Είχε πάρει την απόφαση. Θα 'γραφε του Νουνού της. Θα τον παρακαλούσε να την πάρει μαζί του στην Αθήνα. Ήταν ηλικιωμένος, είχε μια καλή σύνταξη και ζούσε μοναχός του.
Αυτή θα του έκανε όλες τις δουλειές: θα έπλενε, θα μαγείρευε, θα του έκανε όλο το νοικοκυριό και πάλε δε θα 'τανε «σα δούλα».
Από οχτώ χρονών ίσαμε δεκατέσσερω έμεινε στα χέρια του.
Αυτός την ανάστησε κι όσο κι αν ήτανε μεγάλος και πλούσιος, ποτέ δε θα περιφρονούσε τη βαφτιστικιά του. Δε θα του ζητούσε πληρωμή. Κι όταν, καλή - ώρα, βρισκότανε κανένα καλό παλικάρι, ο Νουνός της θα την επάντρευε.
Αυτά συλλογιζότανε η Τασούλα ξαπλωμένη αργά τη νύχτα στο κρεβάτι της και σχεδίαζε κιόλας με το νου της το γράμμα.
«Σεβαστέ μου Νουνέ,
Δουλεύω σ' ένα σπίτι στην Κέρκυρα· δεν είμαι και πολύ ευχαριστημένη σ' αυτό το σπίτι...» μα, σα δύσκολο μου φαίνεται να το πω αυτό, από το σπίτι είμαι πολύ ευχαριστημένη και οι άνθρωποι είναι πολύ καλοί μαζί μου· μα αν το γράψω του Νουνού μου, θα μου παραγγείλει:
«Πολύ καλά, τότε κάθισε στο σπίτι που βρίσκεσαι».
Το λοιπόν αυτό δεν μπορώ να το πω... «δεν είμαι πολύ ευχαριστημένη σ' αυτό το σπίτι...». Μα πάλε εγώ γράμματα δεν ξέρω, το γράμμα θα μου το γράψει μια από τις «σινιορίνες» μου... κάνει να της πω τέτοιο πράμα της ίδιας;...
Μπα; Και γιατί δεν κάνει; Μη δεν είναι η αλήθεια; Αυτές νομίζουνε πως είναι καλές μαζί μου, μα ας ρωτήσουνε και μένα την καμαριέρα τους. Οι σινιορίνες μου είναι καλές· πολύ καλές, μα την αλήθεια! Η μια δε μου μιλάει καθόλου, ούτε για καλό, ούτε για κακό. Η άλλη όλη μέρα παίζει στο πιάνο της, ή μπαινοβγαίνει στις κάμαρες με το κεφάλι ψηλά και μ' ένα ύφος σαν να μην ήτανε άλλη στον κόσμο σαν κι αυτήν.
Κι η τρίτη αυτή είναι η χειρότερη, ό,τι και να της πεις, γελάει! Τίποτε δεν παίρνει στα σοβαρά. Θυμώνεις, βρίζεις, «δίκιο έχεις», σου λέει. Είσαι λυπημένη, στενοχωρημένη; «Ε, άνθρωπος είσαι!» σου λέει τάχα μου για να σε παρηγορήσει, «πρέπει να λυπάσαι, όλοι οι άνθρωποι έχουν λύπες».
Και σε κοιτάζει μ' ένα βλέμμα, που κάλλιο είχα να μ' έδερνε!
Το λοιπόν, όταν λέω πως «δεν είμαι ευχαριστημένη από το σπίτι» την αλήθεια λέω· κι οποιανού δεν του αρέσει, ας μην την ακούει.
«... Νουνέ μου, σου γράφω για να σου πω πως θέλω να 'ρθω μαζί σου. Θα κάνω όλες τις δουλειές και δε θα 'χεις ανάγκη από καμαριέρα: θα 'χεις για όλα τη βαφτιστικιά σου, που μεγάλωσε τώρα και που δεν είναι πεισματάρα και κακή όπως ήτανε μικρή...» Δηλαδή αυτό το ύστερο ας μη το βάλω καλύτερα. Η «σινιορίνα» μου θα πει: «Α, ήσουνε λοιπόν κι από μικρή πεισματάρα και κακή» και θα με κάμει να της δώσω καμιά απάντηση άσκημη και δε με συφέρει να με διώξουνε πριν της ώρας. Ας βάλω λοιπόν «... και που δεν είμαι πια όπως ήμουνα μικρή».
«Αν έχεις την ευχαρίστηση κι αποφασίσεις να με πάρεις, μου στέλνεις και τα ναύλα. Πολλούς χαιρετισμούς από τη βαφτιστική σου. Και χαιρετώ και την κυρία Ερασμία... Μα αν με ρωτήσει η σινιορίνα μου: - Ποια είναι αυτή η κυρία Ερασμία; Τι να της πω; Θα χάσουνε όλη την ιδέα που τους έκαμα να 'χουνε για το Νουνό μου και μπορεί να μου πούνε: -Α, ο Νουνός σου συζεί με πλούσιες χήρες; Κι εκεί λοιπόν θέλεις να πας εσύ;...»
Ας λείψουνε καλύτερα τα χαιρετίσματα στη κυρία Ερασμία.
Σχεδιάζοντας το γράμμα αποκοιμήθηκε και το πρωί πίστευε κιόλας πως το 'χε γράψει, πως το 'χε στείλει και πως είχε λάβει και την απάντηση με τα ναύλα.
Γι' αυτό ήτανε πολύ νευρική εκείνη την ημέρα και όλες τις δουλειές τις έκανε με βιάση ασυνήθιστη. Μόλις είδε τη μια σινιορίνα της να βγαίνει από την κρεβατοκάμαρά της, έτρεξε χαρούμενη.
«Σινιορίνα μου, σινιορινούλα μου, φεύγω. Να, ακούς τη Μυκάλη που σφυρίζει; Στο άλλο ταξίδι της θα πάρει κι εμένα».
«Και για πού πάλι, για το νουνό σου; Σου έγραψε τίποτε;»
«Και βέβαια για το Νουνό μου, αυτός με κουνάρισε (1), αυτός μ' έχει σαν παιδί του. Να δείτε πως μ' είχε ντυμένη, σα βασιλοπούλα! Εγώ δεν είμαι γεννημένη για υπηρέτρια, η ανάγκη μ' έφερε να κάνω την υπηρέτρια».
«Κανείς δεν σε κατηγοράει γι' αυτό».
«Ναι, μάλιστα, κανείς! Όταν φύγω, μοναχά όταν φύγω, θα καταλάβετε τι αξίζει η Τασούλα. Εσείς δεν ξέρετε να εκτιμήσετε τους ανθρώπους σας, μα, έννοια σας, θα τη θυμηθείτε την Τασούλα και θα χτυπήσετε το κεφάλι σας».
«Ώρα σου καλή. Αλλά γιατί θα χτυπήσουμε το κεφάλι μας;»
«Μη κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε, σινιορίνα. Μα έτσι, που να δείτε καλή τύχη, μου κάνετε ένα γράμμα;»
«Για ποιον;»
«Για το Νουνό μου».
Έγινε το γράμμα και το 'στειλαν συστημένο· από την ώρα που πήρε την απόδειξη η Τασούλα, πίστευε πως κρατούσε στα χέρια της το μισό της γης.
Πόσα όνειρα δεν έκανε στο ξυπνό της!
«Μόλις πάω στην Αθήνα θα φτιάξω ένα φόρεμα ταφταδένιο μαύρο, πολύ ανοιχτό στο λαιμό, με κοντά μανίκια, θα φορώ γκρι κάλτσες μεταξωτές και λουστρίνι γοβάκι, ένα μικρό μαύρο καπελάκι...»
«Μ' ένα κίτρινο φτερό!»
«Μην κοροϊδεύετε, σινιορίνα, και θα δείτε την Τασούλα που θα ντρέπεστε να την κοιτάζετε!»
Οι «σινιορίνες» είχανε συνηθίσει σε όλα αυτά τα παραμιλητά και δεν πρόσεχαν πια στα λόγια της.
Μα η Τασούλα, που έβλεπε πως σωπαίνανε, πίστευε πως όλα τα παραδέχονταν και πως κάποτε μάλιστα ήτανε και στενοχωρημένες, που θα την έχαναν και που θα γινόταν κι αυτή «σινιορίνα» όμοιά τους.
Και τόσο περσότερο πλούτιζε τες φαντασίες της.
Το χειρότερο ήτανε τα όνειρα, που έβλεπε στον ύπνο της.
Είχε καταφέρει να βλέπει μόνον όνειρα, που ήξερε πως εσήμαιναν κάτι καλό. Πολύ συχνά έβλεπε μια μεγάλη πόρτα και μια Εβραία, που της παράδινε ένα κλειδί. Ένας ωραίος μελαχρινός νέος ήτανε απαραίτητος και πάντα αυτή βρισκόταν σ' ένα ανοιχτό αμάξι μαζί του.
Και μ' όλο που ήξερε τι εσήμαιναν όλα αυτά τα όνειρα, αφού η ίδια τα ταίριαζε από βραδύς στο μυαλό της, πρωί πρωί έτρεχε στις σινιορίνες.
«Σινιορίνα, σινιορινούλα μου, έτσι, να 'χεις καλή τύχη, κοίταξε τι είναι να δεις Οβριά στον ύπνο σου, που σου παραδίνει κλειδί». Και της έφερε έναν παλιό ονειροκρίτη που βρισκόταν ανάμεσα στα βιβλία του σπιτιού.
«... Εάν ο βλέπων είναι κόρη άγαμος, λαμπρόν συνοικέσιον μετά σοβαρού και πλουσίου νέου...»
Αυτά τα είχε ακούσει τουλάχιστον εκατό φορές ως τώρα η Τασούλα, μα επέμενε να βλέπει το ίδιο όνειρο. Ήθελε ν' ακούνε οι σινιορίνες της τι τύχη την επερίμενε και να μη νομίζουνε πως αυτές μοναχά ήτανε στον κόσμο και κανείς άλλος!
Ήτανε μια Κυριακή απόγευμα. Κάθε τέτοια μέρα η Τασούλα είχε έξοδο. Συγυριζόταν δύο ώρες στην κάμαρά της και επιτέλους έβγαινε πουντραρισμένη, κατακόκκινη από το σφίξιμο, με το κεφάλι λιγάκι προς τα πίσω, με στόμα σφιχτό από ακαταδεξιά και βλέμμα θριαμβευτικό από τη συναίσθηση της ομορφιάς της.
Ήτανε ως εικοσιδύο χρονών, καλοκαμωμένη, ροδοκόκκινη, με σταχτόξανθα μαλλιά και σταχτογάλανα μάτια. Η ίδια επίστευε πως ήτανε καλλονή και πως όποιος την αντίκριζε την ερωτευόταν αμέσως.
Τίποτα δεν μπορούσε ν' αντισταθεί στο πέρασμα της Τασούλας! Όλα ταράζονταν μπροστά στην ομορφιά της!
Όταν εγύριζε, και τι δε διηγόταν σ' αυτές τις καημένες τις «σινιορίνες». Πόσοι δεν είχανε στενάξει στο πέρασμά της, πόσα λογάκια της εψιθύρισαν! Ένας που πέρασε κοντά του, παραμέρισε σαστισμένος και την κοίταξε σα χαζός και όταν αυτή προσπέρασε, έβγαλε τη σκούφια του, την πέταξε με καημό στο δρόμο και την πάτησε τρεις φορές με λύσσα δαγκάνοντας βαθιά το χέρι του.
Εκείνη την Κυριακή, καθώς κατέβαινε, απάντησε στην σκάλα έναν κύριο, νέο κύριο πολύ καλοντυμένο και με σοβαρό εξωτερικό.
Τα βλέμματά τους απαντήθηκαν και ο κύριος, περνώντας, έβγαλε το καπέλο του.
Αυτό έφτανε. Η καρδιά της Τασούλας αναστατώθηκε και ο νους της επήγε αμέσως στο όνειρο.
Κατέβηκε λίγα σκαλοπάτια και στάθηκε ν' ακούσει πού θα πήγαινε ο κύριος. Κατάλαβε πως εσταμάτησε στο δεύτερο πάτωμα· καθόταν λοιπόν κάτω από το πάτωμά της.
Περίεργο! Πώς δεν τον είχε ξαναδεί; Φαινόταν πως τώρα θα είχε έρθει. Σ' αυτό το πάτωμα ενοικίαζαν δωμάτια και αυτός θα ήτανε κάποιος καινούργιος νοικάρης.
Επήγε στον περίπατό της μα δεν επρόσεχε σε τίποτε.
Δυο - τρεις φορές έπεσε απάνω στους διαβάτες. Μια φίλη της πέρασε από κοντά της, την καλησπέρισε κι αυτή, μ' όλο που την κοίταξε στα μάτια, δεν την επρόσεξε.
«Ε, βέβαια, τώρα που βρήκαμε τον πρίγκιπα πού να καταδεχτούμε τις φτωχές φιλενάδες!»
Τότε γύρισε πίσω της η Τασούλα, κατάλαβε τη φίλη της, μα δεν είπε τίποτε και προχώρησε. Ευχαριστήθηκε όμως πολύ που θα «βρήκε τον πρίγκιπα».
Το βράδυ γύρισε νωρίς στο σπίτι κι ύστερα από τη δουλειά της κλείστηκε στην καμαρούλα της να συλλογιστεί μοναχή της την ευτυχία της.
Κάθισε στο κρεβάτι της και δεν αποφάσιζε να γδυθεί: όλο και όνειρα, όλο και σχέδια, ούτε ίχνος πια αμφιβολίας δεν της περνούσε.
Αυτός ήταν ο άνθρωπος που της έλεγε τ' όνειρο.
Και τον έβλεπε κιόλας ν' ανεβαίνει τη σκάλα τους και να χτυπάει το κουδούνι. Αυτή του άνοιγε ντροπαλή κι ευτυχισμένη και αυτός άπλωνε το χέρι του και την τραβούσε απαλά προς το μέρος του. «Έλα, Τασούλα, εσύ δεν είσαι για υπηρέτρια, έλα, τόσα χρόνια σε ζητάω στον κόσμο και τώρα που σ' απάντησα, δε σ' αφήνω. Έλα».
Κι αυτή, αυτή έπεφτε στην αγκαλιά του και έλιωνε μέσα στην ευτυχία της... Εκείνη την ώρα κάτι παράξενο ακούστηκε. Η Τασούλα πετάχτηκε ορθή και κοίταζε γύρω της. Ήτανε κιόλας βαθιά νύχτα. Στο σπίτι δεν ακουόταν κανένας ήχος κι από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε το φως του φεγγαριού κι εσχημάτιζε ένα μεγάλο ασημένιο τετράγωνο στο πάτωμα. Όλοι κοιμόντανε κι όμως ένας ήχος γλυκός και παραπονεμένος έφτανε στ' αυτιά της.
Επρόσεξε. Ήτανε ήχος βιολιού. Ποιος έπαιζε τέτοια ώρα βιολί; Πρόσεξε καλύτερα και κατάλαβε πως ο ήχος ερχόταν από το δεύτερο πάτωμα κι από την κάμαρα που ήτανε ακριβώς κάτω από τη δική της.
«Ποιος έπαιζε τέτοια ώρα βιολί;» ξαναρώτησε τον εαυτό της και ο νους της επήγε στον ξένο, που απάντησε εκείνο το ίδιο απόγευμα. Από τον ήχο του βιολιού αμέσως κατάλαβε η Τασούλα πως ο άνθρωπος που έπαιζε μέσα στη βαθιά νύχτα κάποιο πόνο θα είχε, κάποιο μεγάλο, κρυφό πόνο, που τον βασάνιζε και τον έκανε να ξεθυμαίνει με το βιολί.
Και ο άνθρωπος αυτός ήτανε ο «ξένος» και ο πόνος του ήτανε «αυτή», αυτή η ίδια η Τασούλα! Ο νους της σταμάτησε. Έπεσε στο κρεβάτι της και βυθίστηκε σε σκέψεις ασυνάρτητες, αλλόκοτες, που δεν είχε τη δύναμη ούτε να τις παραστήσει ζωντανές, ούτε και να τις διώξει.
Η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήτανε κοιμισμένη ή ξύπνια. Στ' αυτιά της έφτανε πάντα ο ήχος του βιολιού παραπονεμένος. Το πρωί, πριν ακόμα ξυπνήσουν οι «σινιορίνες», αυτή συγυρισμένη κατέβαινε ως το πορτόνι (2) κι ανέβηκε ύστερα με την ελπίδα να τον απαντήσει. Όταν ήρθε ο γαλατάς πάλι κατέβηκε πίσω του -κάτι είχε ξεχάσει να του πει- το μεσημέρι ζήτησε πιπέρι μαύρο -της είχε τελειώσει χωρίς να το καταλάβει- από την καμαριέρα του πρώτου πατώματος.
Σε λίγο πάλι ξανακατέβηκε. Μα καμιά φορά δεν απάντησε τον ξένο. Το ίδιο βράδυ, το ίδιο παραπονιάρικο κομμάτι ακούστηκε στο βιολί. Θέλει να με μαγέψει κι ύστερα μεμιάς να 'ρθει απάνω και να με πάρει!
Μα ούτε την άλλη μέρα μπόρεσε να τον απαντήσει στη σκάλα. Έτσι πέρασαν αρκετές άκαρπες μέρες κι άλλες τόσες γλυκές νύχτες.
Μα όσο ο ξένος δεν εφαινόταν, τόσο οι φαντασίες της εδυνάμωναν. Η ίδια δεν εξεχώριζε πια αν ήτανε όνειρα ή αλήθειες. Και αποφάσισε! Κατέβηκε στη σπιτονοικοκυρά του δεύτερου πατώματος. Ήτανε μια παχιά ξανθή κυρία με γαλανά έξυπνα μάτια. Ύστερα από λίγα στριφογυρίσματα η Τασούλα ερώτησε:
«Ποιος παίζει κάθε νύχτα βιολί;»
«Ακούγεται απάνου;»
«Πώς, σα να παίζουν στην ίδια κάμαρα!»
«Οι κυρίες σου το ακούνε;»
Ετελείωσε! Η Τασούλα κατάλαβε ό,τι ήθελε να καταλάβει: αυτός έπαιζε μονάχα για την Τασούλα και δεν ήθελε ν' ακουστεί κι απ' άλλους· κι αυτό το 'ξερε και η σπιτονοικοκυρά.
«Αντίς που στενάζουνε από μακριά, γιατί δεν ανεβαίνουνε; Άνθρωποι είμαστε, δε δαγκάνουμε», είπε με νόημα κι ανέβηκε ενθουσιασμένη γιατί «το είπε»!
Πέρασαν κι άλλες ατέλειωτες μέρες και η Τασούλα ούτε συλλογιζόταν πια το γράμμα, που θα λάβαινε από το Νουνό της.
«Μπορεί και να μη φύγω. Αν τελειώσει μια υπόθεση... Πα να πει από μένα εξαρτάται. Κάποιος μ' εζήτησε...» κι άφηνε να υπονοούνται πολλά.
Μπροστά στους άλλους ήτανε υπερβέβαιη για την αλήθεια αυτών που έλεγε. Μα όταν έμενε μοναχή της, κάποτε της περνούσε και καμιά αμφιβολία κι αυτό την έτρωγε.
«Γιατί να μην έρχεται ακόμα;»
Ένα απόγευμα, τις τέσσερις ακριβώς, ημέρα Τετάρτη, εχτύπησε το κουδούνι. Η Τασούλα έτρεξε ν' ανοίξει και -Θεέ μου- βρέθηκε μπροστά στον ξένο! Τα μάτια συναντήθηκαν κι αυτός εχαιρέτησε. Η Τασούλα τα 'χασε.
Μ' όλο που τόσον καιρό περίμενε αυτή τη στιγμή, τώρα που έφτασε, τώρα, την εύρισκε απίστευτη. Κοκκίνισε ως τη ρίζα του λαιμού της, τα μάτια της άστραψαν και θέλησε να χυθεί απάνω του. Μα όχι, αυτός έπρεπε πρώτος ν' απλώσει τα χέρια του, έτσι ήτανε το σωστό.
Κατέβασε τα μάτια της, πάλι τα σήκωσε, λύγισε τη μέση της δεξιά, αριστερά, γέλασε μ' ένα κομμένο γλήγορο γέλιο, πάλι σοβαρεύτηκε, τον κοίταξε -μπα, πώς στεκότανε αυτός έτσι σαν μάρμαρο- έκαμε μισό βήμα μπροστά, μισό πίσω. Πάλε θέλησε να προχωρήσει και, επιτέλους:
«Δέχεται παρακαλώ η Κυρία;» είπε ο ξένος.
Η Τασούλα πρασίνισε. Τα χείλη της ξεράθηκαν και της φάνηκε πως κάποιος τη χτύπησε δυνατά πίσω στο κεφάλι.
«Περάστε...» του είπε με κομμένη φωνή.
Ο ξένος παραξενεύτηκε, ωστόσο χαμογέλασε κι αυτή πάλε κοκκίνισε. Βέβαια έτσι έπρεπε να κάμει, συλλογίστηκε, θα μιλήσει πρώτα με τις κυρίες μου.
Ειδοποίησε γλήγορα, λαχανιασμένη, τις σινιορίνες της, τόσο που τις τρόμαξε. Ύστερα κάθισε ήσυχη στη μικρή τραπεζαρία κι επερίμενε να την κράξουν.
Οι στιγμές της εφάνησαν αιώνες! Τι να λένε τάχατες τόσες ώρες; Πήγε κρυφά κι έβαλε τ' αυτί της στην πόρτα.
Μιλούσανε για διάφορα. Σε λίγο άκουσε τη φωνή του ξένου: «Θα μου επιτρέψετε, δεσποινίς, καμιά μέρα να σας ακομπανιάρω με το βιολί μου; Ακούω συχνά να παίζετε ένα κομμάτι που μ' αρέσει και το έμαθα κι εγώ στο βιολί».
Λίγο έλειψε ν' ανοίξει η πόρτα και να πέσει φαρδιά πλατιά η Τασούλα στο πάτωμα. Ο Θεός την εβοήθησε και βαστάχτηκε στα πόδια της· πρόφτασε να πάει ως τη μικρή τραπεζαρία, έπεσε απάνω σε μια καρέκλα, έριξε το κεφάλι της απάνω στο τραπέζι και έκλαψε, έκλαψε...
«Τι έπαθες, Τασούλα, γιατί κλαις; Ήρθε κανείς; Έμαθες τίποτε;» την ρωτούσαν ανήσυχες οι κυρίες της, μα ποτέ δεν έμαθαν τι είχε η Τασούλα. Έκλαιγε ακόμα και τη νύχτα στο κρεβάτι της ώσπου αποκοιμήθηκε.
Στον ύπνο της είδε έναν καλόγερο που της έφερε ένα μακρύ σχοινί και μια γαλάζια κορδέλα. Το πρωί σηκώθηκε ευχαριστημένη. Τα μάτια της ήτανε ακόμη κόκκινα, μα ο νους της έτρεχε κιόλας στο ταξίδι που της υποσχόταν τ' όνειρο. Ο καλόγερος ήτανε ο άγιος, αυτός την επροστάτευε, ο Νουνός της θα της έγραφε!
Ποιον είχε ανάγκη η Τασούλα; Όμορφη ήτανε. Μακάρι να ήτανε και «πολλές άλλες» όμορφες σαν κι αυτήν!
Δεν πέρασε πολύς καιρός και η ζωή της όλη ήτανε το γράμμα που θα λάβαινε από το Νουνό της.
«Λατρευτή μου Βαφτιστική. Σε περιμένω με λαχτάρα. Έλα. Παιδιά δεν έχω, το ξέρεις, και θα κάνω εσένα παιδί μου. Τρία μπαούλα γεμάτα υφάσματα σου έχω. Θα σε ντύσω σα βασιλοπούλα. Σου έστειλα και τα ναύλα. Ο Νουνός σου που σε λατρεύει».
Αυτό ήτανε το γράμμα, που θα λάβαινε από το Νουνό της. Αυτός ήτανε πολύ πλούσιος· είχε ένα σπίτι στην Αθήνα, ένα ωραίο εξοχικό στην Κηφισιά και το πατρικό του στο Αργοστόλι. Είχε μια τραπεζαρία, μα μια τραπεζαρία, που θα την εζήλευε και βασιλιάς.
Ακούς εκεί, και τι ήτανε οι σινιορίνες της; Δυο σερβίτσια μοναχά είχανε για το τσάι. Ο Νουνός της είχε δεκατέσσερα σερβίτσια και σ' ένα απ' αυτά, που ήτανε από πολύ φίνα πορσελάνα, ήτανε ζωγραφισμένοι οι δώδεκα απόστολοι, μάλιστα, ο ένας στο κάθε φλιτζάνι.
Αυτές δεν είχανε ζωγραφισμένα σερβίτσια.
«Δεν είναι ωραία τα φλιτζάνια να 'χουνε αγίους».
Ακούς εκεί, που θα μου πούνε αυτές ποια φλιτζάνια είναι ωραία. Ποιανού; Εμένα της Τασούλας, που μεγάλωσα στου Νουνού μου! Δεν ντρέπονται κιόλας, που είναι και γραμματισμένες! Αυτό είναι κρίμα κι από το Θεό να λένε για φλιτζάνια που έχουνε απάνω αγίους, πως δεν είναι ωραία.
Μα έννοια σου και θα το βρούνε από το Θεό. Έτσι κάνουνε πάντα. Ακούς να λένε για το γαλατά πως βάνει νερό στο γάλα του! Είναι κρίμας, κρίμας να κατηγοράνε έτσι τον φτωχό τον κόσμο.
Γι' αυτό μας παράτησε κι ο Θεός.
Πόσο θα 'μενε ακόμα μαζί τους; Μια βδομάδα; Δυο; Ύστερα θα λάβαινε το γράμμα και θα 'φευγε.
Αυτό ήτανε όλη της η ζωή, η χαρά, η παρηγοριά της. Μια μέρα την έκραξε η «σινιορίνα» της.
«Τασούλα, Δεσποινίς Τασούλα Λευκαδίτου. Είχες γράμμα, γράμμα από την Αθήνα, από το Νουνό σου. Πάρ' το».
«Αλήθεια, σινιορίνα μου, ή με γελάτε;» κι έτρεμε από αγωνία.
«Αλήθεια, σου λέω, να, πάρ' το, άνοιχτο μοναχή σου».
Το άρπαξε με τα δυο της χέρια, το φίλησε, το κοίταζε από τη μια μεριά, το κοίταζε από την άλλη, μέτρησε τα γραμματόσημα, κι έπειτα άρχισε να γελάει, ύστερα από τα γέλια, την έπιασαν κλάματα· ξαναφίλησε το γράμμα και το 'κρυψε μέσα στον κόρφο της.
«Έλα να στο διαβάσω».
«Όχι, σινιορινούλα μου, όχι ακόμα, θα κάμω πρώτα όλες μου τις δουλειές κι ύστερα. Θέλω να 'μαι ήσυχη».
Εκείνη την ημέρα οι δουλειές του σπιτιού δεν εύρισκαν τελειωμό. Έπρεπε να τιναχτούν τα ταπέτα, να καθαριστούν οι τοίχοι, να πλυθούν τα πατώματα.
Έπειτα έπρεπε να βάλει τάξη στις αποθήκες.
Είναι τόσος καιρός, που το είχε στο νου της.
Πέρασε έτσι μια βδομάδα, πέρασε και δεύτερη, κόντευαν να μπουν στην τρίτη και η Τασούλα όλο γύριζε, έπλενε, έτριβε, καθάριζε, και το βράδυ κατάκοπη, έπεφτε στο κρεβάτι της κι έσφιγγε απάνω στο στήθος της με τα δυο της χέρια το γράμμα.
Έφτανε να τ' ανοίξει και να, η ευτυχία απλωνόταν μπροστά της.
Ο Νουνός της τής έγραφε ακριβώς όπως αυτή εφανταζόταν, αύριο θα το άνοιγε, θα της το διάβαζαν και όλα θα ετελείωναν!
Η Τασούλα θα έφευγε για την Αθήνα...
Μα αν το γράμμα δεν ήτανε όπως το ονειρευόταν;
Μπα; Και ήτανε καμιά ανάγκη να τ' ανοίξει το γράμμα;
Μη δεν είχε το δικαίωμα να το κρατήσει κλειστό;
Το καλό ήτανε να μην την πάρει την απόφαση η Τασούλα. Την πήρε; Τελείωσε! Θα γινότανε αυτό που ήθελε αυτή· μάλιστα! Αυτό που ήθελε αυτή! Κι ας μη νομίζανε οι «σινιορίνες» της, που θα την κατάφερναν να τ' ανοίξει. Α! Όλα κι όλα! Είχε λόγο η Τασούλα και θα κρατούσε το λόγο της. Είπε πως δε θα τ' άνοιγε το γράμμα; Ο κόσμος να χαλούσε δε θα το άνοιγε!
Κι έσφιγγε με πείσμα το γράμμα απάνω στο στήθος της.
Παπά Κατίνα
Περιοδικό «Νέα Εστία»
τεύχος 22 - 24, Δεκέμβριος 1927
(1) κουναρίζω: ανατρέφω, μεγαλώνω παιδιά
(2) πορτόνι: πορτάκι μικρό, κυρίως αυλής


