Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

ΈΝΑΣ ΓΑΜΟΣ

   Η Λουίζα Μποντέν έχει περάσει τα τριάντα. Είναι μια ψηλόσωμη κοπέλα, ούτε όμορφη, ούτε και άσχημη, με πρόσωπο χωρίς έκφραση. Είναι κόρη ενός μικρέμπορα της οδού του Αγίου Ιακώβου, ο οποίος πέρασε είκοσι ολόκληρα χρόνια της ζωής του μέσα στο σκοτεινό και ανήλιο μαγαζάκι του, για να μπορέσει να βάλει κατά μέρος δέκα χιλιάδες φράγκα. 
   Και πάλι, για να εξοικονομήσουν το ποσόν αυτό οι Μποντέν, αναγκάστηκαν να τρώνε κρέας μοναχά δυο φορές την εβδομάδα, να φορούν τα ίδια ρούχα τρία χρόνια και να καίνε, το χειμώνα, τα κάρβουνα με αυστηρό υπολογισμό. 
   Η Λουίζα είναι φρόνιμο και λογικό κορίτσι. Η πείρα τής δίδαξε πόσο δύσκολα κερδίζει κανείς το ψωμί του και γι' αυτό έμαθε ν' αγαπά και να πονάει το χρήμα.
   Η μητέρα της την είχε στείλει σ' ένα οικοτροφείο της γειτονιάς για να μάθει λίγα γράμματα. Μόλις όμως η Λουίζα έγινε δώδεκα χρονών, την πήρε από το σχολείο και την έβαλε στο κατάστημα για να πάρει τον αέρα της δουλειάς και να μην αναγκαστούν να προσλάβουν και να μισθοδοτούν υπάλληλο.
   Η Λουίζα γνωρίζει τώρα να γράφει και να διαβάζει, χωρίς να είναι φυσικά πολύ δυνατή στην ορθογραφία. Μα κι αυτά τα λίγα που ξέρει, της φτάνουν, και με το παραπάνω μάλιστα, για τη δουλειά της.
 
   Ο κύριος Μποντέν έχει υποσχεθεί στη Λουίζα ότι θα της δώσει προίκα δύο χιλιάδες φράγκα.
   Όταν κυκλοφόρησε αυτή η φήμη στη γειτονιά, δεν άργησαν να παρουσιαστούν ένα σωρό γαμπροί, πρόθυμοι να πάρουν... τις δύο χιλιάδες φράγκα! Μα η Λουίζα ήταν, καθώς είπαμε και παραπάνω, πολύ φρόνιμο κορίτσι. Αποφάσισε λοιπόν να μην παντρευτεί έναν άντρα χωρίς πεντάρα στην τσέπη. Γιατί θα τον έπαιρνε; Για τα μαύρα του τα μάτια; Κι αν έκαναν αργότερα παιδιά; Πώς θα τα έβγαζαν πέρα με τόσα έξοδα; Εξ άλλου, έπρεπε να φροντίσουν και για τα γεράματα, να έχουν κατά μέρος μια δεκάρα, που λέει ο λόγος, όταν δε θα μπορούν πια να εργαστούν.
   Ήθελε λοιπόν να πάρει έναν άντρα που θα είχε τουλάχιστον άλλες δυο χιλιάδες μετρητά, να βάλουν κάτω συντροφικά τα κεφάλαιά τους και να κάνουν μαζί μια δουλειά. Μονάχα μ' αυτούς τους όρους θα δεχόταν η Λουίζα να παντρευτεί.
 
   Τέλος, μια μέρα, έκαναν λόγο στη Λουίζα για έναν πολύ καλό νέο, ένα σεμνό και τίμιο παιδί, που δούλευε σ' ένα ρολογάδικο. Καθότανε στη διπλανή γειτονιά με τη μητέρα του, η οποία κουτσοπερνούσε μ' ένα μικρό εισόδημα που είχε. Η κυρία Μενιέ, η μητέρα του νέου, τα κατάφερε, αφού έφτυσε αίμα, να βάλει κατά μέρος χίλια πεντακόσια φράγκα, για να 'χει λίγα μετρητά ο γιος της, όταν θα παντρευόταν.
   Μα η Λουίζα επέμενε στις δύο χιλιάδες φράγκα.
  Και η κυρία Μενιέ, για να μη χάσει την καλή αυτή ευκαιρία που παρουσιάστηκε για ν' αποκατασταθεί ο γιος της, ζήτησε ενάμιση χρόνο διορία για να εξοικονομήσει τα πεντακόσια φράγκα που υπολείπονταν για να συμπληρωθεί το ποσόν. Θα περίμεναν, λοιπόν, ακόμα ενάμιση χρόνο. Εξ άλλου, τίποτε δεν τους βίαζε.
   Στο μεταξύ, οι δυο οικογένειες γνωρίστηκαν καλύτερα.
  Ο Αλέξανδρος Μενιέ, ένα χρόνο μικρότερος από τη Λουίζα, ήταν πράγματι σεμνός, όπως τον έλεγαν. Οι τρόποι του άρεσαν πολύ στη Λουίζα.
   Οι αρραβωνιασμένοι μας βλέπονταν κάθε βράδυ στο μαγαζί της Λουίζας. Κουβέντιαζαν για ένα σωρό ασήμαντα ζητήματα, χωρίς ν' ανταλλάξουν ποτέ, μέσα στους δεκαοχτώ αυτούς μήνες, ούτε μια ερωτική φιλοφρόνηση -χωρίς να τους κυριεύσει ποτέ καμιά εύλογη ανυπομονησία.   
   Είχαν συμφωνήσει να παντρευτούν. Όλα τα άλλα, τα γλυκά λογάκια και οι αναστεναγμοί, ήταν περιττά πράγματα, αηδίες!...
 
   Την ορισμένη μέρα, η κυρία Μενιέ παρουσιάστηκε στη μητέρα της Λουίζας, περήφανη και κορδωμένη. Είχε συμπληρώσει το ποσόν των δύο χιλιάδων φράγκων, αφού στερήθηκε, επί ενάμιση ολόκληρο χρόνο, τον καφέ της κι έκανε αυστηρή οικονομία στο φαΐ, στο φωτισμό και στη θέρμανση. Αποφάσισαν τότε να κάνουν τους γάμους ύστερ' από τρεις μήνες.
   Όσο για την επιχείρηση που θα έκαναν μαζί οι νιόπαντροι, ήταν κι αυτή από πρώτα αποφασισμένη. Θα νοίκιαζαν ένα αδειανό μαγαζάκι στη γειτονιά, θα το στόλιζαν με λίγα έπιπλα και θα το έκαναν ρολογάδικο. Στην αρχή ο Αλέξανδρος θα έκανε μονάχα επισκευές χαλασμένων ρολογιών. Αν όμως οι δουλειές πήγαιναν καλά, θ' αγόραζαν και θα μεταπουλούσαν καινούργια ρολόγια, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια...  
 
   Οι γάμοι έγιναν ένα Σάββατο, για να μπορούν να ξεκουραστούν οι νεόνυμφοι την Κυριακή. 
   Νοικιάσανε πέντε αμάξια για όλη την ημέρα. Ο Αλέξανδρος αγόρασε ένα μαύρο παντελόνι και μια ρεντιγκότα. Η Λουίζα βολεύτηκε με το παλιό άσπρο φόρεμα που της έδωσε μια θεία της και που της πήγαινε τρέλα. Το απόγευμα εξομολογήθηκε στον παπά της συνοικίας. Μα ήταν τόσο άμωμη και αμόλυντη, που ο παπάς τής έδωσε άφεση με όλη του την καρδιά...
   Οι καλεσμένοι, που... θα πλήρωναν ο καθένας το μερίδιό του για το τραπέζι που θα γινότανε, φρόντισαν να ντυθούν κι αυτοί όσο το δυνατόν καλύτερα.
   Στις δέκα το πρωί, η πομπή ξεκίνησε από το σπίτι του γαμπρού και τράβηξε για τη δημαρχία. Από 'κει, αφού δήλωσαν το γάμο, πήγανε στην εκκλησία. Τέλος, όταν ξεμπέρδεψαν κι από 'κει, άφησαν από τα στήθη τους ένα βαθύ στεναγμό ανακούφισης. Είχαν γλιτώσει επιτέλους από τους γραφιάδες και τους παπάδες. Θα μπορούσαν τώρα να διασκεδάσουν λιγάκι...
 
   Ώρα δύο το μεσημέρι, η γαμήλια πομπή είχε φτάσει με τ' αμάξια στο προάστιο Σεν Μαντέ. Το δείπνο όμως είχε οριστεί για τις έξι και οι καλεσμένοι έκαναν περιπάτους κάτω από τον ήλιο, για να περάσει η ώρα. 
   Το τραπέζι είχε στρωθεί στην ειδική αίθουσα «δια τελετάς» ενός μικρού εξοχικού εστιατορίου. Τα φαγητά δεν ήταν περίφημα, μα η ποικιλία και η αφθονία αντικαθιστούσαν την εκλεκτικότητα. Οι καλεσμένοι έφαγαν, ήπιαν και χόρεψαν ως τα ξημερώματα. Μα ο Αλέξανδρος και η Λουίζα αποσύρθηκαν κατά τα μεσάνυχτα, για να πάνε να ησυχάσουν από τους κόπους της ημέρας.
   Όταν γύρισαν στο σπίτι τους, στο Παρίσι, η κυρία Μποντέν και δυο άλλες φίλες της βοήθησαν τη νύφη να στολιστεί για τη νύχτα του γάμου της. Ύστερα την έβαλαν να πλαγιάσει στο κρεβάτι κι άρχισαν όλες μαζί να...κλαίνε!... Η Λουίζα όμως που είχε δυνατό πονοκέφαλο, τις παρακάλεσε να φύγουν και να την αφήσουν ήσυχη. Δεν αισθανόταν καμιά συγκίνηση, καμιά ταραχή...
   Η μόνη σκέψη που την απασχολούσε ήταν μήπως ο ξενοδόχος παραφουσκώσει το λογαριασμό... Α! Θα τον έβλεπε μόνη της αύριο... Δεν πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη σ' αυτούς τους παλιανθρώπους...
   Σε λίγο αποκοιμήθηκε χωρίς να το καταλάβει... Κι όταν ο Αλέξανδρος άνοιξε κατόπιν, δειλά - δειλά την πόρτα, είδε τη γυναίκα του να κοιμάται βαθιά... Πλάγιασε τότε κι αυτός στο πλευρό της, προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο και την ξυπνήσει.
   Σε λίγο ροχάλιζαν κι οι δυο βαριά, χοντρά, τρομακτικά...
   Η Λουίζα ονειρευότανε το λογαριασμό του ξενοδόχου...
   Ο Αλέξανδρος το ρολογάδικο που θ' άνοιγε...
   Και ροχάλιζαν, ροχάλιζαν, ροχάλιζαν....
 
Ζολά Εμίλ
"Μπουκέτο" (1929) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου