... Ένα βραδάκι πνιγηρό του Νοεμβρίου (κατά τις πέντε, λίγο πριν νυχτώσει, ήταν πεσμένη μια ψιλή - ψιλή βροχούλα, μα ύστερα δε βάσταξε πολύ), μεσ' στην ταβέρνα του μπάρμπα - Θανάση, είχαν ανταμώσει τρεις νομάτοι: Ο Βάθρακας, δεινός μανιταρτζής, ο επικαλούμενος και Στάβρακας, ο Νίκος ο Ζαμπόχος -η Αλάνα- κι η αλεπού, ο Γιάννης τ' Αξιωτάκι. Καθόσανε στο ίδιο το τραπέζι και κρυφομιλούσαν επί ώρες, με ζωηρές και χαμηλές φωνές, μ' εκφραστικά παιχνίδια του προσώπου, με μισοκλεισίματα ματιών, με μυστηριώδεις, ξαναμμένες και κάπως νευρικές χειρονομίες.
Καθόσανε κι οι τρεις κοντά - κοντά, παράμερα, στην άκρη, προς τον τοίχο, πίσω από το ξύλινο το χώρισμα, κι εξέταζαν με προσοχή τους άλλους, και γύριζαν ανήσυχα τα μάτια, σε κάθε μισοτρίξιμο της πόρτας· ήταν κι οι τρεις τους αρκετά στα κέφια -είχανε πιει από νωρίς έναν περίδρομο- αν και φαίνοσαν αρκετά συγκρατημένοι.
Στο εικονοστάσι της ταβέρνας, δίπλα στην ασημένια Παναγίτσα, ένα μικρούλι άσπρο καντηλάκι -και που ποτέ δεν έσβηνε πιστεύω- έριχνε πού και πού, στα σκοτεινά, μικρές αναλαμπές παρηγοριάς.
Ο μπάρμπα - Θανάσης, ο χοντρός, παρ' όλα τα φτωχά, τα μαραζάρικα, τα κακομοιριασμένα γερατιά του, με τ' ανασκουμπωμένα του μανίκια, με τη μεγάλη λεκιασμένη του ποδιά, πήγαινε κι ερχόταν, αεικίνητος· πετούσε τα λογάκια και τ' αστεία του, και πάλι ξαναγύριζε στον πάγκο κι έδινε τα ρέστα στους πελάτες, κι έπειτα πήγαινε πάλι και καθότανε, μαζί με τη δική του την παρέα, μ' ένα φαντάρο, μακρινό του ανιψίδι, μ' ένα λεβέντη μοίραρχο απόστρατο και τρεις ακόμα θλιβερούς συνταξιούχους, τρία ανεκδιήγητα σαράβαλα, που κουτσοπίναν μεσ' στα ποτηράκια τους και διηγόσαν ιστορίες του εξήντα.
Ήταν τώρα δέκα περασμένες· έξω, έβρεχε και πάλι σιγανά, έβρεχε και πάλι σταματούσε, και σε κάθε άνοιγμα της πόρτας έφερνε μια δροσούλα παγερή και μια βαριά και μελαγχολική, σαν άρρωστη και σάπια, μυρουδιά από βρεμένο, νοτισμένο χώμα.
Στη μακρινή εκείνη συνοικία, η ταβέρνα του μπάρμπα - Θανάση, μονάχ' αυτή κατόρθωνε να έχει, αποκλειστικά κι από καιρό, το μέγα κι αναφαίρετο προνόμιο να μένει παραπάνω απ' τις έντεκα· θα πεις, ποιος ήταν ακριβώς ο λόγος που τής γινόταν η εξαίρεση εκείνη: η ταβέρνα ήταν τόσο μακριά, τόσο έξω κι από τόπο κι από χρόνο, που οι αστυνομικές οι διατάξεις έχαναν καθ' οδόν τη δύναμή τους, και είτε φτάναν αδυνατισμένες, είτε δε φτάνανε ποτέ ίσαμε κει... Κι εξάλλου, μεσ' στους ταχτικούς πελάτες ήταν κι ο νωματάρχης του σταθμού -τρώγοντας πάντα, εννοείται, βερεσέ- και την είχε πάρει, σα να λέμε, υπό την άμεσή του προστασία. Κι αυτό γινόταν, ως εκ παραδόσεως, μ' όλους τους περασμένους, τους παρόντες, τους διαδοχικούς νωματαρχέους και ήταν τώρα ένας νόμος άγραφος, δεν ξέρω τι το καθιερωμένο, που δε χωρούσε φυσικά συζήτηση.
Κι οι τρεις εκείνοι μικρολωποδύτες την είχαν κάνει ένα είδος άσυλό τους -κι ας ήταν, έτσι, σ' επαφή διηνεκή, μέρα και νύχτα, με την εξουσία· η λωποδυτική τους ιδιότητα δεν ήταν βλαβερή στη συνοικία, και φρόντιζαν να κάνουνε τα κόλπα τους, όσο πιο μακρύτερα μπορούσανε. Σε κείνη την ακτίνα, οπωσδήποτε, δεν κοτούσαν να πειράξουνε κανένα· αν και πιασμένοι επανειλημμένως και φωτογραφημένοι από χρόνια, διατηρούσαν μερικά προσχήματα κι έδειχναν πως είχαν ησυχάσει.
Κι έπειτα, ποιος λίγο ποιος πολύ, όλοι εκείνοι που σύχναζαν εκεί μέσα -εκτός απ' την παρέα, εννοείται, του ταβερνιάρη, του μπάρμπα - Θανάση (αν και τι ξέρουμε, στ' αλήθεια, και για κείνη;) είχανε χρηματίσει λωποδύτες· κι ο νωματάρχης, φρόνιμα ποιών, απόφευγε και κείνος, εκ συστήματος, να πολυεξετάζει τα καθέκαστα της πελατείας του μπάρμπα - Θανάση -κι έπινε ποτηράκια και καθότανε αδιακρίτως μ' όλες τις παρέες. Έκανε, μ' άλλα λόγια, στραβά μάτια.
Ως κι οι καυγάδες που γινόσαν εκεί μέσα διατηρούσαν κάποιο χαρακτήρα πολύ στενά οικογενειακό: δεν ξεπερνούσανε την πόρτα της ταβέρνας -μήτε ποτέ που φτάνανε στο τμήμα· κι έτσι βαδίζαν όλα μια χαρά μέσ' στην ταβέρνα του μπάρμπα - Θανάση...
Κι η ταμπέλα που κρεμότανε απ' έξω,
ΟΙΝΟΜΑΓΗΡΙΟΝ
ΤΟ ΦΤΩΧΙΚΟ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Δ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
η ντενεκεδένια η ταμπέλα, ξεβαμμένη με βροχές και με λιακάδες, τραμπαλιζόταν ώρες - ώρες τόσο ήσυχα και μ' έναν τρόπο σα να νύσταζε και κείνη... Δεκάξι χρόνια σάπιζε κει πάνω και μόλις, τώρα, διαβαζόταν απ' τη σκόνη.
Σε λίγο -πλησιάζανε μεσάνυχτα- ήρθε κι ο νωματάρχης, αρειμάνιος, συνοδευμένος από τρεις χωροφυλάκους, και κάτσανε σε μια γωνιά να φάνε.
Και το καντηλάκι, στα ψηλά, έφεγγε τώρα μελαγχολικά, όσο μπορούσε πιο γλυκά και πιο μειλίχια, με το θαμπό του φως, το λυπημένο -και συνιστούσε πάντα στους ανθρώπους ομόνοια, υπομονή και ταπεινή καρδιά...
Άξαφνα μπήκε μέσα μια γυναίκα, μια ζαρωμένη και κοντή γριούλα, κουτσή, τρεμουλιαστή και κακομοίρα· έψαχνε με τα μάτια της να βρει το νωματάρχη· ένας λυγμός ανέβαινε στο στήθος της, που δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει· τρεκλούσε 'δω κι 'κει, σα μεθυσμένη. Μόλις έφτασε κοντά στο νωματάρχη, σκόνταψε και κυλίστηκε στα γόνατα. Ο μπάρμπα - Θανάσης κι ο φαντάρος σηκώθηκαν και τρέξανε κοντά της. Ο νωματάρχης γύρισε και κείνος, ενοχλημένος απ' τη φασαρία, χωρίς να σηκωθεί απ' την καρέκλα του, άπλωσε το χέρι να την πιάσει. Με χίλιους κόπους τη σηκώσαν από χάμου και της φέραν μια καρέκλα για να κάτσει.
Έγινε τότε σιωπή μέσ' στην ταβέρνα. Όλοι καταλάβαιναν τώρα γύρω, πως κάτι έμελλε σπουδαίο να συμβεί, κι η κυρα - Θανάσαινα, περίεργη, πρόβαλλε κι εκείνη από μέσα κι έμεινε με τον τέντζερη στο χέρι.
«Τι έπαθες, κυρούλα; Τι σου κάνανε;...»
Η γριούλα ξέσπασε στα κλάματα· κλάματα βαθιά, σπαραχτικά, γόοι και λυγμοί μαζί, κομμένοι:
«Με κλέψανε, παιδάκια μου, με κλέψανε!... Μου πήραν όλο μου το βιος της κακομοίρας! Που να κοπεί το χέρι τους, παιδάκια μου! Που να μη δούνε Θεού πρόσωπο, παιδάκια μου!...»
Κι η γριούλα έκλαιγε και σπάραζε. Με χίλια βάσανα και κόπους, τελοσπάντων, κατόρθωσαν να μάθουν τι συμβαίνει: η γριούλα, μια παλιά γειτόνισσα, είχε βρεθεί από νωρίς στην εκκλησία· ξημέρωνε δεν ξέρω ποια γιορτή κι ήταν εσπερινός κι ολονυχτία. Γυρίζοντας εκείθε τα μεσάνυχτα, μαζί με τη μικρή την εγγονούλα της, βρήκε το σπιτικό της άνω - κάτω· βρήκε το κομό της ανοιγμένο, τα συρτάρια πεταμένα όξω, όλο το ρουχικό της ρημαγμένο και, το σπουδαιότερο απ' όλα, πέντε χιλιαδούλες, οι μονάκριβες, όλος ο θησαυρός των γερατιών της, είχαν κάνει ξαφνικά φτερά!
Ο νωματάρχης το πήρε στο φιλότιμο.
Σηκώθηκε ξερά απ' την καρέκλα του κι έκανε νόημα στους τρεις χωροφυλάκους.
«Πάμε να δούμε τι συμβαίνει», είπε.
Προτού όμως να βγει από την πόρτα, στάθηκε κι έριξε μια τρομερή ματιά στους τρεις μισοκρυμμένους λωποδύτες.
Τότε κι αυτοί τα χάσανε λιγάκι και κοιταχτήκαν αναμεταξύ τους. Μ' όλο που ήταν εντελώς αθώοι, ένιωσαν, ωστόσο, κατά βάθος πως ήτανε τώρα υποχρεωμένοι να πληρώσουν πάλι τα σπασμένα και πως αυτό μπορούσε και να ήταν ένα είδος μυστικής δικαιοσύνης για όλα όσα είχαν καμωμένα, τόσον καιρό, χωρίς ν' αποφανούν...
Και το καντηλάκι στα ψηλά έτρεμε τώρα σα χλωμή ψυχούλα, σα μια χλωμή ψυχούλα φοβισμένη -σαν τις ψυχές των έρημων ανθρώπων, των αναξίων, των αποριγμένων, που δεν ελπίζουν στην αγάπη του Θεού, μήτε και στην αγάπη των ανθρώπων- γιατί ποτέ δεν είχανε το θάρρος, άτολμοι και χαμένοι και μικροί, να κάνουν τα μεγάλα τα εγκλήματα, τα φοβερά και φανερά εγκλήματα, που, μεσ' στη θλιβερή μας κοινωνία, δοξάζουν και τιμούν τους πιο μεγάλους...
Κι όταν τους πήραν οι χωροφυλάκοι κι όλοι μαζί τράβηξαν για το τμήμα, η Παναγίτσα, μεσ' στο «Φτωχικό», κατέβηκε από το κόνισμά της, κατέβηκε σιγά και δίχως κρότο, έκλεισε την πόρτα, το παράθυρο, έφερε βόλτα γύρω στα τραπέζια κι έπειτα ξανανέβηκε και πάλι κι έσβησε το μικρούλι καντηλάκι της, το θλιβερό μικρούλι καντηλάκι, αφού οι άνθρωποι ποτέ δε γύρισαν τα μάτια ν' ακούσουν την ανώφελη φωνούλα του, που τους συμβούλευε να είν' αγαπημένοι, και να 'χουν πάντα καθαρή καρδιά, κι ομόνοια και ταπεινοφροσύνη...
Κι αφού πάλι έγινε σκοτάδι, μπήκε κι αυτή ξανά στο κόνισμά της κι έκλεισε τα μάτια, κουρασμένη.
Λαπαθιώτης Ναπολέων
Διαλεχτές Ιστορίες - Νέοι διηγηματογράφοι
Οίκος Μ. ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ,
Αθήνα 1926

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου