπαιρνε μαζί του και θα τηρούσε το λόγο του. Η Ιωάννα ήταν βέβαιη γι' αυτό...
   Ωστόσο η ώρα περνούσε κι ο Πέτρος δεν έλεγε να φανεί. Μια τρομακτική αγωνία την κατέλαβε. Κι αν ο αδελφός της τής είχε πει ψέματα; Κι αν πήγε να πολεμήσει χωρίς να σκεφτεί να την πάρει μαζί του; Κι ο θείος της πάλι, πού ήταν;
   Πλησίασε στο παράθυρο και το άνοιξε. Είχε σχεδόν νυχτώσει. Κοίταξε έξω, μα δεν είδε τίποτα, μόνο μαύρες σκιές. Μια ελαφριά ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της, αλλά γρήγορα αναθάρρησε κι έτσι καθώς το παράθυρο ήταν αρκετά χαμηλό, πήδησε έξω κι άρχισε να τρέχει εδώ κι εκεί μέσα στον κήπο.
   Και τότε κοκάλωσε. Κάτω απ' το φως του φεγγαριού, που ήδη είχε ανατείλει πάνω απ' το βουνό, διέκρινε μερικά αντρικά κορμιά να κείτονται πεσμένα στη γη. Πλησίασε τρέμοντας κι ανάμεσα στα πτώματα των εχθρών αναγνώρισε και τον Πέτρο να κείτεται παγωμένος με τα μάτια ανοιχτά και γυαλένια μέσα σε μια λίμνη από αίμα. Λίγο πιο πέρα βρισκόταν το κουφάρι του θείου της με το κεφάλι ριγμένο πάνω στα λουλούδια που τόσο αγαπούσε!
   Η κακόμοιρη κοπέλα στεκόταν ακίνητη γεμάτη φρίκη, σε κατάσταση σοκ, κοιτώντας με μάτια απλανή τους δυο αγαπημένους της. Έδινε την εντύπωση πως είχε χάσει το μυαλό της κι ούτε ένα δάκρυ δεν κυλούσε απ' τα μάτια της. Μόνο πότε - πότε ένα ρίγος τη συντάραζε ολόκληρη κι απ' τα χείλη της ξέφευγε ένας άγριος ψίθυρος σχεδόν σαν μουγκρητό.
   Ξαφνικά ένιωσε κάποιον να τής τραβά το φόρεμα. Γύρισε κι είδε στα πόδια της πεσμένο έναν τραυματία που τής άπλωνε το χέρι ικετευτικά. Τον κοίταξε καλά. Το ξεσκισμένο του αμπέχονο ήταν πλημμυρισμένο στο αίμα.
   Ο τραυματίας τής ζήτησε νερό. Το κορίτσι δεν άκουσε τα λόγια του, μα κατάλαβε αμέσως τι τής ζήτησε. Έτρεξε πίσω στο σπίτι κι έπειτα από λίγο γύρισε μ' ένα ποτήρι νερό. Ο δυστυχισμένος το 'πιε λαίμαργα κι έπειτα η Ιωάννα τον βοήθησε να σηκωθεί και, βάζοντάς τον να στηριχτεί πάνω της, τον οδήγησε μέχρι το σπίτι. Τον έγδυσε από τα κουρελιασμένα του ρούχα και τον έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του θείου της. Ο νεαρός άντρας είχε μια βαθιά πληγή στον ώμο. Η Ιωάννα την καθάρισε με προσοχή και την έδεσε. Αργότερα, όταν ο άντρας κοιμήθηκε, σηκώθηκε και ξαναπήγε στον κήπο. Είχε ακόμη ένα χρέος να εκπληρώσει. Πήρε μια αξίνα κι έπειτα από πολύ ώρα και με μεγάλο κόπο κατάφερε ν' ανοίξει ένα λάκκο, μέσα στον οποίο έθαψε τους δυο αγαπημένους της. Ύστερα κατάκοπη κι εξαντλημένη επέστρεψε στο σπίτι.
 
   Πέρασαν δέκα μέρες. Ο πληγωμένος γινόταν όλο και καλύτερα, είχε ήδη αρχίσει να σηκώνεται και να περπατά μέσα στο δωμάτιο, στηριζόμενος στον ώμο της κοπέλας.
   Μια μεγάλη τρικυμία είχε φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή της Ιωάννας, μια θανάσιμη λύπη τής είχε σχίσει την καρδιά. Κι όμως ένιωθε μια γλυκιά ανακούφιση, καθώς έβλεπε το νεαρό εκείνον άντρα να συνέρχεται μέρα με τη μέρα χάρη στις δικές της φροντίδες.
   Μέρα και νύχτα έμενε ξάγρυπνη στο προσκεφάλι του και για πολύ καιρό πίστευε πως έτρεφε γι' αυτόν μόνο αισθήματα βαθιάς συμπάθειας.
  Τώρα όμως τα συναισθήματα που ένιωθε στο βάθος της καρδιάς της είχαν δυναμώσει και δεν προσπαθούσε καν να κρύψει την τρυφερότητα που σιγά σιγά είχε αρχίσει να νιώθει για τον τραυματία. Ο άνθρωπος εκείνος ήταν το μόνο πλάσμα που τής έδινε λόγο ύπαρξης, την έκανε να θέλει να συνεχίσει να ζει.
   Κάθε φορά που το κωφάλαλο κορίτσι πήγαινε κοντά στο κρεβάτι του νεαρού άντρα, εκείνος τής χαμογελούσε γλυκά. Η Ιωάννα κοκκίνιζε και χαμήλωνε τα μάτια, όμως ο νέος έδειχνε να μην παρατηρεί την ταραχή της και συνέχιζε να την κοιτάζει με βλέμμα γλυκό, μελαγχολικό και γεμάτο συμπάθεια... 
 
   Ένα πρωί οι Αυστριακοί όρμησαν στον κήπο κι άρχισαν να λεηλατούν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Μάταια η κοπέλα προσπάθησε να τους εμποδίσει. Την έσπρωξαν άγρια και μπήκαν στο σπίτι, έπειτα μπήκαν μέσα στο δωμάτιο του πληγωμένου στρατιώτη. Η Ιωάννα έτρεξε ξοπίσω τους, αποφασισμένη να τον προστατέψει μ' όποιον τρόπο μπορούσε και θα 'δινε ακόμη και τη ζωή της γι' αυτόν.
   Αλλά μια παράξενη σκηνή ξετυλίχτηκε μπροστά στα μάτια της.
   Ένας στρατιώτης είχε προχωρήσει με απειλητικές διαθέσεις προς το κρεβάτι του πληγωμένου. Ξαφνικά στάθηκε ακίνητος, κοίταξε καλά το νέο και φώναξε έκπληκτος:
   «Ω, διάβολε!... Ιωσήφ, εσύ είσαι; Δεν πίστευα ότι θα σε ξανάβλεπα!...»
   «Καλέ μου φίλε», είπε εκείνος σφίγγοντας με θέρμη το χέρι του στρατιώτη, «αν δεν ήτανε αυτή η καλή κοπέλα να με περιθάλψει, τώρα θα ήμουν νεκρός. Είναι όμως κωφάλαλη...»
   «Όμορφο κορίτσι ωστόσο...» είπε ο άλλος κλείνοντάς του το μάτι.
   Στη συνέχεια οι δυο άντρες άρχισαν να συζητάνε για κάμποση ώρα.
   Η Ιωάννα όλο αυτό το διάστημα τούς κοιτούσε αφηρημένη. Δεν άκουγε, βέβαια, τα λεγόμενά τους, αλλά καταλάβαινε κάτι άλλο: Ο άνθρωπος εκείνος, που η ίδια είχε γλιτώσει απ' τα νύχια του Χάρου, ο νέος που αγαπούσε, ήταν ένας απ' τους εχθρούς της πατρίδας της! Και μάλιστα όχι ένας απ' τους απλούς στρατιώτες που πολεμούν ηρωικά, προτάσσοντας το στήθος τους, στο πεδίο της μάχης, όχι ένας από κείνους που πολεμούν κάτω απ' τη σημαία της πατρίδας τους...
   Ήταν ένας κατάσκοπος!
   Ίσως αυτός να ήταν εκείνος που 'χε σκοτώσει τον αδελφό της κι εκείνη τον είχε σώσει και τώρα τον αγαπούσε!
   Η καημένη η κοπέλα βγήκε έξω απ' το σπίτι κι άρχισε να τρέχει στους αγρούς χωρίς να ξέρει ούτε κι η ίδια πού πηγαίνει.
   Όταν νύχτωσε, βρέθηκε μπροστά στον τάφο των δυο αγαπημένων της. Εκεί γονάτισε και στάθηκε ακίνητη, ψυχρή και παγωμένη σαν άγαλμα.
   Έπειτα ξαφνικά πήδησε πάνω όρθια και κατάχλομη, με όψη αγριεμένη, έτρεξε προς τον κήπο...
 
   Την επόμενη μέρα, όταν οι στρατιώτες επέστρεψαν για να παραλάβουν τον σύντροφό τους, δε βρήκαν παρά ένα πτώμα.
   Κοντά στα πόδια του κρεβατιού η Ιωάννα καθόταν ατάραχη, βαστώντας στα χέρια της ένα ματωμένο τσεκούρι...
   Πότε πότε κοιτούσε με προσοχή τη ματωμένη λεπίδα και τότε ξεσπούσε σε γέλια, γέλια τρομακτικά που σε πάγωναν...
   Η δυστυχισμένη, είχε τρελαθεί!
   Οι Αυστριακοί τη σκότωσαν αμέσως...
 
 Αμίτσις Ντε Εντμόντο 
(Μτφρ. Θρασύβουλος Ζωιόπουλος)
Εφημερίδα «Αθήναι», Νοέμβριος 1907

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου