Ήταν το τελευταίο Σάββατο του Γεναριού... ημέρα καθάρια και γλυκιά, πολύ γλυκιά, από εκείνες τες χειμωνιάτικες ημέρες, που η ζέστη του ηλιού είναι μια από τες πλειό ευχαριστότερες ηδνές της αγροτικής ζωής. Ήταν τέτοια μέρα εκείνο το Σάββατο, που μόνον στες τροπικές χώρες μπορούσε ν' απολάψει κανείς σε τέτοια εποχή. Όλος ο θεσσαλικός κάμπος, με τον Κίσσαβο και το Πήλιο ανατολικά, τον Όλυμπο και τα Χάσια βορεινά, τον Πίντο και προπάντων τον Κόζιακα, δυσμικά και την απέραντη σειρά των Αγράφων νοτικά, ώμοιαζε έν' απέραντο θερμοκήπιο, με χωριά, με δέντρα, με κήπους, με χωράφια, με ποτάμια, με ανθρώπους, με πουλιά κάθε λογιών, με πρόβατα, μ' αρνιά, με βόδια, με άλογα, με σκυλιά και με λογιών λογιών τετράποδα, που βρίσκονταν όλα μαζί, κάτω από το μάτι του ηλιού, που τα ευεργετούσε με τη ζέστα του, με το φως του, με τη λαμπράδα του, κι αγκάλιαζε με τες διάφανες και χρυσοπόρφυρες αχτίδες του όλους κι όλα, σα φιλόστοργος πατέρας.
Ο ήλιος είχε κάμει τα τρία τέταρτα του ημεριάτικου δρόμου του και στον ουράνιο κάμπο δε φαινόνταν κανένα σύννεφο, παρά μόνον από τα κορφοβούνια τ' αρίφνητα ξεπετούσαν κάτι ψιλά - ψιλά πραγματάκια, σα φτερά κύκνου, σαν σκούρα όνειρα ελπίδων, που απλώνονταν γοργά γοργά στον καταγαλάζιο θόλο τ' ουρανού και ξαφανίζονταν λίγο - λίγο, και δε φαινόνταν πλειά τίποτε. Αυτό έδειχνε ότι κι η ακόλουθη ημέρα θα ήταν κι αυτή λαμπρή.
Όλος ο κόσμος του χωριού ήταν ξεπορτισμένος. Από τους άντρες, άλλοι ήταν στες γεωργικές τους εργασίες, άλλοι στα πρόβατά τους, άλλοι ψάρευαν στον αργυρόνερο Πηνειό, άλλοι κυνηγούσαν μέσα στα χωράφια, άλλοι άλεθαν στο μύλο, κι όχι ολίγοι -οι γεροντότεροι- ηλιάζονταν, κουβεντιάζοντας στην πλατεία της εκκλησιάς, όπου είναι και το μεσοχώρι. Οι γυναίκες, άλλες έπλεναν μέσα στο παραπόταμο, άλλες λούζονταν, λούζοντας στον ίδιον καιρό και τα μικρά τους, γιατί η μέρα του Σαββάτου είναι μέρα γενικού καθαρισμού, άλλες πάλε -οι γεροντότερες- προσηλιάζονταν στα προσήλια, ακουμπώντας τες πλάτες τους στον πλιθόχτιστο τοίχο του σπιτιού και καθαρίζοντας πλιγούρι ή μπαλώνοντας κουρελιασμένα ασπρόρουχα, κι άλλες -οι νεώτερες κι ανύπαντρες- κρυμμένες στα πίσω των σπιτιών, πάντα όμως σε απόγωνα, που τα έπιαναν οι χρυσάργυρες ηλιακές αχτίδες, κεντούσαν κάθε μια το νυφιάτικό της το υποκάμισο και μόνον εκείνες, που καταγένονταν στο ζύμωμα του ψωμιού και στο μαγείρεμα του προσφαγιού, βρίσκονταν εξ ανάγκης μέσα στο σπίτι, κι έτσι στειρεύονταν τη γλύκα του ήλιου.
Η γερο - Θύμιαινα, μια από τον πολύν κόσμο του χωριού, που, αν κι είχε περασμένα τα εξήντα της, είχε όλη τη δύναμη των ματιών της, καθόνταν πλευρά στη θύρα του σπιτιού της, έχοντας όλον τον ήλιο κατάμουτρα, και τη ράχη της στον τοίχο, κι από την μια την μεριά καθάριζε πλιγούρι, για να το ανακατέψει με γουρουνίσιο κρέας, για το δείπνο εκεινής της ημέρας κι από την άλλη να διώχνει με μια μακριά βέργα τες κότες, που μαζεύονταν γύρα της και 'τρώγαν τ' αποκαθαρίδια, για να μη μπαίνουν μέσα στο σπίτι κι ενοχλούν τη μεγαλύτερη τη νύφη της, που καταγενόνταν στο ζύμωμα του ψωμιού και των προσφορών, ενώ τα μικρά της αγγόνια, τρία τέσσερα, από πέντε ως οχτώ χρονών, περιφέρονταν στην ευρύχωρη αυλή, σα ζαρκάδια, παίζοντας με τα πέντε γουρουνόπουλα, που τα 'κάναν και γρύλιζαν φοβερά με τα πειράγματά τους, και την έκαναν να θυμώνει, να τα μαλώνει και να τα φοβερίζει:
«Αφήστε τα γουρνοπλάκια ήσυχα, μωρέ τρισκατάρατοι, να μη σηκωθώ και σας τσακίσω!»
«Δεν κάναμε τίποτας, βαβά...» απαντούσαν αυτά και ξανάρχιζαν πάλε τα ίδια παιγνίδια, γιατί ήξεραν ότι οι φοβέρες της βαβάς δεν ήταν άλλο, παρά λόγια μονάχα.
Ενώ η γριά ξακολουθούσε το έργο της και τα μικρά τα παιγνίδια τους, ένας άντρας, κρατώντας στα χέρια του ένα μακρύ δεκανίκι, για να φυλάγεται από τα σκυλιά, παρουσιάστηκε στην ποριά (1) της αυλής και φώναξε:
«Βουρ' το σκυλί, βαβά, για να 'ρθ' αυτού!»
Η γριά, σήκωσε το κεφάλι της από το τεψί, που είχε στα γόνατά της και καθάριζε, κι ιδόντας τον, μαύλησε το σκυλί της:
«Κο! Γκεσούλ'! Κο! Κο!»
Μη βλέποντας τον Γκεσούλη να 'ρχεται, είπε στον άνθρωπο:
«Άι! Έλα μέσα, Θανάσ'! Δε 'ναι το 'δω! Ποιος ξέρ' πού ξάχν' για τίπουτας ψουφίμια, που να το μάσ' η χοιρόλοιμος η κακός!»
Αλήθεια το σκυλί δεν ήταν εκεί, αλλιώτικα στο μαύλημα της γριάς «Κο! Γκεσούλ'! Κο!» θα έτρεχε στη στιγμή κοντά της, γιατί μ' αυτό το μαύλημα φωνάζουν τα σκυλιά, όταν θέλουν να τα θρέψουν. Μπαίνοντας μέσα στην αυλή ο Θανάσης τράβησε ίσια μπροστά στη γριά, κι αφού της είπε την «καλημέρα», της έδωκε μια μικρή κόκκινη λαμπάδα, λέγοντας:
«Κάλεσμα για τα βαφτίσια! Γρήγορα να κοπιάσετε και σ' αγόρια, κι όπως πάτι τώρα με το λάδ', με κηρό να πάτι και με το κλήμα! (2)»
Η γριά απολογήθηκε αμέσως, αφήνοντας το καθάρισμα:
«Να ζήσ' γιε μ'! Να ζήσ'ν κι οι γουνέοι τ'! Να φέρ' κι αγόρια μακάρ'».
Ο καλεστής, άμα ήκουσε τες ευχές της γριάς, κι είδε τη δουλειά του τελειωμένη, γύρισε τες πλάτες και τράβησε προς τα έξω, παρατηρώντας δεξιά και ζερβιά του, μη λάχει και βγει από καμιά μεριά ο Γκεσούλης, γιατί ήταν φημισμένος, ως το χειρότερο σκυλί του χωριού.
