Έτσι ήταν η Σοφία· όμορφη, πετυχημένη, γνωστή καλλιτέχνις. Στη Νέα Υόρκη η δουλειά της, κάθε λίγο και λιγάκι στα περιοδικά -σχεδιάστρια επίπλων, χρόνια σπουδές σε Ευρώπη και Αμερική, εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί όταν η δουλειά της εκτιμήθηκε κι αυτή απογειώθηκε, οικονομικά και καλλιτεχνικά, οι εκθέσεις της, πάντα γεγονός της χρονιάς. Μας είχε καλέσει κάποτε να πάμε, μα ο Παντελής δε φεύγει εύκολα από το εργοστάσιο, δεν εμπιστεύεται κανέναν «μην αφήνεις ποτέ δουλειά σε χέρια ξένου». Ούτε τον αδερφό του εμπιστεύεται, τον πήρε απ' το δημόσιο -καλός κομπιουτεράς- τον έβαλε να κάνει όλη τη μηχανοργάνωση, τα πήγε περίφημα, μα δεν είναι και για να παίρνει αποφάσεις. Το εργοστάσιο μεγαλώνει, πάει καλά, πολύ καλά, βάλαμε τώρα και εσώρουχα. Μεγάλη ζήτηση, πολύ καλή ποιότητα, στήσαμε κι αλυσίδα μαγαζιών. Δε λέω, και με το ρούχο καλά πηγαίναμε, μα το εσώρουχο είναι άλλο πράμα! Όλες νομίζουν πως αγοράζουν ξένη μάρκα κι εμείς δεν το διαψεύδουμε, κορόιδα είμαστε; Αφού οι αφελείς ζητάνε ξένα, ξένα τους δίνουμε κι εμείς.
Όλη η οικογένεια στην επιχείρηση δουλεύει· ο Παντελής, ο αδερφός του, η γυναίκα του αδερφού του -στο λογιστήριο- κι εγώ φυσικά, υπεύθυνη στα μαγαζιά, κούραση, μεγάλη κούραση, αλλά χαλάλι! Τα παιδιά μου δεν τελείωσαν σπουδές ακόμα· ο γιος μου θα δώσει ιατρική και, βέβαια, τι να κάνει στην επιχείρηση ως γιατρός; Θα του ανοίξει ιατρείο ο πατέρας του, καλύτερα, πολύ καλύτερα για το παιδί! Η κόρη σπουδάζει οικονομικά, την ετοιμάζει για διάδοχο ο Παντελής, καλά κάνει, της πάει αυτή η δουλειά.
Όποια δουλειά κι αν κάνεις είναι κουραστική, μα η δική σου επιχείρηση, τρισχειρότερη, δεν το συζητώ! Δεν έχει γιορτή και σχόλη, δεν έχει διακοπές -Πάσχα και Χριστούγεννα τα μεγάλα φόρτε- και μόνο ο Αύγουστος μάς έμεινε πλέον για ξεκούραση. Ο Παντελής το έχει έτσι κανονίσει, «δε θα πεθάνουμε κιόλας»· τον Αύγουστο το εργοστάσιο κλείνει για να μπορέσουμε κι εμείς να χαρούμε το σπίτι μας στην Εύβοια. Κοντά στην Αγία Άννα, ένα σπίτι όνειρο, βάλαμε όλα μας τα δυνατά και φτιάξαμε μια βίλα θαύμα, πέντε στρέμματα το χτήμα με νερό δικό του, μέσα σε μια δεκαετία τα δέντρα ήρθαν και θέριεψαν, ένας παράδεισος!
Της έλεγα κάθε χρόνο «έλα και συ λίγο Ελλάδα, έχεις χρόνια να κάνεις διακοπές, πάνω από είκοσι, διακοπές αληθινές με Αιγαίο, φέτα και ντομάτα, όχι σαν τα νησιά που πας, αυτά του Ειρηνικού ή κάτι Μαυρίκιους στου διαόλου τη μάνα. Έλα να γνωρίσεις και τ' ανίψια σου που τα ξέρεις μόνο από φωτογραφίες, τον Παντελή, που τον θυμάσαι μονάχα από τον γάμο».
Ναι, γιατί όταν παντρεύτηκα η Σοφία τελείωνε το λύκειο στη Θεσσαλονίκη -μικρότερή μου έξι χρόνια- έφυγε κατόπιν για σπουδές στη Φλωρεντία -αρχιτεκτονική- μετά πήγε Λονδίνο -αρχιτεκτονική εσωτερικού χώρου- κι ύστερα πια Αμερική. Όσο ζούσαν οι γονείς μας κι ήταν κι αυτή Ευρώπη, κατέβαινε Θεσσαλονίκη πού και πού για να τους δει, μα Αθήνα δεν ερχόταν, δεν προλάβαινε, πάντα πνιγμένη μέσα στις σπουδές της τη θυμάμαι, γι' αυτό σταδιοδρόμησε καλά, τίποτα δε γίνεται χωρίς κόπο.
Επιτέλους, φέτος αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα. «Θα κάτσω είκοσι μέρες», μου τηλεφώνησε. Είχε μια έκθεση τον Μάη, πήγε πολύ καλά, ήταν ευχαριστημένη, είπε να ξεκουραστεί λιγάκι. «Πού καλύτερα απ' το σπίτι της αδερφής σου;» της είπα. Συμφώνησε, και στις τρεις Αυγούστου πήγε η κόρη μου να την πάρει απ' το αεροδρόμιο· πάντα θαύμαζε την ξενιτεμένη θεία της. Εγώ είχα έρθει από μέρες πριν στο εξοχικό· να καθαρίσω, να ψωνίσω, να ετοιμάσω τα πάντα μαζί με την Αγγελική, το δεξί μου χέρι, αν δεν την είχα, δεν ξέρω τι θα έκανα με τέτοιο τρεχαλητό που με δέρνει.
Ήρθε κι ήταν μια κούκλα, ένα ποίημα! Σαν πιο ψηλή μου φάνηκε, πιο λεπτή, γυμνασμένη, μαυρισμένη.
«Πότε πρόλαβες και μαύρισες, βρε πουλάκι μου;» τη ρώτησα η αφελής.
«Σολάριουμ, παιδί μου, σολάριουμ. Μαυρίζεις όποτε θέλεις κι είναι πιο ασφαλές από τον ήλιο».
«Ναι, μέχρι να σας πουν ότι κι αυτό βλάπτει και να πανικοβληθείτε όπως με το τσιγάρο. Την ξέρουμε δα την υστερία των Αμερικάνων!»
Αλλάζοντας κουβέντα με ρώτησε για τον άντρα μου, της είπα πως είχε πάει για ψάρεμα. «Τρελαίνομαι για ψάρεμα», φώναξε σαν μικρό παιδί κι έφυγε σφαίρα για τη θάλασσα, αφήνοντας τις βαλίτσες της στη μέση του καθιστικού. Τις μάζεψα, τις πήγα στο δωμάτιό της και τακτοποιήσαμε με την Αγγελική τα πράγματά της στην ντουλάπα. Είχε φέρει πολλά περιοδικά που παρουσίαζαν τη δουλειά της, με φωτογραφίες και συνεντεύξεις της. «Πω πω, δηλαδή η αδερφή σας είναι πολύ σπουδαία στην Αμερική!» θαύμασε η κοπέλα κι έτσι της κόλλησε εκείνο το «σπουδαία», που η Σοφία γελούσε ακούγοντάς το, με την καρδιά της.
Όλη μέρα στη θάλασσα, συχνά με τον Παντελή για ψάρεμα, έφευγαν το πρωί με το φουσκωτό χαράματα και γύριζαν σούρουπο. «Οι καλύτερες διακοπές μου εδώ και χρόνια», έλεγε κάθε τόσο εκστασιασμένη και χαιρόμουν με τη χαρά της. Χαιρόμουν που της μαγείρευα τα αγαπημένα της φαγιά, που την είχα κοντά μου να μου μιλάει για την άγνωστη σε μένα ζωή της, να καμαρώνω το υπέροχο κορμί της με τα μικροσκοπικά μαγιό που τόσο της πήγαιναν! Πολύ θα ήθελα να μπορώ κι εγώ να φορώ μικρά μπικίνι, όμως στα σαράντα πέντε μου, με δυο γέννες στο βιογραφικό μου κι ούτε λεπτό ν' ασχοληθώ με τον εαυτό μου -όχι σολάρια κι άλλες υπερβολές μα ούτε ένα μασάζ την εβδομάδα που πάντα το ονειρευόμουν και ποτέ δεν το κατάφερα- τι τα θες; Δεν είμαι και το πρώτο κορμί!
Δεν προλάβαινα να κατέβω πρωί στη θάλασσα κι έκανα μπάνια απογευματινά, κατά τις πέντε, μετά τον ύπνο τον μεσημεριανό, όταν όλοι κοιμόντουσαν κι ο Παντελής μονάχα έλειπε -πότε με το φουσκωτό, πότε σε κανένα φίλο εδώ κοντά για τάβλι. Πήγαινα στο λιμανάκι δίπλα στη μεγάλη παραλία, έβγαζα το σουτιέν και κολυμπούσα ξέστηθη, όπως μ' αρέσει. Προχτές όμως είχε σηκώσει αεράκι και πήγα στη σπηλιά, λίγο πιο πέρα, δέκα λεπτά δρόμος με τα πόδια, μα είναι καλύτερα με αέρα στη σπηλιά, ένας βράχος στ' αριστερά της την απαγκιάζει απ' το βοριά. Μικρή αμμουδιά, ίσα δυο - τρεις άνθρωποι χωρούν.
Με το που πήρα το μονοπάτι άκουσα τους στεναγμούς τους.
Η Σοφία κι ο Παντελής, ο ένας πάνω στον άλλο, ολόγυμνοι, στο άνοιγμα της σπηλιάς μπροστά, σκοτάδι πίσω τους κι αυτοί στο φως του απογεύματος λουσμένοι, βρεγμένοι από τη θάλασσα -κρύφτηκα πίσω από δυο θάμνους και τους κοίταζα- βρεγμένοι κι αρμυροί, σαν να τους έγλειφα ένιωσα, σαν να κολλούσε η αρμύρα τους στη γλώσσα μου, γλειφόντουσαν γλυκαίνοντας το άγριο δέρμα τους. Άγριο είπα; Σαν άγριοι, ναι! Είναι αγριάδα ο έρωτας και μάχη φονική. Πόσα χρόνια είχε ο Παντελής να παλέψει έτσι μαζί μου; Τρία; Τέσσερα; Κάποτε μετρούσα μήνες, ύστερα έχασα το λογαριασμό και παραιτήθηκα. «Όλα μια ιδέα είναι», είπα κι αποφάσισα πως θα πεθάνω ανέραστη.
Τους κοίταζα και θυμόμουν πράγματα που είχα πια ξεχάσει· πώς έβαζε ο Παντελής το χέρι του κάτω από την πλάτη της -το έκανε και σ' εμένα κάποτε αυτό- πώς γύριζε ανάσκελα παίρνοντάς την πάνω του, πώς της άρπαζε τα μπούτια, πώς τα πίεζε, μια σταλιά τα κωλομέρια της μέσα στα χέρια του, μεγάλα χέρια, μακρυδάχτυλα, ταίριαζαν περισσότερο με το δικό μου σώμα, πιο γεμάτο, κι αν έλειπε η κυτταρίτιδα, θα έλεγα και πιο σωστό, δεν είναι ωραία και τα κόκαλα, μωρέ παιδί μου...
Κοίταζα. «Ο άντρας μου κι η αδερφή μου», έλεγα κι ύστερα πάλι «αυτός πάνω στην αδερφή μου είναι ο άντρας μου», που αγκομαχούσε σαν ατμομηχανή στον ανήφορο. «Πόσα χρόνια έχω να νιώσω έτσι;» αναρωτήθηκα. Τα μάτια μου θάμπωναν, δεν έβλεπα καλά, τα σκούπιζα με την παλάμη μου, ήθελα να βλέπω, να βλέπω κάθε λεπτομέρεια, τα δάχτυλά της στην κοιλιά του, το στόμα του στο λαιμό της κολλημένο σαν βεντούζα, το χοροπηδητό της πάνω του, τη βαριά του αναπνοή. «Κόψε το τσιγάρο, κόψε το τσιγάρο», του φωνάζω χρόνια τώρα.
Ο ήλιος έπεφτε, πιθαμή προς πιθαμή έφτανε στη δύση, κόκκινο το φως του τώρα κι ο ιδρώτας στα κορμιά τους κόκκινος κι αυτός σαν αίμα. Τους φαντάστηκα πασαλειμμένους με αίμα, νεκρούς, οι λαιμοί τους κομμένοι πέρα για πέρα, ακέφαλα σώματα, να μη φαίνονται τα πρόσωπα, πρόσωπα οικεία, αγαπημένα, τα πιο αγαπημένα, αυτά και τα παιδιά μου, πέρα απ' αυτούς μόνη στον κόσμο, αυτοί ο κόσμος μου.
Ύστερα από λίγο ξαπλωμένοι ανάσκελα κάτι έλεγαν και διαφωνούσαν κι όσο διαφωνούσαν, φώναζαν, έφταναν λίγες λέξεις τους σ' εμένα, μάντευα τις υπόλοιπες. «Θα της το πω, δε γίνεται να κρυβόμαστε άλλο», έλεγε εκείνος κι αυτή «όχι, είναι αδερφή μου, δεν μπορώ!» και πάλι εκείνος «δε με θες... παίζεις μαζί μου... εξάρτημα των διακοπών σου». Μα τι της λέει; αναρωτήθηκα. Δεν είναι τέτοιος τύπος η Σοφία, αυτή απλώς κάνει ό,τι της γουστάρει, έτσι ήταν πάντα. «Εγώ έχω τη δουλειά μου, την καριέρα μου», του φώναξε κι εκείνος θύμωσε, την άρπαξε, την τράνταξε, «να τη χέσω την καριέρα σου!» της φώναξε. Έτσι είναι ο Παντελής, όλα δικά του τα θέλει, αλλά πρέπει να ξέρει και σε ποιον μιλάει, ο εγωιστής! Αυτή θυσίασε τα πάντα για τη δουλειά της και θα τα παρατήσει άξαφνα όλα για ένα καλοκαιρινό γαμήσι -έστω τρία, πέντε, εφτά- με τον άντρα της αδερφής της;
Η Σοφία ξέφυγε από τα χέρια του κι έπεσε στη θάλασσα. Έτρεξε πίσω της αυτός, μα με μεγάλες απλωτές εκείνη απομακρύνθηκε. Ήταν από μικρή άριστη κολυμβήτρια. Λύσσαξε ο δικός μου -δεν δέχεται αντιρρήσεις, έτσι με κάνει πάντα σκόνη, με ισοπεδώνει- γύρισε και πήρε το φουσκωτό, την κυνήγησε. «Ποτέ δεν έχει τρέξει έτσι πίσω μου», σκέφτηκα, «είναι πολύ ερωτευμένος». Γκάζωσε, την έφτασε, βάλθηκε να κάνει κλειστές στροφές τριγύρω της σαν καρχαρίας. Φώναξε αυτή μια - δυο φορές «φύγε», εκείνος συνέχισε να στροβιλίζεται σαν ρούφουλας. Σταμάτησε απότομα κάποια στιγμή κι έτσι άκουσα που της είπε: «Για τελευταία φορά σε ρωτάω, θα ζήσεις μαζί μου;» κι εκείνη «όχι, δε σε θέλω», του φώναξε μ' αυτό το τσαγανό που είχε από παιδί. Εγώ ποτέ δεν είπα «όχι» στον Παντελή, δεν τόλμησα.
Έφτασε δίπλα της, της άρπαξε το κεφάλι κι άρχισε να της κάνει πατητές. Εκείνη του ξεγλίστρησε, έπεσε κι αυτός στη θάλασσα, την έφτασε, πάλεψαν, ώρες μου φάνηκε η πάλη τους, ήθελα να φωνάξω «βοήθεια», μα αντί γι' αυτό, κοιτούσα ένοχα τριγύρω μην έρχεται κανείς. Με το που έκανε να βγει απ' το νερό, την βούταγε ξανά, πιο δυνατός και πιο βαρύς, με όλο το βάρος του κορμιού του την βουτούσε. Ξανά, ξανά, πόσες φορές δε μέτρησα, είχε μουδιάσει το μυαλό μου όπως το σώμα, μονάχα γύριζα και κοίταζα στο μονοπάτι μην έρχεται κανείς, ώσπου είδα το σώμα της ν' ανεβαίνει στην επιφάνεια μπρούμυτα, να το κουνάει ο άντρας μου κι αυτό να μη σαλεύει. «Σοφίααα!» φώναξε εκείνος με μια φωνή σαν βρυχηθμό και το πρώτο που μου ήρθε στο νου ήταν «τι φωνάζει έτσι, θα τον ακούσουν!» Κι ύστερα από λίγο, όταν την έπιασε απ' τους ώμους κι άρχισε να την κουβαλάει προς την παραλία -πού βρήκα τη φωνή; «Τη βάρκα, πάρε τη βάρκα και δέσε την στο λιμανάκι», του φώναξα. Ήταν μεγάλη η έκπληξή του που με είδε, μα, πρώτη φορά στη ζωή του, έκανε ό,τι του έλεγα.
Τρέχοντας κατέβηκα, την έβγαλα εγώ στην παραλία. Τη θρήνησα, έστρωσα τα μαλλιά της, έβρεξα το μαγιό και της το φόρεσα, την άφησα στην αμμουδιά και πήγα να ειδοποιήσω.
Κρίμα την κοπέλα! Τόσο όμορφη, τόσο σπουδαία!
Απαρηγόρητη η Αγγελική.
Κι εγώ απαρηγόρητη είμαι· να χάσω την αδερφή μου, τη μονάκριβη αδερφή μου από πνιγμό, έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη!
Σκιαδαρέση Μαρία
«Fractal» 2014
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου