Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

ΈΝΑΣ ΓΑΜΟΣ

   Η Λουίζα Μποντέν έχει περάσει τα τριάντα. Είναι μια ψηλόσωμη κοπέλα, ούτε όμορφη, ούτε και άσχημη, με πρόσωπο χωρίς έκφραση. Είναι κόρη ενός μικρέμπορα της οδού του Αγίου Ιακώβου, ο οποίος πέρασε είκοσι ολόκληρα χρόνια της ζωής του μέσα στο σκοτεινό και ανήλιο μαγαζάκι του, για να μπορέσει να βάλει κατά μέρος δέκα χιλιάδες φράγκα. 
   Και πάλι, για να εξοικονομήσουν το ποσόν αυτό οι Μποντέν, αναγκάστηκαν να τρώνε κρέας μοναχά δυο φορές την εβδομάδα, να φορούν τα ίδια ρούχα τρία χρόνια και να καίνε, το χειμώνα, τα κάρβουνα με αυστηρό υπολογισμό. 
   Η Λουίζα είναι φρόνιμο και λογικό κορίτσι. Η πείρα τής δίδαξε πόσο δύσκολα κερδίζει κανείς το ψωμί του και γι' αυτό έμαθε ν' αγαπά και να πονάει το χρήμα.
   Η μητέρα της την είχε στείλει σ' ένα οικοτροφείο της γειτονιάς για να μάθει λίγα γράμματα. Μόλις όμως η Λουίζα έγινε δώδεκα χρονών, την πήρε από το σχολείο και την έβαλε στο κατάστημα για να πάρει τον αέρα της δουλειάς και να μην αναγκαστούν να προσλάβουν και να μισθοδοτούν υπάλληλο.
   Η Λουίζα γνωρίζει τώρα να γράφει και να διαβάζει, χωρίς να είναι φυσικά πολύ δυνατή στην ορθογραφία. Μα κι αυτά τα λίγα που ξέρει, της φτάνουν, και με το παραπάνω μάλιστα, για τη δουλειά της.
 
   Ο κύριος Μποντέν έχει υποσχεθεί στη Λουίζα ότι θα της δώσει προίκα δύο χιλιάδες φράγκα.
   Όταν κυκλοφόρησε αυτή η φήμη στη γειτονιά, δεν άργησαν να παρουσιαστούν ένα σωρό γαμπροί, πρόθυμοι να πάρουν... τις δύο χιλιάδες φράγκα! Μα η Λουίζα ήταν, καθώς είπαμε και παραπάνω, πολύ φρόνιμο κορίτσι. Αποφάσισε λοιπόν να μην παντρευτεί έναν άντρα χωρίς πεντάρα στην τσέπη. Γιατί θα τον έπαιρνε; Για τα μαύρα του τα μάτια; Κι αν έκαναν αργότερα παιδιά; Πώς θα τα έβγαζαν πέρα με τόσα έξοδα; Εξ άλλου, έπρεπε να φροντίσουν και για τα γεράματα, να έχουν κατά μέρος μια δεκάρα, που λέει ο λόγος, όταν δε θα μπορούν πια να εργαστούν.
   Ήθελε λοιπόν να πάρει έναν άντρα που θα είχε τουλάχιστον άλλες δυο χιλιάδες μετρητά, να βάλουν κάτω συντροφικά τα κεφάλαιά τους και να κάνουν μαζί μια δουλειά. Μονάχα μ' αυτούς τους όρους θα δεχόταν η Λουίζα να παντρευτεί.
 
   Τέλος, μια μέρα, έκαναν λόγο στη Λουίζα για έναν πολύ καλό νέο, ένα σεμνό και τίμιο παιδί, που δούλευε σ' ένα ρολογάδικο. Καθότανε στη διπλανή γειτονιά με τη μητέρα του, η οποία κουτσοπερνούσε μ' ένα μικρό εισόδημα που είχε. Η κυρία Μενιέ, η μητέρα του νέου, τα κατάφερε, αφού έφτυσε αίμα, να βάλει κατά μέρος χίλια πεντακόσια φράγκα, για να 'χει λίγα μετρητά ο γιος της, όταν θα παντρευόταν.
   Μα η Λουίζα επέμενε στις δύο χιλιάδες φράγκα.
  Και η κυρία Μενιέ, για να μη χάσει την καλή αυτή ευκαιρία που παρουσιάστηκε για ν' αποκατασταθεί ο γιος της, ζήτησε ενάμιση χρόνο διορία για να εξοικονομήσει τα πεντακόσια φράγκα που υπολείπονταν για να συμπληρωθεί το ποσόν. Θα περίμεναν, λοιπόν, ακόμα ενάμιση χρόνο. Εξ άλλου, τίποτε δεν τους βίαζε.
   Στο μεταξύ, οι δυο οικογένειες γνωρίστηκαν καλύτερα.
  Ο Αλέξανδρος Μενιέ, ένα χρόνο μικρότερος από τη Λουίζα, ήταν πράγματι σεμνός, όπως τον έλεγαν. Οι τρόποι του άρεσαν πολύ στη Λουίζα.
   Οι αρραβωνιασμένοι μας βλέπονταν κάθε βράδυ στο μαγαζί της Λουίζας. Κουβέντιαζαν για ένα σωρό ασήμαντα ζητήματα, χωρίς ν' ανταλλάξουν ποτέ, μέσα στους δεκαοχτώ αυτούς μήνες, ούτε μια ερωτική φιλοφρόνηση -χωρίς να τους κυριεύσει ποτέ καμιά εύλογη ανυπομονησία.   
   Είχαν συμφωνήσει να παντρευτούν. Όλα τα άλλα, τα γλυκά λογάκια και οι αναστεναγμοί, ήταν περιττά πράγματα, αηδίες!...
 
   Την ορισμένη μέρα, η κυρία Μενιέ παρουσιάστηκε στη μητέρα της Λουίζας, περήφανη και κορδωμένη. Είχε συμπληρώσει το ποσόν των δύο χιλιάδων φράγκων, αφού στερήθηκε, επί ενάμιση ολόκληρο χρόνο, τον καφέ της κι έκανε αυστηρή οικονομία στο φαΐ, στο φωτισμό και στη θέρμανση. Αποφάσισαν τότε να κάνουν τους γάμους ύστερ' από τρεις μήνες.
   Όσο για την επιχείρηση που θα έκαναν μαζί οι νιόπαντροι, ήταν κι αυτή από πρώτα αποφασισμένη. Θα νοίκιαζαν ένα αδειανό μαγαζάκι στη γειτονιά, θα το στόλιζαν με λίγα έπιπλα και θα το έκαναν ρολογάδικο. Στην αρχή ο Αλέξανδρος θα έκανε μονάχα επισκευές χαλασμένων ρολογιών. Αν όμως οι δουλειές πήγαιναν καλά, θ' αγόραζαν και θα μεταπουλούσαν καινούργια ρολόγια, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια...  
 
   Οι γάμοι έγιναν ένα Σάββατο, για να μπορούν να ξεκουραστούν οι νεόνυμφοι την Κυριακή. 
   Νοικιάσανε πέντε αμάξια για όλη την ημέρα. Ο Αλέξανδρος αγόρασε ένα μαύρο παντελόνι και μια ρεντιγκότα. Η Λουίζα βολεύτηκε με το παλιό άσπρο φόρεμα που της έδωσε μια θεία της και που της πήγαινε τρέλα. Το απόγευμα εξομολογήθηκε στον παπά της συνοικίας. Μα ήταν τόσο άμωμη και αμόλυντη, που ο παπάς τής έδωσε άφεση με όλη του την καρδιά...
   Οι καλεσμένοι, που... θα πλήρωναν ο καθένας το μερίδιό του για το τραπέζι που θα γινότανε, φρόντισαν να ντυθούν κι αυτοί όσο το δυνατόν καλύτερα.
   Στις δέκα το πρωί, η πομπή ξεκίνησε από το σπίτι του γαμπρού και τράβηξε για τη δημαρχία. Από 'κει, αφού δήλωσαν το γάμο, πήγανε στην εκκλησία. Τέλος, όταν ξεμπέρδεψαν κι από 'κει, άφησαν από τα στήθη τους ένα βαθύ στεναγμό ανακούφισης. Είχαν γλιτώσει επιτέλους από τους γραφιάδες και τους παπάδες. Θα μπορούσαν τώρα να διασκεδάσουν λιγάκι...
 
   Ώρα δύο το μεσημέρι, η γαμήλια πομπή είχε φτάσει με τ' αμάξια στο προάστιο Σεν Μαντέ. Το δείπνο όμως είχε οριστεί για τις έξι και οι καλεσμένοι έκαναν περιπάτους κάτω από τον ήλιο, για να περάσει η ώρα. 
   Το τραπέζι είχε στρωθεί στην ειδική αίθουσα «δια τελετάς» ενός μικρού εξοχικού εστιατορίου. Τα φαγητά δεν ήταν περίφημα, μα η ποικιλία και η αφθονία αντικαθιστούσαν την εκλεκτικότητα. Οι καλεσμένοι έφαγαν, ήπιαν και χόρεψαν ως τα ξημερώματα. Μα ο Αλέξανδρος και η Λουίζα αποσύρθηκαν κατά τα μεσάνυχτα, για να πάνε να ησυχάσουν από τους κόπους της ημέρας.
   Όταν γύρισαν στο σπίτι τους, στο Παρίσι, η κυρία Μποντέν και δυο άλλες φίλες της βοήθησαν τη νύφη να στολιστεί για τη νύχτα του γάμου της. Ύστερα την έβαλαν να πλαγιάσει στο κρεβάτι κι άρχισαν όλες μαζί να...κλαίνε!... Η Λουίζα όμως που είχε δυνατό πονοκέφαλο, τις παρακάλεσε να φύγουν και να την αφήσουν ήσυχη. Δεν αισθανόταν καμιά συγκίνηση, καμιά ταραχή...
   Η μόνη σκέψη που την απασχολούσε ήταν μήπως ο ξενοδόχος παραφουσκώσει το λογαριασμό... Α! Θα τον έβλεπε μόνη της αύριο... Δεν πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη σ' αυτούς τους παλιανθρώπους...
   Σε λίγο αποκοιμήθηκε χωρίς να το καταλάβει... Κι όταν ο Αλέξανδρος άνοιξε κατόπιν, δειλά - δειλά την πόρτα, είδε τη γυναίκα του να κοιμάται βαθιά... Πλάγιασε τότε κι αυτός στο πλευρό της, προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο και την ξυπνήσει.
   Σε λίγο ροχάλιζαν κι οι δυο βαριά, χοντρά, τρομακτικά...
   Η Λουίζα ονειρευότανε το λογαριασμό του ξενοδόχου...
   Ο Αλέξανδρος το ρολογάδικο που θ' άνοιγε...
   Και ροχάλιζαν, ροχάλιζαν, ροχάλιζαν....
 
Ζολά Εμίλ
"Μπουκέτο" (1929) 

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2022

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΥΡΙΑΝΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ

   Ἐντρέπομαι νὰ τὸ ὁμολογήσω.
Ἐπέρασαν ὀκτὼ μῆνες ἀφ᾿ ὅτου ὑπανδρεύθην καὶ εἶμαι ἀκόμη ἐρωτευμένος μὲ τὴν γυναῖκα μου, ἐνῷ ὁ κυριώτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὴν ἐπῆρα ἦτο, ὅτι δὲν μοῦ ἤρεσκε διόλου ἡ κατάστασις ἐρωτευμένου. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη ἀρρώστια τόσον βασανιστική. Οὔτε ὄρεξιν εἶχα, οὔτε ὕπνον, οὔτε διάθεσιν νὰ ἐργασθῶ ἢ νὰ διασκεδάσω. Ἐκτὸς τῆς Χριστίνας, ὅλα τὰ ἄλλα τὰ εὕρισκα ἄνοστα, ἀνάλατα, ἀνούσια καὶ πληκτικά. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μίαν ἡμέραν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον ἔκαμα ὅλον τὸν κόσμον νὰ γελάσῃ παραπονεθεὶς ὅτι ἦτο ἀνάλατη καὶ ἡ λακέρδα. Οἱ συγγενεῖς μου δὲν ἤθελαν αὐτὸν τὸν γάμον, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐκείνη δὲν εἶχε τίποτε καὶ οὔτ᾿ ἐγὼ πολλά: τὴν πατρικήν μου οἰκίαν, τρεῖς χιλιάδας δραχμὰς εἰσόδημα ἀπὸ δυὸ ἀποθήκας καὶ μίαν θέσιν ἑκατὸν ἑξήντα δραχμῶν. Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ ζήσωμεν μὲ αὐτὰ ἀφοῦ ἡ νέα, ἂν καὶ χωρὶς προῖκα, ἦτο μοναχοκόρη καλομαθημένη καὶ ἀγαποῦσε τὸν καλὸν κόσμον, τὰς διασκεδάσεις, τὰ στολίδια καὶ τοὺς χoρoύς; 
   Ὅσα μοῦ ἔλεγαν τὰ εὕρισκα ὅλα σωστά! Δὲν ἠμπορῶ κὰν νὰ εἴπω πρὸς δικαιολογίαν μου ὅτι μ᾿ ἐτύφλωσε τὸ πάθος, οὔτε πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος θετικώτερος ἀπὸ ἐμέ. Οἱ ἄλλοι ἐρωτευμένοι φαντάζονται τὴν ἀπόλαυσιν τῆς φιλτάτης των εὐτυχίαν τόσω μεγάλην, ὥστε δὲν φοβοῦνται νὰ γελασθοῦν ἀγοράζοντες αὐτὴν εἰς ὁποιανδήποτε τιμήν. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἤμουν ῥωμαντικός. Τίποτε ἔκτακτον δὲν ὠνειρευόμην, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐπανέλθουν τὰ πράγματα εἰς τὴν τακτικὴν αὐτῶν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο πρὶν ἐρωτευθῶ. Τὴν μακαρίαν ἐκείνην κατάστασιν τὴν ἐνθυμούμην μὲ τὸν φλογερὸν πόθον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνθυμεῖται ὁ ἄῤῥωστος τὸν καιρὸν ὅπου ἦτο ὑγιῆς. Τὴν Χριστίναν τὴν ἤθελα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τὴν ἀπολαύσω, νὰ τὴν χορτάσω, νὰ τὴν βαρεθῶ καὶ ν᾿ ἀρχίσω ἔπειτα, καθὼς πρίν, νὰ τρώγω, νὰ κοιμοῦμαι, νὰ πηγαίνω εἰς τὸν περίπατον καὶ νὰ παίζω πρέφαν καὶ κοντσίναν εἰς τὴν λέσχην. Καὶ πάλιν ὅμως δὲν θ᾿ ἀπεφάσιζα νὰ τὴν νυμφευθῶ, ἂν δὲν συνέβαινε ν᾿ ἀποθάνη κατ᾿ ἐκείνας τὰς ἡμέρας ἀπὸ τὴν στέρησιν καὶ τὴν κακοπάθειαν γέρων θεῖος μου, τὸν ὁποῖον ἐπιστεύαμεν ὅλοι ἀπένταρον, βλέποντες αὐτὸν νὰ ἐνδύεται ὡς Διογένης καὶ νὰ τρέφεται ὡς ἀσκητῆς. Πάσχων πρὸ καιροῦ ἀπὸ τὸ στῆθος, μοῦ εἶχε ζητήσει ἑκατὸν δραχμὰς διὰ τὸν ἰατρὸν καὶ ἰατρικά. Ἀντὶ ὅμως νὰ τὰς μεταχειρισθῇ πρὸς τοιοῦτον σκοπόν, εἶχε προτιμήσει νὰ προσθέσῃ καὶ αὐτὰς εἰς ἄλλας πέντε χιλιάδας, ὅπου εἶχε κρυμμένας εἰς τὸ ἀχυρόστρωμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρέθη ἕνα πρωὶ νεκρός. Τὸ πάθημά του μ᾿ ἔκανε νὰ σκεφθῶ, ὅτι θὰ ἦτο ἀνοησία νὰ ἐξακολουθῶ νὰ βασανίζωμαι ἀπὸ τὴν ἀϋπνίαν καὶ τὴν ἀνορεξίαν, ἀφοῦ εἶχα τὰ μέσα νὰ ἰατρευθῶ. Τὴν Χριστίναν τὴν ἐπῆρα καθὼς παίρνει κανεὶς κινίνον διὰ ν᾿ ἀπαλλαχθῆ ἀπὸ τὸν πυρετόν.
   Ἂν καὶ ἤμην ἀνυπόμονος, ἠναγκάσθην ἀπὸ τὴν κοινὴν πρόληψιν καὶ τὸν δεσπότην μας Λυκοῦργον νὰ περιμένω τὸ τέλος τοῦ Μαΐου διὰ νὰ στεφανωθῶ. Εὐθὺς μετὰ τὸν γάμον ἐπήγαμεν νὰ περάσωμεν τὸ μελοφέγγαρον εἰς τὴν Ζιάν. Ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι εἶδα ἐκεῖ καλὰς ἡμέρας. Τὸ νησὶ ἦτο καταπράσινον, τὸ ἐξοχικόν μας σπίτι ἀναπαυτικόν, τὰ τρόφιμα ἐξαίρετα, ὁ καιρὸς ὡραῖος καὶ ἀκόμα ὡραιοτέρα ἡ Χριστίνα. Ἐκεῖνο ὅπου μ᾿ ἔκανε νὰ τὴν προτιμήσω ἀπὸ ὅλας, εἶναι ὅτι μόνη αὐτὴ δὲν εἶχε κανὲν ἀπὸ τὰ συνηθισμένα παρθενικὰ ἐλαττώματτα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀηδίαζα ἐν γένει τὰς κορασίδας. Οὔτε λιγνή, οὔτε ἀναιμική, οὔτε ἐντροπαλή, οὔτε πολὺ νέα. Πιστεύω μάλιστα ὅτι ἦτο κατά τι μεγαλειτέρα ἀπὸ ἐμέ. Εἰκοσιὲξ ἕως εἰκοσιοκτὼ ἐτῶν, μελαγχρινή, μὲ ἀνάστημα, μὲ ὤμους, μὲ στῆθος, μὲ φλόγα εἰς τὸ βλέμμα καὶ κομψότατα ὑποδηματάκια. Διὰ νὰ μὴ φανῇ ἀπίστευτον τὸ ἄθροισμα τόσων χαρισμάτων ἀρκεῖ νὰ προσθέσω ὅτι ἦτο Σμυρναία.
   Εἰς τὴν Κέαν ἐμείναμεν ὅλον τὸ θέρος καὶ ἡ θεραπεία μου ἐπροώδευε θαυμασίως. Νομίζω ὅτι πολὺ προτήτερα ἀπὸ τὸν Βίσμαρκ ἐφεύρηκα ἐγὼ τὸ «Μακάριοι οἱ κατέχοντες». Οἱ αἰσθηματικοὶ θεωροῦσιν ὡς ἐλάττωμα τῆς τοιαύτης κατοχῆς καὶ ἐν γένει τοῦ γάμου, ὅτι εἶναι ὁ τάφος τοῦ ἔρωτος. Τοιοῦτον ὅμως παράπονον δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω ἐγώ, ἀφοῦ ὑπανδρεύθην ἐπίτηδες διὰ νὰ τὸν θάψω, ἀπὸ πόθον ὄχι ἐκτάκτων ἀπολαύσεων, ἀλλ᾿ ἡσυχίας, καὶ κατώρθωνα νὰ ἦμαι καθ᾿ ἡμέραν ἡσυχώτερος. Τὸ πρωὶ ἐκάμναμεν θαλάσσιον λουτρόν, τὸ ἀπόγευμα μακρινὸν περίπατον ἢ ἐκδρομὴν μὲ τὴν βάρκαν. Ἐπέστρεφα κατάκοπος, ἔτρωγα ὡς λύκος καὶ ἀφοῦ ἔλεγα εἰς τὴν Χριστίναν ὅ,τι εἶχα νὰ τῆς εἰπῶ, ἐκοιμώμην μονοκόμματα ἕως τὸ πρωί. Ὀνείρατα δὲν ἔβλεπα πλέον, πλὴν ἑνὸς μόνου, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμην καὶ ἐκεῖνο νὰ θεωρήσω ὡς σύμπτωμα τελείας ἀναῤῥώσεως. Ἡ ἑσπέρα ἦτο θερμὴ καὶ εἴχαμεν ἐξέλθει ν᾿ ἀναπνεύσωμεν εἰς τὸν ἐξώστην μετὰ τὸ δεῖπνον. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἄλλην φωτεινοτέραν λάμψιν πανσελήνου, οὔτε τοιοῦτον τῆς θαλάσσης σπινθηρισμόν, οὔτε εὐωδεστέρας τοῦ δάσους καὶ τῶν κήπων ἀναθυμιάσεις. Χαριεστάτη ἦτο καὶ ἡ Χριστίνα μὲ τὸ ἄσπρον της φόρεμα χωρὶς μέσην ἤ, ὡς τὸ ἔλεγε, peignoir, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐχύνετο ἕως τὸ γόνατον ἡ λυτὴ κόμη της ὡς πλημμύρα μαύρου ποταμοῦ.
   Ἐκοίταξε τὴν θάλασσαν ψιθυρίζουσα τὴν τότε τοῦ συρμοῦ καβατίναν «Ἐρνάνη, Ἐρνάνη, κλέψε με», ὅταν αἴφνης ἐσιώπησε μετριοφρόνως τείνουσα τὰ ὦτα εἰς τὸ ᾆσμα ἀηδόνος ἀντηχῆσαν ἀπὸ τὸν γειτονικὸν κῆπον. Πάντα ταῦτα ἦσαν βεβαίως ποιητικώτατα, ἀλλ᾿ εἰς τὸ δεῖπνον εἶχα φάγει πολλὴν παλαμίδα, τὴν ὁποίαν ἐπότισα, ὡς βαρυοστόμαχον, μὲ δυὸ ἢ τρία ποτήρια γλυκοῦ οἴνου τῆς Κέας. Μὲ κατέλαβε λοιπὸν ὁ ὕπνος καὶ ὠνειρεύθην... οὔτε ᾄσματα ἀηδόνος, οὔτε μαύρας πλεξίδας, οὔτε σελήνης μαρμαρυγάς, ἀλλ᾿ ὅτι εὑρισκόμην εἰς τὴν Σύραν, εἰς τὴν Λέσχην, καὶ ἐκέρδιζα τοῦ πρωτομάστορη τοῦ πικέτου Ἀλοϊσίου Κατζαΐτη τρία καπότα κατὰ σειράν. Ἄδικον θὰ ἦτο μετὰ τοιοῦτον ὄνειρον ν᾿ ἀμφιβάλλω ὅτι ἤμην ἐντελῶς ἰατρευμένος. Τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα ἐπεστρέψαμεν εἰς τὴν Σύραν, μετὰ τετράμηνον διαμονὴν εἰς τὴν Ζιάν, ἀφοῦ ἀνέκτησα τὴν πρὶν ἡσυχίαν μου, ὅλην μου τὴν πεζότητα καὶ δυὸ ὀκάδες περισσότερον βάρος, ὡς ἐπείσθην ζυγισθεὶς κατὰ τὴν ἀπόβασιν εἰς τὸν στατῆρα τοῦ τελωνείου.
   Πολὺ βεβαίως θὰ ἐγελοῦσᾳ τότε, ἂν εὑρίσκετo κανεὶς νὰ μοῦ προείπῃ, ὅτι μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἤμην πάλιν πολὺ περισσότερον παρὰ πρὸ τοῦ γάμου μου ἐρωτευμένος καὶ δυστυχής. Ἡ πρώτη ἀφορμὴ τοῦ ξανακυλίσματος ὑπῆρξε χορός, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ κ. δήμαρχος εἰς τιμὴν τοῦ παρεπιδημοῦντος καὶ ὑπ᾿ αὐτοῦ φιλοξενουμένου ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ὁ χορὸς ἐκεῖνος ἐπέσκηπτε πρόωρος καὶ ἀπροσδόκητος καὶ ὀλίγος ἀπέμενε καιρὸς εἰς τὰς Συριανὰς διὰ νὰ ἑτοιμασθῶσιν. Ὅλαι ἦσαν ἄνω κάτω. Ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἔτρεχεν ἡ Χριστίνα εἰς τὰ ἐμπορικά, τὴν δὲ τετάρτην μετεβλήθη ὁλόκληρος ἡ οἰκία μας εἰς ἐργαστήριον ῥαπτικῆς. Πανταχοῦ κομμάτια ὑφασμάτων, φόδραι, ὀρνέκια, στηθόδεσμοι καὶ ὑποδήματα πρὸς δοκιμήν. Δὲν εὕρισκα πλέον ποὺ νὰ καθίσω· τὸ δὲ ἑσπέρας ἔπρεπε νὰ περιμένω ἕως τὰς ἐννέα ἢ καὶ ἀργότερα, ν᾿ ἀδειάσῃ ἡ ῥάπτρια τὴν τράπεζαν τοῦ γεύματος, διὰ νὰ δειπνήσωμεν μὲ μίαν σαλάταν ἢ σμαρίδας τηγανητᾶς. Ἡ μόνη μας τῷ ὄντι ἐγκυκλοπαιδικὴ ὑπηρέτρια εἶχε χειροτονηθῆ κ᾿ ἐκείνη μοδίστρα καὶ δὲν ἐπρόφθανε νὰ μαγειρεύσῃ. Ἄδικον ὅμως θὰ ἦτο νὰ παραπονεθῶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ τὸ κακὸν ἦτο γενικόν. Πλὴν τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Πάσχα καὶ τῶν ἄλλων μεγάλων ἑορτῶν, ἐπικρατεῖ ἡ συνήθεια εἰς τὴν Σύραν νὰ νηστεύουν καὶ τὰς παραμονὰς τῶν μεγάλων χορῶν. Τὸ ὀχληρότερον ἀπὸ ὅλα ἦτο ἡ διηνεκὴς ἀπασχόλησις τῆς Χριστίνας καὶ τὰ παντὸς εἴδους χαρτιά, τὰ ὁποῖα ἐτύλιγε τὴν νύκτα εἰς τὰ μαλλιά της. Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ὅπου ἐλάβαμεν τὸ κατηραμένον ἐκεῖνο προσκλητήριον, ἦτο ὡς νὰ μὴν εἶχα γυναῖκα. 
   Ὅση ὅμως καὶ ἂν ἦτο ἡ ἀπέχθειά μου κατὰ τῶν τοιούτων προπαρασκευῶν, πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐπέτυχε πληρέστατα τῆς Χριστίνας ὁ στολισμός· φόρεμα μὲ μακρὰν οὐρὰν ἀπὸ βαρὺ βυσσινόχρουν μεταξωτὸν καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τὸ τελευταῖον λείψανον τῆς κειμηλιοθήκης τῆς μητρός της, εἶδος τί ἀρχαϊκοῦ διαδήματος ἀπὸ ῥουβίνια, τῶν ὁποίων αἱ πορφυραὶ φλόγες συνηρμόζοντο θαυμασίως μὲ τὸ κοράκινον χρῶμα τῶν τριχῶν της. Οὕτω στολισμένη μοῦ ἐθύμιζε τὴν Σεμίραμιν, τὴν Φαῖδραν, τὴν Κλεοπάτραν, τὴν Θεοδώραν καὶ τὰς ἄλλας ἡρωΐδας, αἱ ὁποῖαι ἐτάραττον τὸν ὕπνον μου ὅταν ἤμην εἰς τὸ σχολεῖον.
   Ὁ οἶκος τοῦ κ. δημάρχου ἦτο μεγάλος, ἀλλ᾿ ἀκόμη μεγαλείτερος ὁ φόβος του νὰ μὴ λησμονήσῃ οὐδὲ τὸν ἐλάχιστον κομματαρχίσκον του, ἔστω καὶ λουκουμοποιόν, καραβοκύρην, βυρσοδέψην ἢ ἄλλον καταστηματάρχην. Ὁ κόσμος ἦτο λοιπὸν πολὺς καὶ ὡς πάντοτε συμβαίνει εἰς τὴν Σύρον τριπλάσιοι τῶν κυριῶν οἱ χορευταί. Ταύτας ἐπερίμεναν εἰς τὴν ἐξώθυραν μὲ σημειωματάριον εἰς τὴν χεῖρα καὶ ἀνέβαιναν κατόπιν αὐτῶν τὴν κλίμακα ἐπαιτοῦντες χορόν. Ὅταν εἰσήλθομεν ἐξώρμησαν τουλάχιστον δεκαπέντε κατὰ τῆς Χριστίνας, τῆς ὁποίας ἐθαύμασα κατὰ τὴν ἕφοδον ταύτην τὸ θάρρος καὶ τὴν ἑτοιμότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἐμοίραζεν ὡς ἀντίδωρον ἀνὰ ἓν βλέμμα καὶ ἓν μειδίαμα εἰς ἕκαστον ἀπαιτητήν. Ἡ τοιαύτη διανομὴ ἐξηκολούθησε χωρὶς διαλείμματα καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἑσπερίδος. Μόνον δι᾿ ἐμὲ δὲν ἐπερίσσευε τίποτε, ἂν καὶ τὴν ἔφεραν δυὸ ἢ τρεῖς φορὰς πλησίον μου αἱ περιπέτειαι τοῦ χοροῦ. Μὴ ἔχων διάθεσιν νὰ χορεύω καὶ βαρυνόμενος τὰς ὀχληράς μου σκέψεις ἀνεζήτουν κανὲν γνώριμον πρόσωπόν μεταξὺ τοῦ πλήθους, ὅταν διέκρινα κολλημένην εἰς τὸν τοῖχον ὡς ταπεσσαρίαν τὴν κυρίαν Κλεαρέτην Γαλαξίδη, σαραντάραν παρθένον, τῆς ὁποίας μὲ ἤρεσκε πολύ, ὄχι βεβαίως τὸ ὑπερώριμον κάλλος, ἀλλ᾿ ἡ καλωσύνη της, ἡ εὐπροσηγορία, ἡ ἁπλότης τῶν τρόπων καὶ τῆς ἐνδυμασίας της καὶ ἡ φαινομένη ἔλλειψις πάσης κατακτητικῆς ἀξιώσεως καὶ φιλαρεσκείας. Ἐχόρευε δὲ καὶ ἀρκετὰ καλά, ὁσάκις συνέβαινε νὰ εὕρῃ χορευτήν. Μὲ τὴν γεροντοκόρην ταύτην ἐφερόμην μετὰ πολλῆς οἰκειότητος, ὡς πρὸς καλὸν φίλον μᾶλλον ἢ φιληνάδα, καὶ ἐκείνη δὲ ἐφαίνετο εὐχαριστουμένη νὰ συνομιλῇ μαζί μου, νὰ μὲ δίδῃ συμβουλᾶς ὑγιεινῆς ἢ οἰκιακῆς οἰκονομίας καὶ νὰ μὲ στέλλη ἐνίοτε παξιμάδια μὲ γλυκάνισον, πρὸς ἐκτίμησιν τῆς ἐξόχου αὐτῆς ζυμωτικῆς τέχνης. Εὔλογος μετὰ ταῦτα ἦτο ἡ ἀπορία μου ὅταν, ἀντὶ νὰ μὲ τείνῃ κατὰ τὸ σύνηθες τὴν χεῖρα, ἀπήντησεν εἰς τὸ καλησπέρα μου διὰ βλέμματος παγεροῦ καὶ σχεδὸν ἐχθρικοῦ. 
   «Δὲν χορεύετε ἀπόψε;» ἠρώτησα αὐτὴν ἀπερισκέπτως, λησμονῶν ὅτι τοῦτο δὲν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ μόνην τὴν θέλησίν της. 
   «Ὄχι, κύριε». 
 «Διατί, ἐνῷ εἶσθε ἡ καλυτέρα μας χορεύτρια; Τοῦτο εἶναι παραξενάδα». 
   «Ὑπάρχουν ἄλλα πράγματα πολὺ πλέον παράξενα». 
   «Δὲν μὲ τὰ λέγετε;» 
   «Ὑπάρχουν μερικοὶ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ ὁλόκληρα ἔτη βεβαιώνουν μίαν ῾νέαν᾿ ὅτι δὲν δύνανται ν᾿ ἀγαπήσουν παρὰ γυναῖκα φρόνιμον, ἥσυχον, σεμνήν, νοικοκυράν, πηγαίνουν ἔπειτα καὶ νυμφεύονται μίαν ἄσωτην, μίαν κοκέταν, μίαν ξεμυαλισμένην, ὅπου ἔκαμεν ἐργολαβίαν μὲ ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὸν γάμον της τὰ ἴδια».
   Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἠναγκάσθην νὰ συμπεράνω ὅτι ἡ κυρία Κλεαρέτη δὲν ἦτο ὅσον ἐφαίνετο καλή, οὐδ᾿ ὅσον ἐνόμιζα ἀφιλοκερδεῖς αἱ περιποιήσεις της, αἱ συμβουλαί της καὶ αἱ ἀποστολαὶ παξιμαδίων. Ἡ ἀπροσδόκητος αὕτη ἀποκάλυψις τῶν νυμφικῶν ἀξιώσεων γεροντοκόρης, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἤναι μήτηρ μου ἂν ὑπανδρεύετο ἐγκαίρως, ἦτο βεβαίως ἀστειοτάτη. Τὴν ἑσπέραν ὅμως ἐκείνην εἶχα τὰ νεῦρα μου καὶ ἀντὶ νὰ γελάσω δὲν ἀπηξίωσα νὰ ἐκδικηθῶ ἀποκρινόμενος: «Δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔκαμα ποτὲ τοιαύτας ὁμιλίας εἰς καμίαν "νέαν"». 
   Ἡ κ. Κλεαρέτη ἐδάγκασε τὸ χεῖλος της καὶ μοῦ ἐγύρισε τὴν ῥάχιν· ἡ φράσις της ὅμως «ἔκαμεν ἐργολαβίαν μὲ ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἐξακολουθεῖ μετὰ τὸν γάμον της τὰ ἴδια» δὲν ἔπαυε ν᾿ ἀντηχῇ εἰς τὴν ἀκοήν μου ὡς συριγμὸς ἐχίδνης. Ἡ ἀλήθεια ἦτο ὅτι τὸ ἐπαράκαμνε καὶ ἡ Χριστίνα. Ἐξακολουθῶν νὰ τὴν κατασκοπεύω παρετήρησα ὅτι ἡ διανομὴ τῶν βλεμμάτων καὶ τῶν μειδιαμάτων της δὲν ἐγίνετο μὲ ὅσην κατ᾿ ἀρχὰς ὑπέθεσα ἰσότητα καὶ ἀμεροληψίαν. Πολὺ μεγαλειτέρα της τῶν ἄλλων ἦτο μερὶς κομψοτάτου τινὸς ξανθοῦ νεανίσκου, ὅστις, ἀφοῦ ἔλαβε δυὸ χορούς, ἔμενεν ὄπισθέν της ἐνῷ ἐχόρευε μὲ ἄλλον, συνεχίζων κατὰ τὰ διαλείμματα τῆς καδρίλιας ἀτελεύτητόν μετ᾿ αὐτῆς συνομιλίαν. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι μοῦ ἦτο τελείως ἄγνωστος ὁ κύριος οὗτος, ἐνῷ οἱ κάτοικοι τῆς μικροσκοπικῆς Ἑρμουπόλεως γνωρίζονται ὅλοι ὡς καλόγηροι τοῦ αὐτοῦ μοναστηρίου. 
   Ἡ ἀμηχανία μου ἦτο μεγάλη, ὅταν ἦλθε νὰ καθίσῃ πλησίον μου ὁ παλαιός μου φίλος Εὐάγγελος Χαλδούπης, ὁ ἐξυπνότερος ἀλλὰ καὶ ὁ πλέον διεστραμμένος τῶν Συριανῶν, ἀδιάντροπος ὡς πίθηκος καὶ κυνικώτερος τοῦ Διογένους. Διὰ ν᾿ ἀποφύγη τὰ σκώμματα τοῦ κόσμου εἶχεν ἐφεύρει νὰ γελᾷ ὁ ἴδιος δυνατώτερα παντὸς ἄλλου διὰ τὰς πολλὰς καὶ ἐπιφανεῖς τῆς μακαρίτιδος συζύγου του ἀπιστίας. Εἰς τὸν τοῖχον τοῦ γραφείου του εἶχε κρεμάσει τὰς εἰκόνας τοῦ Ἡφαίστου, τοῦ Ἀγαμέμνονος, τοῦ Μενελάου, τοῦ Βελισαρίου, τοῦ Ἐρρίκου Δ´ καὶ τὴν ἰδικήν του φωτογραφίαν πλησίον τῶν «ἐνδόξων αὐτοῦ συναδέλφων». Καθ᾿ ὅλην τὴν πενταετῆ διάρκειαν τοῦ συζυγικοῦ αὐτοῦ βίου οὐδέποτε ἐξέφυγεν ἀπὸ τὰ χείλη του, οὔτε παράπονον οὔτε ἐπίπληξις, οὔτε μομφή, οὔτε παρατήρησις καμμία, ἀλλὰ μόνον εἰρωνείαι, σκώμματα καὶ μειδιάματα τόσον φαρμακερά, ὥστε ζήτημα ἀπέμενε διὰ πολλοὺς ἂν πράγματι ἀπέθανεν ἀπὸ καρκίνον, ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς δριμύτητος αὐτῶν ἡ μακαρίτις. Ὁπωσδήποτε εὐθὺς μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πένθους ἐκηρύχθη καὶ πάλιν ὑποψήφιος γαμβρός. Ἐκ φόβου ὅμως, ὡς ἔλεγε, μὴ ἐξαντληθῇ τὸ πνεῦμα του, ἂν ἠναγκάζετο νὰ κάμῃ ὅσην πρὶν κατάχρησιν αὐτοῦ πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς του, ἀπήτει ἤδη παρὰ τῆς μελλούσης κυρίας Χαλδούπη τρία τινά· νὰ ἤναι ἄσχημη, κουτὴ καὶ πλούσια. Τὴν περιζήτητον ταύτην τριάδα προσόντων εἶχεν εὕρει συνηνωμένην εἰς τὸ πρόσωπον τῆς δεσποινίδος Παναγιώτας Τουρλωτῆς, εἶδος τι νεαροῦ ἱπποποτάμου, τοῦ ὁποίου ὁ ὄγκος ἐφόβιζε πάντας τους ἄλλους προικοδιώκτας. 
   Ὁ ἀλλόκοτος οὗτος ἄνθρωπος, ἀφοῦ μὲ παρετήρησεν ἐπί τινας στιγμὰς μὲ ὀχληρὰν ἐπιμονήν, 
   «Τί ἔχεις;» μὲ ἠρώτησε· «τὰ μάτια σου εἶναι βουρκωμένα σὰν τὰ βουνὰ τῆς Γούρας». 
   «Τίποτε», ἀπεκρίθην, «μὲ πονεῖ ὀλίγον τὸ κεφάλι». 
   «Καὶ πολὺ περισσότερον σὲ πονεῖ ὅτι δὲν μὲ ἤκουσες ὅταν σοῦ ἔλεγα ὅτι δὲν εἶναι διὰ σένα ἡ Χριστίνα· ὅτι ἔχει εἰς τὰς φλέβας της πολὺ αἷμα καὶ κάποιαν ὁμοιότητα μὲ τὴν μακαρίτισσάν μου εἰς τὴν φυσιογνωμίαν. Βλέπω κοντά της τὸν παλαιόν της φίλον Κάρολον Βιτούρην», ἐπρόσθεσε δεικνύων τὸν ἐξακολουθοῦντα νὰ συνομιλῇ μετ᾿ αὐτῆς ξανθὸν νεανίσκον. «Φαίνεται ὅτι ἔχουν πολλὰ νὰ εἴπουν». 
   «Τὸν παλαιόν της φίλον;» ἠρώτησα ἐγώ. «Πῶς γίνεται νὰ μὴν τὸν γνωρίζω; Πρώτην φορὰν τὸν βλέπω». 
   «Διὰ τὸν λόγον ὅτι μόνον προχθὲς ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην. Πρὸ πέντε ἐτῶν, πρὶν ἀποκατασταθῆς σὺ εἰς τὴν Σύραν, ἦτο ἐρωτευμένος, τρελλὸς μὲ τὴν Χριστίναν, τὴν ὁποίαν δὲν τοῦ ἔδωκαν, διότι δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ τὴν συντηρήσῃ. Ἡ ἀπελπισία του ἦτο τόση, ὥστε ἤθελε ν᾿ αὐτοχειριασθῇ, καὶ θὰ τὸ ἔκαμνεν ἴσως, ἂν δὲν ἀνελάμβανεν ἡ γυναῖκα μου νὰ τὸν παρηγορήσῃ. Ἦτο, νομίζω, ὁ πρῶτος της ἐραστής. Τοὺς συνέλαβα ἐπ᾿ αὐτοφώρω, εἰς τὸν κῆπον τοῦ Κωυμοῦ, μίαν ἡμέραν, ὅπου εἶχα ὑπάγει νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν Ἀνίκαν. Ἡ γυναῖκα μου τὸν ἐβαρέθη ὀγλήγορα, διότι ἦτο πάρα πολὺ αἰσθηματικός. Ἔπειτα φαίνεται, ὅτι ἐξηκολούθει νὰ ἐνθυμεῖται τὴν ἰδικήν σου. Τὸν ἔστειλαν τότε εἰς τὴν Γαλλίαν νὰ τὰς λησμονήσῃ καὶ τὰς δυὸ καὶ νὰ σπουδάσῃ φαρμακευτικὴν διὰ νὰ διαδεχθῇ τὸν πατέρα του. Φαίνεται ὅμως ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ εὕρη λησμοβότανον. Παρατήρησε πὼς τρώγει τὴν Χριστίναν μὲ τὰ μάτια. Σὲ συμβουλεύω νὰ τὸν προσέχῃς καὶ νὰ μὴ συχνοφέρνῃς τὴν γυναῖκα σου εἰς τοὺς χορούς». 
   «Θ᾿ ἀκολουθήσω τὴν συμβουλήν σου». 
   «Μὴ λησμονήσῃς ὅτι, ἂν φανῆς ζηλιάρης, ἂν τὴν στενοχωρήσῃς καὶ ζητήσῃς νὰ τὴν περιορίσῃς, εἶναι ἀκόμη βεβαιότερον ὅτι θὰ τὴν πάθης». 
   «Τί θέλεις τότε νὰ κάμω;» 
   «Οὔτ᾿ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω. Ἀφοῦ δὲν ἤκουσες τὴν συμβουλήν μου, τὸ καλλίτερον ὁποῦ ἔχω τώρα νὰ σοῦ συστήσω, εἶναι νὰ μιμηθῆς τo παράδειγμά μου, καί, ὅ,τι καὶ ἂν σοῦ συμβῇ νὰ μὴν τὸ πάρης κατάκαρδα. Νὰ σκεφθῆς ὅτι τὸ πρᾶγμα καθ᾿ ἑαυτὸ δὲν εἶναι τίποτε καὶ νὰ κρεμάσῃς καὶ σὺ εἰς τὸν τοῖχον σου τὰς εἰκόνας τοῦ Ἀγαμέμνονος, τοῦ Ἡφαίστου, τοῦ Μενελάου...»
   Ἠγέρθην ἀποτόμως φοβούμενος μήπως δὲν δυνηθῶ ν᾿ ἀντισταθῶ εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ πτύσω εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ παλιανθρώπου ἐκείνου, κατ᾿ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἤρχιζε τὸ cotillon, τὸ ὁποῖον μ᾿ ἐφάνη ἀτελεύτητον. Δόξα τῷ Θεῷ ἐτελείωσε κι ἐκεῖνο καὶ ἤρχισεν ὁ κόσμος νὰ φεύγῃ. Ἐπῆγα νὰ φέρω τὴν γοῦνα τῆς γυναικός μου, τὴν ἐκουκούλωσα καὶ ἐβαδίζαμεν πρὸς τὴν θύραν, ὅταν μας ἔφραξαν τὸν δρόμον τρεῖς χορευταί, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἀπέμενε νὰ χορευθῇ τὸ galopo finale καὶ ὅτι ἡ κυρία μου τὸ εἶχεν ὑποσχεθῆ καὶ εἰς τοὺς τρεῖς. Ἐκείνη δὲν ἐνθυμεῖτο καλά. Ὁ ἁπλούστατος καὶ συνηθισμένος τρόπος συμβιβασμοῦ τῶν ἀπαιτήσεων ἦτο νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι κουρασμένη καὶ νὰ μὴ χορεύσῃ μὲ κανένα. Ἀντὶ τούτου ἐπρότεινε νὰ τραβήξουν κόμπο. Ἡ τύχη, ἴσως δὲ καὶ κάποια λαθροχειρία, ηὐνόησε τὸν Βιτούρην καὶ τὸ μαρτύριόν μου παρετάθη ἄλλην μίαν ὥραν. Πρέπει ἐν τούτοις νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ μουσικὴ τοῦ γαλόπου ἐκείνου, ἔργου τοῦ διευθυντοῦ τῆς ὀρχήστρας βιολιστοῦ Πατσίφικου, ἦτο ὡραιοτάτη καὶ ὁ ῥυθμὸς τόσον ζωηρός, ὥστε ἐπτέρωσε τοὺς πόδας καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. δημάρχου καὶ ἄλλων ἐξ ἴσου σεβασμίων Συριανῶν. Ἡ περιφορὰ δίσκου θερμοῦ οἴνου ἐκορύφωσε τὴν γενικὴν ζωηρότητα καὶ μόνος ἐγὼ ἐχολόσκανα εἰς μίαν γωνίαν βλέπων τὴν Χριστίναν νὰ στροβιλίζῃ εἰς τοῦ Καρόλου τὰς ἀγκάλας. Ὁ Χαλδούπης ἠθέλησε καὶ πάλιν νὰ μὲ πλησιάσῃ διὰ νὰ χύσῃ τὸ φαρμάκι τοῦ εἰς τὴν πληγήν μου, ἀλλὰ τὸ βλέμμα τὸ ὁποῖον ἔρριψα ἐπ᾿ αὐτοῦ, ἦτο, ὡς φαίνεται, τόσον ἄγριον, ὥστε ἐθεώρησε φρόνιμον νὰ μοῦ δείξη τὴν ῥάχιν. Ἀνεχωρήσαμεν σχεδὸν τελευταῖοι, καί, ὅταν εἰσήλθομεν εἰς τὸν κοιτῶνα μας, ἐσήμαιναν αἱ πέντε.
   Τὸ παράδοξον, ἢ μᾶλλον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μ᾿ ἐφάνη παράδοξον, ἂν καὶ ἦτο φυσικώτατον, εἶναι ὅτι ὅσα ὑπέφερα εἰς τὸν κατηραμένον ἐκεῖνον χορὸν ἀπὸ τὴν κακολογίαν τοῦ Χαλδούπη καὶ τὴν διαγωγὴν τῆς Χριστίνας, ἀντὶ νὰ μὲ ψυχράνουν μὲ ἔκαναν νὰ τὴν ἐρωτευθῶ ἢ τουλάχιστον νὰ τὴν ἐπιθυμήσω σφοδρότερα καὶ ἀπὸ τὴν ἡμέραν ὅπου ἀπεφάσισα νὰ τὴν πάρω διὰ νὰ παύσω νὰ τὴν ἐπιθυμῶ. Πλὴν τῆς ζηλείας καὶ τῆς δεκαημέρου στερήσεως συνετέλει εἰς ἔξαψιν τοῦ πόθου μου καὶ ἡ ἔκτακτος πολυτέλεια τοῦ ἐσωτερικοῦ αὐτῆς στολισμοῦ, ὁ μεταξωτὸς στηθόδεσμος, τὰ κεντητὰ μεσοφόρια, τὰ ἀτλάζινα ὑποδήματα καὶ τὸ μεθυστικὸν ἄρωμα τῆς ἴριδος καὶ τῆς ὑλαγγυλάγκης. Πάντα ταῦτα ἠμποροῦν οἱ εὐτυχεῖς κάτοικοι τῶν μεγάλων πόλεων νὰ τὰ εὕρουν ὅταν θέλουν μὲ μίαν ἢ δυὸ εἰκοσιπεντάρας, ἀλλὰ διὰ τοὺς δυστυχεῖς Συριανοὺς εἶναι πράγματα ἔκτακτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπολαμβάνουν παρ᾿ ὅταν τύχη μεγάλος χορός, καθὼς μόνον τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα γεύονται ψαθούρια, σαμπάνια καὶ γάλον παραγεμιστόν. Ὅταν λοιπὸν ἐπλησίασα τὴν Χριστίναν, πρέπει νὰ ὑποθέσω ὅτι οἱ ὀφθαλμοί μου ἦσαν "εύγλωττοι", ὡς κατορθώνουν νὰ γράφουν οἱ ἐλαφροί μας φιλόλογοι, τοὺς ὁποίους εἶχα, ὡς φαίνεται, ἄδικον νὰ περιπαίζω διὰ τοῦτο. Πρὶν τῷ ὄντι ἀνοίξω τὸ στόμα ἔσπευσεν ἡ Χριστίνα ν᾿ ἀποκριθῆ εἰς τὸ βλέμμα μου: «Εἶμαι, καημένε, κατάκοπη, ἀφανισμένη, ἄφησε μέ, σὲ παρακαλῶ, ἀπόψε». 
   Τὴν ἐκαληνύχτισα μὲ βαρυθυμίαν καὶ ἀπεσύρθην εἰς τὸ ἰδικόν μου δωμάτιον. Πρέπει ὅμως νὰ εἴπω ὅτι διὰ τὸ χωριστὸν ἐκεῖνο δωμάτιον δὲν ἔπταιεν ἐκείνη. Τὸ εἶχα προτείνει ἐγὼ μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μας ὡς ἀριστοκρατικώτερον, καὶ κατὰ τί διὰ τὸν λόγον ὅτι εἶχα παραχορτάσει εἰς τὴν Ζιᾶν. Πλὴν τῶν ἄλλων ἔχουν καὶ τοῦτο τὸ ἀλλόκοτον οἱ ἐρωτευμένοι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσιν οὔτε ὅτι ἐνδέχεται νὰ πεινάσουν, ὅταν ἤναι χορτάτοι, οὔτε ὅτι ἠμποροῦν νὰ χορτάσουν, ὅταν ἤναι πεινασμένοι. 
   Τὴν ἐπιοῦσαν ἐκοιμᾶτο ἀκόμη ὅταν ἐπῆγα περὶ τὰς ἕνδεκα εἰς τὸ γραφεῖον μου. Κατὰ τὴν ἐπιστροφήν μου τὴν εὕρηκα εἰς τὸ πιάνο εὐδιάθετον καὶ ζωηράν.
   «Ἄκουσε», μὲ εἶπε, «τί ὡραῖον εἶναι αὐτὸ τὸ γαλόπ. Ἐγὼ ὅπου δὲν ἠμπορῶ νὰ παίξω τίποτε χωρὶς τετράδιον, μίαν φορὰν τὸ ἤκουσα καὶ τὸ ἐνθυμοῦμαι ὁλόκληρον». 
   Ταῦτα λέγουσα ἤρχισε νὰ κυμβαλίζῃ τὸ τρισκατάρατον γαλὸπ τοῦ χθεσινοῦ χοροῦ, τοῦ ὁποίου οἱ ἦχοι μου ἐνθύμιζαν τὰ βάσανά μου. 
   «Εἶμαι», ἀπήντησα ἀποτόμως, «ὀλίγον ζαλισμένος καὶ ἡ μουσικὴ μὲ πειράζει. Ἄφησέ το, σὲ παρακαλῶ, δι᾿ ἄλλην φοράν». 
   Μ᾿ ἐκοίταξε μὲ κάποιαν ἀπορίαν, ἔκλεισε τὸ πιάνο καὶ ἐπῆγε νὰ στηριχθῆ εἰς τὸ παράθυρον. Μετ᾿ ὀλίγον τὴν εἶδα νὰ χαιρετᾷ μὲ πολλὴν χάριν καὶ φιλοφροσύνην. 
   «Ποῖον ἐχαιρέτησες;» ἠρώτησα μὲ ὅσην ἠδυνήθην νὰ ὑποκριθῶ ἀδιαφορίαν.
   «Τὸν δάσκαλον τοῦ χοροῦ, τὸν γέρο Κουέρτζην». 
   Ἔτρεξα εἰς τὸ παράθυρον τοῦ γειτονικοῦ δωματίου καὶ εἶδα τῷ ὄντι νὰ διαβαίνῃ τὸν γέροντα Κουέρτζην, ἀλλὰ στηριζόμενον εἰς τὸν βραχίονα τοῦ νέου Καρόλου Βιτούρη. Διατὶ λοιπὸν νὰ μοῦ ἀναφέρῃ μόνον τὸν Κουέρτζην, ἐνῷ πιθανώτατον ἦτο ὅτι ἔλαχεν εἰς τὸν σύντροφόν του ἡ λεόντειος μερὶς τοῦ χαιρετισμοῦ; 
   Τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὑπῆρξεν ἐκτάκτως εὐτυχὲς διὰ τοὺς Συριανούς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸ κλείσιμον τῶν ἰσολογισμῶν των ἔπαθαν ἀπὸ τὴν χαράν των χορομανίαν. Εἰς διάστημα ἑνὸς μηνὸς ἐδόθησαν ἕνδεκα μεγάλαι καὶ μικραὶ χοροεσπερίδες. Ἡ Χριστίνα δὲν ἔκαμεν ἄλλο παρὰ νὰ ἑτοιμάζεται ὅλην τὴν ἡμέραν, νὰ κουράζεται ὅλην τὴν νύκτα καὶ νὰ ξεκουράζεται τὴν ἑπομένην· οὔτ᾿ ἐγὼ ἄλλο τίποτε παρὰ νὰ τὴν συνοδεύω, ν᾿ ἀγρυπνῶ, ν᾿ ἀνησυχῶ, νὰ ζηλεύω, νὰ κατασκοπεύω καὶ νὰ βλέπω εἰς τὸν ὕπνον μου τὸν Ἥφαιστον, τὸν Μενέλαον καὶ τὸν Βιτούρην. Οὗτος ἐξηκολούθει νὰ συχνοδιαβαίνῃ ἀπὸ τὰ παράθυρά μας. Εὐτυχῶς τὰ ἔθιμα τῆς νήσου δὲν συγχωροῦν ἐπισκέψεις παρὰ μόνον κατὰ τὴν πρώτην τοῦ ἔτους καὶ τὴν ἑορτὴν τοῦ οἰκοδεσπότου. Ἐπίσκεψις ἀνδρὸς εἰς κυρίαν καθ᾿ ἡμέραν καὶ ὥραν ἐργάσιμον θὰ ἦτο εἰς τὴν Σύραν σκάνδαλον οὐχὶ μικρότερον τῆς παραβιάσεως χαρεμίου. Ἀπέμεναν ὅμως οἱ χοροὶ καὶ αἱ εἰς τὰ βαπόρια καὶ τὴν πλατεῖαν καθημεριναὶ συναντήσεις. Πλὴν αὐτῶν ἔτυχε νὰ ἴδω δυὸ ἢ τρεῖς φορὰς τὴν γυναῖκα μου ἐξερχομένην ἀπὸ τὸ φαρμακεῖον τοῦ Βιτούρη. Τοῦτο ὅμως δὲν ἠδυνάμην νὰ θεωρήσω ὡς ἐπιλήψιμον οὐδὲ κὰν ὡς ὕποπτον, ἀφοῦ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπρομηθεύοντο αἱ Συριαναὶ τῆς ὑψηλῆς περιωπῆς τὰ πασαλείμματα καὶ τὰ μυρωδικά των. Ἡ σκέψις ὅμως αὕτη δὲν μ᾿ ἐμπόδιζε νὰ τρώγωμαι καὶ ν᾿ ἀνησυχῶ.
   Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον περισσότερον ἀπ᾿ ὅλα μ᾿ ἐβασάνιζε καὶ μ᾿ ἐστενοχωροῦσε ἦτο, ὅτι σπανίως κατώρθωνα νὰ ἴδω μόνην καὶ ἥσυχην τὴν Χριστίναν. Οὔτε στρατάρχης κατὰ τὴν παραμονὴν κρισίμου μάχης ἠδύνατο νὰ ἤναι ὅσον ἐκείνη ἀπησχολημένος. Τὰ τρεξίματα εἰς τὰ ἐμπορικὰ διεδέχοντο τὰ συμβούλια μὲ τὰς φιληνάδας της. Πότε τὰ εἶχε μὲ τὴν ῥάπτριαν, ἡ ὁποία δὲν ἐφύλαξεν τὴν ὑπόσχεσίν της, καὶ πότε μὲ τὸν μονάκριβον τῆς Σύρου κτενιστὴν Ἀναστάσην, διότι ἐβράδυνεν νὰ ἔλθη, ἢ ἐτόλμησεν ὁ ἀχρεῖος νὰ τῆς προτείνῃ νὰ τὴν κτενίζη ἀπὸ τὸ μεσημέρι, διότι δὲν τοῦ ἐπερίσσευε καιρὸς τὸ ἑσπέρας. Κατόπιν τούτων ἤρχετο ἡ κούρασις τοῦ χοροῦ, τὸ νύσταγμα εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπιστροφήν, ὁ βαθὺς ὕπνος της ἕως τὸ μεσημέρι καὶ ἡ ἰδική μου βασανιστικὴ ἀγρυπνία. Δὲν κατώρθωνα, ὄχι νὰ κοιμηθῶ, ἀλλ᾿ οὐδὲ κὰν νὰ μένω ἥσυχος ἐπὶ τῆς κλίνης μου. Ὡς βασανίζει τὸν διαβάτην τῆς ἐρήμου ἡ ὀπτασία βρύσεων, ποταμῶν καὶ χλοερῶν λειμώνων, οὕτω καὶ ἐμὲ ἡ ἀνάμνησις τῶν καλῶν ἡμερῶν τῆς Κέας, τῆς μοναξῖας, τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς Χριστίνας ἐξηπλωμένης ὁλοκλήρους ὥρας ἐπάνω εἰς τὸ τουρκικὸ διβάνι μὲ ἄσπρον οἰκιακὸν φόρεμα καὶ βιβλίον εἰς τὴν χεῖρα. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ φλογερώτερον πόθον ἐνθυμούμην δὲν ἦσαν τοῦ μέλιτος οἱ ἀπολαύσεις, ὅσον ἡ διαδεχομένη ταύτας γαλήνη καὶ ἰσορροπία τοῦ πνεύματος καὶ τῶν αἰσθήσεων, ἡ ὁποία μου ἐπέτρεπε νὰ ἐντρυφήσω καὶ εἰς τὰς ἄλλας τοῦ βίου ἀπολαύσεις. Ἐνῷ τώρα ἡ ἐκ τῆς ζηλείας καὶ τῆς στερήσεως συγκέντρωσις τῶν πόθων μου εἰς ἓν μόνον πρᾶγμα μὲ εἶχε μεταβάλει, ἐμὲ τὸν φρόνιμον Συριανόν, εἰς εἶδος τί Ὁδοιπόρου ἢ Ἐρωτοκρίτου ἀπαγγέλλοντος θρηνώδεις μονολόγους. 
   Νύκτα τινά, μὴ ἀντέχων πλέον, ἤνοιξα ἀθορύβως τὴν χωρίζουσαν ἡμᾶς θύραν καὶ ἐπροχώρησα βήματα τινὰ πρὸς τὴν κλίνην της. Τὸν θάλαμον ἐφώτιζε κατὰ τὸ σύνηθες κυανὴ κανδήλα καίουσα πρὸ τοῦ εἰκονοστασίου. Τὸ γαλάζιον ἐκεῖνο φῶς, τὸ μεταδίδον χροιὰν ὀνείρου εἰς τὴν πραγματικότητα, ἦτο κ᾿ ἐκεῖνο ἰδική μου ἐφεύρεσις τῶν καλῶν ἡμερῶν τῆς Κέας. Ὁ κάματος καὶ ὁ νυσταγμός της κατὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἦτο τοσοῦτος, ὥστε εἶχεν ἀφήσει ὅλα τὰ πράγματα ἄνω κάτω. Τὸ φόρεμα εἰς μίαν ἄκραν του σοφά, τὰ φουσκώματα καταγῆς, τὸν στηθόδεσμον εἰς γωνίαν τῆς κλίνης, τὴν γιρλάνδαν ἐπὶ τῆς προτομῆς τοῦ Κοραῆ, καὶ σκορπισμένα εἰς ὅλα τὰ καθίσματα τὸ ῥιπίδιον, τὴν ἀνθοδέσμην, τὰ χειρόκτια καὶ τὰ παράσημα τοῦ cotillon. Ὁ εὐνοούμενος αὐτῆς γᾶτος ἐκοιμάτο ἐπάνω εἰς τὸ ἄσπρον της βoυρνoύζι καὶ ἐπὶ τῶν μαρμάρων τῆς ἑστίας ἐσπινθήριζον τὰ πετράδια τῶν βραχιολίων καὶ τοῦ περιδεραίου. Τὸ δωμάτιον ὠμοίαζε ναὸν τῆς θεᾶς Ἀκαταστασίας. Ἀδύνατον ὅμως ἦτο νὰ εἶναι ἄχαρι τὸ χάος ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἦσαν τόσον εὔμορφα ὅλα τὰ συστατικά. Εἰς τὰ λοιπὰ προσόντα τῆς Χριστίνας πρέπει νὰ προσθέσω καὶ ὅτι ἐσυνείθιζε νὰ κοιμᾶται μὲ ἓν γόνατον λυγισμένον καὶ τὴν χεῖρα ὄπισθεν τῆς κεφαλῆς, ὡς τὸ ἀρχαῖον ἄγαλμα τοῦ Ἑρμαφροδίτου. Κατ᾿ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔβλεπε πιθανῶς εἰς τὸν ὕπνον της τοὺς θριάμβους της εἰς τὴν Λέσχην, ὡς ὑπέθεσα ἐκ τῆς διαστολῆς τῶν χειλέων της εἰς μειδίαμα κατὰ πάντα ὅμοιον μ᾿ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐμοίραζεν εἰς τοὺς χορευτάς της. Ἐπροχώρησα ἓν ἄλλο βῆμα. Ἀλλ᾿ αἴφνης ἐκάρφωσε τοὺς πόδας μου εἰς τὸ ἔδαφος ἡ σκέψις ὅτι, ἂν τὴν ἐξύπνιζα, θὰ διεδέχετο τὸ γλυκὺ ἐκεῖνο μειδίαμα μορφασμὸς δυσαρεσκείας, ἓν χάσμημα, ἓν οὔφ! καὶ ἓν γύρισμα τῆς πλάτης. Οὐδὲ θὰ ἦτο ὅλως ἀδικαιολόγητος ἡ τοιαύτη ὑποδοχή, ἀφοῦ μόλις πρὸ μίας ὥρας εἶχε κατακλιθῆ καὶ διεφαίνετο ἤδη διὰ τῶν χαραμίδων τοῦ παραθύρου τὸ θολὸν φῶς τῆς χειμερινῆς πρωίας. Ἀπεσύρθην ἀκροποδητί, ἔκλεισα τὴν θύραν καὶ ἤρχισα πάλιν τὸν περίπατον καὶ τὸν μονόλογόν μου. Ὅταν ἐσυλλογιζόμην πόσον εὔκολον θὰ ἦτο εἰς τὴν γυναῖκα ἐκείνην νὰ μὲ καταστήσῃ τὸν εὐτυχέστερον τῶν ἀνθρώπων, ἂν κατὰ τί ὀλιγώτερον ἠγάπα τὰς διασκεδάσεις καὶ τὴν ἐργολαβίαν, μὲ ἤρχετο ὄρεξις νὰ τὴν πνίξω. Ὁ κίνδυνος ὅμως αὐτῆς δὲν ἦτο μεγάλος. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν κόσμον μαλακωτέρα τῆς ἰδικῆς μου καρδίας. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ σφάξω ὁ ἴδιος τὰ ὀρνίθια, τὰ ὁποῖα τρώγω, νομίζω ὅτι θὰ ἐπροτιμοῦσᾳ νὰ τρέφωμαι μὲ πίτυρα καθὼς ἐκεῖνα.
   Τοὺς κλίνοντας νὰ μὲ θεωρήσωσιν ἐκ τῶν ἀνωτέρω ὡς βλᾶκα, παρακαλῶ νὰ σκεφθῶσι πόσον δύσκολος εἶναι ἡ θέσις τοῦ μὴ δυναμένου οὔτε ὡς ἐραστὴς νὰ παρακαλέση, χωρὶς νὰ γίνῃ γελοῖος, οὔτε ὡς σύζυγος ν᾿ ἀπαιτήσῃ, χωρὶς νὰ γίνῃ μισητός. Ἀμφότερα ταῦτα τόσον πολὺ ἐφοβούμην, ὥστε ἂν συνέβαινε πότε νὰ μ᾿ ἐρωτήσῃ ἡ Χριστίνα διατὶ δὲν τρώγω ἢ διατὶ δὲν ἔχω διάθεσιν, ἀπεκρινόμην συκοφαντῶν πότε τὸ στομάχι, πότε τὴν κεφαλήν μου, πότε τὰ δόντια καὶ ἄλλοτε τὰ νεῦρα, τὸν δὲ πραγματικόν μου πόνον ἐπροσπάθουν ὡς ἔγκλημα νὰ κρύψω. Κάλλιστα τῷ ὄντι ἐγνώριζα ὅτι ὅλα δύναται γυνὴ νὰ συγχωρήσῃ, καὶ ἀπιστίας, καὶ ὕβρεις, καὶ ξύλον καὶ πᾶν ἄλλο, πλὴν ἑνὸς μόνου, τὸ νὰ τὴν ἀγαπᾷ τις περισσότερον παρ᾿ ὅσον τῆς ἀξίζει. Εἰς τὸν διαπράξαντα τὴν ἀνοησίαν νὰ ὁμολογήσῃ εἰς γυναῖκα πόσον ἐξ αἰτίας της ὑποφέρει δὲν ἀπομένει ἄλλο νὰ πράξη, παρὰ νὰ χωρισθῇ αὐτῆς αὐθημερὸν ἢ νὰ ὑπάγῃ νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν μὲ πέτραν εἰς τὸν λαιμόν. 
   Δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ὀδυνηρὰν ἐκείνην ἀγρυπνίαν ἐπιστρέψας ἐκ τοῦ γραφείου μου κατὰ τί ἐνωρίτερα τοῦ συνήθους εἶδα τὴν Χριστίναν ἀλλάσσουσαν ὄψιν καὶ σπεύδουσαν νὰ κρύψῃ χαρτίον τι, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ὄπισθεν τοῦ καθρέπτου. Ὁ νοῦς μου ὑπῆγεν ἀμέσως εἰς τὸν Βιτούρην, καὶ τὴν ὑποψίαν μου ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἦτο ἰδική του μετέβαλεν εἰς βεβαιότητα ἡ αὐξάνουσα τῆς γυναικός μου σύγχυσις καὶ στενοχωρία. Οὐδ᾿ ἦτο πλέον δυνατὴ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματός μου νὰ ἀνέχωμαι τὰ πάντα ἐν σιωπῇ ἐκ φόβου χειροτέρων, ἀφοῦ πιθανώτατον ἦτο ὅτι περιείχετο εἰς τὸν φάκελλον ἐκεῖνον ἡ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἔμεναν ἄλλα χειρότερα νὰ φοβηθῶ. 
   Τὴν ἐπικειμένην ἔκρηξιν ἐπρόλαβεν ἀπότομον ἄνοιγμα τῆς θύρας, διάχυσις εὐωδίας μόσχου καὶ ὁρμητικὴ εἰσπήδησις εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ζωηρᾶς ἡμῶν δημαρχίνας, ἐρχομένης νὰ δείξη εἰς τὴν γυναῖκα μου τὸ νέον αὐτῆς ἐπανωφόριον μὲ σειρήτια ἀπὸ πτερὰ λοφοφόρου. Ἡ Χριστίνα ἠναγκάσθη θέλουσα καὶ μὴ θέλουσα νὰ τὴν δεξιωθῆ, ἐνῷ ἐγώ, ὑποκρινόμενος ὅτι θέλω ν᾿ ἀφήσω τὰς κυρίας νὰ εἴπωσι τὰ ἰδιαίτερά των, ἀπεσυρόμην εἰς τὸ γειτονικὸν δωμάτιον, ἀφοῦ ἔλαβα ἀναφανδὸν τὸν φάκελλον ἀπὸ τὸν καθρέπτην. Αἱ χεῖρες μου ἔτρεμαν ὅταν τὸν ἤνοιξα. Ἀντὶ ὅμως ἐπιστολῆς τοῦ ῥωμαντικοῦ Καρόλου εὗρον ἐντὸς αὐτοῦ τρεῖς λογαριασμοὺς τῶν κυρίων Πούλου, Γιαννοπούλου καὶ Γεραλοπούλου διὰ μεταξωτά, καπέλλα, βλόνδας, κορδέλλας καὶ ἄλλα εἴδη, τῶν ὁποίων ἀνήρχετο τὸ ἄθροισμα εἰς δραχμὰς δυὸ χιλιάδας ἐπτακοσίας. Τὸ ποσὸν ἦτο βεβαίως μεγάλον, ἀλλὰ πολὺ μεγαλυτέρα αὐτοῦ ἡ ἀνακούφισις τὴν ὁποίαν ἠσθάνθην ἐκ τῆς ἀποδείξεως, ὅτι ἄδικον εἶχα νὰ νομίζωμαι συνάδελφος τοῦ Χαλδούπη. Ἡ χαρά μου ἦτο ὡς καταδίκου, τοῦ ὁποίου θὰ μετεβάλλετο ἀνελπίστως εἰς ἁπλοῦν πρόστιμον ἡ θανατικὴ ποινή. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ αἰσθήματος τούτου, ὅταν μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς ἐπισκέψεως προσῆλθεν ἡ Χριστίνα κάπως δειλή, μαγκωμένη καὶ πιστεύουσα ὅτι εἶχε μεγάλην ἀνάγκην ν᾿ ἀπολογηθῆ καὶ νὰ μ᾿ ἐξευμενίση, ἀντὶ πάσης ἄλλης παρατηρήσεως ἢ παραπόνου ἔτρεξα νὰ τὴν ἀσπασθῶ ὁλοψύχως, λέγων πρὸς αὐτήν: «Μὴ σὲ μέλει». Ἡ ἔκπληξίς της ὑπῆρξε μεγάλη. Δύσκολον τῷ ὄντι ἦτο νὰ μαντεύσῃ πὼς συνέβη νὰ θεωρήσω ἄξιον φιλοφρονήσεων καὶ φιλημάτων τὸ κατόρθωμά της, νὰ σπαταλήσῃ τὸ εἰσόδημά μας μίας ἐξαμηνίας εἰς διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν. 
   Μετ᾿ ὀλίγον ὑπῆγε νὰ ἑτοιμασθῆ διὰ τὸν ἑσπερινὸν περίπατον. Ἀλλ᾿ ὁ οὐρανὸς ἐθόλωσεν ἀπροσδοκήτως· ἔλαμψαν ἀστραπαὶ καὶ ἤρχισε νὰ βρέχῃ ποταμηδόν. Ἐκαθήμην εἰς τὸ παράθυρον τῆς μικρᾶς αἰθούσης μας, παρατηρῶν τὸν κατακυλιόμενον ἀπὸ τὰ ὕψη τῆς Ἄνω Σύρου κίτρινον καταρράκτην παρασύροντα εἰς τὸ βορβορῶδες ῥεῦμα του φλοιοὺς πορτοκαλίων, συντρίμματα φιαλῶν, ἀπόμαχα ὑποδήματα καὶ πτώματα ὀρνίθων καὶ ποντικῶν, ὅταν αἴφνης ἀντικατέστησε τὸ πανόραμα ἐκεῖνο βαθὺ σκότος ἀπλωθὲν καὶ ἐπὶ τῶν δυό μου ὀφθαλμῶν. Αἰτία τῆς ἐκλείψεως ἦσαν αἱ χεῖρες τῆς Χριστίνας, ἥτις ἀπελπισθεῖσα νὰ ἐξέλθη εἶχεν ἐπιστρέψει ἀθορύβως καὶ βλέπουσα μὲ ἀφηρημένον διεσκέδασε νὰ μὲ τυφλώση. Τοῦτο μου ἐνεθύμισε περασμένας καλᾶς ἡμέρας. Χάρις εἰς τὴν θεόσταλτον ἐκείνην καταιγίδα εὑρισκόμεθα τέλος πάντων ἥσυχοι καὶ μόνοι πρώτην φορὰν μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μας. Ὅταν ηὐδόκησε ν᾿ ἀποσύρῃ τὰς χεῖρας της, ἡ ἔκφρασις τοῦ βλέμματός μου ἦτο, ὡς φαίνεται, καὶ πάλιν τόσο "εὔγλωττος", ὥστε ἔβαψεν ἐλαφρὸν ἐρύθημα τὴν παρειάν της. Ἔπειτα ἐμειδίασεν, ἔστρεψε διαβαίνουσα πρὸ τῆς θύρας τὸ κλεῖθρον, ὑπῆγε νὰ καθήσῃ εἰς τὸν σοφᾶν καὶ μ᾿ ἔνευσε νὰ ὑπάγω κοντά της. Κατ᾿ ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν στιγμήν, ἐνῷ ἐβυθιζόμην εἰς πέλαγος ἡδυπαθείας, ἐκορυφώνετο τῆς καταιγίδος ἡ μανία. Ἡ βροχὴ εἶχε μεταβληθῆ εἰς κατακλυσμόν, ὁ ἄνεμος ἀνήρπαζε κεραμίδια καὶ ἀντήχουν ἀλλεπάλληλοι αἱ βρονταί. Ἤθελα δὲν ἤθελά μου ἐπέκλωθεν ἡ μοῖρα μου νὰ εἶμαι ῥωμαντικός. Τοὺς φλογεροὺς πόθους καὶ τοὺς νυκτερινοὺς μονολόγους διεδέχοντο μανδαλώματα τῆς θύρας καὶ ἐκτάσεις ἐπὶ διβανίων ὑπὸ τοὺς συριγμοὺς τῆς ἀνεμοζάλης. Ματαία λοιπὸν ἐφαίνετο ἡ ἀντίστασίς μου κατὰ τοῦ πεπρωμένου καὶ πολὺ προτιμότερον νὰ στέρξω τὰ πράγματα ὅπως ἦσαν. Πρέπει δὲ καὶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἶχεν ὀλιγοστεύσει κατὰ πολὺ εἰς διάστημα μιᾶς μόνης ὥρας ἡ ἀντιπάθειά μου κατὰ τοῦ ῥωμαντισμοῦ. 
   Συγκρίνων τῷ ὄντι τὰς ἡσύχους καθημερινὰς ἀπολαύσεις τῆς Κέας πρὸς τὸ ἡδυπαθὲς ῥῖγος, τὸ ὁποῖον μὲ κατέλαβεν ὅταν μετὰ δεκαήμερον ἐξορίαν μου ἔνευσε πρὸ ὀλίγου ἡ Χριστίνα νὰ ὑπάγω κοντά της, κατήντησα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ ποσὸν μακαριότητος, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ αἰσθανθῇ πλησίον γυναικός, εἶναι ἀκριβῶς ἀνάλογον τῆς ἀνησυχίας, τῆς ζήλειας, τῶν στερήσεων καὶ τῶν ἄλλων βασάνων ὅσα προηγήθησαν αὐτοῦ. Μόνος ὁ διελθὼν διὰ τοιούτου καθαρτηρίου λαμβάνει ἔπειτα τὸ χάρισμα νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὸ ἁγιαστήριον τῆς ὑπερτάτης ἡδυπαθείας· τὰς πύλας αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ μᾶς ἀνοίξη οὔτε σεμνὴ παρθένος, οὔτε φιλόστοργος σύζυγος, οὔτε ὑπεραγαπώσα ἡμᾶς ἐρωμένη, ἀλλὰ μόνον γυνὴ φιλάρεσκος, ἰδιότροπος καὶ ὄχι καθ᾿ ἡμέραν καλή. 
   Οἱ χοροὶ ἐξηκολούθησαν ὄχι ὅμως καὶ ἡ ταράττουσα τὸν ὕπνον μου ἰδιαιτέρα πρὸς τὸν Βιτούρην εὔνοια τῆς Χριστίνας, ἡ ὁποία ἐφαίνετο ἤδη προτιμῶσα τῶν στεναγμῶν καὶ τῶν ξανθῶν πλοκάμων τοῦ αἰσθηματικοῦ νεανίσκου τοὺς μαύρους μύστακας καὶ τοὺς πλατεῖς ὤμους τοῦ ἀρειμανίου ἡμῶν φρουράρχου. Μετ᾿ ὀλίγας ὅμως ἡμέρας εὖρεν αὐτὸν χονδράνθρωπον, συγκρίνουσα τοὺς ἑλληνοπρεπεῖς τρόπους του πρὸς τὴν ἔξοχον εὐγένειαν, τὴν χάριν καὶ τὴν εὐφυΐαν τοῦ νεωστὶ διορισθέντος προξένου τῆς Γαλλίας. Οὐδὲ τούτου ὅμως ὑπῆρξε μακρὰ ἡ βασιλεία. Τὴν κομψότητα τοῦ παρισινοῦ φράκου του ἐσκέπασε μετ᾿ ὀλίγον ἡ λάμψις τῆς στολῆς καὶ τῶν παρασήμων τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀγγλικῆς μοίρας. Ἔπειτα ἦλθεν ἡ σειρὰ τοῦ Ἰταλοῦ αὐτοσχεδιαστοῦ Ῥεγάλδη, περιηγουμένου τὴν Ἀνατολὴν πρὸς συλλογὴν δαφνῶν καὶ ταλλήρων, καὶ μὴ ἀπαξιώσαντος τὰ συριανά. Τὸν γέροντα τοῦτον κύκνον τῆς Νοβάρας διεσκέδασε νὰ κρατήσῃ ἐπὶ ὅλον μήνα εἰς τὴν Σύρον, καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ν᾿ ἀπομωράνη, ὥστε μὴ ἀρκούμενος εἰς ὅσα ἔγραφεν εἰς τὸ λεύκωμά της ἀκροστίχια, ἀπήγγειλε καὶ ἀπὸ τῆς σκηνῆς ὕμνον "Εἰς τὴν Σειρῆνα τοῦ Αἰγαίου", ὑπερσκανδαλίσαντα τοὺς Συριανοὺς καὶ πρὸ πάντων τοὺς μὴ ἐννοοῦντας ἰταλικά. Ἀλλ᾿ ἐγὼ ἤμην ἤδη πολὺ ἡσυχώτερος βλέπων τοὺς εὐνοουμένους νὰ διαδέχωνται ἀλλήλους ὡς φαντάσματα μυθικῆς λυχνίας. 
   Δύσκολον τῷ ὄντι ἦτο νὰ εὕρῃ καιρὸν ν᾿ ἀγαπήσῃ κανένα ἡ ἐπιχειροῦσα τὸν κόσμον ὅλον νὰ κατακτήση. Τὴν ἄμετρον φιλαρέσκειαν τῆς γυναικός μου ἐσυνείθισα βαθμηδὸν νὰ θεωρῶ ὡς ἀσφάλειαν κατὰ τῆς μεγάλης συμφορᾶς, ὡς εἶδος τι ἀλεξικεραύνου, ἤ, ὡς θὰ ἔλεγεν ὁ Χαλδούπης, "ἀλεξικεράτου". Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἐξηκολούθει νὰ μὲ στενοχωρῇ ἦτο, ὅτι ὀλίγος τῆς ἐπερίσσευε καὶ δι᾿ ἐμὲ καιρός. Εἶχον ἀπελπισθῆ νὰ τὴν ἴδω ἥσυχον πρὸ τῆς μυριοποθήτου σαρακοστῆς, ὅταν διέκοψεν αἰφνιδίως τὰς διασκεδάσεις ὁ θάνατος τοῦ γέροντος Μισὲ Λιονῆ Λεγαμένου, συγγενεύοντος μὲ ὅλον τὸν χορευτικὸν κόσμον τῆς νήσου. Οὐδ᾿ αὐτοί, πιστεύω, οἱ κληρονομοῦντες περὶ τὸ ἐκατομμύριον ἀνεψιοί του ἠκολούθησαν τὴν κηδείαν μὲ περισσοτέραν τῆς ἰδικῆς μου πρὸς τὸν εὐδοκήσαντα ν᾿ ἀποθάνῃ εὐγνωμοσύνην. 
   Ὡς τὰ κακά, οὕτω καὶ τὰ εὐτυχήματα σπανίως ἔρχονται μόνα. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἀπαλλαγήν μου ἀπὸ τὸν ἐφιάλτην τῶν χορῶν, παραβάλλων πρὸς τὴν Ἐφημερίδα τῶν Κληρώσεων τὰς πέντε λαχειοφόρους τοῦ Ἀμβούργου, τὰς ὁποίας εἶχα κληρονομήσει ἀπὸ τὸν μακαρίτην θεῖον μου, ἐθαμβώθην ὑπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 14.517. Ἦτο ὁ τρίτος κληρωθεὶς καὶ ἐκέρδιζε πεντήκοντα πέντε χιλιάδας φιορίνια, ὑπὲρ τὰς τριακοσίας χιλιάδας συριανὰς δραχμάς! Ἔτρεξα ἀσθμαίνων ν᾿ ἀναγγείλω τὴν καλὴν εἴδησιν εἰς τὴν Χριστίναν, ἡ ὁποία ἔλειπεν εὐτυχῶς εἰς ἐπισκέψεις. Λέγω εὐτυχῶς, διότι ἡ ἀπουσία της μ᾿ ἔδωκε καιρὸν νὰ σκεφθῶ, ὅτι πολὺ περισσοτέραν θὰ ἠσθάνετο πρὸς ἐμὲ εὐγνωμοσύνην καὶ κάλλιον θὰ μὲ ἀντήμειβεν ἄν, ἀντὶ νὰ μὲ ἠξεύρῃ πλούσιον, μὲ ὑπέθετεν ὑπὲρ τὰς δυνάμεις μου πρόθυμον νὰ τὴν εὐχαριστήσω. Χωρὶς λοιπὸν νὰ εἴπω τίποτε εἰς κανένα ἀνεχώρησα μετὰ τρεῖς ἡμέρας εἰς Βιέννην ὑπὸ τὸ πρόσχημα νὰ συμβουλευθῶ εἰδικὸν ἰατρὸν διὰ τὰς ἀνυπάρκτους ἐνοχλήσεις τοῦ στομάχου, τὰς ὁποίας ἐπροφασιζόμην πρὸ δυὸ μηνῶν πρὸς ἀπόκρυψιν τῶν ψυχικῶν μου βασάνων. Ἐκ Βιέννης ἐξεπήδησα εἰς Ἀμβοῦργον καί, ἀφοῦ εἰσέπραξα καὶ ἐτοποθέτησα τὸ κέρδος μου εἰς ἀνώνυμα χρεώγραφα, ἐπανῆλθα μετὰ τρεῖς ἑβδομάδας, κομίζων εἰς τὴν Χριστίναν διπλάσια τῶν ὅσα μὲ εἶχε παραγγείλει στολίδια. Παρατηρῶν τὴν ἔκπληξιν καὶ τὴν χαράν της κατὰ τὸ ἄνοιγμα τοῦ κιβωτίου, ἀνελογιζόμην, συγχαίρων ἐμαυτὸν διὰ τὴν ὑποκρισίαν μου, πόσον εὐτελεστέρα θὰ τῆς ἐφαίνετο ἡ προσφορά μου, ἂν ἐγνώριζε τὴν ἀπροσδόκητόν μεγαλοδωρίαν τῆς τύχης. Ἀπαραίτητος ὅρος ἁρμονικῆς συμβιώσεως μὲ γυναῖκα φιλάρεσκον εἶναι ν᾿ ἀποκρύπτῃ τις ἐπιμελῶς εἰς αὐτὴν δυὸ τινά: τὰ ἐννέα δέκατα τῆς ἀγάπης του καὶ τὸ ἥμισυ τουλάχιστον τῆς περιουσίας του. 
   Oὐδεμίαν αἰσθανόμενος ὄρεξιν νὰ θαμβώσω τοὺς Συριανοὺς ἐπροτίμησα πάσης ἐπιδείξεως ἀθόρυβον καὶ σχεδὸν λαθραίαν αὔξησιν εὐζωίας. Παρήτησα τὴν θέσιν μου, προτείνων ὅτι θὰ ἐκέρδιζᾳ περισσότερα ἐργαζόμενος διὰ λογαριασμόν μου, καὶ ὑπὸ τὴν πρόφασιν ὅτι ἔσταζαν, ὅταν ἔβρεχε, δυὸ ταβάνια, ἀνεκαίνισα ὁλόκληρον τὴν οἰκίαν μου· τὰς τοιχογραφίας ἀνέθεσα εἰς Ἰταλὸν πρόσφυγα ὀνόματι Ὀρσάτην, πρώην σκηνογράφον τοῦ θεάτρου τῆς Σκάλας. Οὗτος ἐπέτυχε πρὸ πάντων εἰς τὴν διακόσμησιν τοῦ κοιτῶνος τῆς Χριστίνας, τὸν ὁποῖόν μετέβαλεν εἰς τέλειον ἀνατολικὸν ὀδᾶν κατὰ μίμησιν τῆς Ζαΐρας εἰς τὸ ὁμώνυμόν μελόδραμα τοῦ Βελλίνη. Τὴν ὁμοιότητα συνεπλήρωσαν βαρέα παραπετάσματα τῆς Προύσσας, διβάνιον ἐστρωμένον μὲ χρυσοκέντητον ὕφασμα, προερχόμενον ἐκ παλαιᾶς ἀρχιερατικῆς στολῆς, περσικὸν μαγκάλι, σκαμνία μ᾿ ἐπικολλήματα μαργαριτομάννας, καὶ ἐπάργυρος βυζαντινὴ κολυμβήθρα, μεταβληθεῖσα εἰς μεγαλοπρεπὲς ἀνθοδοχεῖον. Πάντα ταῦτα εἶχε προμηθευθῆ εὐθηνὰ ὁ διακοσμητὴς κατά τινα ἐκδρομήν του εἰς τὴν Νάξον, ὅπου ἐσώζοντο ἀκόμη ἱκανὰ λείψανα φραγκοτουρκικῆς πολυτελείας, καὶ κατώρθωσε νὰ συναρμόσῃ πρὸς ἄλληλα μὲ τοσαύτην φιλοκαλίαν καὶ ἀκριβὴ γνῶσιν τῶν κανόνων τῆς ἀντιθέσεως τῶν χρωμάτων καὶ τῆς διανομῆς τοῦ φωτός, ὥστε κατέθελγον ἀντὶ νὰ θαμβώνωσι τὸν ὀφθαλμόν. Ὁ αὐτὸς πολύτιμος ἄνθρωπος μ᾿ ἐβοήθησε νὰ ὑφαρπάσω διὰ πλειοδοσίας ἤ, ὡς λέγουν οἱ Συριανοί, νὰ "ζευγατίσω", τὴν Μιλανέζαν μαγείρισσαν τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ἄνω Σύρου, τῆς ὁποίας ἦσαν ὀνομαστὰ καθ᾿ ὅλας τὰς Κυκλάδας τὰ ῥαβιόλια, ἡ γαριδόσουπα καὶ τὸ νηστίσιμον καπόνι. Ἡ λύπη καὶ ἡ ἀγανάκτησις τοῦ ἀρχιφλάρου ὑπῆρξε τοσαύτη, ὥστε ἐθεώρησε πρέπον νὰ μὲ καταγγείλῃ εἰς τὸν πρέσβυν του ἐπὶ "προσηλυτισμῷ". 
   Ὁ καλλωπισμὸς τῆς φωλεᾶς της περιώρισε κατά τι τὸ ἀδιάλειπτον ἐκτὸς αὐτῆς πτερύγισμα τῆς Χριστίνας. Τὴν οἰκοκυρικὴν ταύτην διάθεσιν ἐπροσπάθουν νὰ ἐνθαῤῥύνω, προσφέρων εἰς αὐτὴν πᾶν ὅ,τι ἐνόμιζα ὅτι δύναται νὰ τὴν διασκεδάσῃ: γάστρας καμελιῶν, συλλογὴν γραμματοσήμων, πιάνο χωρὶς οὐράν, στερεοσκόπιον, διδάσκαλον φωνητικῆς μουσικῆς καὶ γάτον τῆς Ἀγκύρας. Ταῦτα ἐδέχετο μὲ πολλὴν εὐγνωμοσύνην καὶ ἐφαίνετο ἐπί τινα καιρὸν ἐνθουσιασμένη. Ἡμέραν ὅμως τινά, ἀφοῦ ἠρώτησε τὴν τιμὴν τῶν ἀργυρῶν σκευῶν διὰ τὸ τζάι, τὰ ὁποῖα τῆς εἶχα προσφέρει διὰ τὴν ἑορτήν της, ἀνέκραξε μετὰ τίνος μελαγχολίας: 
   «Κρῖμα τὰ τόσα χρήματα. Μὲ αὐτὰς τὰς ἐξακοσίας δραχμὰς θὰ ἔκαμνα ἕνα φόρεμα ἀπὸ βελοῦδον».
   «Κᾶμε», ἀπεκρίθην, «καὶ τὸ φόρεμα». 
   Ἐπήδησεν ἀπὸ τὴν χαράν της, μὲ ἠσπάσθη καὶ εἰς τὰς δυὸ παρειὰς καὶ ἔτρεξε νὰ τὸ παραγγείλῃ. Ἡ μανία της διὰ τὰ στολίδια ἐφαίνετο ἀνεπίδεκτος θεραπείας, ἀλλ᾿ εὐτυχῶς δὲν μ᾿ ἔλειπαν τὰ μέσα νὰ τὴν εὐχαριστήσω. Δίκαιον ὅμως ἐνόμισα νὰ μεταχειρισθῶ αὐτὴν πρὸς αὔξησιν τῶν ἰδικῶν μου ἀπολαύσεων. Πρὸς τοῦτο τὴν ἐνέγραψα συνδρομήτριαν εἰς τὴν "Chrοnique Elegante" καὶ τὴν "Vie Ῥαrisienne", ἐκ τῶν ὁποίων δὲν ἐβράδυνε νὰ διδαχθῇ, ὅτι ἡ ἀληθὴς πολυτέλεια τῆς καθημερινῆς ἐνδυμασίας δὲν συνίσταται εἰς τὸ νὰ σκεπάζῃ, ὡς αἱ συριαναὶ ἀρχόντισσαι, μὲ ἀτλάζι καὶ μουαρὲν βαμβακερὰς καμιζόλας καὶ τσίτινα μεσοφόρια, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον εἰς τὸ νὰ κρύπτῃ ὑπὸ ἁπλούστερον ὕφασμα ἑκατοντάφραγκα ὑποκάμισα, μεταξίνους περικνημίδας, κεντήματα καὶ δαντέλλας. Οὕτω στολισμένη, ἐντὸς τοῦ χρυσοποικίλτου αὐτῆς κοιτῶνος, τοῦ ὁποίου πᾶν κόσμημα καὶ πᾶσα ὑφάσματος πτυχὴ εἶχε διατεθῆ ὑπὸ ἐμπείρου τεχνίτου συμφώνως πρὸς τὸν προορισμόν της, ἐνῷ ἐκάπνιζεν ἡ ἀλόη ἐντὸς χρυσοῦ θυμιατηρίου καὶ ἔχυνε τὸ σαπφείριον αὐτῆς φῶς ἡ κυανὴ κανδήλα, ὡμοίαζεν ἡ Χριστίνα εἴδωλον ἐντὸς ναοῦ. Οὐδὲ περιωρίσθην ἐπὶ πολὺ εἰς μόνον τὸν γαλάζιον φωτισμόν, ἀλλ᾿ ὡς ὁ Δαρβίνος ἐπὶ τῆς βλαστήσεως τῶν φυτῶν, οὕτως ἠθέλησα καὶ ἐγὼ νὰ δοκιμάσω τὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς φαντασίας καὶ τῶν αἰσθήσεων παντὸς χρωματισμοῦ τοῦ φωτός. Γλυκὺ ἦτο τὸ ῥόδινον καὶ ποιητικώτατον τὸ θαλασσοπράσινον, ἀλλ᾿ ἀσυγκρίτως διεγερτικώτερον αὐτῶν τὸ λάμπον διὰ τοῦ ξανθοχρύσου ὑαλίου ἀρχαίας ἐκκλησιαστικῆς κανδήλας. 
   Κατάλληλος πρὸ τῆς εἰσόδου εἰς τὸ τέμενος τοῦτο μυσταγωγία ἦσαν βεβαίως τὰ ἀρχιερατικὰ δεῖπνα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέθετεν ἡ Μιλανέζα. Πρὸς ἐκτίμησιν τῆς εὐλαβοῦς αὐτῆς προσηλώσεως εἰς τοὺς κανόνας καὶ τὰς παραδόσεις τῆς ὀρθοδόξου μαγειρικῆς ἀρκεῖ νὰ εἴπω, ὅτι τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς βράσιμον τῶν αὐγῶν καιρὸν ὥριζεν ἀκριβέστατα διὰ τῆς ἀπαγγελίας δυὸ Aνe Μaria, καὶ πρώτη ἐδίδαξε τὸν εὐνοούμενον αὐτῆς ψαρᾶν νὰ σκοτώνῃ ἅμα ἐξήγοντο τοῦ δικτύου μὲ βελόνην τὰ μπαρμπούνια, πρὶν ἢ πικράνωσι τὴν σάρκαν των οἱ σπασμοὶ μακρᾶς ἀγωνίᾳς· τὰς συναγρίδας ἔβραζε μὲ παντὸς εἴδους ἀρωματικὰ βότανα ἐντὸς ζωμοῦ ἀώρων πορτοκαλίων, καὶ τοὺς γάλους, ἤ, ὡς τοὺς λέγουν οἱ Συριανοί, "κούρκους", ἔτρεφε μὲ μοσχοκάρυδα τρεῖς ἡμέρας πρὶν τοὺς σφάξῃ. Τὸ ἀριστούργημα ὅμως αὐτῆς ἦτο τὸ ἐφευρεθὲν ὑπὸ τοῦ Πάπα Κλήμεντος Γαγκανέλλη capon magro ἢ νηστίσιμον καπόνι, ὀψάριον δηλ. καρυκευμένον μὲ χάβαρα, μύδια, γαρίδας καὶ παντοῖα ἄλλα θαλασσινά. Ἂν καὶ Συριανός, οὔτε λαίμαργος εἶμαι, οὔτε φαγᾶς, τὰ δὲ καλὰ γεύματα ἐξετίμων πρὸ πάντων διὰ τὴν ἔπειτα ἐπερχομένην ἱλαρὰν ἐκείνην τῆς ψυχῆς διάθεσιν, ἥτις μᾶς κάμνει νὰ λησμονῶμεν τὰ βάσανά μας καὶ νὰ βλέπωμεν ὡς διὰ μεγεθυντικοῦ φακοῦ πάσας του βίου τὰς ἀπολαύσεις. Τοιαύτην τινὰ εὐδιαθεσίαν φαίνονται ἐπιδιώκοντες οἱ ῥοφηταὶ ὀπίου καὶ χασίς. Ταῦτα ἔχουσι τὸ πλεονέκτημα νὰ ἦναι πρόχειρα καὶ εὐθηνά, πολὺ ὅμως ἀπέχει ἡ ἐξ αὐτῶν νοσηρὰ διέγερσις ἀπὸ τὴν μακαριότητα ἐκείνην, τὴν ὁποία γεννᾷ ἡ περὶ πολυτελῆ τράπεζαν σύγχρονος ἱκανοποίησις ὅλων ἡμῶν τῶν αἰσθήσεων, τὸ θάλπος τῆς ἑστίας, ἡ ἐπὶ τῶν ἀργυρῶν καὶ κρυσταλλίνων σκευῶν ἀντανάκλασις τοῦ φωτός, αἱ ἀναθυμιάσεις τῆς ἀνθοδόχης, τὸ θαλάσσιον ἄρωμα τῶν ὀστρειδίων, δυὸ ἢ τρία ποτήρια γέροντος οἴνου καὶ ἡ παρουσία νέας γυναικός, τῆς ὁποίας ἀνάπτει βαθμηδὸν ἡ ὄψις καὶ σπινθηρίζει τὸ βλέμμα. 
   Ὁ χειμὼν ἐπανέφερε τοὺς χοροὺς μὲ ὅλας αὐτῶν τὰς ἐνοχλήσεις καὶ ἀνησυχίας. Ταύτας ὅμως ἐμετρίαζε πολὺ ἡ καθ᾿ ἡμέραν αὐξάνουσα πεποίθησίς μου οὐχὶ εἰς τὴν ἀγάπην ἢ τὴν ἀρετήν, ἀλλ᾿ εἰς τὴν φιλαρέσκειαν καὶ τὸν ἐγωισμὸν τῆς γυναικός μου, τὸν ἱκανὸν νὰ τὴν ἀποτρέψῃ ἀπὸ πᾶσαν ἐπικίνδυνον τρέλλαν. Ἡ Χριστίνα δὲν ἀνῆκε βεβαίως εἰς τὸ γένος τῶν τρυγόνων καὶ τῶν περιστερῶν, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον, τῶν παγωνίων. Οἱ πόθοι της ἐφαίνοντο περιοριζόμενοι εἰς τὸ νὰ θαμβώνῃ τὰς Συριανὰς διὰ τῆς πολυτελείας τῶν ἐσθήτων της, καὶ νὰ ῥάπτῃ εἰς τὴν ἄκραν αὐτῶν πολυπληθὲς ἐπιτελεῖον θαυμαστῶν. Ἐκ τούτων οἱ μὲν ἐπίσημοι ξένοι ἦσαν εὐτυχῶς διαβατικὰ καὶ κάπως μαδημένα ὑπὸ τῆς ἡλικίας πτηνά, τῆς δὲ αὐτόχθονος νεολαίας αἱ αἰσθηματικαὶ φράσεις εἶχαν μεγάλην ὁμοιότητα μὲ τὰ ἐρωτικὰ δίστιχα, εἰς τὰ ὁποῖα τυλίγουν οἱ ζαχαροπλάσται τὰς καραμέλας. Ἔπειτα, ὅση καὶ ἂν ἦτο ἡ μετριοφροσύνη μου, δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ ἔχω πεποίθησιν τινὰ εἰς τὰ ἰδικά μου ἔκτακτα συζυγικὰ προσόντα, τὴν συγκατάβασιν, τὴν ὑποκρισίαν, τὴν ὑπομονήν μου, τὴν ἀποχὴν ἀπὸ πᾶσαν ἀπαίτησιν καὶ τὴν πρόθυμον πληρωμὴν παντὸς λογαριασμοῦ. 
   Ἀληθές εἶναι, ὅτι ὑπέφερα πολὺ ὅταν τὴν ἔβλεπα νὰ τρίβῃ τοὺς γυμνοὺς ὤμους της εἰς τὰς χρυσὰς ἐπωμίδας ναυτικοῦ, ἢ ν᾿ ἀποσύρεται εἰς μίαν γωνίαν καὶ ἐπὶ πολλὴν ὥραν νὰ κρυφομιλῇ ὄπισθεν τοῦ ῥιπιδίου της, καὶ ἀκόμη περισσότερον ὅταν εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μας μοῦ ἔλεγε "Καλὴν νύκτα". Ἀλλ᾿ ἡ πεῖρα μὲ εἶχε διδάξει νὰ ἐξετάζω τὰ πράγματα καὶ ὑπὸ τὰς δυὸ ἐπόψεις. Ἡ δὲ ἄλλη ἔποψις ἦτο ὅτι, ἂν ἐφέρετο καλύτερα μαζί μου, θὰ τὴν ἠγάπων βεβαίως πολὺ ὀλιγώτερον, ἀφοῦ διὰ μόνης της δυσπιστίας, τῆς ζηλείας καὶ τῆς ἀνησυχίας δύναται ὁ πόθος νὰ διατηρηθῇ ἀκμαῖος. Ἡ πρώην πεζὴ γνώμη μου, ἡ περιορίζουσα τὴν εὐτυχίαν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοιούτων βασάνων εἶχε μεταβληθῆ ἐξ ὁλοκλήρου ἅμα ἔφθασα νὰ ἐννοήσω πόσον συντελοῦσι ταῦτα πρὸς κορύφωσιν τῆς ἡδυπαθείας. Ἄδικον λοιπὸν καὶ κάπως ἀχάριστον θὰ ἦτο νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῆς γυναικός μου, διότι ἔπραττεν ἀκριβῶς ὅσα ἔπρεπε νὰ πράττῃ διὰ νὰ καταστήσῃ γλυκύτερα τὰ φιλήματά της. Ἂν εἶχα καθ᾿ ἡμέραν σύζυγον δὲν θὰ εἶχα ἐκ διαλειμμάτων ἐκτάκτου ποιότητος ἐρωμένην. 
   Ταῦτα ἐσκεπτόμην χλιαράν τινα ἑσπέραν τῆς Τεσσαρακοστῆς, καπνίζων μετὰ τὸ γεῦμα ἐπὶ τοῦ ἐξώστου, καὶ δίδων ἄδικον εἰς τοὺς μεμψιμοίρους ἐκείνους, τοὺς κηρύττοντας τὸν κόσμον κακοκαμωμένον διὰ τὸν λόγον ὅτι τὰ ῥόδα ἔχουσιν ἀκάνθας. Ἀντὶ νὰ δυσανασχετῶ διὰ ταύτας, ἐνόμιζα ὅτι θὰ ἦτο μαύρη ἀχαριστία νὰ μὴ δοξάσω τὸν Θεόν, ἀναλογιζόμενος ὅτι δὲν ἤμην ἀκόμη τριάντα ἐτῶν, ὅτι εἶχα τριάντα χιλιάδας δραχμὰς εἰσόδημα, τριάντα εἰς τὸ στόμα μου στερεοὺς ὀδόντας, στόμαχον στρουθοκαμήλου, γυναῖκα ἱκανὴν νὰ ἐνσαρκώσῃ τὰ ὄνειρα Συβαρίτου καὶ μαγείρισσαν τὴν ὁποίαν θὰ μ᾿ ἐζήλευεν ὁ Ταλλεϋράνδος. Τὸν βίον μου ἔβλεπα νὰ ἐκτείνεται ἔμπροσθέν μου ὡς μακρὰν παράταξιν ἀπὸ καλὰ δεῖπνα, διαφανῆ σύννεφα δαντέλλας, λαμποκοπήματα μαύρων ὀφθαλμῶν καὶ παντὸς χρώματος κανδήλας.   
 
Ροΐδης Εμμανουήλ
«Ανοικτή Βιβλιοθήκη» 

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2022

ΈΝΑ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

   Μου είναι αδύνατο να δώσω οποιαδήποτε εξήγηση σ' αυτή την ιστορία. Θα σας τη διηγηθώ απλώς, όπως συνέβη. Είναι η πιο παράξενη, μα και η πιο τραγική περιπέτεια της ζωής μου.
   Αυτή λοιπόν η ιστορία άρχισε το καλοκαίρι του 1914, λίγο πριν από τον πόλεμο, τότε ακριβώς που με φιλοξενούσε στο Μπαντζεγουόρθυ ο καλύτερος φίλος μου: ο Νηλ Καρσλάικ. Εκείνο τον καιρό πάλι γνώρισα τη Σύλβια, την αδερφή του φίλου μου, που είχε αρραβωνιαστεί λίγες μέρες πριν τον Τσαρλς Κρόλεϋ, έναν άντρα πολύ πιο μεγάλο από αυτήν, μα γεμάτο εξαιρετικά χαρίσματα και πλουσιότατο.
   Φτάσαμε στο Μπαντζεγουόρθυ κατά τις εφτά η ώρα το βράδυ κι ο Νηλ αμέσως με πήγε στο δωμάτιό μου για να ντυθώ για το δείπνο. Θυμάμαι ότι του είχα πει χαμογελώντας, ότι το Μπαντζεγουόρθυ έμοιαζε σαν στοιχειωμένο σπίτι. Ο φίλος μου, χαμογελώντας κι αυτός, μου απάντησε ότι στ' αλήθεια εκείνος ο πύργος ήταν στοιχειωμένος, μα δεν είχε μπορέσει ποτέ του να συναντήσει κανένα φάντασμα στους σκοτεινούς και έρημους διαδρόμους του.
   Έπειτα έφυγε, με την υπόσχεση ότι θα ξαναγύριζε να με πάρει. Άλλαξα λοιπόν κι έδενα τη γραβάτα μου μπροστά στον καθρέφτη, μέσα στον οποίο έβλεπα το πρόσωπό μου και τους ώμους μου και, πιο πίσω, τον τοίχο του δωματίου: μια λεία επιφάνεια με μια πόρτα στη μέση. Άξαφνα όμως, είδα ότι αυτή η πόρτα άνοιγε σιγά - σιγά.
   Δεν ξέρω γιατί δεν γύρισα: θα ήταν πολύ φυσικό αυτό, μα δεν το έκανα. Στάθηκα μόνο και κοίταζα την πόρτα που άνοιγε, για να μπορέσω να δω το εσωτερικό του διπλανού δωματίου.
   Το διπλανό δωμάτιο ήταν πιο μεγάλο από το δικό μου, με δύο κρεβάτια. Μα, με την πρώτη ματιά που έριξα, μου κόπηκε η αναπνοή.  Στην άκρη του ενός κρεβατιού στεκόταν ένα τρομοκρατημένο κορίτσι. Μπροστά της ένας άντρας, απειλητικός, ήταν έτοιμος να τη χτυπήσει. Και ξαφνικά, με μία αστραπιαία ταχύτητα, την άρπαξε από το λαιμό, σφιχτά, με τα χοντρά χέρια του και την ανάγκασε να γονατίσει μπροστά του. Έπειτα άρχισε να την πνίγει σιγά - σιγά σαν να ήθελε να διαρκέσει αιώνια αυτή η ηδονή του εγκλήματός του.
   Δεν έκανα λάθος. Αυτό το θέαμα το έβλεπα καθαρά μέσα στον καθρέφτη. Έβλεπα το πρόσωπο του κοριτσιού, παραμορφωμένο από τη φρίκη που κοκκίνιζε από το στραγγάλισμα, τα χρυσόξανθα μαλλιά του, τη μεταξωτή τουαλέτα του. Του δολοφόνου έβλεπα μόνο τη ράχη και μια ουλή, ένα παλιό σημάδι στο αριστερό μάγουλό του που κατέβαινε και χανόταν στο λαιμό.
   Για να σας περιγράψω όλ' αυτά, χρειάστηκα αρκετή ώρα. Μα στην πραγματικότητα συνέβησαν σ' ένα δευτερόλεπτο. Μόλις συνήλθα λοιπόν, έκαν' αμέσως να τρέξω για να γλιτώσω το κορίτσι από τα χέρια του δολοφόνου. 
   Μα, απέναντί μου, στον τοίχο που έβλεπα μέσα στον καθρέφτη, ήταν ένα τεράστιο έπιπλο, μια μεγάλη ντουλάπα. Καμιά ανοιχτή πόρτα! Καμιά σκηνή εγκλήματος! Ξανακοίταξα στον καθρέφτη κι είδα ότι καθρέφτιζε το τεράστιο εκείνο έπιπλο.
   Έκλεισα τα μάτια μου, ζαλισμένος, και έπειτα όρμησα σαν τρελός έξω από το δωμάτιο. Εκείνη τη στιγμή είδα στο βάθος του διαδρόμου τον Νηλ που ερχόταν να με πάρει και που με ρώτησε κατάπληκτος τι είχα πάθει.
   Θα με πέρασε δίχως άλλο για τρελό, όταν τον ρώτησα αν υπήρχε πίσω από τη ντουλάπα καμιά πόρτα. Μου απάντησε ότι ήταν μία πόρτα που έβγαζε στο διπλανό δωμάτιο, όπου έμενε το ζεύγος Όλντχαμ.  Η λαίδη Όλντχαμ ήταν μελαχρινή και κάπως γεμάτη. Διάβολε! Τι είχε συμβεί λοιπόν; Έκρυψα τη συγκίνησή μου και συλλογίστηκα ότι θα είχα πέσει θύμα καμιάς παραισθήσεως.
   Όταν μπήκαμε στην τραπεζαρία, ο Νηλ μου είπε άξαφνα:
   «Να, η αδελφή μου, η Σύλβια».
   Σήκωσα τα μάτια και είδα κατάπληκτος μπροστά μου το ξανθό κορίτσι που είχα δει μέσα στον καθρέφτη!... Η Σύλβια την ίδια στιγμή μού σύστησε τον αρραβωνιαστικό της, έναν υψηλόσωμο άνδρα, μελαχρινό, με τετράγωνους ώμους, μ' ένα σημάδι στο αριστερό μάγουλο. Ήταν ο δολοφόνος!
   Και τώρα συλλογιστείτε τη θέση μου. Τι θα κάνατε εσείς; Μπροστά μου ήταν ο άνθρωπος που ήθελε να στραγγαλίσει το ξανθό κορίτσι. Κι αυτό, το ξανθό κορίτσι, η Σύλβια, θα παντρευόταν το δολοφόνο του ύστερ' από ένα μήνα, όπως μου έλεγε χαμογελώντας.
   Είχα δει άραγε κανένα προφητικό όραμα; Μήπως η Σύλβια κι ο άντρας της θα καθόντουσαν καμιά μέρα σ' εκείνο το δωμάτιο, κι η σκηνή που είχα δει στον καθρέφτη θα παιζόταν στην πραγματικότητα;
   Ποιο ήταν το καθήκον μου; Έπειτα ο Νηλ κι η Σύλβια θα έδιναν καμιά πίστη στα λόγια μου;
   Μα αν δε μιλούσα, η ξανθιά Σύλβια θα παντρευόταν τον Τσαρλς Κρόλεϋ κι ο Κρόλεϋ θα την στραγγάλιζε!
   Τη μέρα, λοιπόν, που ετοιμαζόμουν να φύγω, της εξομολογήθηκα τους φόβους μου. Η Σύλβια μ' άκουσε ήσυχα, με μια παράξενη έκφραση στα μάτια. Έπειτα μ' ευχαρίστησε με σοβαρότητα και μου έσφιξε το χέρι σαν φίλη.
   Έφυγα αμέσως για το Λονδίνο και στο τέλος της εβδομάδας έμαθα ότι η Σύλβια διέλυσε τους αρραβώνες της...
   Ύστερ' από λίγο, άρχισε ο πόλεμος. Στο χαράκωμα συλλογιζόμουν διαρκώς τη Σύλβια. Την αγαπούσα. Τη λάτρευα...
   Το 1916 ο Νηλ σκοτώθηκε δίπλα μου κι ήταν γραφτό μου να διηγηθώ εγώ στη Σύλβια τις τελευταίες στιγμές του αδελφού της. Όταν την αντίκρισα, λοιπόν, κατάλαβα πια ότι δε μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν... Μα έπρεπε να γυρίσω πάλι στο μέτωπο...
   Πόσο επιθυμούσα να σκοτωθώ εκεί πέρα στο χαράκωμα. Μα οι σφαίρες περνούσαν γύρω μου δίχως να μ' αγγίζουν. Μια χτύπησε πάνω στη μεταλλική τσιγαροθήκη μου. Μια άλλη με ξέγδαρε κάτω απ' το δεξί αυτί. Έπειτα ήρθε η ανακωχή. Ο Τσαρλς Κρόλεϋ είχε σκοτωθεί στις αρχές του 1918.
   Αυτό το περιστατικό μ' έκανε να πάρω μιαν απόφαση. Εξομολογήθηκα τον έρωτά μου στη Σύλβια και της ζήτησα το χέρι της.
   Η Σύλβια χαμογέλασε:
   «Γιατί έκανες τόσο καιρό να μου το πεις;» με ρώτησε.
   Ταραγμένος ψιθύρισα το όνομα του Κρόλεϋ.
   «Μα τι μ' έκανε νομίζεις να χαλάσω τους αρραβώνες μου; Η αγάπη μου για σένα!» μου είπε και μου εξομολογήθηκε κι εκείνη ότι με είχε ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή.
   Η Σύλβια κι εγώ, λοιπόν, παντρευτήκαμε ύστερ' από λίγο κι αρχίσαμε να ζούμε μια ευτυχισμένη ζωή.
   Μα ήμουν ζηλιάρης, τρομερά ζηλιάρης. Η Σύλβια στην αρχή διασκέδαζε με τα παράπονά μου, ύστερ' όμως άρχισε να στεναχωριέται και τέλος κατάλαβε ότι η ζωή της είχε καταντήσει ένα ανυπόφορο μαρτύριο. Έγινε μελαγχολική και άρχισε να με αποφεύγει.
   Ένιωσα τότε ότι δε μ' αγαπούσε πια. Η ζήλια μου είχε σκοτώσει τον έρωτά της. Έπειτα, ένας παλιός φίλος της, ο Ντέρεκ Γουαινράιτ, μπήκε στη ζωή μας... Είχε ό,τι μου έλειπε: Εξυπνάδα και πνεύμα. Όταν τον είδα, είπα μέσα μου: «Μ' αυτόν θα με απατήσει η Σύλβια».
   Και το ίδιο βράδυ της έκανα μια τρομερή σκηνή. Έπειτα, έφυγα και πήγα στη λέσχη. Όταν όμως γύρισα, το σπίτι ήταν άδειο. Η Σύλβια, σ' ένα σημείωμα που μου είχε αφήσει, μου έγραφε ότι πήγαινε στο Μπαντζεγουόρθυ. Ύστερα θα πήγαινε να συναντήσει «το μόνο πρόσωπο που την αγαπάει και νοιάζεται γι' αυτήν».  
   Αυτό το πρόσωπο θα ήταν δίχως άλλο ο Ντέρεκ Γουαινράιτ. Τρελός τότε από τη λύσσα μου, πήδηξα στο αυτοκίνητο κι έφτασα την ίδια νύχτα στο Μπαντζεγουόρθυ.
   Ανέβηκα τρέχοντας τη σκάλα κι όρμησα μέσα στο δωμάτιό της.
   «Δε θα παντρευτείς άλλον!» της φώναξα. «Δε θα σου δώσω διαζύγιο!»
   Κι έκανα να τη χτυπήσω. Έπειτα, τυφλωμένος από τη ζήλια μου, την άρπαξα από το λαιμό, τη γονάτισα μπροστά μου και θέλησα να την πνίξω.
   Μα την ίδια στιγμή η ματιά μου έπεσε απέναντι στον καθρέφτη. Κι είδα τη Σύλβια μισοπνιγμένη και τον εαυτό μου όρθιο μπροστά της με τα χέρια στο λαιμό της και με το σημάδι της σφαίρας στο μάγουλο, κάτω από το δεξί αυτί...
   Ε, λοιπόν, ναι... Δεν τη σκότωσα. Το ξαφνικό εκείνο όραμα με παρέλυσε. Και την άφησα να σωριαστεί καταγής.
   Ύστερα ησύχασα... Η Σύλβια τότε μου εξήγησε ότι το πρόσωπο που θα συναντούσε ήταν ο Άλαν, ο αδερφός της...
   Εκείνο το βράδυ λοιπόν, έσβησε κάτι μέσα μου, για πάντα: η ζήλια. Η Σύλβια μ' αγαπούσε ακόμη, παρ' όλα τα μαρτύρια που είχε υποφέρει κι έτσι ξαναρχίσαμε μια νέα ευτυχισμένη ζωή.
   Μα, καμιά φορά, αναρωτιέμαι: Αν δεν έκανα το λάθος να δω δηλαδή το σημάδι στο αριστερό μάγουλο του δολοφόνου, αντί στο δεξί, ξεχνώντας ότι ο καθρέφτης παρουσιάζει ανάποδα τα πράγματα, ο Τσαρλς Κρόλεϋ θα έπνιγε άραγε τη Σύλβια; Ύστερα θα ειδοποιούσα τη Σύλβια; Κι η Σύλβια ποιον άραγε θα παντρευόταν: εμένα ή τον Κρόλεϋ;
   Δεν ξέρω τι να πω. Δε μπορώ να δώσω καμιά εξήγηση σ' αυτό το περίεργο και σκοτεινό αίνιγμα. Εκείνο όμως που ξέρω είναι ότι μόνο ο θάνατος θα με χωρίσει από τη Σύλβια.
 
Κρίστι Αγκάθα
 «Μπουκέτο», 1934

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

ΚΡΙΜΑ!

   «Κρίμα την κοπέλα, τόσο όμορφη, τόσο σπουδαία!»
  Έτσι ήταν η Σοφία· όμορφη, πετυχημένη, γνωστή καλλιτέχνις. Στη Νέα Υόρκη η δουλειά της, κάθε λίγο και λιγάκι στα περιοδικά -σχεδιάστρια επίπλων, χρόνια σπουδές σε Ευρώπη και Αμερική, εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί όταν η δουλειά της εκτιμήθηκε κι αυτή απογειώθηκε, οικονομικά και καλλιτεχνικά, οι εκθέσεις της, πάντα γεγονός της χρονιάς. Μας είχε καλέσει κάποτε να πάμε, μα ο Παντελής δε φεύγει εύκολα από το εργοστάσιο, δεν εμπιστεύεται κανέναν «μην αφήνεις ποτέ δουλειά σε χέρια ξένου». Ούτε τον αδερφό του εμπιστεύεται, τον πήρε απ' το δημόσιο -καλός κομπιουτεράς- τον έβαλε να κάνει όλη τη μηχανοργάνωση, τα πήγε περίφημα, μα δεν είναι και για να παίρνει αποφάσεις. Το εργοστάσιο μεγαλώνει, πάει καλά, πολύ καλά, βάλαμε τώρα και εσώρουχα. Μεγάλη ζήτηση, πολύ καλή ποιότητα, στήσαμε κι αλυσίδα μαγαζιών. Δε λέω, και με το ρούχο καλά πηγαίναμε, μα το εσώρουχο είναι άλλο πράμα! Όλες νομίζουν πως αγοράζουν ξένη μάρκα κι εμείς δεν το διαψεύδουμε, κορόιδα είμαστε; Αφού οι αφελείς ζητάνε ξένα, ξένα τους δίνουμε κι εμείς.
   Όλη η οικογένεια στην επιχείρηση δουλεύει· ο Παντελής, ο αδερφός του, η γυναίκα του αδερφού του -στο λογιστήριο- κι εγώ φυσικά, υπεύθυνη στα μαγαζιά, κούραση, μεγάλη κούραση, αλλά χαλάλι! Τα παιδιά μου δεν τελείωσαν σπουδές ακόμα· ο γιος μου θα δώσει ιατρική και, βέβαια, τι να κάνει στην επιχείρηση ως γιατρός; Θα του ανοίξει ιατρείο ο πατέρας του, καλύτερα, πολύ καλύτερα για το παιδί! Η κόρη σπουδάζει οικονομικά, την ετοιμάζει για διάδοχο ο Παντελής, καλά κάνει, της πάει αυτή η δουλειά. 
   Όποια δουλειά κι αν κάνεις είναι κουραστική, μα η δική σου επιχείρηση, τρισχειρότερη, δεν το συζητώ! Δεν έχει γιορτή και σχόλη, δεν έχει διακοπές -Πάσχα και Χριστούγεννα τα μεγάλα φόρτε- και μόνο ο Αύγουστος μάς έμεινε πλέον για ξεκούραση. Ο Παντελής το έχει έτσι κανονίσει, «δε θα πεθάνουμε κιόλας»· τον Αύγουστο το εργοστάσιο κλείνει για να μπορέσουμε κι εμείς να χαρούμε το σπίτι μας στην Εύβοια. Κοντά στην Αγία Άννα, ένα σπίτι όνειρο, βάλαμε όλα μας τα δυνατά και φτιάξαμε μια βίλα θαύμα, πέντε στρέμματα το χτήμα με νερό δικό του, μέσα σε μια δεκαετία τα δέντρα ήρθαν και θέριεψαν, ένας παράδεισος!
   Της έλεγα κάθε χρόνο «έλα και συ λίγο Ελλάδα, έχεις χρόνια να κάνεις διακοπές, πάνω από είκοσι, διακοπές αληθινές με Αιγαίο, φέτα και ντομάτα, όχι σαν τα νησιά που πας, αυτά του Ειρηνικού ή κάτι Μαυρίκιους στου διαόλου τη μάνα. Έλα να γνωρίσεις και τ' ανίψια σου που τα ξέρεις μόνο από φωτογραφίες, τον Παντελή, που τον θυμάσαι μονάχα από τον γάμο».
   Ναι, γιατί όταν παντρεύτηκα η Σοφία τελείωνε το λύκειο στη Θεσσαλονίκη -μικρότερή μου έξι χρόνια- έφυγε κατόπιν για σπουδές στη Φλωρεντία -αρχιτεκτονική- μετά πήγε Λονδίνο -αρχιτεκτονική εσωτερικού χώρου- κι ύστερα πια Αμερική. Όσο ζούσαν οι γονείς μας κι ήταν κι αυτή Ευρώπη, κατέβαινε Θεσσαλονίκη πού και πού για να τους δει, μα Αθήνα δεν ερχόταν, δεν προλάβαινε, πάντα πνιγμένη μέσα στις σπουδές της τη θυμάμαι, γι' αυτό σταδιοδρόμησε καλά, τίποτα δε γίνεται χωρίς κόπο.
 
   Επιτέλους, φέτος αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα. «Θα κάτσω είκοσι μέρες», μου τηλεφώνησε. Είχε μια έκθεση τον Μάη, πήγε πολύ καλά, ήταν ευχαριστημένη, είπε να ξεκουραστεί λιγάκι. «Πού καλύτερα απ' το σπίτι της αδερφής σου;» της είπα. Συμφώνησε, και στις τρεις Αυγούστου πήγε η κόρη μου να την πάρει απ' το αεροδρόμιο· πάντα θαύμαζε την ξενιτεμένη θεία της. Εγώ είχα έρθει από μέρες πριν στο εξοχικό· να καθαρίσω, να ψωνίσω, να ετοιμάσω τα πάντα μαζί με την Αγγελική, το δεξί μου χέρι, αν δεν την είχα, δεν ξέρω τι θα έκανα με τέτοιο τρεχαλητό που με δέρνει.
   Ήρθε κι ήταν μια κούκλα, ένα ποίημα! Σαν πιο ψηλή μου φάνηκε, πιο λεπτή, γυμνασμένη, μαυρισμένη.
   «Πότε πρόλαβες και μαύρισες, βρε πουλάκι μου;» τη ρώτησα η αφελής.
   «Σολάριουμ, παιδί μου, σολάριουμ. Μαυρίζεις όποτε θέλεις κι είναι πιο ασφαλές από τον ήλιο».
   «Ναι, μέχρι να σας πουν ότι κι αυτό βλάπτει και να πανικοβληθείτε όπως με το τσιγάρο. Την ξέρουμε δα την υστερία των Αμερικάνων!»
   Αλλάζοντας κουβέντα με ρώτησε για τον άντρα μου, της είπα πως είχε πάει για ψάρεμα. «Τρελαίνομαι για ψάρεμα», φώναξε σαν μικρό παιδί κι έφυγε σφαίρα για τη θάλασσα, αφήνοντας τις βαλίτσες της στη μέση του καθιστικού. Τις μάζεψα, τις πήγα στο δωμάτιό της και τακτοποιήσαμε με την Αγγελική τα πράγματά της στην ντουλάπα. Είχε φέρει πολλά περιοδικά που παρουσίαζαν τη δουλειά της, με φωτογραφίες και συνεντεύξεις της. «Πω πω, δηλαδή η αδερφή σας είναι πολύ σπουδαία στην Αμερική!» θαύμασε η κοπέλα κι έτσι της κόλλησε εκείνο το «σπουδαία», που η Σοφία γελούσε ακούγοντάς το, με την καρδιά της.
   Όλη μέρα στη θάλασσα, συχνά με τον Παντελή για ψάρεμα, έφευγαν το πρωί με το φουσκωτό χαράματα και γύριζαν σούρουπο. «Οι καλύτερες διακοπές μου εδώ και χρόνια», έλεγε κάθε τόσο εκστασιασμένη και χαιρόμουν με τη χαρά της. Χαιρόμουν που της μαγείρευα τα αγαπημένα της φαγιά, που την είχα κοντά μου να μου μιλάει για την άγνωστη σε μένα ζωή της, να καμαρώνω  το υπέροχο κορμί της με τα μικροσκοπικά μαγιό που τόσο της πήγαιναν! Πολύ θα ήθελα να μπορώ κι εγώ να φορώ μικρά μπικίνι, όμως στα σαράντα πέντε μου, με δυο γέννες στο βιογραφικό μου κι ούτε λεπτό ν' ασχοληθώ με τον εαυτό μου -όχι σολάρια κι άλλες υπερβολές μα ούτε ένα μασάζ την εβδομάδα που πάντα το ονειρευόμουν και ποτέ δεν το κατάφερα- τι τα θες; Δεν είμαι και το πρώτο κορμί!
 
   Δεν προλάβαινα να κατέβω πρωί στη θάλασσα κι έκανα μπάνια απογευματινά, κατά τις πέντε, μετά τον ύπνο τον μεσημεριανό, όταν όλοι κοιμόντουσαν κι ο Παντελής μονάχα έλειπε -πότε με το φουσκωτό, πότε σε κανένα φίλο εδώ κοντά για τάβλι. Πήγαινα στο λιμανάκι δίπλα στη μεγάλη παραλία, έβγαζα το σουτιέν και κολυμπούσα ξέστηθη, όπως μ' αρέσει. Προχτές όμως είχε σηκώσει αεράκι και πήγα στη σπηλιά, λίγο πιο πέρα, δέκα λεπτά δρόμος με τα πόδια, μα είναι καλύτερα με αέρα στη σπηλιά, ένας βράχος στ' αριστερά της την απαγκιάζει απ' το βοριά. Μικρή αμμουδιά, ίσα δυο - τρεις άνθρωποι χωρούν.
   Με το που πήρα το μονοπάτι άκουσα τους στεναγμούς τους.
   Η Σοφία κι ο Παντελής, ο ένας πάνω στον άλλο, ολόγυμνοι, στο άνοιγμα της σπηλιάς μπροστά, σκοτάδι πίσω τους κι αυτοί στο φως του απογεύματος λουσμένοι, βρεγμένοι από τη θάλασσα -κρύφτηκα πίσω από δυο θάμνους και τους κοίταζα- βρεγμένοι κι αρμυροί, σαν να τους έγλειφα ένιωσα, σαν να κολλούσε η αρμύρα τους στη γλώσσα μου, γλειφόντουσαν γλυκαίνοντας το άγριο δέρμα τους. Άγριο είπα; Σαν άγριοι, ναι! Είναι αγριάδα ο έρωτας και μάχη φονική. Πόσα χρόνια είχε ο Παντελής να παλέψει έτσι μαζί μου; Τρία; Τέσσερα; Κάποτε μετρούσα μήνες, ύστερα έχασα το λογαριασμό και παραιτήθηκα. «Όλα μια ιδέα είναι», είπα κι αποφάσισα πως θα πεθάνω ανέραστη.
   Τους κοίταζα και θυμόμουν πράγματα που είχα πια ξεχάσει· πώς έβαζε ο Παντελής το χέρι του κάτω από την πλάτη της -το έκανε και σ' εμένα κάποτε αυτό- πώς γύριζε ανάσκελα παίρνοντάς την πάνω του, πώς της άρπαζε τα μπούτια, πώς τα πίεζε, μια σταλιά τα κωλομέρια της μέσα στα χέρια του, μεγάλα χέρια, μακρυδάχτυλα, ταίριαζαν περισσότερο με το δικό μου σώμα, πιο γεμάτο, κι αν έλειπε η κυτταρίτιδα, θα έλεγα και πιο σωστό, δεν είναι ωραία και τα κόκαλα, μωρέ παιδί μου...
   Κοίταζα. «Ο άντρας μου κι η αδερφή μου», έλεγα κι ύστερα πάλι  «αυτός πάνω στην αδερφή μου είναι ο άντρας μου», που αγκομαχούσε σαν ατμομηχανή στον ανήφορο. «Πόσα χρόνια έχω να νιώσω έτσι;» αναρωτήθηκα. Τα μάτια μου θάμπωναν, δεν έβλεπα καλά, τα σκούπιζα με την παλάμη μου, ήθελα να βλέπω, να βλέπω κάθε λεπτομέρεια, τα δάχτυλά της στην κοιλιά του, το στόμα του στο λαιμό της κολλημένο σαν βεντούζα, το χοροπηδητό της πάνω του, τη βαριά του αναπνοή. «Κόψε το τσιγάρο, κόψε το τσιγάρο», του φωνάζω χρόνια τώρα.
   Ο ήλιος έπεφτε, πιθαμή προς πιθαμή έφτανε στη δύση, κόκκινο το φως του τώρα κι ο ιδρώτας στα κορμιά τους κόκκινος κι αυτός σαν αίμα. Τους φαντάστηκα πασαλειμμένους με αίμα, νεκρούς, οι λαιμοί τους κομμένοι πέρα για πέρα, ακέφαλα σώματα, να μη φαίνονται τα πρόσωπα, πρόσωπα οικεία, αγαπημένα, τα πιο αγαπημένα, αυτά και τα παιδιά μου, πέρα απ' αυτούς μόνη στον κόσμο, αυτοί ο κόσμος μου.
   Ύστερα από λίγο ξαπλωμένοι ανάσκελα κάτι έλεγαν και διαφωνούσαν κι όσο διαφωνούσαν, φώναζαν, έφταναν λίγες λέξεις τους σ' εμένα, μάντευα τις υπόλοιπες. «Θα της το πω, δε γίνεται να κρυβόμαστε άλλο», έλεγε εκείνος κι αυτή «όχι, είναι αδερφή μου, δεν μπορώ!» και πάλι εκείνος «δε με θες... παίζεις μαζί μου... εξάρτημα των διακοπών σου». Μα τι της λέει; αναρωτήθηκα. Δεν είναι τέτοιος τύπος η Σοφία, αυτή απλώς κάνει ό,τι της γουστάρει, έτσι ήταν πάντα. «Εγώ έχω τη δουλειά μου, την καριέρα μου», του φώναξε κι εκείνος θύμωσε, την άρπαξε, την τράνταξε, «να τη χέσω την καριέρα σου!» της φώναξε. Έτσι είναι ο Παντελής, όλα δικά του τα θέλει, αλλά πρέπει να ξέρει και σε ποιον μιλάει, ο εγωιστής! Αυτή θυσίασε τα πάντα για τη δουλειά της και θα τα παρατήσει άξαφνα όλα για ένα καλοκαιρινό γαμήσι -έστω τρία, πέντε, εφτά- με τον άντρα της αδερφής της;
   Η Σοφία ξέφυγε από τα χέρια του κι έπεσε στη θάλασσα. Έτρεξε πίσω της αυτός, μα με μεγάλες απλωτές εκείνη απομακρύνθηκε. Ήταν από μικρή άριστη κολυμβήτρια. Λύσσαξε ο δικός μου -δεν δέχεται αντιρρήσεις, έτσι με κάνει πάντα σκόνη, με ισοπεδώνει- γύρισε και πήρε το φουσκωτό, την κυνήγησε. «Ποτέ δεν έχει τρέξει έτσι πίσω μου», σκέφτηκα, «είναι πολύ ερωτευμένος». Γκάζωσε, την έφτασε,  βάλθηκε να κάνει κλειστές στροφές τριγύρω της σαν καρχαρίας. Φώναξε αυτή μια - δυο φορές «φύγε», εκείνος συνέχισε να στροβιλίζεται σαν ρούφουλας. Σταμάτησε απότομα κάποια στιγμή κι έτσι άκουσα που της είπε: «Για τελευταία φορά σε ρωτάω, θα ζήσεις μαζί μου;» κι εκείνη «όχι, δε σε θέλω», του φώναξε μ' αυτό το τσαγανό που είχε από παιδί. Εγώ ποτέ δεν είπα «όχι» στον Παντελή, δεν τόλμησα.
   Έφτασε δίπλα της, της άρπαξε το κεφάλι κι άρχισε να της κάνει πατητές. Εκείνη του ξεγλίστρησε, έπεσε κι αυτός στη θάλασσα, την έφτασε, πάλεψαν, ώρες μου φάνηκε η πάλη τους, ήθελα να φωνάξω «βοήθεια», μα αντί γι' αυτό, κοιτούσα ένοχα τριγύρω μην έρχεται κανείς. Με το που έκανε να βγει απ' το νερό, την βούταγε ξανά, πιο δυνατός και πιο βαρύς, με όλο το βάρος του κορμιού του την βουτούσε. Ξανά, ξανά, πόσες φορές δε μέτρησα, είχε μουδιάσει το μυαλό μου όπως το σώμα, μονάχα γύριζα και κοίταζα στο μονοπάτι μην έρχεται κανείς, ώσπου είδα το σώμα της ν' ανεβαίνει στην επιφάνεια μπρούμυτα, να το κουνάει ο άντρας μου κι αυτό να μη σαλεύει. «Σοφίααα!» φώναξε εκείνος με μια φωνή σαν βρυχηθμό και το πρώτο που μου ήρθε στο νου ήταν «τι φωνάζει έτσι, θα τον ακούσουν!» Κι ύστερα από λίγο, όταν την έπιασε απ' τους ώμους κι άρχισε να την κουβαλάει προς την παραλία -πού βρήκα τη φωνή; «Τη βάρκα, πάρε τη βάρκα και δέσε την στο λιμανάκι», του φώναξα. Ήταν μεγάλη η έκπληξή του που με είδε, μα, πρώτη φορά στη ζωή του, έκανε ό,τι του έλεγα. 
   
   Τρέχοντας κατέβηκα, την έβγαλα εγώ στην παραλία. Τη θρήνησα, έστρωσα τα μαλλιά της, έβρεξα το μαγιό και της το φόρεσα, την άφησα στην αμμουδιά και πήγα να ειδοποιήσω.
   Κρίμα την κοπέλα! Τόσο όμορφη, τόσο σπουδαία!
   Απαρηγόρητη η Αγγελική.
   Κι εγώ απαρηγόρητη είμαι· να χάσω την αδερφή μου, τη μονάκριβη αδερφή μου από πνιγμό, έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη!
 
                                                 Σκιαδαρέση Μαρία
«Fractal» 2014

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

 
   Το αυτοκίνητο που πήγαινε ανάμεσα στους θάμνους στάθηκε στο ξέφωτο και παρκάρησε στη μοναχική σκιά ενός πεύκου. Αμμόλοφοι συνέχιζαν το δρόμο προς τη θάλασσα κι οι δυο επιβάτες έπρεπε να προχωρήσουν με τα πόδια.
   Η γυναίκα προπορευόταν, ο άντρας, που άκουγε στο όνομα Σέρτζιο, κρατούσε μιαν απόσταση, μάλλον περπατούσε με δυσκολία πάνω στην πυρωμένη άμμο. Εκείνη, η Κλάρα, η γυναίκα του, φαινόταν να διασκεδάζει, με πηδηχτά, ανάλαφρα βήματα, αλλά ο Σέρτζιο πρέπει να υπέφερε πραγματικά από το βάρος του σακκίδιου που είχε φορτωθεί: κολατσιό, μαγιό, πετσέτες και τα τοιαύτα. Κάποια στιγμή εκείνη εξαφανίστηκε πίσω απ' τις παρυφές των λόφων αλλά ο Σέρτζιο συνέχισε το δρόμο του σταθερός και σίγουρος, έτσι που είχε μάλιστα φανταστεί την επόμενη σκηνή, μόλις πατούσε την πρώτη κορυφή και ατένιζε τη θάλασσα, εκείνη θα τσαλαβουτούσε κιόλας μέσα. Ένιωθε μια βαθιά, προσωπική ικανοποίηση όταν την έβλεπε ευδιάθετη.
   Τα πράγματα, όπως εξελίχθηκαν, τον διέψευσαν. Μόλις έφθασε εκεί που είχε ετοιμαστεί ν' απολαύσει τη θέα της λουομένης συζύγου ιδού αυτή εν στάσει κι η ακροθαλασσιά αντίθετα από τις προσδοκίες του, κατειλημμένη. Μια ομάδα ανδρών γυμνών ως τη μέση, ψαράδων κατά τα φαινόμενα, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζε αμέσως κάποιος ντυμένος με στρατιωτική στολή, σχημάτιζε κύκλο μπροστά από κάτι κλαδιά, ξερά, μπηγμένα στην άμμο, παρατεταγμένα επίσης γύρω από ένα πράγμα που άσπριζε. Οι κινήσεις των ανθρώπων αυτών πρόδιναν ταραχή.
   Ο Σέρτζιο επιβράδυνε το βήμα του και μπήκε στο πλάνο από το μέρος της γυναίκας του.
   «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε.
   «Ένα πτώμα», απάντησε εκείνη κοφτά και με διάθεση χαλασμένη.
   Ο Σέρτζιο κοίταξε καλύτερα. Τα κλαδιά κι αυτά πεθαμένα, οι ζωικοί τους χυμοί είχαν στερέψει στον καύσωνα και τα μαραμένα φύλλα έπεφταν πάνω σ' ένα μακρουλό και τυλιγμένο με σεντόνι μπόγο. Όμοιο μ' αιγυπτιακή σαρκοφάγο σαν κι αυτές που εκθέτουν τα μουσεία. Το σεντόνι δεν διέγραφε λεπτομέρειες αλλά έδινε μια πλάγια τομή σώματος  με γραμμές αδρές: πόδια - κεφάλι, τ' άλλα τα μάντευες, τα γόνατα, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, το σαγόνι ριγμένο πίσω. Απ' το περιτύλιγμα ξέφευγαν μόνο τα μαλλιά, μαύρα, γυαλιστερά, νεανικά, ζωντανά ακόμα.
   «Πνίγηκε, πρέπει να 'ναι πάνω από ώρα», είπε ο στρατιωτικός, καραμπινιέρος βαθμοφόρος. Έβγαλε το πηλίκιο, σκούπισε τον ιδρώτα. «Δεν ξέρουμε ποιος είναι», πρόσθεσε, «...δεν είχε χαρτιά». 
   Με μια τελευταία, φευγαλέα ματιά, ο Σέρτζιο κι η Κλάρα προσπέρασαν.
    Την είδε να μπαίνει στο νερό, περπατούσε στα ρηχά, αργά, κακόκεφα, χέρια αφημένα να κρέμονται, κοιλιά προτεταμένη κόντρα στα κυματάκια που έβραζαν κάτω απ' τον δυνατό ήλιο. Ήταν το πρώτο της μπάνιο κι είχε ένα χρώμα όχι απλά άψητο, ασπρουλό, αλλά λευκό, κρύο, παγερό, σκληρό, ο Σέρτζιο το 'ξερε καλά, ακόμα κι αν άλλαζε, θα γινόταν το πολύ κοκκινωπό και δεν θα μετάλλαζε ποτέ σε πραγματικό καφέ του μπρούτζου. Δεν ήταν καλοφτιαγμένη, στενοί γοφοί μα πόδια στρουμπουλά, λιπόσαρκη πλάτη, στήριζε ένα ογκώδες κεφάλι. Είχε αμπαρωθεί ερμητικά μέσα σ' αυτό το σώμα και προς τα έξω πρόβαλλε μόνο τα φιλύποπτα μάτια της. Ο Σέρτζιο χαμογέλασε: κατανόηση και στοργή. Θέλησε να την πλησιάσει γλιστρώντας πίσω της. Μα βιάστηκε. Δεν υπολόγισε την άμμο του βυθού και μια τούφα φύκια, σκόνταψε κι έπεσε άγαρμπα πάνω της συμπαρασύροντάς την.
   Πάραυτα εκείνη ξαναστυλώνεται και είναι βλοσυρή, αμείλιχτη: 
   «Δεν μ' αρέσουν τ' αστεία στη θάλασσα». 
  «Με συγχωρείς, δεν το 'θελα... να... σκόνταψα», απολογείται ο Σέρτζιο. 
  «Σε παρακαλώ, να μην επαναληφθεί», τον αντικόβει η Κλάρα ακλόνητη.
   Την κοίταζε που απομακρυνόταν, εξουθενωμένος, ανήμπορος ν' αντιδράσει. Ήταν παντρεμένοι μόλις ένα εξάμηνο μα αυτός ο γάμος κάπου σκόνταφτε. Δεν επικοινωνούσαν. Φυσικά ο Σέρτζιο έλπιζε. Επειδή απέδιδε τα πάντα στο χρόνο, όχι ακόμα αρκετό για να συνηθίσουν στην νεότροπη, κοινή ζωή.
   Τώρα κολυμπούσαν μαζί αμίλητοι και συγκρατημένοι ενώ ο ήλιος ξεσπούσε πάνω τους και τους σιγόβραζε  μες στον αρμυρό χυλό. Απ' τη μεριά της θάλασσας λοιπόν ιδωμένη, η ακτή ήταν όμορφη. Κι όσο το βλέμμα τη μετρούσε, έρημη. Στη μια της άκρη έριχνε τη σκιά της μια εγκαταλειμμένη πολεμίστρα, στην άλλη απόληγε η καμπύλη της γης, τα σύνορα των βράχων και του θαμνόδασους. Ο ήλιος είχε ξαφνικά μεγαλώσει και θάμπωνε τον ορίζοντα κι αυτό το μείγμα από σκόνη και καύσωνα έπεφτε πάνω στα πεύκα, αναμειγνυόταν με την κιτρινάδα των λόφων και σκόρπιζε παντού παράξενη ομίχλη. 
   «Όμορφο, ε;» έκανε ο Σέρτζιο για να σπάσει τη σιωπή. 
   «Εγώ το βρίσκω φριχτό».  
   «Μα εσύ δεν πρότεινε να 'ρθουμε;» 
   «Ε, και λοιπόν, ήταν λάθος μου, λάθος, αυτό είναι όλο... αλλά αυτό δε σημαίνει πως φταίει ο τόπος». 
   Ο Σέρτζιο αποθαρρύνθηκε ολότελα, σώπασε οριστικά. Μάλλον δεν υπήρχαν περιθώρια συννενοήσεως.
   Επιτέλους βγήκαν. Περπάτησαν λίγο στην αμμουδιά μέχρι το σωρό των ρούχων παρακάμπτοντας τη σορό του νεκρού. Την ώρα εκείνη ήταν εντελώς μόνοι: οι δυο τους κι αυτός. Οι ψαράδες κι ο στρατιωτικός έφυγαν πέρα απ' τους σωρούς των αμμόλοφων.
   Η Κλάρα όρθια, νευρική, σκουπίζει μια τα χέρια, μια τα πόδια της.
   «Δεν γίνεται να πάμε λίγο πιο 'κει;» λέει ο Σέρτζιο, «...είναι ανάγκη να σταθούμε ακριβώς δίπλα;»
   Η Κλάρα πέταξε την πετσέτα. 
   «Οι νεκροί δεν μ' ενοχλούν διόλου», δήλωσε. 
   «... Δηλαδή σ' ενοχλούν οι ζωντανοί». 
  «Μα γιατί ξύνεις συνέχεια τα νύχια για καυγά;... Ήρθαμε ν' απολαύσουμε τη θάλασσα, ναι ή όχι;... Τώρα θες σώνει και καλά  να σου πω ότι μ' ενοχλείς;...»
   Ο Σέρτζιο ήταν πάλι αξιοθρήνητος. 
   «Όχι... το αντίθετο», ψέλλισε.
   «Ε, κι όμως είναι ακριβώς έτσι... μ' ενοχλείς... ιδίως όταν μου μιλάς  για να μου αντιμιλήσεις... τότε μ' ενοχλείς περισσότερο... κι από κάθε νεκρό... Λοιπόν, είσαι ευχαριστημένος τώρα;»
   Ο Σέρτζιο κατάπιε τη γλώσσα του. Πιο πολύ ένιωθε έκπληξη. Τόση κακία!
   Η Κλάρα στο μεταξύ ξαπλώνει μπρούμυτα, λύνει σουτιέν και ντεσσού, η κοιλιά και τα στήθη γυμνά μπαίνουν στην άμμο. Η άμμος καίει. Προσπαθεί να βολευτεί. Φαίνεται όμως για κάτι ν' αδημονεί. 
   «Τι ώρα πάει;»
   Ο τρόπος που ρώτησε ενίσχυσε τα κακά προαισθήματα του Σέρτζιο. Τι θέλει να πει «Τι ώρα πάει»; Γιατί δεν είπε «Τι ώρα είναι;» αναρωτήθηκε απαντώντας ταυτόχρονα: 
   «Έντεκα». 
   Η γυναίκα τινάχτηκε. 
   «Αδύνατο», είπε. 
   Ο Σέρτζιο δίχως μιλιά τής περνάει κάτω απ' τη μύτη τον καρπό του προτείνοντας το ρολόι του. 
   «Καλά, καλά», κάνει εκείνη σφιγμένα, φανερώνοντας την απογοήτευσή της. Ο Σέρτζιο δεν ξέρει τι να υποθέσει.
   Η κατάσταση αυτή με το πτώμα από δίπλα του 'δινε φοβερά στα νεύρα. Πάντως ένιωθε πειρασμό να πάει κοντά, να τραβήξει το σεντόνι. Έβγαιναν κιόλας οι πρώτες αναθυμιάσεις της αποσύνθεσης και μόλυναν τον αέρα. Η ζέστη χειροτέρευε τα πράγματα. Στο νου του ήρθαν εικόνες του πολέμου. Κουφάρια καλυμμένα από χρυσοπράσινες μύγες. Ένιωσε αηδία και φρίκη. 
   «Μα δεν μπορώ να μάθω κι εγώ τέλος πάντων γιατί πρέπει σώνει και καλά να κάνουμε παρέα σ' ένα πτώμα;...» τσίριξε έξαλλος.
   Η απάντηση της γυναίκας αντήχησε μέσα στο κοίλωμα που σχημάτιζαν οι αγκώνες της στηρίζοντας το κεφάλι, κρύβοντάς της το πρόσωπο: 
   «Μπορείς να πηγαίνεις, αν θες... εγώ θα μείνω... άλλωστε έφυγαν όλοι... τουλάχιστον κάποιος να το φρουρεί».
   Τι παρακάτω να πει; Τ' αγκάθια του ήλιου τον τρύπαγαν βάναυσα, η παραλία χώνευε στο βάθος της αντηλιάς. Ο Σέρτζιο έμεινε ένα λεπτό ακίνητος. Ταπεινωμένος. Μετά πετάχτηκε, πήρε φόρα και με το κεφάλι βούτηξε στη θάλασσα. Αυτό τον συνέφερε, παρόλο που βρήκε το νερό ακόμα πιο ζεστό από πριν. Όταν αναδύθηκε διαπίστωσε πως είχε και η Κλάρα μετακινηθεί και τριγύριζε ξανά, αργά, εξεταστικά, το σημείο με το πτώμα. Από μακριά, το περίγραμμά της ασκούσε μια ακατανίκητη γοητεία πάνω του. Να της φερθεί ευγενικά. Αναθάρρησε σ' αυτή την καινούρια ιδέα. «Αυτό είναι. Ίσως αυτό λείπει απ' το γάμο μας. Λοιπόν τώρα δα θα πάω κοντά της, θα της χαμογελάσω, σαν να 'ταν η πρώτη φορά, κι αυτή μια κοπελίτσα... που μέχρι το βράδυ πρέπει να έχω κατακτήσει». Ξαλαφρωμένος, με νέο κουράγιο, βγήκε. Εκείνη είχε επιστρέψει, αφού είχε περιεργαστεί αρκετά τον τόπο του θανάτου, κι ήταν πεσμένη μπρούμυτα, στην προηγούμενη θέση της, πλάι στα ρούχα. Ο Σέρτζιο δεν δίστασε. Άπλωσε το κορμί του παράλληλα στο δικό της και πέρασε το χέρι του στη μέση της ψιθυρίζοντας: 
   «Ένα φιλάκι;...»
   Δεν σήκωσε καν το κεφάλι. 
   «Λωλάθηκες; Τι σε πιάνει κάθε τόσο;»
   «Καλά... ούτε ένα φιλί πια δεν μπορούμε να σου ζητήσουμε;»
   «Όχι. Όχι τώρα. Ούτε εδώ».
   «Γιατί; Ζευγάρι νόμιμο δεν είμαστε;»
   «Είμαστε σε δημόσιο χώρο. Κι ύστερα... τουλάχιστο λίγος σεβασμός στο νεκρό».
   «Ω, διάβολε, πόσες φορές σου 'πα να του δίνουμε από 'δω χάμου;» 
   «Δεν θέλω...» Στη φωνή της είχε μετριασθεί ο θυμός κι είχε προστεθεί κάτι μεταξύ παραίτησης και παράπονου. «Αλλά εσύ αν θες πήγαινε...»
   Ο Σέρτζιο προσπάθησε να χαλαρώσει και για μερικά λεπτά συνέχισε την ηλιοθεραπεία του. Πήγε μιάμιση. Κοίταξε το ρολόι του και με προσποιητό κέφι: 
   «Τι θα 'λεγες να τσιμπήσουμε κάτι;» πρότεινε απλώνοντας να πάρει το σακκίδιο.
   «Μα είναι νωρίς ακόμα», διαμαρτυρήθηκε η Κλάρα κι η φωνή της αντήχησε στα τυλιγμένα πάντα γύρω στο πρόσωπό της μπράτσα κι έσβησε σαν λυγμός. Ο Σέρτζιο χωρίς λέξη επανέλαβε την κίνηση με τον καρπό του χεριού του πάνω απ' τα μάτια της. Εκείνη κοίταξε, είπε: 
   «Φάε εσύ... εγώ δεν πεινώ»
   Ο Σέρτζιο ξετύλιξε το πακέτο, έβγαλε ένα σάντουιτς κι άρχισε να τρώει με βουλιμία. Την ίδια στιγμή πίσω απ' τους λόφους ξεπρόβαλε μια μικρή πομπή. Επικεφαλής ο καραμπινιέρος αξιωματικός. Τον ακολουθούσαν δυο άντρες κουβαλώντας ένα φορείο κι οι κάθε λογής περίεργοι. Την κουστωδία, ως συνήθως, έκλειναν πιτσιρίκια. Κατέβαιναν με δυσκολία λόγω της άμμου και με κατεύθυνση το πτώμα.
   «Έρχονται να το πάρουν», συμπέρανε ο Σέρτζιο με μπουκωμένο στόμα. Σηκώθηκε και τους πλησίασε. Η Κλάρα κούμπωσε βιαστικά το σουτιέν της, έδεσε τα κορδονάκια του σλιπ και τον έφτασε τρέχοντας.
   Οι άντρες ακούμπησαν το φορείο στην άμμο. Αυτοσχέδιο, δυο παράλληλα στερεωμένα πρόχειρα παλούκια, μια κουβέρτα. Ο καραμπινιέρος κόντευε να σκάσει μες στη στολή. Πήρε ύφος, που μαρτυρούσε όμως περισσότερο βαριεστημάρα, για τις απαραίτητες διαταγές: 
   «Άντε πάρτε τον... βγάλτε πρώτα αυτά τα κλαδιά, δυο απ' τα πόδια, δυο απ' τα χέρια... μπρος βάλτε τον στο φορείο... κουνηθείτε». 
   «Να βγάλουμε το σεντόνι;» 
   «Όχι, αφήστε το, μη τον ξεσκεπάζετε».
   Ο Σέρτζιο χάζευε τη σκηνή με περιέργεια, αλλά περιέργεια προκαλούσε επίσης κι ο ίδιος με το μισοδαγκωμένο σάντουιτς στο χέρι. Πολύ αργά να το κρύψει στο σακκίδιο κι αδύνατο να το καταπιεί μονομιάς. Η Κλάρα έδειχνε ανήσυχη. Παρακολουθούσε από κοντά τις κινήσεις των τραυματιοφορέων, σε κάποια όμως στιγμή δεν άντεξε, πλησίασε αστραπιαία τον ένα απ' αυτούς και τον ρώτησε κάπως απότομα: 
   «Τελικά μάθατε ποιος είναι;» 
   Ο άντρας που πάλευε εκείνη τη στιγμή να τραβήξει τα κλαδιά και να τα αποσπάσει απ' την άμμο, όπου έπιαναν γερά, απάντησε χωρίς να στραφεί προς το μέρος της: 
   «Όχι, δε βρέθηκαν πάνω του χαρτιά».
   «Διαπιστώσατε πώς έφθασε μέχρις εδώ;»
   «Με βέσπα... υπάρχει μια βέσπα πιο πάνω... στους θάμνους».
   «Χμ... μηχανόβιος...» ξέφυγε του Σέρτζιο.
   «Μη γίνεσαι ηλίθιος», ύψωσε η Κλάρα ξανά τη φωνή της. Ένας απ' τους άντρες του φορείου γύρισε ξαφνιασμένος προς την πλευρά τους. 
   «Τελειώνετε», είπε ο αξιωματικός. 
   Τέσσερις άντρες έπιασαν απ' τα τέσσερα άκρα τον άσπρο μπόγο και τον απόθεσαν στο φορείο. Με το τράνταγμα το κεφάλι του νεκρού έγειρε πίσω και πρόβαλε απ' το σεντόνι.
   Ο Σέρτζιο προσέχει το πρόσωπο, μελαχρινό, με απόλυτα συμμετρικά χαρακτηριστικά, αρκετά κοινά κατά τ' άλλα. Πάνω κάτω στην ηλικία του.
   Η Κλάρα κάνει πίσω, τρέχει και χώνει το κεφάλι της στα αφημένα ρούχα. Το σώμα της πάνω στην άμμο σπαράζει.
   Η πομπή ξεκίνησε προς τους λόφους με την ίδια διάταξη που είχε έλθει. Ο καραμπινιέρος μπροστά και πίσω το φορείο  με τους τέσσερις συν ένα άντρες κι η ακολουθία των ψαράδων και των γυναικόπαιδων. Ο Σέρτζιο βαστώντας πάντα στο ένα χέρι το σάντουιτς γύρισε στην Κλάρα. Η Κλάρα κλαίει ασταμάτητα. 
   «Έλα... έλα τώρα Κλάρα... μπορώ να σε καταλάβω... είναι φοβερό... αλλά επιτέλους δεν πρόκειται παρά για έναν ξένο».
   Και πάλι η φωνή της βγαίνει αλλοιωμένη μέσ' απ' τα μπράτσα της που τη σφίγγουν. 
   «Όχι, δεν μπορείς να με καταλάβεις... δεν θα καταλάβεις ποτέ τίποτα... και... δεν ήταν, δεν ήταν ξένος».
   «Πώς...»
   «Τον αγαπούσα... αγαπιόμασταν... σήμερα είχαμε ραντεβού εδώ».
  
Μοράβια Αλμπέρτο
(μτφ. Αντιγόνη Ίσσαρη)
«Η Λέξη», 1984