Αλήθεια, δε χρειάζονταν πλειότερα από μέρος του καλεστή, προς την κουμπάρα τη Θύμιαινα, γιατί όλοι οι χωριανοί γνωρίζονται αναμεταξύ τους, κι οι σχέσες τους είναι κανονισμένες. Γνωρίζουν όλοι στο χωριό ποιος πεθαίνει ποιος παντρεύεται και ποια γεννάει. Καθένας γνωρίζει πότε κι από ποιον θα καλεστεί να στεφανώσει ή να βαφτίσει, επειδή η κουμπαριά είναι κληρονομικό δικαίωμα μιανής οικογένειας προς άλλη, και δεν επιτρέπεται η αλλαγή νουνού, και το νοστιμότερο ακόμα είναι τούτο: όταν μια οικογένεια από πολλά αδερφοξάδερφα χωρίσει και γίνουν πλειότερο από ένα σπίτι, μαζί με τες κότες, με τα πρόβατα, με τα γελάδια, με τ' άλογα, με τα γαϊδούρια, και τα υπάρχοντα του σπιτιού, χωρίζουν και τες κουμπαριές.
Ο νουνός είναι σεβαστό πρόσωπο, σεβαστότερο ακόμα κι από τους γονέους, η δε κατάρα του νουνού λογίζεται μεγαλύτερη κι από την κατάρα των τριακόσιων δέκα οχτώ θεοφόρων πατέρων. Γι' αυτό κι ο βαφτισιμιός χρωστάει πλειότετρη υπακουή στο νουνό του κι από τη μάνα του κι από τον πατέρα του, κι όταν παντρευτεί, στεφανώνεται από το νουνό του, ή από τους απογόνους του ή από άλλους συγγενίδες του, αδερφούς του, ανεψιούς του κ.λπ. με τη συγκατάθεση του ή με τη συγκατάθεση του μεγαλυτέρου κληρονόμου του, αν δε ζει. Ώρα ανάγκης όμως αλλάζει καμιά φορά αυτόν τον κανόνα, και τούτο αν τύχει κι αρρωστήσει άξαφνα το μικρό κι ο νουνός είναι από ξένο χωριό, και δεν υπάρχει καιρός. Σε τέτοιες περίστασες οι γονέοι αναγκάζονται να βαφτίσουν το μικρό, δίνοντας την κουμπαριά σε συγγενή ή φίλο, από φόβο, μην πεθάνει αβάφτιστο, πράμμα από τες πλειό μεγάλες αμαρτίες, που βαραίνουν όχι μοναχά τους γονέους, αλλά κι αυτό το αθώο κι άκακο μωρό, που έρχεται στον κόσμο τούτο, φορτωμένο την προπατορική αμαρτία. Αν τύχει το μικρό, που βαφτίζεται από ξένο νουνό και ζήσει, τότε προσκαλιέται ο ταχτικός νουνός, τού γίνεται τραπέζι, και τού ζητιέται η ευχή.
Και σ' άλλη μια περίσταση αλλάζει ο νουνός: Όταν έχει κακορίζικο χερικό. Τον παρακαλούν να δώσει τα δικαιώματά του σε συγγενή του, αλλά οι νουνοί το ξέρουν μοναχοί τους αυτό, κι άμα τους πεθάνει το δεύτερο βαφτισιμιό σ' ένα σπίτι και φανεί το χέρι του κακορίζικο, παραχωρεί τα δικαιώματά του μόνος του σ' όποιον δικό του θελήσει, για να μην τον προλάβουν οι γονέοι του παιδιού. Ξέρετε τι ντροπή είναι το κακορίζικο χέρι;
Σε τέτοιο σημείο ευλάβειας είναι η κουμπαριά, η κουμπαριά του λαδιού, δηλαδή το βάφτισμα, ώστε δεν επιτρέπεται συμπεθεριά ανάμεσα σε δυο σπίτια, που έχουν κουμπαριά.
Η γερο - Θύμιαινα ήξερε ότι η Παπαδόνυφη (3) η Νικόλαινα, η κουμπάρα της, είχε γεννήσει κορίτσι τη Δευτέρα της ίδιας εβδομάδας, κι επειδή την είχε στεφανωμένη ο μεγαλύτερος γιος της, ο Γκουντής, αυτός έπρεπε να βαφτίσει την πρώτη γέννα, για να ρίξει πέρα το σαμάρι (4). Εξόν απ' αυτό, η γριά γνώριζε κι ότι την αυριανή Κυριακή θα γένονταν τα βαφτίσια, γιατί την πρώτη Κυριακή, από τη γέννησή τους βαφτίζονται τα μικρά, εξόν αν γεννηθούν μια ως τρεις μέρες πριν, και τότε πλειό μένουν για την άλλη Κυριακή.
Εξαιτίας λοιπόν, που ήξερε όλα αυτά, η γερο - Θύμιαινα είχε όλη της την ετοιμασία καμωμένη, γιατί είχε πάγει την Παρασκευή στα Τρίκαλα, κι είχε αγοράσει όλα τα χρειαζούμενα για την περίσταση, ήτοι τέσσερες πήχες αμερικάνικο πανί, για το φάσκιωμα του παιδιού, όταν το βγάλουν από την κολυμπήθρα, τρεις λαμπάδες, δηλαδή μια για τον παπά, μια για τον αναγνώστη και μια για το νουνό, δυο σκούφιες πάνινες, για το μικρό, η μια για τες γιορτές, κι η άλλη για τες καθημερινές, τρεις μολυβένιους σταυρούς, ο ένας για τη μια σκούφια, ο άλλος για την άλλη, κι ο τρίτος του λαιμού το φυλαχτό, μισή οκά λάδι για τη βάφτιση, και μια αρμαθιά σύκα, για τα παιδιά, που θα παραβρίσκονταν, ως μαρτυριάτικα του μυστήριου, μπροστά στον Θεό. Όλα αυτά είναι μια δουλειά όχι παραπάνω από τέσσερες δραχμές, κι αν βάλουμε στο λογαριασμό μια δραχμή του παπά, μισή της μαμής, κι άλλη μια μισή του αναγνώστη, η βάφτιση δεν κοστίζει πλειότερο από έξ ως εφτά δραχμές.
Ύστερα από τες ετοιμασίες κι από το κάλεσμα, δεν έμενε άλλο παρά να αποφασιστεί τ' όνομα του κοριτσιού, αλλ' αυτό θα γένονταν το βράδυ, (γιατί πάντα το βράδυ γίνεται), αναμεταξύ της γερο - Θύμιαινας που ήταν η πλειό πολύξερη του χωριού, και του γιου της του Γκουντή, που ήταν νουνός, κρυφά εννοείται, χωρίς να τους πάρουν μυρουδιά οι άλλοι, και προ πάντων τα μικρά παιδιά, από φόβο μη πεταχτεί ο λόγος έξω και μαθευτεί τ' όνομα μπροστά από τα βαφτίσια, κι έτσι έχανε ο νουνός την αξία του.
Ο Γκουντής, που θα βάφτιζε το μικρό, ήταν άντρας παντρεμένος και μπορούσε να σκεφτεί μόνος του τι όνομα θα έδινε στην αναδεξιμιά του, αλλ' επειδή όλα τα πεθαμένα ονόματα του σπιτιού, πάππων και προπάππων και βάβων προσβάβων, είχαν ξανανιωθεί από τέκνα των συννυφάδων της κουμπάρας, της Νικόλαινας, έπρεπε να ζητήσει τη γνώμη της μητρός του, που ήταν ονοματισμένη ανάμεσα στες γυναίκες όλου του χωριού, για την πολυξεροσύνη της και την είχαν όλος ο κόσμος για ρώτημα. Αλήθεια, η γερο - Θύμιαινα δεν ήταν γυναίκα ίσια πέρα, ήξερε κάμποσα πράγματα, που δεν τα ήξεραν οι χωριανές της, γιατί ήξερε να μαγειρεύει και δεσποτικά φαγητά, κι όταν συναπαντούσε κανένα ξένο, ή το δάσκαλο, ή τον αφέντη του χωριού, τους χαιρετούσε με το καλησπέρα σας, αδιάφορο αν ήταν δειλινό, μεσημέρι ή χαράημερα, ή νύχτα.
«Καλ' μέρα και καλι' -ώρα», έλεγε, «το λεν ούλ οι γκαραγκούνηδες! Το καλησπέρα είναι ευγενικό...»
Εξόν απ' αυτό, ήταν και αρκετά κοσμογυρισμένη η γερο - Θύμιαινα, γιατί, εξόν που πήγαινε ταχτικά, κάθε Δευτέρα στα Τρίκαλα και κάθε Τετράδη στην Καρδίτσα, ημέρες των εβδομαδιάτικων αγορών, και χαιρετούσε εκεί πολλά μεγάλα πρόσωπα: Χατζηγάκη, Ραδινό, Κανούτα, Μπλετσάκη, Ζωγλοπίτη, Καζαμπάκα, Μπασαρδάνη, είχε πάγει μια φορά και στη Λάρισα, όπου ήταν φυλακισμένος ο μακαρίτης ο νοικοκύρης της, γιατί, όντας ντραγάτης του χωριού, είχε σκοτώσει το σκυλί ενός Τούρκου -αυτά επί Τουρκίας- μέσα στ' αμπέλια, που έτρωγε σταφύλια.
Είχε πάγει και στον Τύρναβο στο πανηγύρι, στο Τσιότι, στο Μασκουλούρι, στην Πόρτα και στην Καλαμπάκα.
Ένα πράμμα είχε μάρα (5) η καημένη η Θύμιαινα, που δεν είχε μπορέσει να πάει στο Βόλο, να ιδεί τι λογιά ποτάμι είναι η θάλασσα, πώς περπατούν απανωθιό της τα καράβια, και τι λογιά πράμμα είναι πάλε αυτά τα καράβια... ζωντανά μαθές;... Αν πήγαινε και στο Βόλο θα πέθαινε ευχαριστημένη.
Το βράδυ μαζεύτηκε στο σπίτι όλη η φαμιλιά, άντρες, γυναίκες και παιδιά, και μοναχά ο Βασίλης, που φύλαγε τα πρόβατα στο μαντρί, έλειπε. Έκαναν το σταυρό τους κι άρχισαν να τρων ό,τι έδωκε ο Θεός και τα χέρια της πρωτόνυφης της Γκουτίνας και της γερο - Θύμιαινας, που ήταν μητέρα, πεθερά και βάβω, δώδεκα νοματαίων φαμιλιάς, ένα είδος μικρός θηλυκός πατριάρχης, μέσα σ' εκείνον το μικρόκοσμο. Η γερο - Θύμιαινα έτρωγε σε στρογγυλό τραπέζι, με τους άντρες, έχοντας μισούς από δεξιά και μισούς από ζερβιά, κατά ηλικία, κι οι νυφάδες με τα μικρά -τα κουτσουβέλια- όσα δεν είχαν αποκοιμηθεί ακόμα, κάθονταν στο μεσάλι (6), που έπιανε από την άκρα του τραπεζιού και τραβούσε τον κατήφορο, ενώ ένα τενεκεδένιο λυχνάρι με ξύλινο ποδαρικό και με χοντρόν πάτο, για να στέκεται γερά, τους φώτιζε με μια θαμπή λάμψη, περικυκλωμένη από καπνό, που ανάδιναν οι βουνιές, και τα λίγα ξύλα, που καίονταν στη στια. Πριν τελειώσει το δείπνο ακούστηκαν μια απάνω στην άλλη τρεις - τέσσερες ντουφεκιές, κι έγιναν αιτία κουβέντας ανάμεσα γριάς και αντρών.
«Σια πού να 'πεσαν τάχα;» ρώτησε η γριά.
«Κατά τα Κονομαίϊκα», απολογήθηκε ο Γκουντής.
«Να 'χουν συβάσματα (7);» ξαναρώτησε η γριά με πολύ έγνοια.
«Δε 'ναι συβάσματα!» απολογήθηκε ο μικρότερος ο γιος της, ο Γιώργης. «Είναι γουρνουχαρά (8)».
Σώπασε η γριά, σα να είχε ευχαριστηθεί από την απάντηση, και ξακολούθησε το φαγί της.
Είχε λόγο η γριά να ευχαριστηθεί, επειδή είχε έτοιμη γι' αρραβώνα την πλειό μικρή της θυγατέρα, τη Βάγγιω της, και φοβήθηκε, σαν άκουσε τις ντουφεκιές, μη της έκοψαν την αράδα, και μη της λιγόστεψαν κανένα υποψήφιο γαμπρό.
Λίγο ύστερα από τες ντουφεκιές τελείωσε ο δείπνος, μ' ένα γενικό σταυροκόπημα, εξόν εκεινών των παιδιών, που είχαν αποκοιμηθεί στα γόνατα των μανάδων τους, σηκώθηκε στρογγυλό τραπέζι, και το μεσάλι, με ό,τι είχαν απάνω τους, από τη μικρότερη τη νύφη τη Γιώργαινα, αυτή που σα μικρότερη, κάθισε ύστερη και σηκώθηκε πρώτη. Το μικρότερο πράγμα σ' ένα τέτοιο σπίτι κι από το πλειό μικρό παιδί είναι η μικρότερη νύφη.
Άμα σηκώθηκε το τραπέζι και σκουπίστηκε το μέρος, που ήταν βαλμένο, τραβήχτηκαν όλα τ' αντρόγυνα με τα παιδιά του το καθένα, προς τα κάτω του σπιτιού, πίσω από τες κουφίνες (9), που είναι αποθηκεμένη όλη η εσοδιά της χρονιάς, και χωρίζουν το κατοικειό σε δυο, όπου η κάθε μικροφαμιλιά, απ' αυτές, έχει ορισμένο το μέρος του ύπνου, ενώ η γριά, σαν αρχηγός του σπιτιού που ήταν, πήγε στην κορφή της στιας, όπου ήταν από πρωτύτερα στρωμένο το στρώμα της κι ακούμπησε στο προσκέφαλο παραστιάς. Τη ζυγώνει τότε ο Γκουντής και της λέγει σαν κρυφά:
«Μάνα, μάνα...»
«Τι γιε μ';»
«Ήφεραν το κάλεσμα για τα βαφτίσια;»
Το ρώτημα αυτό δεν ήταν για να βεβαιωθεί, αλλά για ν' ανοίξει την κουβέντα.
«Το 'φεραν», του απολογήθηκε η γριά, «κι αύριου θα πας να βαφτίεις...»
Κι ύστερα από λίγο τον ρώτησε αυτή χαμηλά:
«Το συλλουγίστηκες τ' όνουμα;»
«Δε μπόρεσα να βρω κανένα. Συλλουγίστηκα, συλλουγίστηκα σήμερα ούλη την μέρα, μα τίποτας δεν ηύρα. Αυτή η συλλουγή μ' έκανε να χάσω τρεις λαγοί και καμιά δεκαριά περδίκια. Ο νους μ' δούλευε για τ' όνουμα κι οι λαγοί και τα περδίκια σκουρπούσαν από μπρουστά μ'. Ό,τι έβαλα με το νου μ' είναι μέσα στο σπίτ' του κουμπάρου. Και πώς να μην είναι μέσα σ' αυτό το σπίτι όλα τα ουνόματα του κόσμ' αφού έχ' σαράντα νοματαίοι φαμιλιά, μικροί - μεγάλοι (10); Ηύρα το διαουλό μ' μ' αυτή την Πατσιώρω (11) σήμερα τι όνουμα να της βγάλου! Ούλ' την ελπίδα την έβαλα σ' εσένα τώρα, να μ' αραδιάσεις κάμπουσα ουνόματα, και να διαλέξου ένα».
«Άκου, γιε μ'!» του είπε η γριά, ακουμπώντας αναπαυτικότερα. «Τα ουνόματα είναι άμμος της Σαλαμπριάς (12). Θα σε μάθω έναν τρόπο ν' αραδιάζεις ό,τι ουνόματα θελ'ς».
«Πε μ' ντε! Να ησυχάσ' η νους μ'!»
«Πρώτα - πρώτα, παιδί μ' ν' αρχινάς από τα ουνόματα της ομορφιάς, γιατί η ομορφιά σκλαβώνει και βασιλιάδες, που λέει κι η λόγους: Γραμμάτω, Κρουστάλλω, Λάμπρω, Μόρφω, Σουλτάνα... Ύστερα από την ομορφιά έρχεται η αρχοντιά: Αρχόντω, Αφέντω, Ευγένω. Ύστερα από την αρχοντιά έρχεται η πολυτιμοσύνη: Αργύρω, Ασήμω, Διαμάντω, Ζαφείρω, Μαργάρω, Πολυτίμη, Σμαράγδω, Χρυσή. Ύστερα από την πολυτίμια έρχονται τ' άνθια. Κι αυτά μοιάζ'ν τα διαμάντια και τα μαργαριτάρια: Ανθή, Ανθεμία, Γαρουφαλιά, Πασκάλω. Τ' άνθια έχ'ν λογής λογιών χρώματα. Ουνόματα των ανθιών: Ξάνθω, Καστάνω, Κοκκίνω. Τα χρώματα τα κεντούν με ράμματα. Ουνόματα των ραμματιών: Βαμπούλω, Μετάξω... Τα ράμματα τα χρειάζονται αρσενικοί και θηλυκοί. Ουνόματα αρσενικοθήλυκα: Ανάργιω, Βάγγιω, Κωστάντω, Σταύρω, Φώτω... Οι άντρες κι οι γυναίκες κόβουν τα δέντρα. Ουνόματα των δεντριών: Δάφνη, Κυδωνιά, Κερασίνα, Λεμονιά, Μηλιά, Μυγδάλω, Ρόιδω, Τρανταφλλιά. Στα δέντρα απάνω κάθονται τα πουλιά. Ουνόματα πουλιών: Γεράκω, Περδίκω, Περιστέρα, Παγόνα, Τρυγόνα. Από τα πουλιά που είν' ευχημένα από τον Μεγαλοδύναμο να τρων, χωρίς να σπέρν' και να θερίζ'ν, ας έρθουμι στα ουνόματα τ'ς ευκής: Ακρίβω -να 'ναι μοναχοκόρ' κι ακριβή, και να δώκ' πουλλά ο γαμπρός (13). Αγόρω -να φερ' αγόρια- Ζώγω -να ζήσ'- Ξαρμενιά -να ξαρμεχτεί η μάνα τ' και να μην κάνει άλλα παιδιά πλειο- Σταμάτω - να σταματήσ'ν τα κορίτσια - Σταμπούλω -ν' αξιωθεί να πάει στην Πόλη -Χάιδω - να είναι χαϊδεμένη. Τ'ς ευκές παιδί μ' πάντα η Παναγιά -προσκυνούμε τη χάρη τ'ς», ανασηκώθηκε και σταυροκοπήθηκε, «τ'ς ακούει. Ας έρθουμι και στα ουνόματα της Μεγαλόχαρης: Δέσπω, Μαρία, Μάρω, Πανάγιω, Παναγίτσα, Περμάχω. Όποιος πιστεύει την Παναγιά έχει πάντα τη χαρά στην καρδιά τ'. Ας έρθωμε τώρα και στα ουνόματα της χαράς: Γελασίνα...»
«Ένα όνουμα μοναχά έχει η χαρά, μάνα;» ρώτησε ο Γκουντής μ' απορία:
«Πάντα, παιδί μ', η έρμη η χαρά είναι λίγη σ' αυτόν τον κόσμο. Θα σου έλεγα και τα ουνόματα των αγίων, αλλ' αυτά δεν είναι Χριστιανός που να μην τα ξέρ'!»
Κι ο Γκουντής, σαν ξαφνισμένος από την πολυξεροσύνη της μάνας του, της είπε:
«Μωρέ! Χαρά στο μελό (14), που 'χει μέσα το κεφάλι σ', μάνα! Σ' είσαι φλλάδα ακέρια! Αν ήσουν άντρας, χούρις άλλου, θα ήσουν πλειό μεγαλύτερη στα γράμματα και στο νου κι από το Γούλα Δάσκαλο, που 'ναι στα Τρίκαλα (15)».
Η γριά ευχαριστήθηκε από την κολακεία, που της είχε κάμει ο γιος της και τον ρώτησε με περηφάνια:
«Έβαλες κάνα απ' αυτά όλα στο νου σ';»
«Έβαλα και παράβαλα!» απάντησε μ' ευχαρίστηση ο Γκουντής.
«Καλορίζικο να 'ναι, παιδί μ'! Όπως πας το λάδ' να πας και το κλήμα».
«Ζουή να 'χουμε, κι ειδέ, ας το παν και τα παιδιά μας, μάνα! Όποιος έχει παιδιά δεν πεθαίνει!»
Η γριά σηκώθηκε κι άρχισε να σταυροκοπιέται κατά ηλιού, κάμοντας την απόδειπνη προσευχή της. Σηκώθηκε κι ο Γκουντής και σταυροκοπήθηκε κι αυτός, και πάλε ματακάθησαν κι οι δυο, ο καθένας στη θέση του, από τη μια την κορφή της παραστασιάς (16) η γριά, κι απ' την άλλη ο Γκουντής.
Η φωτιά έκαιε. Η γριά κουβέντιαζε ακόμα, κι ο Γκουντής άκουε. Πέρασε λίγη ώρα ακόμα, ώσπου το λυχνάρι άρχισε να τρεμοσβήνει, και βαρύς να κάθεται στα βλέφαρα και των δυονών ο ύπνος, και σε λίγο ακόμα μάνα και παιδί κοιμόνταν, εκείνη από τη μια μεριά της φωτιάς, και τούτο από την άλλη, σκεπασμένοι από μια γούνα προβατίσια, και τους χώριζε η γλυκιά φωτιά, που είχε καταντιά να βαστάξει ως το πρωί.
Το πρωί ο Γκουντής ξύπνησε, και σαν καθαρός που ήταν, που κοιμήθηκε χώρια του, νίφτηκε κι άλλαξε και πήγε στην εκκλησιά, κι άκουσε τη λειτουργιά, ως το τέλος. Ύστερα από τη λειτουργιά άρχισε η βάφτιση, κι όταν ο παπάς είπε: «Τάξε νούνε τ' όνομα», ο Γκουντής απολογήθηκε:
«Δάφνη!»
Αυτό ήταν τ' όνομα!
Αφού τελείωσαν όλα τα διαβάσματα της βάφτισης, ο Γκουντής πλήρωσε τον παπά, τη μαμή, τον αναγνώστη, μέρασε την αρμαθιά τα σύκα στα παιδιά, πρόντισε κατά γης και τρεις - τέσσερες πεντάρες -όποιος να τες πρωταρπάξει- ως μαρτυριάτικα του μυστήριου, κι ύστερα μαζί με τον παπά, τον αναγνώστη και τη μαμή, που κρατούσε τη σαρμανίτσα (17) με τη Δάφνη, πήγαν στο σπίτι των κουμπάρων. Τη στιγμή που μπήκαν μέσα, ο νουνός έβγαλε τη μικρή από τη σαρμανίτσα και την παράδωκε στη μάνα της λέγοντας:
«Να μας ζήσ', κουμπάρα, το κουμπαρούδ! Να φέρ' κι αγόρια, και να 'ναι καλορίζικο, με γονέους, προσγονέους, κι αδέλφια κι αξαδέρφια. Σου το παραδίνω σε τούτον τον κόσμο και θα σου το γυρέψω στον άλλο! Να το φυλάς από φωτιά, νερό, και πάσα κακό!»
Ύστερα απ' αυτό κάθισαν στο τραπέζι να φαν.
Χρηστοβασίλης Χρήστος
Διηγήματα Θεσσαλικά
Τυπογραφείο των Εργαστηρίων Ανέστη Κωνσταντινίδη
Αθήνα 1900
Σημειώσεις:
(1) ποριά: το μέρος απ' όπου μπορεί να περάσει κάποιος, πέρασμα, διάβαση
(2) Κλήμα εννοεί τα στεφάνια του γάμου, που τα κάμουν από κληματόκλαδα. Δηλοί αυτή η ευχή να ζήσουν και τα δύο μέρη (Σημ. του συγγραφέα)
(3) Η νύφη του παπά, Μαλιωρόνυφη, Τζουβαρόνυφη, κ.λπ., η νύφη του Μαλιώρα, του Τζουβάρα κ.λπ. (Σημ. του συγγραφέα)
(4) Στα στεφανώματα είναι συνήθεια να βάνουν σαμάρι του νουνού, για μια στιγμή και του το σηκώνουν αμέσως (Σημ. του συγγραφέα)
(5) μάρα: μαράζι
(6) μεσάλι: τραπεζομάντηλο
(7) συβάσματα: αρραβωνιάσματα
(8) Στον Κάμπο της Θεσσαλίας, που υποθέτεται αυτό το διήγημα, από τα Χριστούγεννα ως τες μεγάλες αποκριές, τα σαββατόβραδα σφάζουν γουρούνια και διασκεδάζουν. Αυτή η διασκέδαση λέγεται γουρνοχαρά (Σημ. του συγγραφέα).
(9) κουφίνα: μεγάλο κοφίνι, καλαθούνα, όπου αποθήκευαν τις σοδιές
(10) Σ' ένα σπίτι στο Μεσδάνι υπάρχει μια φαμιλιά του Αθ. Αγγελούση με 47 νοματαίους (Σημ. του συγγραφέα).
(11) Τ' αβάφτιστο, όταν είναι αρσενικό, το λεν Πατσιώρη κι όταν είναι θηλυκό, Πατσιώρω (Σημ. του συγγραφέα).
(12) Σαλαμπριά λέγεται ο Πηνειός (Σημ. του συγγραφέα).
(13) Στον κάμπο της Θεσσαλίας οι γαμπροί δίνουν προίκα στες νυφάδες και δε ζητούν· την καλή νύφη την παίρνει εκείνος που θα τάξει τα πλειότερα.
(14) μελό: μυαλό
(15) Αρχαίος δάσκαλος στα Τρίκαλα, που άφησε εποχή (Σημ. του συγγραφέα).
(16) παραστασιά: παραστιά: το μέρος που ανάβανε τη φωτιά. Συνήθως βρισκότανε στην κουζίνα του σπιτιού και σε μια γωνιά αυτού.
(17) σαρμανίτσα: κούνια φορητή για μωρά

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου