Μου είναι αδύνατο να δώσω οποιαδήποτε εξήγηση σ' αυτή την ιστορία. Θα σας τη διηγηθώ απλώς, όπως συνέβη. Είναι η πιο παράξενη, μα και η πιο τραγική περιπέτεια της ζωής μου.
Αυτή λοιπόν η ιστορία άρχισε το καλοκαίρι του 1914, λίγο πριν από τον πόλεμο, τότε ακριβώς που με φιλοξενούσε στο Μπαντζεγουόρθυ ο καλύτερος φίλος μου: ο Νηλ Καρσλάικ. Εκείνο τον καιρό πάλι γνώρισα τη Σύλβια, την αδερφή του φίλου μου, που είχε αρραβωνιαστεί λίγες μέρες πριν τον Τσαρλς Κρόλεϋ, έναν άντρα πολύ πιο μεγάλο από αυτήν, μα γεμάτο εξαιρετικά χαρίσματα και πλουσιότατο.
Φτάσαμε στο Μπαντζεγουόρθυ κατά τις εφτά η ώρα το βράδυ κι ο Νηλ αμέσως με πήγε στο δωμάτιό μου για να ντυθώ για το δείπνο. Θυμάμαι ότι του είχα πει χαμογελώντας, ότι το Μπαντζεγουόρθυ έμοιαζε σαν στοιχειωμένο σπίτι. Ο φίλος μου, χαμογελώντας κι αυτός, μου απάντησε ότι στ' αλήθεια εκείνος ο πύργος ήταν στοιχειωμένος, μα δεν είχε μπορέσει ποτέ του να συναντήσει κανένα φάντασμα στους σκοτεινούς και έρημους διαδρόμους του.
Έπειτα έφυγε, με την υπόσχεση ότι θα ξαναγύριζε να με πάρει. Άλλαξα λοιπόν κι έδενα τη γραβάτα μου μπροστά στον καθρέφτη, μέσα στον οποίο έβλεπα το πρόσωπό μου και τους ώμους μου και, πιο πίσω, τον τοίχο του δωματίου: μια λεία επιφάνεια με μια πόρτα στη μέση. Άξαφνα όμως, είδα ότι αυτή η πόρτα άνοιγε σιγά - σιγά.
Δεν ξέρω γιατί δεν γύρισα: θα ήταν πολύ φυσικό αυτό, μα δεν το έκανα. Στάθηκα μόνο και κοίταζα την πόρτα που άνοιγε, για να μπορέσω να δω το εσωτερικό του διπλανού δωματίου.
Το διπλανό δωμάτιο ήταν πιο μεγάλο από το δικό μου, με δύο κρεβάτια. Μα, με την πρώτη ματιά που έριξα, μου κόπηκε η αναπνοή. Στην άκρη του ενός κρεβατιού στεκόταν ένα τρομοκρατημένο κορίτσι. Μπροστά της ένας άντρας, απειλητικός, ήταν έτοιμος να τη χτυπήσει. Και ξαφνικά, με μία αστραπιαία ταχύτητα, την άρπαξε από το λαιμό, σφιχτά, με τα χοντρά χέρια του και την ανάγκασε να γονατίσει μπροστά του. Έπειτα άρχισε να την πνίγει σιγά - σιγά σαν να ήθελε να διαρκέσει αιώνια αυτή η ηδονή του εγκλήματός του.
Δεν έκανα λάθος. Αυτό το θέαμα το έβλεπα καθαρά μέσα στον καθρέφτη. Έβλεπα το πρόσωπο του κοριτσιού, παραμορφωμένο από τη φρίκη που κοκκίνιζε από το στραγγάλισμα, τα χρυσόξανθα μαλλιά του, τη μεταξωτή τουαλέτα του. Του δολοφόνου έβλεπα μόνο τη ράχη και μια ουλή, ένα παλιό σημάδι στο αριστερό μάγουλό του που κατέβαινε και χανόταν στο λαιμό.
Για να σας περιγράψω όλ' αυτά, χρειάστηκα αρκετή ώρα. Μα στην πραγματικότητα συνέβησαν σ' ένα δευτερόλεπτο. Μόλις συνήλθα λοιπόν, έκαν' αμέσως να τρέξω για να γλιτώσω το κορίτσι από τα χέρια του δολοφόνου.
Μα, απέναντί μου, στον τοίχο που έβλεπα μέσα στον καθρέφτη, ήταν ένα τεράστιο έπιπλο, μια μεγάλη ντουλάπα. Καμιά ανοιχτή πόρτα! Καμιά σκηνή εγκλήματος! Ξανακοίταξα στον καθρέφτη κι είδα ότι καθρέφτιζε το τεράστιο εκείνο έπιπλο.
Έκλεισα τα μάτια μου, ζαλισμένος, και έπειτα όρμησα σαν τρελός έξω από το δωμάτιο. Εκείνη τη στιγμή είδα στο βάθος του διαδρόμου τον Νηλ που ερχόταν να με πάρει και που με ρώτησε κατάπληκτος τι είχα πάθει.
Θα με πέρασε δίχως άλλο για τρελό, όταν τον ρώτησα αν υπήρχε πίσω από τη ντουλάπα καμιά πόρτα. Μου απάντησε ότι ήταν μία πόρτα που έβγαζε στο διπλανό δωμάτιο, όπου έμενε το ζεύγος Όλντχαμ. Η λαίδη Όλντχαμ ήταν μελαχρινή και κάπως γεμάτη. Διάβολε! Τι είχε συμβεί λοιπόν; Έκρυψα τη συγκίνησή μου και συλλογίστηκα ότι θα είχα πέσει θύμα καμιάς παραισθήσεως.
Όταν μπήκαμε στην τραπεζαρία, ο Νηλ μου είπε άξαφνα:
«Να, η αδελφή μου, η Σύλβια».
Σήκωσα τα μάτια και είδα κατάπληκτος μπροστά μου το ξανθό κορίτσι που είχα δει μέσα στον καθρέφτη!... Η Σύλβια την ίδια στιγμή μού σύστησε τον αρραβωνιαστικό της, έναν υψηλόσωμο άνδρα, μελαχρινό, με τετράγωνους ώμους, μ' ένα σημάδι στο αριστερό μάγουλο. Ήταν ο δολοφόνος!
Και τώρα συλλογιστείτε τη θέση μου. Τι θα κάνατε εσείς; Μπροστά μου ήταν ο άνθρωπος που ήθελε να στραγγαλίσει το ξανθό κορίτσι. Κι αυτό, το ξανθό κορίτσι, η Σύλβια, θα παντρευόταν το δολοφόνο του ύστερ' από ένα μήνα, όπως μου έλεγε χαμογελώντας.
Είχα δει άραγε κανένα προφητικό όραμα; Μήπως η Σύλβια κι ο άντρας της θα καθόντουσαν καμιά μέρα σ' εκείνο το δωμάτιο, κι η σκηνή που είχα δει στον καθρέφτη θα παιζόταν στην πραγματικότητα;
Ποιο ήταν το καθήκον μου; Έπειτα ο Νηλ κι η Σύλβια θα έδιναν καμιά πίστη στα λόγια μου;
Μα αν δε μιλούσα, η ξανθιά Σύλβια θα παντρευόταν τον Τσαρλς Κρόλεϋ κι ο Κρόλεϋ θα την στραγγάλιζε!
Τη μέρα, λοιπόν, που ετοιμαζόμουν να φύγω, της εξομολογήθηκα τους φόβους μου. Η Σύλβια μ' άκουσε ήσυχα, με μια παράξενη έκφραση στα μάτια. Έπειτα μ' ευχαρίστησε με σοβαρότητα και μου έσφιξε το χέρι σαν φίλη.
Έφυγα αμέσως για το Λονδίνο και στο τέλος της εβδομάδας έμαθα ότι η Σύλβια διέλυσε τους αρραβώνες της...
Ύστερ' από λίγο, άρχισε ο πόλεμος. Στο χαράκωμα συλλογιζόμουν διαρκώς τη Σύλβια. Την αγαπούσα. Τη λάτρευα...
Το 1916 ο Νηλ σκοτώθηκε δίπλα μου κι ήταν γραφτό μου να διηγηθώ εγώ στη Σύλβια τις τελευταίες στιγμές του αδελφού της. Όταν την αντίκρισα, λοιπόν, κατάλαβα πια ότι δε μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν... Μα έπρεπε να γυρίσω πάλι στο μέτωπο...
Πόσο επιθυμούσα να σκοτωθώ εκεί πέρα στο χαράκωμα. Μα οι σφαίρες περνούσαν γύρω μου δίχως να μ' αγγίζουν. Μια χτύπησε πάνω στη μεταλλική τσιγαροθήκη μου. Μια άλλη με ξέγδαρε κάτω απ' το δεξί αυτί. Έπειτα ήρθε η ανακωχή. Ο Τσαρλς Κρόλεϋ είχε σκοτωθεί στις αρχές του 1918.
Αυτό το περιστατικό μ' έκανε να πάρω μιαν απόφαση. Εξομολογήθηκα τον έρωτά μου στη Σύλβια και της ζήτησα το χέρι της.
Η Σύλβια χαμογέλασε:
«Γιατί έκανες τόσο καιρό να μου το πεις;» με ρώτησε.
Ταραγμένος ψιθύρισα το όνομα του Κρόλεϋ.
«Μα τι μ' έκανε νομίζεις να χαλάσω τους αρραβώνες μου; Η αγάπη μου για σένα!» μου είπε και μου εξομολογήθηκε κι εκείνη ότι με είχε ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή.
Η Σύλβια κι εγώ, λοιπόν, παντρευτήκαμε ύστερ' από λίγο κι αρχίσαμε να ζούμε μια ευτυχισμένη ζωή.
Μα ήμουν ζηλιάρης, τρομερά ζηλιάρης. Η Σύλβια στην αρχή διασκέδαζε με τα παράπονά μου, ύστερ' όμως άρχισε να στεναχωριέται και τέλος κατάλαβε ότι η ζωή της είχε καταντήσει ένα ανυπόφορο μαρτύριο. Έγινε μελαγχολική και άρχισε να με αποφεύγει.
Ένιωσα τότε ότι δε μ' αγαπούσε πια. Η ζήλια μου είχε σκοτώσει τον έρωτά της. Έπειτα, ένας παλιός φίλος της, ο Ντέρεκ Γουαινράιτ, μπήκε στη ζωή μας... Είχε ό,τι μου έλειπε: Εξυπνάδα και πνεύμα. Όταν τον είδα, είπα μέσα μου: «Μ' αυτόν θα με απατήσει η Σύλβια».
Και το ίδιο βράδυ της έκανα μια τρομερή σκηνή. Έπειτα, έφυγα και πήγα στη λέσχη. Όταν όμως γύρισα, το σπίτι ήταν άδειο. Η Σύλβια, σ' ένα σημείωμα που μου είχε αφήσει, μου έγραφε ότι πήγαινε στο Μπαντζεγουόρθυ. Ύστερα θα πήγαινε να συναντήσει «το μόνο πρόσωπο που την αγαπάει και νοιάζεται γι' αυτήν».
Αυτό το πρόσωπο θα ήταν δίχως άλλο ο Ντέρεκ Γουαινράιτ. Τρελός τότε από τη λύσσα μου, πήδηξα στο αυτοκίνητο κι έφτασα την ίδια νύχτα στο Μπαντζεγουόρθυ.
Ανέβηκα τρέχοντας τη σκάλα κι όρμησα μέσα στο δωμάτιό της.
«Δε θα παντρευτείς άλλον!» της φώναξα. «Δε θα σου δώσω διαζύγιο!»
Κι έκανα να τη χτυπήσω. Έπειτα, τυφλωμένος από τη ζήλια μου, την άρπαξα από το λαιμό, τη γονάτισα μπροστά μου και θέλησα να την πνίξω.
Μα την ίδια στιγμή η ματιά μου έπεσε απέναντι στον καθρέφτη. Κι είδα τη Σύλβια μισοπνιγμένη και τον εαυτό μου όρθιο μπροστά της με τα χέρια στο λαιμό της και με το σημάδι της σφαίρας στο μάγουλο, κάτω από το δεξί αυτί...
Ε, λοιπόν, ναι... Δεν τη σκότωσα. Το ξαφνικό εκείνο όραμα με παρέλυσε. Και την άφησα να σωριαστεί καταγής.
Ύστερα ησύχασα... Η Σύλβια τότε μου εξήγησε ότι το πρόσωπο που θα συναντούσε ήταν ο Άλαν, ο αδερφός της...
Εκείνο το βράδυ λοιπόν, έσβησε κάτι μέσα μου, για πάντα: η ζήλια. Η Σύλβια μ' αγαπούσε ακόμη, παρ' όλα τα μαρτύρια που είχε υποφέρει κι έτσι ξαναρχίσαμε μια νέα ευτυχισμένη ζωή.
Μα, καμιά φορά, αναρωτιέμαι: Αν δεν έκανα το λάθος να δω δηλαδή το σημάδι στο αριστερό μάγουλο του δολοφόνου, αντί στο δεξί, ξεχνώντας ότι ο καθρέφτης παρουσιάζει ανάποδα τα πράγματα, ο Τσαρλς Κρόλεϋ θα έπνιγε άραγε τη Σύλβια; Ύστερα θα ειδοποιούσα τη Σύλβια; Κι η Σύλβια ποιον άραγε θα παντρευόταν: εμένα ή τον Κρόλεϋ;
Δεν ξέρω τι να πω. Δε μπορώ να δώσω καμιά εξήγηση σ' αυτό το περίεργο και σκοτεινό αίνιγμα. Εκείνο όμως που ξέρω είναι ότι μόνο ο θάνατος θα με χωρίσει από τη Σύλβια.
Κρίστι Αγκάθα
«Μπουκέτο», 1934
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου