Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

 
   Το αυτοκίνητο που πήγαινε ανάμεσα στους θάμνους στάθηκε στο ξέφωτο και παρκάρησε στη μοναχική σκιά ενός πεύκου. Αμμόλοφοι συνέχιζαν το δρόμο προς τη θάλασσα κι οι δυο επιβάτες έπρεπε να προχωρήσουν με τα πόδια.
   Η γυναίκα προπορευόταν, ο άντρας, που άκουγε στο όνομα Σέρτζιο, κρατούσε μιαν απόσταση, μάλλον περπατούσε με δυσκολία πάνω στην πυρωμένη άμμο. Εκείνη, η Κλάρα, η γυναίκα του, φαινόταν να διασκεδάζει, με πηδηχτά, ανάλαφρα βήματα, αλλά ο Σέρτζιο πρέπει να υπέφερε πραγματικά από το βάρος του σακκίδιου που είχε φορτωθεί: κολατσιό, μαγιό, πετσέτες και τα τοιαύτα. Κάποια στιγμή εκείνη εξαφανίστηκε πίσω απ' τις παρυφές των λόφων αλλά ο Σέρτζιο συνέχισε το δρόμο του σταθερός και σίγουρος, έτσι που είχε μάλιστα φανταστεί την επόμενη σκηνή, μόλις πατούσε την πρώτη κορυφή και ατένιζε τη θάλασσα, εκείνη θα τσαλαβουτούσε κιόλας μέσα. Ένιωθε μια βαθιά, προσωπική ικανοποίηση όταν την έβλεπε ευδιάθετη.
   Τα πράγματα, όπως εξελίχθηκαν, τον διέψευσαν. Μόλις έφθασε εκεί που είχε ετοιμαστεί ν' απολαύσει τη θέα της λουομένης συζύγου ιδού αυτή εν στάσει κι η ακροθαλασσιά αντίθετα από τις προσδοκίες του, κατειλημμένη. Μια ομάδα ανδρών γυμνών ως τη μέση, ψαράδων κατά τα φαινόμενα, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζε αμέσως κάποιος ντυμένος με στρατιωτική στολή, σχημάτιζε κύκλο μπροστά από κάτι κλαδιά, ξερά, μπηγμένα στην άμμο, παρατεταγμένα επίσης γύρω από ένα πράγμα που άσπριζε. Οι κινήσεις των ανθρώπων αυτών πρόδιναν ταραχή.
   Ο Σέρτζιο επιβράδυνε το βήμα του και μπήκε στο πλάνο από το μέρος της γυναίκας του.
   «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε.
   «Ένα πτώμα», απάντησε εκείνη κοφτά και με διάθεση χαλασμένη.
   Ο Σέρτζιο κοίταξε καλύτερα. Τα κλαδιά κι αυτά πεθαμένα, οι ζωικοί τους χυμοί είχαν στερέψει στον καύσωνα και τα μαραμένα φύλλα έπεφταν πάνω σ' ένα μακρουλό και τυλιγμένο με σεντόνι μπόγο. Όμοιο μ' αιγυπτιακή σαρκοφάγο σαν κι αυτές που εκθέτουν τα μουσεία. Το σεντόνι δεν διέγραφε λεπτομέρειες αλλά έδινε μια πλάγια τομή σώματος  με γραμμές αδρές: πόδια - κεφάλι, τ' άλλα τα μάντευες, τα γόνατα, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, το σαγόνι ριγμένο πίσω. Απ' το περιτύλιγμα ξέφευγαν μόνο τα μαλλιά, μαύρα, γυαλιστερά, νεανικά, ζωντανά ακόμα.
   «Πνίγηκε, πρέπει να 'ναι πάνω από ώρα», είπε ο στρατιωτικός, καραμπινιέρος βαθμοφόρος. Έβγαλε το πηλίκιο, σκούπισε τον ιδρώτα. «Δεν ξέρουμε ποιος είναι», πρόσθεσε, «...δεν είχε χαρτιά». 
   Με μια τελευταία, φευγαλέα ματιά, ο Σέρτζιο κι η Κλάρα προσπέρασαν.
    Την είδε να μπαίνει στο νερό, περπατούσε στα ρηχά, αργά, κακόκεφα, χέρια αφημένα να κρέμονται, κοιλιά προτεταμένη κόντρα στα κυματάκια που έβραζαν κάτω απ' τον δυνατό ήλιο. Ήταν το πρώτο της μπάνιο κι είχε ένα χρώμα όχι απλά άψητο, ασπρουλό, αλλά λευκό, κρύο, παγερό, σκληρό, ο Σέρτζιο το 'ξερε καλά, ακόμα κι αν άλλαζε, θα γινόταν το πολύ κοκκινωπό και δεν θα μετάλλαζε ποτέ σε πραγματικό καφέ του μπρούτζου. Δεν ήταν καλοφτιαγμένη, στενοί γοφοί μα πόδια στρουμπουλά, λιπόσαρκη πλάτη, στήριζε ένα ογκώδες κεφάλι. Είχε αμπαρωθεί ερμητικά μέσα σ' αυτό το σώμα και προς τα έξω πρόβαλλε μόνο τα φιλύποπτα μάτια της. Ο Σέρτζιο χαμογέλασε: κατανόηση και στοργή. Θέλησε να την πλησιάσει γλιστρώντας πίσω της. Μα βιάστηκε. Δεν υπολόγισε την άμμο του βυθού και μια τούφα φύκια, σκόνταψε κι έπεσε άγαρμπα πάνω της συμπαρασύροντάς την.
   Πάραυτα εκείνη ξαναστυλώνεται και είναι βλοσυρή, αμείλιχτη: 
   «Δεν μ' αρέσουν τ' αστεία στη θάλασσα». 
  «Με συγχωρείς, δεν το 'θελα... να... σκόνταψα», απολογείται ο Σέρτζιο. 
  «Σε παρακαλώ, να μην επαναληφθεί», τον αντικόβει η Κλάρα ακλόνητη.
   Την κοίταζε που απομακρυνόταν, εξουθενωμένος, ανήμπορος ν' αντιδράσει. Ήταν παντρεμένοι μόλις ένα εξάμηνο μα αυτός ο γάμος κάπου σκόνταφτε. Δεν επικοινωνούσαν. Φυσικά ο Σέρτζιο έλπιζε. Επειδή απέδιδε τα πάντα στο χρόνο, όχι ακόμα αρκετό για να συνηθίσουν στην νεότροπη, κοινή ζωή.
   Τώρα κολυμπούσαν μαζί αμίλητοι και συγκρατημένοι ενώ ο ήλιος ξεσπούσε πάνω τους και τους σιγόβραζε  μες στον αρμυρό χυλό. Απ' τη μεριά της θάλασσας λοιπόν ιδωμένη, η ακτή ήταν όμορφη. Κι όσο το βλέμμα τη μετρούσε, έρημη. Στη μια της άκρη έριχνε τη σκιά της μια εγκαταλειμμένη πολεμίστρα, στην άλλη απόληγε η καμπύλη της γης, τα σύνορα των βράχων και του θαμνόδασους. Ο ήλιος είχε ξαφνικά μεγαλώσει και θάμπωνε τον ορίζοντα κι αυτό το μείγμα από σκόνη και καύσωνα έπεφτε πάνω στα πεύκα, αναμειγνυόταν με την κιτρινάδα των λόφων και σκόρπιζε παντού παράξενη ομίχλη. 
   «Όμορφο, ε;» έκανε ο Σέρτζιο για να σπάσει τη σιωπή. 
   «Εγώ το βρίσκω φριχτό».  
   «Μα εσύ δεν πρότεινε να 'ρθουμε;» 
   «Ε, και λοιπόν, ήταν λάθος μου, λάθος, αυτό είναι όλο... αλλά αυτό δε σημαίνει πως φταίει ο τόπος». 
   Ο Σέρτζιο αποθαρρύνθηκε ολότελα, σώπασε οριστικά. Μάλλον δεν υπήρχαν περιθώρια συννενοήσεως.
   Επιτέλους βγήκαν. Περπάτησαν λίγο στην αμμουδιά μέχρι το σωρό των ρούχων παρακάμπτοντας τη σορό του νεκρού. Την ώρα εκείνη ήταν εντελώς μόνοι: οι δυο τους κι αυτός. Οι ψαράδες κι ο στρατιωτικός έφυγαν πέρα απ' τους σωρούς των αμμόλοφων.
   Η Κλάρα όρθια, νευρική, σκουπίζει μια τα χέρια, μια τα πόδια της.
   «Δεν γίνεται να πάμε λίγο πιο 'κει;» λέει ο Σέρτζιο, «...είναι ανάγκη να σταθούμε ακριβώς δίπλα;»
   Η Κλάρα πέταξε την πετσέτα. 
   «Οι νεκροί δεν μ' ενοχλούν διόλου», δήλωσε. 
   «... Δηλαδή σ' ενοχλούν οι ζωντανοί». 
  «Μα γιατί ξύνεις συνέχεια τα νύχια για καυγά;... Ήρθαμε ν' απολαύσουμε τη θάλασσα, ναι ή όχι;... Τώρα θες σώνει και καλά  να σου πω ότι μ' ενοχλείς;...»
   Ο Σέρτζιο ήταν πάλι αξιοθρήνητος. 
   «Όχι... το αντίθετο», ψέλλισε.
   «Ε, κι όμως είναι ακριβώς έτσι... μ' ενοχλείς... ιδίως όταν μου μιλάς  για να μου αντιμιλήσεις... τότε μ' ενοχλείς περισσότερο... κι από κάθε νεκρό... Λοιπόν, είσαι ευχαριστημένος τώρα;»
   Ο Σέρτζιο κατάπιε τη γλώσσα του. Πιο πολύ ένιωθε έκπληξη. Τόση κακία!
   Η Κλάρα στο μεταξύ ξαπλώνει μπρούμυτα, λύνει σουτιέν και ντεσσού, η κοιλιά και τα στήθη γυμνά μπαίνουν στην άμμο. Η άμμος καίει. Προσπαθεί να βολευτεί. Φαίνεται όμως για κάτι ν' αδημονεί. 
   «Τι ώρα πάει;»
   Ο τρόπος που ρώτησε ενίσχυσε τα κακά προαισθήματα του Σέρτζιο. Τι θέλει να πει «Τι ώρα πάει»; Γιατί δεν είπε «Τι ώρα είναι;» αναρωτήθηκε απαντώντας ταυτόχρονα: 
   «Έντεκα». 
   Η γυναίκα τινάχτηκε. 
   «Αδύνατο», είπε. 
   Ο Σέρτζιο δίχως μιλιά τής περνάει κάτω απ' τη μύτη τον καρπό του προτείνοντας το ρολόι του. 
   «Καλά, καλά», κάνει εκείνη σφιγμένα, φανερώνοντας την απογοήτευσή της. Ο Σέρτζιο δεν ξέρει τι να υποθέσει.
   Η κατάσταση αυτή με το πτώμα από δίπλα του 'δινε φοβερά στα νεύρα. Πάντως ένιωθε πειρασμό να πάει κοντά, να τραβήξει το σεντόνι. Έβγαιναν κιόλας οι πρώτες αναθυμιάσεις της αποσύνθεσης και μόλυναν τον αέρα. Η ζέστη χειροτέρευε τα πράγματα. Στο νου του ήρθαν εικόνες του πολέμου. Κουφάρια καλυμμένα από χρυσοπράσινες μύγες. Ένιωσε αηδία και φρίκη. 
   «Μα δεν μπορώ να μάθω κι εγώ τέλος πάντων γιατί πρέπει σώνει και καλά να κάνουμε παρέα σ' ένα πτώμα;...» τσίριξε έξαλλος.
   Η απάντηση της γυναίκας αντήχησε μέσα στο κοίλωμα που σχημάτιζαν οι αγκώνες της στηρίζοντας το κεφάλι, κρύβοντάς της το πρόσωπο: 
   «Μπορείς να πηγαίνεις, αν θες... εγώ θα μείνω... άλλωστε έφυγαν όλοι... τουλάχιστον κάποιος να το φρουρεί».
   Τι παρακάτω να πει; Τ' αγκάθια του ήλιου τον τρύπαγαν βάναυσα, η παραλία χώνευε στο βάθος της αντηλιάς. Ο Σέρτζιο έμεινε ένα λεπτό ακίνητος. Ταπεινωμένος. Μετά πετάχτηκε, πήρε φόρα και με το κεφάλι βούτηξε στη θάλασσα. Αυτό τον συνέφερε, παρόλο που βρήκε το νερό ακόμα πιο ζεστό από πριν. Όταν αναδύθηκε διαπίστωσε πως είχε και η Κλάρα μετακινηθεί και τριγύριζε ξανά, αργά, εξεταστικά, το σημείο με το πτώμα. Από μακριά, το περίγραμμά της ασκούσε μια ακατανίκητη γοητεία πάνω του. Να της φερθεί ευγενικά. Αναθάρρησε σ' αυτή την καινούρια ιδέα. «Αυτό είναι. Ίσως αυτό λείπει απ' το γάμο μας. Λοιπόν τώρα δα θα πάω κοντά της, θα της χαμογελάσω, σαν να 'ταν η πρώτη φορά, κι αυτή μια κοπελίτσα... που μέχρι το βράδυ πρέπει να έχω κατακτήσει». Ξαλαφρωμένος, με νέο κουράγιο, βγήκε. Εκείνη είχε επιστρέψει, αφού είχε περιεργαστεί αρκετά τον τόπο του θανάτου, κι ήταν πεσμένη μπρούμυτα, στην προηγούμενη θέση της, πλάι στα ρούχα. Ο Σέρτζιο δεν δίστασε. Άπλωσε το κορμί του παράλληλα στο δικό της και πέρασε το χέρι του στη μέση της ψιθυρίζοντας: 
   «Ένα φιλάκι;...»
   Δεν σήκωσε καν το κεφάλι. 
   «Λωλάθηκες; Τι σε πιάνει κάθε τόσο;»
   «Καλά... ούτε ένα φιλί πια δεν μπορούμε να σου ζητήσουμε;»
   «Όχι. Όχι τώρα. Ούτε εδώ».
   «Γιατί; Ζευγάρι νόμιμο δεν είμαστε;»
   «Είμαστε σε δημόσιο χώρο. Κι ύστερα... τουλάχιστο λίγος σεβασμός στο νεκρό».
   «Ω, διάβολε, πόσες φορές σου 'πα να του δίνουμε από 'δω χάμου;» 
   «Δεν θέλω...» Στη φωνή της είχε μετριασθεί ο θυμός κι είχε προστεθεί κάτι μεταξύ παραίτησης και παράπονου. «Αλλά εσύ αν θες πήγαινε...»
   Ο Σέρτζιο προσπάθησε να χαλαρώσει και για μερικά λεπτά συνέχισε την ηλιοθεραπεία του. Πήγε μιάμιση. Κοίταξε το ρολόι του και με προσποιητό κέφι: 
   «Τι θα 'λεγες να τσιμπήσουμε κάτι;» πρότεινε απλώνοντας να πάρει το σακκίδιο.
   «Μα είναι νωρίς ακόμα», διαμαρτυρήθηκε η Κλάρα κι η φωνή της αντήχησε στα τυλιγμένα πάντα γύρω στο πρόσωπό της μπράτσα κι έσβησε σαν λυγμός. Ο Σέρτζιο χωρίς λέξη επανέλαβε την κίνηση με τον καρπό του χεριού του πάνω απ' τα μάτια της. Εκείνη κοίταξε, είπε: 
   «Φάε εσύ... εγώ δεν πεινώ»
   Ο Σέρτζιο ξετύλιξε το πακέτο, έβγαλε ένα σάντουιτς κι άρχισε να τρώει με βουλιμία. Την ίδια στιγμή πίσω απ' τους λόφους ξεπρόβαλε μια μικρή πομπή. Επικεφαλής ο καραμπινιέρος αξιωματικός. Τον ακολουθούσαν δυο άντρες κουβαλώντας ένα φορείο κι οι κάθε λογής περίεργοι. Την κουστωδία, ως συνήθως, έκλειναν πιτσιρίκια. Κατέβαιναν με δυσκολία λόγω της άμμου και με κατεύθυνση το πτώμα.
   «Έρχονται να το πάρουν», συμπέρανε ο Σέρτζιο με μπουκωμένο στόμα. Σηκώθηκε και τους πλησίασε. Η Κλάρα κούμπωσε βιαστικά το σουτιέν της, έδεσε τα κορδονάκια του σλιπ και τον έφτασε τρέχοντας.
   Οι άντρες ακούμπησαν το φορείο στην άμμο. Αυτοσχέδιο, δυο παράλληλα στερεωμένα πρόχειρα παλούκια, μια κουβέρτα. Ο καραμπινιέρος κόντευε να σκάσει μες στη στολή. Πήρε ύφος, που μαρτυρούσε όμως περισσότερο βαριεστημάρα, για τις απαραίτητες διαταγές: 
   «Άντε πάρτε τον... βγάλτε πρώτα αυτά τα κλαδιά, δυο απ' τα πόδια, δυο απ' τα χέρια... μπρος βάλτε τον στο φορείο... κουνηθείτε». 
   «Να βγάλουμε το σεντόνι;» 
   «Όχι, αφήστε το, μη τον ξεσκεπάζετε».
   Ο Σέρτζιο χάζευε τη σκηνή με περιέργεια, αλλά περιέργεια προκαλούσε επίσης κι ο ίδιος με το μισοδαγκωμένο σάντουιτς στο χέρι. Πολύ αργά να το κρύψει στο σακκίδιο κι αδύνατο να το καταπιεί μονομιάς. Η Κλάρα έδειχνε ανήσυχη. Παρακολουθούσε από κοντά τις κινήσεις των τραυματιοφορέων, σε κάποια όμως στιγμή δεν άντεξε, πλησίασε αστραπιαία τον ένα απ' αυτούς και τον ρώτησε κάπως απότομα: 
   «Τελικά μάθατε ποιος είναι;» 
   Ο άντρας που πάλευε εκείνη τη στιγμή να τραβήξει τα κλαδιά και να τα αποσπάσει απ' την άμμο, όπου έπιαναν γερά, απάντησε χωρίς να στραφεί προς το μέρος της: 
   «Όχι, δε βρέθηκαν πάνω του χαρτιά».
   «Διαπιστώσατε πώς έφθασε μέχρις εδώ;»
   «Με βέσπα... υπάρχει μια βέσπα πιο πάνω... στους θάμνους».
   «Χμ... μηχανόβιος...» ξέφυγε του Σέρτζιο.
   «Μη γίνεσαι ηλίθιος», ύψωσε η Κλάρα ξανά τη φωνή της. Ένας απ' τους άντρες του φορείου γύρισε ξαφνιασμένος προς την πλευρά τους. 
   «Τελειώνετε», είπε ο αξιωματικός. 
   Τέσσερις άντρες έπιασαν απ' τα τέσσερα άκρα τον άσπρο μπόγο και τον απόθεσαν στο φορείο. Με το τράνταγμα το κεφάλι του νεκρού έγειρε πίσω και πρόβαλε απ' το σεντόνι.
   Ο Σέρτζιο προσέχει το πρόσωπο, μελαχρινό, με απόλυτα συμμετρικά χαρακτηριστικά, αρκετά κοινά κατά τ' άλλα. Πάνω κάτω στην ηλικία του.
   Η Κλάρα κάνει πίσω, τρέχει και χώνει το κεφάλι της στα αφημένα ρούχα. Το σώμα της πάνω στην άμμο σπαράζει.
   Η πομπή ξεκίνησε προς τους λόφους με την ίδια διάταξη που είχε έλθει. Ο καραμπινιέρος μπροστά και πίσω το φορείο  με τους τέσσερις συν ένα άντρες κι η ακολουθία των ψαράδων και των γυναικόπαιδων. Ο Σέρτζιο βαστώντας πάντα στο ένα χέρι το σάντουιτς γύρισε στην Κλάρα. Η Κλάρα κλαίει ασταμάτητα. 
   «Έλα... έλα τώρα Κλάρα... μπορώ να σε καταλάβω... είναι φοβερό... αλλά επιτέλους δεν πρόκειται παρά για έναν ξένο».
   Και πάλι η φωνή της βγαίνει αλλοιωμένη μέσ' απ' τα μπράτσα της που τη σφίγγουν. 
   «Όχι, δεν μπορείς να με καταλάβεις... δεν θα καταλάβεις ποτέ τίποτα... και... δεν ήταν, δεν ήταν ξένος».
   «Πώς...»
   «Τον αγαπούσα... αγαπιόμασταν... σήμερα είχαμε ραντεβού εδώ».
  
Μοράβια Αλμπέρτο
(μτφ. Αντιγόνη Ίσσαρη)
«Η Λέξη», 1984

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου