Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2022

ΜΑΥΡΗ ΖΩΗ

   
   Διαβολόκρυο! Ο αέρας κατεβαίνει από τα χιονισμένα βουνά, βουΐζει ανάμεσα στα ψηλά μπεντένια (1) του παλιού βενετσιάνικου κάστρου, αχολογάει στις αχάλαστες ντάπιες, σουράει (2), κατηφορίζοντας στα στενά γκαλντερίμια, βογγάει σαν αποκαμωμένος κάτου απ' τις θεοσκότεινες καμάρες, δέρνει την πόλη αλύπητα, κάνει τα δέντρα να τριζοκοπάν, σηκώνει βουνό το κύμα,  βροντάν τα μουράγια, θρηνολογάνε οι στεριές απ' άκρη σ' άκρη...
   Έσκουξε φοβισμένα ο πετεινός του μεσονυχτιού μέσα στην ανεμοβοή,  ούτ' ένα παράθυρο δε φέγγει, παρηγοριά μονάχη στη χειμωνιάτικη νυχτιά, τα σκυλιά ρυάζουνται (3) κι αλυχτάνε μέσα στις έρημες αυλές...
   Στο δρόμο που τραβάει ανάμεσα απ' τα περβόλια κατά το δυτικό μέρος του κάστρου, ο Παντελής ο Δήμας, με το κεφάλι σκυφτό και τα δόντια σφιγμένα από το κρύο, παλεύει με τον άνεμο. Έμεινε παράωρα σε κάποια ταβέρνα του λιμανιού κουτσοπίνοντας. Τώρα δα, μόλις κλείσανε και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Κάθεται στην άλλη άκρη της πόλης, στα χαμόσπιτα που 'ναι όξω απ' το κάστρο, στο μέρος  που ανοιγόταν στα παλιά χρόνια της Τουρκιάς πλατιά και φοβερή η τάφρος, κάτω απ' τις πανύψηλες ντάπιες.

   Ο αέρας τον δέρνει απ' όλες τις μεριές, τον σπρώχνει προς τα πίσω ουρλιάζοντας, τον κάνει να τουρτουρίζει, βουΐζει στ' αυτιά του, μουγκρίζει οργισμένα, όμοιος μ' αόρατο στοιχειό που παίζει μαζί του μεσ' στ' άκραχτα μεσάνυχτα...
   Ο Δήμας βλαστημάει σφίγγοντας πιο πολύ τα δόντια του, σκύβει και προχωράει με το κεφάλι μπρος, στα τυφλά. Τον ξέρει καλά το δρόμο, τον έχει περάσει τόσες νύχτες στη ζωή του, χειμώνα - καλοκαίρι...  Τις πιο πολλές φορές, μεθυσμένος για καλά, ξεκινούσε απ' την ταβέρνα, χωρίς να βλέπει μπρος του, έκοβε δρόμο στα στραβά, πέρναγε τα στενά γκαλντερίμια και τα χαλάσματα ώσπου σκόνταφτε πάνω στην πόρτα του ρημαδιακού του!...
   Η μάνα του άκουγε το χτύπο στην πόρτα, σηκωνόταν, τράβαγε το σύρτη και ξανάπεφτε, χωρίς να πει μιλιά, χωρίς να δει ποιος είναι. Ποιος θα 'ταν; Τι γύρευε ο ξένος κόσμος στο ρημάδι της;
   Μα τώρα δεν έχει πια τη μάνα του ο Δήμας. Την ανάπαψε ο Παντοδύναμος τον περασμένο χρόνο -Θεός σχωρέστην!- σωθήκανε τα βάσανά της πια...
   Ο Δήμας άνοιγε τώρα την πόρτα  με μια κλωτσιά, χωρίς να περιμένει τη γριά, όπως άλλοτε, πήγαινε ίσα κατά τη γωνιά που κοιμότανε, έπεφτε στο στρωσίδι του και κουβαριαζόταν στα σκοτεινά... 
   Χρόνια τώρα αυτή η ζωή, η ίδια κι απαράλλαχτη...
   Απ' τον καιρό που 'χασε ο Δήμας τον πατέρα του, τον καπετάν Αργύρη, το σπίτι τους ρήμαξε, αφανίστηκε... Οι καλές ημέρες πέρασαν για πάντα.
   Πριν πεθάνει ο καπετάν Αργύρης, το σπίτι τους είχε τη χαρούμενη όψη που 'χουν όλα τα σπίτια που δεν τα χτύπησε η συμφορά και δεν τα ρήμαξε ο χάρος.
   Παίζανε ολόλευκες και πεντακάθαρες οι κουρτίνες στ' ανοιχτά παράθυρα, τρίλιζε (4) πρόσχαρα ο φλώρος κρεμασμένος πάνω από την πόρτα, ανθοβολούσε το περβόλι χειμώνα - καλοκαίρι, με τις τριανταφυλλιές του και τους κατηφέδες του, τα γαρίφαλα και τις βιολέτες, το ευωδιαστό δεντρολίβανο και το μοσχομυριστό καρυοφύλλι (5), το μαστίχι και την αρμπαρόριζα. Η Ασημένια η Δήμαινα ήταν απ' τις πρώτες νοικοκυράδες του τόπου, σβέλτη, χρυσόκαρδη και γλυκομίλητη...
   Ο καπετάν Αργύρης, ο άντρας της, είχε δικό του καράβι. Μ' αυτό αρμένιζε τις θάλασσες, έπιανε στα γύρω λιμάνια, φόρτωνε και ξεφόρτωνε εμπορεύματα, κέρδιζε και καλοζούσε... Ήταν απ' τους ανθρώπους τους ικανούς, ψημένος στη δουλειά, λιγόλογος, μα με καλή καρδιά, κοντός και γερός, πάντα πρόθυμος, πάντα στο πόδι. Η θάλασσα του 'χε δώσει το χαρακτήρα της. Κάτω απ' τον ήσυχο και καλομίλητο καραβοκύρη κρυβόταν η ακατάλυτη δύναμη, η τρικυμία κι ο χαλασμός. Λίγες φορές τον θυμούνται θυμωμένο. Μα ήταν άγριος και τρομερός σαν την πιο άγρια και τρομερή φουρτούνα!...
   Ένα χειμωνιάτικο βράδυ γύρισε, χωρίς να τον περιμένουν, απ' το ταξίδι, άραξε το καΐκι του έξω απ' το λιμάνι και τα μεσάνυχτα κουβάλησε στο σπίτι με το μούτσο, μέσα στο κρύο και στο χιονόνερο που 'πεφτε πυκνό, έξι - εφτά σακιά με λαθραία, σιγαρόχαρτο, καφέ και ζάχαρη. Τ' απίθωσαν στο σπίτι και την άλλη νύχτα τα πήρανε πάλι, τα φόρτωσαν και φύγανε...
   Η γυναίκα του δεν ανησύχησε καθόλου.
   Μα σιγά - σιγά το πράγμα πήρε άσχημο δρόμο. Ο Δήμας γλυκάθηκε απ' το μεγάλο κέρδος, παράτησε την πρώτη του δουλειά, ζούσε απ' τα λαθραία, η τάξη που 'χε στα ταξίδια του χάλασε, άνοιγε πανιά άξαφνα, με το χειρότερο καιρό, χωρίς να το περιμένει κανένας, έλειπε μέρες και μέρες κι έφτανε πάλι στον τόπο πάντα νύχτα, σαν τον κλέφτη σαν τον κυνηγημένο...
   Απ' την εποχή αυτή ένιωσε η Δήμαινα τα πρώτα χτυποκάρδια. Θέλησε να τον συμβουλέψει, μα ο Δήμας αγρίεψε και της έκοψε τη μιλιά στο στόμα:
   «Φτάνει γυναίκα!... Κοίτα το σπίτι σου...»
   Έτσι χάσανε πια και τη γαλήνη του ύπνου. Τους χτυπούσαν παράωρα την πόρτα, κουβάλαγαν φορτώματα τα λαθραία, βόηθαγε πολλές φορές κι η ίδια να τα κρύψουν στα βάθη της γης.
   Δεν τα κρατούσαν στο σπίτι. Είχε το κάστρο μυστικές υπόγειες φωλιές, μπουντρούμια σκοτεινά κι ανήλιαγα, βαθιές σπηλιές και χαλάσματα, που χρόνια και χρόνια δεν πάτησε πόδι ανθρώπου.
   Μα ύστερ' απ' όλα αυτά το κακό δεν άργησε να τους χτυπήσει με τον καιρό αλύπητα, η συμφορά τους ήρθε άξαφνη κι αναπάντεχη... Ήταν μια μέρα θολή και συννεφιασμένη. Άστραφτε κάθε τόσο, μακρινές βροντές κάνανε το κάστρο ν' αχολογάει σαν να γκρεμιζότανε...
   Ο καπετάν Αργύρης έλειπε σε ταξίδι. Η Ασημένια μόλις άνοιξε το πρωί το παράθυρο κι είδε τον καιρό σταυροκοπήθηκε:
   «Άϊ - Νικόλα μου, φύλαγε τους θαλασσινούς!»
  Κοντά στο μεσημέρι ένα κοπάδι κουρούνες διάβηκαν, μαύρο σύννεφο, ψηλά στο γκρίζο στερέωμα σκούζοντας τρομαγμένα. 'Ρχότανε άγρια και δυνατή καταιγίδα, ανεμοβρόχι και χαλασμός, η ψυχή της Δήμαινας ήταν βαριά, ο νους της έτρεχε στα φουρτουνιασμένα πέλαγα π' αρμένιζε ο νοικοκύρης της.
   Έριξε λάδι κι άναψε το καντήλι μπρος στα εικονίσματα, έκαψε λιβάνι κι έπεσε στα γόνατα παρακαλώντας τον Παντοδύναμο με λόγια που βγαίνανε θερμά και τρεμάμενα απ' το στόμα της:
   «Αφέντη μου!... Χριστέ μου!... Φύλαγέ τον...»
   Τ' απομεσήμερο μαζεύοντας τα ρούχα που 'χε απλωμένα στην αυλή, άκουσε ανάμεσα στα δεντρολίβανα που 'σαν τούφες - τούφες φουντωμένα σύρριζα στον τοίχο, άκουσε κάτι σαν σούρσιμο, κάτι σαν δάρσιμο, βαριά φτεροκοπήματα κι αντάρα... Γύρισε αλαφιασμένη κι αντίκρισε τον κόκορα της γειτόνισσας να παλεύει με το φίδι του σπιτιού, να φτερακάει απάνω του, πασχίζοντας να του βγάλει τα μάτια με τη γυριστή του μύτη!...
   Η καρδιά της χτύπησε απότομα.
   Ήταν το φίδι του σπιτιού, το γνώρισε αμέσως. Το 'ξερε από τότε που 'ταν μικρή κορούλα, της το 'χε δείξει ο πατέρας της, ήξεραν και τις τρύπες του και τις φωλιές του στην αυλή και στον κήπο. Ποτέ δεν το πείραζαν, τ' άφηναν να γυροβολάει το καλοκαίρι, μεσ' στο ντάλα μεσημέρι, ελεύτερα, να σούρνεται κάτω απ' τις βραγιές, να κουλουριάζεται και να παίζει, σβέλτο και σερπετό...
   Η Ασημένια βλέποντάς το να χαροπαλεύει κάτω απ' τα νύχια του κόκορα έσκουξε οργισμένα, άρπαξε πέτρες και τον κυνήγησε, ώσπου το φίδι τρύπωσε στη φωλιά του...
   Χωρίς να καλοκαταλαβαίνει γιατί το περιστατικό αυτό την είχε λαχταρίσει. Απόμεινε με τα ρούχα στο χέρι, βουβή και συλλογισμένη. Αναστέναξε ύστερα και μπήκε μέσα με βαριά την καρδιά...
   Γιατί να βγήκε το φίδι απ' τη φωλιά του; Ποτέ δε φανερωνότανε τέτοιον καιρό. Κι ο κόκορας που λίγο έλειψε να το στραβώσει; Ανάθεμά τον κει που βρέθηκε αλήθεια...
   Κοντά στο δειλινό ξέσπασε η μπόρα δυνατή, άγρια, λυσσασμένη. Πλημμύρισε το νερό, κατέβασαν θολούρα οι πλαγιές, βούιξαν ξέχειλες οι αυλακιές, δέντρα σπάσανε, ρημαδιακά γκρεμίστηκαν, το κακό βάσταξε ως το βράδυ... Όταν κάθισαν στο σπίτι να φάνε η βροχή είχε πάψει απότομα όπως ήρθε.
   Η Ασημένια έτρωγε χωρίς να 'χει όρεξη, συλλογισμένη κι αμίλητη. Ο Παντελής άκουγε αφηρημένος τα κεραμίδια που στάζανε, τ' αυλάκια που 'τρεχαν ακόμα θολόνερα και λάσπη...
       Όταν σηκώθηκαν απ' το τραπέζι κι άνοιξε το παράθυρο να τινάξει το τραπεζομάντιλο, τα μάτια της θάμπωσαν μπρος στ' ολόλαμπρο φεγγαρίσιο φως π' απλωνόταν όξω, πάνω από τη μουσκεμένη γη. Τα σύννεφα είχαν σκορπίσει, αστέρια τρεμόφεγγαν εδώ κι εκεί κι ανάμεσα στον ουρανό αρμένιζε το φεγγάρι λαμπερό, αργυρό, ολόφεγγο...
   Η Ασημένια συνεπαρμένη απ' τη φωτόλουστη γαλήνη που 'χε απλωθεί γύρω ύστερα απ' τη μπόρα του δειλινού, ακούμπησε στο παράθυρο και ξεχάστηκε, κοιτάζοντας την ολόλευκη φθινοπωριάτικη νύχτα.
   Υγρές πνοές ανέμου φυσούσαν αλαφρυά, τα κλαδιά ανασάλευαν και ράντιζαν τη γη με τις σταλάγρες (6) που 'χαν απομείνει πάνω στα φύλλα τους, τα λουλούδια του κήπου έσμιγαν τη μοσχοβολιά τους με τη βαριά μυρουδιά της νοτιάς και της μουσκεμένης γης...
   Ο Παντελής είχε απομείνει στο τραπέζι και κουτουλούσε νυσταγμένα. Έγειρε ύστερα το κεφάλι του πάνω στα χέρια του κι αποκοιμήθηκε...
   Η Δήμαινα, μένοντας στο παράθυρο σαν ονειροπαρμένη μπροστά στην απέραντη λαμπερή γλύκα που απλωνόταν στην πλάση, ένιωσε άξαφνα κάτι σαν ανατριχίλα, σαν η υγρασία της νύχτας να την περνούσε βαθιά ως τα κόκαλα και τραβήχτηκε μέσα κλείνοντας γρήγορα - γρήγορα το παράθυρο.
   Πώς απολησμονήθηκε!...
   Λες και την είχε πάρει ο ύπνος, λες κι αποκοιμήθηκε μ' ανοιχτά τα μάτια, σαν να τη μάγεψε η γοητεία της φεγγαρολαμπράδας, σαν να την πότισε η απέραντη νυχτιάτικη γαλήνη τα φίλτρα της.
   Είδε τον Παντελή να κοιμάται στο τραπέζι, τον ξύπνησε γρήγορα - γρήγορα, τον έβαλε να κάνει τον σταυρό του, σβήσανε τη λάμπα και πλάγιασαν...
   Πριν πέσει στο κρεβάτι, πλησίασε στην πόρτα για να βάλει το σύρτη κι αφουγκράστηκε λίγες στιγμές... Δεν ακουγότανε ψυχή. Καταλάβαινε το περπάτημα τ' αντρός της από μακριά, μα απόψε όλα γύρω ήσαν βουβά κι αλάλητα. Πλάγιασε στενοχωρημένη. Πού να 'ταν ο άντρας της; Σιγουρεμένος σε λιμάνι; Ταξίδευε;... Θυμήθηκε ύστερα το φίδι κι άκουσε κάτω απ' το σκέπασμά της την καρδιά της να χτυπάει δυνατά... Απ' το παράθυρο έμπαινε μια λεπτή αχτίδα του φεγγαριού, σαν ασημένια κλωστή, σαν γυαλιστερό σύρμα τεντωμένο απ' τη μια άκρη της κάμαρης ως την άλλη. Καθώς την κοίταζε πήγε ο νους της σ' ένα πανηγύρι που 'γινε σε κάποιο κοντινό νησί εδώ και χρόνια. Είχε πάει με τον άντρα της κι είδε, θυμάται, στη μέση της πλατείας μια χορεύτρα κοκκινοντυμένη κι ολοπλούμιστη, να χορεύει πάνω σ' ένα τεζαρισμένο σύρμα, κρατώντας μια μικρή κίτρινη ομπρέλα στο χέρι... Πού τρέχει το μυαλό τ' ανθρώπου!... Της φάνηκε για μια στιγμή πως θα 'βλεπε κει μέσα, στο σκοτάδι της κάμαρης, την ίδια χορεύτρα να πηδάει πάνω στην αχτίδα του φεγγαριού και τρόμαξε. Σκέπασε το κεφάλι της κάτου απ' την κουβέρτα κι έκλεισε τα μάτια. Σιγά - σιγά την πήρε ο ύπνος...
 
   Πόσο κοιμήθηκε έτσι; Ώρες πολλές, φαίνεται, μονοΰπνι. Όταν ξύπνησε, το φεγγάρι είχε πάρει την κάτω βόλτα στον ουρανό. Η κάμαρη ήταν ολοσκότεινη. Το καντήλι στα εικονίσματα τσιτσίριζε έτοιμο να σβήσει... Της φάνηκε σαν ν' άκουσε μέσα στον ύπνο της κάτι σαν βαριά πατήματα απ' όξω, στο μαχαλά, σαν σιγανομιλήματα, σαν κουβέντες γρήγορες και φοβισμένες. Αφουγκράστηκε κάμποση ώρα, μα δεν ξανάκουσε τίποτα. Έτσι θα της φάνηκε, στ' όνειρό της. Μπορεί και να πέρασαν τίποτα διαβάτες. Ο Παντελής πλάι της κοιμόταν βαθιά. Έξω η γειτονιά ησύχαζε, δεν ακουγόντουσαν παρά τα κοκόρια που κράζανε κάθε τόσο στις γύρω αυλές... Η φλόγα του καντηλιού δυνάμωσε για μια στιγμή απότομα, φώτισε όλη την κάμαρη κι έσβησε. Η Ασημένια έκλεισε τα μάτια της περιμένοντας να την ξαναπάρει ο ύπνος. Τα κοκόρια γύρω στο μαχαλά λαλούσαν, λαλούσαν το 'να κοντά στ' άλλο... Πήγε ο νους της στον άντρα της. Είχε παραργήσει σ' αυτό του το ταξίδι...
   Άξαφνα της φάνηκε πάλι σαν ν' άκουσε πάτημα απ' όξω απ' την αυλόπορτα. Ένιωσε μια τρομάρα κι ένα σύγκρυο σ' όλο της το κορμί, χωρίς να καταλαβαίνει καλά - καλά γιατί. Κάποιο γειτονικό σκυλί ούρλιαζε λυπητερά μέσα στη νύχτα κι η καρδιά της σφίχτηκε... Ποιος να 'ταν; Ανασηκώθηκε στον αγκώνα της, σιγά, κι αφουγκράστηκε. Ξανάφτασαν στ' αυτιά της πατήματα και σιγανομιλήματα, σαν κάποιοι να 'χαν σταθεί απ' έξω και κρυφοκουβέντιαζαν. Πήγε πάλι ο νους της στον άντρα της. Μ' αν ήταν αυτός ή το παιδί του καραβιού, θα της χτυπούσαν το παράθυρο που 'ταν πάνω απ' το κεφάλι της. Έτσι το συνήθαγαν πάντα...
   Πέρασαν κάμποσα δευτερόλεπτα χωρίς ν' ακουστεί τίποτα. Άξαφνα οι κουβέντες δυνάμωσαν. Δεν ξεχώριζε ποιοι είναι, μα τους άκουγε καθαρά, είχαν σταθεί έξω απ' την αυλόπορτα.
   Έπειτα μια φωνή είπε πιο δυνατά:
   «Χτύπα!... Χτύπα σου λέω!...»
   Ανασηκώθηκε τρομαγμένη και κάθισε στο κρεβάτι της. Άκουσε τώρα την πόρτα να χτυπάει σιγανά στην αρχή, ύστερα δυνατά και γρήγορα.
   Πήδησε απ' το κρεβάτι, έτρεξε κι άνοιξε το παράθυρο. Πρόβαλε το κεφάλι της και κοίταξε προς το δρόμο. Το φεγγάρι είχε γείρει πίσω απ' τα μπεντένια του κάστρου κι ο δρόμος δε φωτιζότανε καλά. Ξεχώρισε μέσα στο σκοτάδι τέσσερις - πέντε ανθρώπους να στέκουν ορθοί μπρος στην πόρτα της. Δυο - τρεις φαινόντανε χωροφύλακες. Είδε τα κουμπιά της στολής τους να γυαλίζουν, διέκρινε τα πηλίκιά τους. Κατάχαμα στη γη, μπρος στα πόδια τους, είχαν κάτι διπλωμένο σε μια σκούρα κουβέρτα. Στην αρχή της φάνηκε σα δέμα, μα ύστερα, όταν τα μάτια της συνήθισαν στο σκοτάδι, μάντεψε πως κάποιον είχαν διπλωμένο κει μέσα. Φαινόταν αντρίκειο κορμί, απ' τη μια άκρη της κουβέρτας βγαίναν όξω τα πόδια του...
   Το μυαλό της γύριζε, η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα - γρήγορα. Απείκασε άξαφνα κάποια γνώριμη φωνή να της λέει:
   «Άνοιξε Κυρά!... Άνοιξε γρήγορα!...»
   Ποιος ήταν που της μιλούσε ν' ανοίξει; Της φαινόντουσαν όλα σαν κακό όνειρο, τα πόδια της είχαν πιαστεί, δεν είχε τη δύναμη να τρέξει και να ξεμανταλώσει την πόρτα. Κρατούσε τα μάτια της καρφωμένα στους ανθρώπους που 'στεκαν απ' όξω, στον άνθρωπο εκείνο που τον είχαν ξαπλώσει χάμου, έτσι διπλωμένο, χωρίς να σαλεύει καθόλου, χωρίς να βγάζει άχνα.
   Τα χέρια της, που κρατούσαν ανοιχτά τα παραθυρόφυλλα, τρέμανε...
   Άξαφνα μια φρικτή υποψία της πέρασε απ' το μυαλό, τινάχτηκε ολόκορμη, χτύπησε τα χέρια της απελπισμένα, έσκουξε άγρια, ούρλιαξε σπαραχτικά κι έτρεξε στην πόρτα. Έσυρε το σύρτη, σάλταρε στην αυλή, τράβηξε απ' την αυλόπορτα τη βαριά αμπάρα κι άνοιξε... Χωρίς να κοιτάξει ποιοι στέκαν μπροστά της, χύθηκε έτσι μισόγυμνη καθώς ήτανε στο μέρος που βρισκόταν ξαπλωμένος και κουκουλωμένος με την κουβέρτα ο άνθρωπος. Μα δεν πρόφτασε να κοντοζυγώσει. Κάποιος την κράτησε δυνατά, μπαίνοντας, ξαφνικά, μπροστά της:
   «Μην κάνεις έτσι, καπετάνισσα. Δεν είναι τίποτα. Δεν είναι τίποτα σου λέω...» 
   Οι άλλοι στεκόντουσαν βουβοί κι ασάλευτοι σαν να μαρμάρωσαν. Η Δήμαινα γνώρισε τον καπετάν Παξινό. Ήταν παλιός φίλος του αντρός της, μαζί αρμένιζαν χρόνια και χρόνια στα πέλαγα...
   Μόλις τον αντίκρισε έσκουξε πιο άγρια και πάσχισε να του ξεφύγει απ' τα χέρια. Τώρα καταλάβαινε καλά, κάποια συφορά την είχε βρει. Τινάχτηκε αγριεμένη, αναμαλλιασμένη, με γουρλωμένα τα μάτια, πάσχισε να ξεφύγει απ' τα χέρια του, έσκουζε και δερνότανε:
   «Αργύρη!... Αργύρη!... Παναγιά μου!...»
   Η φωνή της ξέσκισε σπαραχτική τη γαλήνη της νύχτας κι αντιλάλησε παράξενα στα γύρω χαλάσματα.
   «Αργύρη!... Παναγιά μου!...»
   Σε μια στιγμή ξέφυγε απ' τα χέρια του καπετάνιου, σκούντησε φρενιασμένη τους χωροφύλακες, ρίχτηκε πάνω στο ασάλευτο εκείνο κορμί και τράβηξε την κουβέρτα. Μέσα στη θαμπάδα της φεγγαρόλουστης νύχτας αντίκρισε τότε τον άντρα της, τον είδε βουτηγμένο στο αίμα με το κεφάλι ανοιχτό, κοντά στο μελίγκι, πάνω απ' τ' αυτί, με τα μάτια μισόκλειστα, με το κάτω του σαγόνι κρεμασμένο, μισάνοιχτο το στόμα, ακίνητο, νεκρό!...
   Της φάνηκε πως σαλεύει η γη κάτω από τα πόδια της, μαύρισε το μάτι της, πάνιασε η όψη της, μούγκρισε απελπισμένα, άπλωσε τα χέρια της, σαν να 'θελε να κρατηθεί κάπου και, πριν προφτάσει ο καπετάνιος να την κρατήσει, σωριάστηκε πάνου στο αιματοβουτηγμένο, το ξυλιασμένο σώμα τ' αντρός της!
 
   Τη θυμάται σαν να 'ταν χτες την τρομερή αυτή νύχτα ο Αργύρης... Ξύπνησε ξαφνικά απ' το κακό που γινότανε απ' όξω, άνοιξε τα μάτια του, αποζήτησε τη μάνα του, πλάι του, στο κρεβάτι, και σαν δεν τη βρήκε κει κοντά του, όπως πάντα, φοβήθηκε κι άρχισε να τη φωνάζει. Είδε ξαφνικά κάποιον να μπαίνει και ν' ανάβει τη λάμπα και μαζεύτηκε παγωμένος απ' το φόβο του στην άκρη του κρεβατιού, προς τον τοίχο. Στο φως της λάμπας γνώρισε τον καπετάνιο, τον Παξινό, και σάστισε. Ο καπετάνιος τον κοίταξε παράξενα, σούφρωσε τα χείλια του κι έπειτα του 'πε με γλυκιά φωνή:
   «Πλάγιασε... Κοιμήσου...»
   Ο μικρός πλάγιασε πάλι μα δεν σφάλισε μάτι. Είδε άξαφνα να μπάζουν μέσα στην κάμαρη τον πατέρα του πελαγωμένον στο αίμα, νεκρό, και τρόμαξε, πάγωσε το αίμα του! Από κοντά σουρνόταν η μάνα του, που 'χε συνέρθει τώρα, μισόγυμνη, με ξέπλεκα τα μακριά της μαλλιά, σκούζοντας σπαραχτικά...
   Θυμάται πως η νυχτικιά της μάνας του ήταν γεμάτη αίματα μπρος. Είχε βουτηχτεί κι αυτή στο αίμα, καθώς έπεσε πάνου στον άντρα της, και στην αρχή νόμισε πως ήταν κι η ίδια χτυπημένη. Έτρεμε πάνου στο κρεβάτι σύγκορμος, τα δόντια του χτυπούσαν.
   Χρόνια και χρόνια πέρασαν απ' τη νύχτα αυτή, μα η εικόνα του σκοτωμένου πατέρα του, της μάνας του που δερνότανε ξώφρενη, του καπετάνιου που δάγκωνε τα χείλια του για να συγκρατήσει τη λύπη του, του 'χε μείνει βαθιά χαραγμένη στο μυαλό του. Πολλές φορές έβλεπε την ίδια σκηνή στα όνειρά του και βογκούσε μέσα στον ύπνο του σαν βόδι που το σφάζουν. Απ' την πληγή του πατέρα του έτρεχε άφθονο και γαργαριστό το αίμα, η νυχτικιά της μάνας του ήταν κόκκινη από πάνου ως κάτου, το 'νιωθε το αίμα αυτό να τον πλημμυράει και τον ίδιο, το αισθανόταν στα χέρια του, σ' όλο του το κορμί και τιναζότουν απάνου μουσκίδι στον ιδρώτα, τρομαγμένος, σαϊλεμένος (7)!...
   Το φονικό μαθεύτηκε πρωί - πρωί σ' όλη την πόλη. Βούιξαν οι μαχαλάδες κι οι γειτονιές. Ο πατέρας του είχε φτάσει κοντά στα μεσάνυχτα με το καράβι του. Ρχότουν από την Πρέβεζα που 'τανε τούρκικη τότε κι άραξε όξω απ' το λιμάνι, κοντά στ' ακροθαλάσσι, έχοντας να βγάλει  λαθραία. Οι χωροφύλακες παραμόνευαν, κει κοντά, κρυμμένοι σε κάτι καλαμιές, κι όταν η βάρκα φορτωμένη σακιά ως απάνου, πάτησε στην άμμο, ξεπρόβαλαν και φώναξαν στον καπετάν Αργύρη που 'χε πηδήσει κιόλας όξω, να μην κουνηθεί. Ο καπετάν Αργύρης, αψύς κι αράθυμος (8) καθώς ήταν, τράβηξε το πιστόλι και τους έριξε. Πυροβόλησαν κι αυτοί φωτιά στη φωτιά. Μια σφαίρα τον πήρε στο κεφάλι και τον ξάπλωσε κάτω!... Δυο άλλους ναύτες τούς πιάσανε, ο μούτσος έπεσε στο νερό και τους ξέφυγε κολυμπώντας μεσ' στο σκοτάδι. Μακριά απ' το καράβι, ο σκύλος αλυχτούσε άγρια...
   Ο καπετάν Παξινός που 'μενε κει κοντά ξύπνησε απ' το κακό που γίνηκε και βγήκε να δει τι τρέχει. Βρήκε το φίλο του νεκρό κι ανάλαβε να τον κουβαλήσει με τους μισούς χωροφυλάκους στο σπίτι του...
   Απ' τη νύχτ' αυτή, τη βαμμένη στο αίμα, τη γεμάτη τρόμους και χτυποκάρδια, η Ασημένια τρελάθηκε! Παραλοϊσμένη, κλαίγοντας και σκούζοντας, ρεκάζοντας (9) άγρια και φρενιασμένα, ακολούθησε την άλλη μέρα την κηδεία τ' αντρός της. Ο Παντελής πήγαινε πίσω της κλαίγοντας κι αυτός, ορφανεμένος, αφημένος στους πέντε δρόμους...
   Ρήμαξε πια τ' αρχοντικό της καπετάνισσας. Πούλησαν το καράβι, ξόδεψαν με τον καιρό ό,τι είχαν και δεν είχαν, τους έλειπε πια και το ξερό ψωμί... Έτσι μέσα στη δυστυχία μεγάλωσε ο Παντελής. Ορφανός από πατέρα, η μάνα του τρελή. Γύριζε μονάχη στα χαλάσματα του κάστρου, μίλαγε με τα δέντρα, μάλωνε με τον άνεμο, κουρελιασμένη κι αναμαλλιάρα, μαραμένη και γερασμένη πρώιμα. Μια μέρα τσάκωσε ανάμεσα στις αλιφασκιές μια πληγωμένη κίσσα. Την ημέρωσε και την είχε στο σπίτι συντροφιά της. Το πουλί συνήθισε τη γριά, δεν ξανάφυγε πια απ' το ρημάδι της τρελής. Το 'μαθε ν' αρπάζει ό,τι τύχαινε μπρος του, το 'χε δασκαλέψει να κλεφτολογάει, κατάντησε σιγά - σιγά βάσανο για τα γύρω σπίτια. Έμπαινε απ' τ' ανοιχτά παράθυρα, άρπαζε ό,τι κι αν τύχαινε μπρος του ευκολοσήκωτο και ξαναφτερούγαγε κατά το ρημαδικό της Δήμαινας. Οι γειτόνοι είχαν παραφυλάξει και της είχαν ρίξει να τη σκοτώσουν, μα γλίτωνε πάντα απ' το κακό. Η τρελή δεν έδινε πίσω ό,τι της πήγαινε. Έπαιρνε τα πράματα π' άρπαζε η κίσσα και τα 'κρυβε βαθιά στο σεντούκι της. Το πουλί ήταν πια η μόνη της συντροφιά, μιλούσε μαζί του λόγια παράξενα και μπερδεμένα... Μα μια μέρα ψόφησε ξαφνικά η κίσσα. Η τρελή την έκλαψε σαν να 'ταν κόρη της μονάκριβη και πολυαγαπημένη.
   «Κυρά μου συ... Μικρούλα μου!... Γιατί μου το 'καμες αυτό, τι θα γίνω 'γω τώρα η βαριόμοιρη;...»
   Τη στόλισε με λουλούδια και μοσχοβολιστά δεντρολίβανα και την έθαψε σε μια άκρη της αυλής. Απ' τη μέρα αυτή η Δήμαινα έπεσε σε πιο βαθιά συλλοή, δε μιλούσε πια σε κανένα, δε μάλωνε με τους ανέμους, δεν κουβέντιαζε με τα δέντρα και τα λουλούδια.
   Μια νύχτα, ο Παντελής που κοιμότανε κατάχαμα στο πάτωμα, κουβαριασμένος στα πόδια της, τα 'νιωσε πιο κρύα και πιο παγωμένα απ' τις άλλες φορές. Σύρθηκε πιο κοντά της να τη ζεστάνει με το κορμί του, μα τ' αδύναμα, κοκαλιάρικα πόδια της γριάς ήταν κρύα, κρύα σαν το σίδερο.
   «Είσ' άρρωστη, μάνα;» 
   Μα η γριά δεν του 'δωκε απόκριση. Γύρω ήταν βαθύ σκοτάδι. Κοντά στο χαραμέρι (10) σήκωσε το κεφάλι του μέσ' απ' τα κουρέλια του και την αντίκρισε ακίνητη, με το στόμα ορθάνοιχτο...
   Είχε πεθάνει τη νύχτα, πάνω στον ύπνο της!
   Ο Παντελής άρχισε να τρέμει και να σαστίζει. Πήγε κοντά της, κάθισε πλάι της σταυροπόδι κι άρχισε να κλαίει. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί, μ' αναφιλητά, λέγοντάς της σιγανά και παραπονεμένα ένα σωρό λόγια:
   «Μανούλα μου!... Μάνα μου! Έρμη μου μάνα!... Άχαρη! Πού μ' αφήνεις, μάνα, που μ' αφήνεις μανιώ;... Ο Παντελής σου μιλάει γριά... Κακορίζικη... μανούλα!... Μάνα, τι θα γίνω 'γω τώρα;... Μανίτσα...»
   Της πήρε το ξυλιασμένο χέρι ανάμεσα στα δικά του κι έκλαιγε, έκλαιγε ώρα πολλή, έσκυβε πάνω στ' άσαρκο πρόσωπό της, άφηνε τα δάκρυά του να πέφτουν στην παγωμένη της μορφή, γεμάτος πόνο κι απελπισιά...
   Θέλησε ύστερα να τη στολίσει μονάχος του, άνοιξε το σεντούκι και της έβγαλε μια μαύρη, φτωχική φορεσιά, τη στερνή της. Πήρε το χτένι και θέλησε να τη χτενίσει, μα το ξυλιασμένο της κορμί, τ' άγγιγμα των παγωμένων χεριών της, τον έκανε να αισθάνεται το κρύο του θανάτου ως τα κόκαλα. Τα χέρια του τρέμανε τώρα πιο πολύ, ένιωθε κάτι να τον σφίγγει στο λαιμό, σαν να 'θελε να τον πνίξει κι αναγκάστηκε να φωνάξει τις γειτόνισσες.
   Το ξόδι της έγινε φτωχικό, δυο - τρεις πονόψυχες γυναίκες τη συνόδεψαν ως τη στερνή της κατοικία, την κατέβασαν γρήγορα - γρήγορα στο λάκκο της, κανένας δεν τη λυπήθηκε.
   «Ο Θεός να την αναπάψει! Γλίτωσε απ' τα βάσανα...» είπαν στο μαχαλά.
   Απ' τη μέρα αυτή ο Παντελής, δαρμένος απ' τις συμφορές, περνούσε τις ώρες του στις ταβέρνες. Έπινε ώσπου σωριαζόταν κάτω, ξερός απ' το μεθύσι. Δεν είχε κέφι για δουλειά. Πούλησε ό,τι είχε απομείνει στο ρημαδιακό του, έδωσε για λίγες δραχμές και τις άγιες εικόνες, κατάντησε να σέρνεται στους δρόμους κουρελιασμένος, κακομοιριασμένος, χαμένος, σαν να 'χει πάθει και του ίδιου το μυαλό. Πολλές φορές για να μην του λείπει το κρασί αναγκαζότανε να κάνει το χαμάλη στο λιμάνι. Κουβαλούσε τσουβάλια απ' τ' αραγμένα κοντά στα μουράγια καράβια, έκανε ό,τι του τύχαινε και το βράδυ κόνευε (11) σε μια ταβέρνα κι έπινε τα λεφτά του ως την τελευταία πεντάρα.
   Τα παιδιά τον πετροβολούσαν στους δρόμους, οι νοικοκυραίοι τον αντίκριζαν με περιφρόνηση, το πρόσωπό του είχε πάρει ένα χρώμα βαθύχλωμο, η μύτη του είχε χοντρύνει κι είχε μελανιάσει, τα μάτια του ήσαν θολά και κόκκινα, τα χέρια του τρέμανε, η φωνή του τραύλιζε... Κι έπινε, όλο έπινε, ό,τι του τύχαινε, κρασί, ρακί, ρούμι. Τον είχε πιάσει μια δίψα παράξενη, λες κι έκαιγαν μέσα του φλόγες άσβηστες.
   Πολλές φορές, όταν δεν είχε λεφτά, το ζητιάνευε το κρασί, σουρνόταν στις πόρτες των καπηλειών του λιμανιού κλαίγοντας. Τότε η φωνή του γινότανε πιο βραχνή, τα λόγια του βγαίναν απ' το στόμα του μισά, τα μάτια του παίζανε παράξενα, η τρεμούλα του μεγάλωνε, η γλώσσα του κόλλαγε στεγνή στον ουρανίσκο του, νόμιζες πως βρισκότανε στα τελευταία του. Μα σαν του ρίχνανε σε μια κανάτα και του δίνανε ό,τι κρασί είχε απομείνει απ' τους άλλους, συνερχότανε αμέσως, το ρουφούσε γρήγορα γρήγορα διψασμένα, συνερχότανε, έκανε κέφι κι άρχιζε να χορεύει, τρεκλίζοντας και παραπατώντας,  τραυλίζοντας ένα παράξενο τραγούδι που δεν παράλλαζε από θρηνολόγημα!
   Πολλές φορές τον βρίσκανε τις νύχτες, ξερόν απ' το πιοτί, σωροκυλισμένον μέσα στις λάσπες, στις γωνίες των σπιτιών, ξεπαγιασμένο απ' το κρύο!...
   Μια νύχτα έπεσε απ' τα μουράγια στη θάλασσα. Δε θα τον έπαιρναν κάβο (12), αν δεν αλυχτούσε άγρια ένας καραβόσκυλος, που 'ταν δεμένος σε μια μπρατσέρα (13), κει κοντά αραγμένη. Το σκυλί αλύχτησε στην αρχή κάμποση ώρα κι ύστερα, όταν τον είδε να βουλιάζει, άρχισε να ουρλιάζει λυπητερά. Ο μούτσος που κοιμόταν στ' αμπάρι ξύπνησε, πετάχτηκε στην κουβέρτα (14), τον αντίκρισε να χαροπαλεύει με το νερό, βούτηξε και τον τράβηξε όξω.
   Έτρεξε ύστερα και χτύπησε λίγο παραπάνου σε μια ταβέρνα.
   Οι λίγοι πελάτες που κουτσόπιναν ακόμα κει μέσα έτρεξαν στο μέρος που 'χε απομείνει ο Δήμας, με το σκύλο πλάι του, σκύψανε κοντά του κι αφουγκράστηκαν. Σιγανάσαινε. Μύριζε κρασί, ήτανε φαίνεται γερά πιωμένος. Δε σκέφτηκαν να πάνε σε γιατρό. Τον σήκωσαν, τον κουβάλησαν ως την πλατεία, έβγαλε κάποιος το ζουνάρι του και τον κρέμασαν ανάποδα απ' το κλαδί μιας μουριάς!
   Από πάνω του έσταζε τώρα η θάλασσα, η όψη του είχε αρχίσει να μελανιάζει. Κάποιος τον πλησίασε, έσφιξε τις γροθιές του κι αρχίνησε να του ζυμώνει με δύναμη την κοιλιά. Οι άλλοι γύρω γελούσαν -γελούσαν με την καρδιά τους...
   Άξαφνα ο Δήμας τινάχτηκε απότομα, ένα γουργουρητό παράξενο ακούστηκε μέσα από τα σπλάχνα του, βόγκησε, κλώτσησε με δύναμη κι άρχισε να βγάζει απ' το στόμα κι απ' τις μύτες θαλασσόνερο και κρασί ανάκατα, σκούζοντας δυνατά, σαν να υπόφερε και χτυπώντας τον αέρα με τα χέρια του...
   Τον άφησαν έτσι αρκετή ώρα, «να στραγγίσει» όπως λέγανε, κι ύστερα τον ξεκρέμασαν και τον ακούμπησαν στη ρίζα της μουριάς. Δεν είχε συνέρθει καθόλου, τραύλισε μερικά μισόλογα κι αποκοιμήθηκε μουσκίδι καθώς ήταν.
   Το πρωί που σηκώθηκε τον πόναγε όλο του το κορμί, ένιωθε κοφτερά μαχαίρια να του σχίζουν το στομάχι, το κεφάλι του ήταν βαρύ, μολύβι...
   Έτρεξε στην πιο κοντινή ταβέρνα, έπιε, έτσι νηστικάτα, μισή οκά και συνήρθε!
   Πολλές φορές πάνω στο μεθύσι του τον έπιανε μια παράξενη ευαισθησία, γινόταν καλός μ' όλους, ήσυχος και γλυκομίλητος. Έτρεχε τότε στο νεκροταφείο, που 'ταν λίγο έξω απ' την πόλη, σωριαζόταν πάνω απ' τους τάφους των γονιών του κι άρχιζε να κλαίει σαν μωρό. Φώναζε τον πατέρα του, έλεγε πικρά παράπονα για την ερημιά του στη μάνα του, τον έπαιρνε εκεί το βασίλεμα του ήλιου να θρηνολογάει σαν γυναίκα, να δέρνεται και να στηθοχτυπιέται.
   Φεύγοντας ύστερα με το γιακά του σακακιού του σηκωμένο, με το κεφάλι κρεμασμένο στο στήθος, με το καπέλο κάτου απ' τη μασχάλη του, συναπαντιόταν στην πόρτα του νεκροταφείου με το νεκροθάφτη το Μίχο τον Καύκαλο. Ο Καύκαλος είχε χρόνια σ' αυτή την άχαρη δουλειά. Είχε θάψει με τα χέρια του κόσμο και ντουνιά. Ήταν λιγάκι σκάρτος στο μυαλό, «χτυπημένος» όπως λέγανε στην πόλη. Έμενε σε μια παράγκα πλάι στο νεκροταφείο. Με τον άλλο κόσμο δεν είχε πολλά λόγια. Είχε κι αυτός πάθος του το πιοτό. Έπινε ρούμι απ' το πρωί ως το βράδυ, ήταν όλες τις ώρες μεθυσμένος, γυροβόλαγε ανάμεσα στα μνήματα μιλώντας μοναχός του.
   Βγαίνοντας απ' το νεκροταφείο ο Δήμας τον χαιρέταγε φιλικά με καλοσύνη. Ο Καύκαλος τον κοίταζε λοξά, από πάνω ως κάτω, μουρμούριζε κάτι ανάμεσα στα δόντια του και γελούσε ένα γέλιο σκληρό, κουνώντας το κεφάλι του.
   Ο Δήμας, ήξερε τις παραξενιές του και δεν θύμωνε μαζί του. Έπαιρνε πάλι το δρόμο για την πόλη, άραζε στο συνηθισμένο του καπηλειό κι έπινε -έπινε όσο μπόραγε, πιο πολύ για να μην αισθάνεται το κρύο. Έτσι σαν κι απόψε, όταν έκλεινε κι η τελευταία ταβέρνα, έπαιρνε την ανηφοριά, ολομόναχος, βρυκόλακας μέσα στη θεοσκότεινη νυχτιά, παραπατώντας πότε 'δω πότε κει...
 
   Μια κρύα, παγωμένη νύχτα που η θάλασσα χόρευε και βροντούσε αφροκυμματούσα στο λιμάνι, που οι πλαγιές κατέβαζαν δυνατό άνεμο, που 'σταζε ο μαύρος ουρανός το φαρμάκι του χιονόνερου, ο Παντελής έπιε πιο πολύ απ' τις άλλες φορές, κατέβασε ανάκατα κρασί και τσίπουρο, κατάντησε να μη βλέπει μπροστά του. Είχε νιώσει τον εαυτό του λιγάκι άσχημα, λιποψυχιές και θολούρες τον πιάνανε ώρες - ώρες, κατάλαβε πως θα κρεβατωνότανε και ζήτησε τη γιαρειά του στο πιοτί... Όταν ήρθε η ώρα να κλείσουν στην ταβέρνα, τον σήκωσαν απ' τις μασχάλες και τον πέταξαν στο δρόμο. Ας ψόφαγε πια, τι χρειαζότανε;
   Το χιονόνερο που τον χτύπαγε τσουχτερό στο πρόσωπο τον έφερε λίγο στον εαυτό του, ανασηκώθηκε και πήρε το δρόμο του σπιτιού του τοίχο - τοίχο, βλαστημώντας και μισοκλαίγοντας. Όταν τα σπίτια τέλειωσαν και κατάλαβε πως δεν θα τον βαστούσαν τα πόδια του έπεσε στα τέσσερα κι άρχισε ν' ανηφορίζει σούρνοντας, σαν μωρό. Τα γόνατά του τον πόναγαν, βουτούσε στις παγωμένες λάσπες, κοντανάσαινε σαν το ζώ που το 'χουν βαρυφορτώσει... Κάτου από μια παλιά τούρκικη καμάρα, απαυδησμένος καθώς ήταν, σκέφτηκε να κουβαριαστεί εκεί κάπου και να μείνει ώσπου να συνέρθει. Μα το κρύο ήταν τσουχτερό, ο αέρας περνούσε βουίζοντας και ξαναπήρε τον ανήφορο, με τη γλώσσα κρεμασμένη όξω από το στόμα, βογγώντας βαριά. Αισθανόταν όλο του το κορμί πονεμένο σαν να του 'χαν κοπανίσει τα κόκαλα, το στόμα του είχε στεγνώσει, το κεφάλι του βούιζε, ώρες - ώρες προχώραγε μισοκοιμισμένος, του φαινόταν πως τα 'βλεπε όλ' αυτά στ' όνειρό του...
   Έφτασε στο ρημάδι του έπειτ' απ' ώρα... εξαντλημένος πια, μισοπεθαμένος. Προχώρησε στην αυλή, έσπρωξε με το κεφάλι του την πόρτα που 'τριξε στρίγγλικα στους σκουριασμένους της ριζέδες (15), μπήκε στην πρώτη κάμαρη, σύρθηκε στη γωνιά που 'ταν τα κουρέλια του κι έπεσε σαν ξερός!
   Κατάλαβε τον ύπνο να τον παίρνει αμέσως, τα βλέφαρά του κλείσανε, άκουσε κάτι σαν φωνές, σαν μακρινούς αχούς τραγουδιών, σαν δυνατά σφυρίγματα στ' αυτιά του, και βύθισε πριν να καλονιώσει αν σφύραγαν αλήθεια μέσα στην κάμαρή του ή έτσι του φαινότανε...
   Το πρωί οι γειτόνισσες δεν τον είδαν ν' ανοίγει την πόρτα και να ροβολάει όπως πάντα προς την πόλη. Το ρημαδιακό των Δημαίων ήταν βουβό και κατάκλειστο. Κοντά στο μεσημέρι η Τσεβή η Ντεληβασίλαινα που πήγε να δέσει τη Μαρίκα, τη γίδα της, στην αυλή του σπιτιού, είδε την πόρτα της μπροστινής κάμαρης  αμαντάλωτη, έσπρωξε σιγανά κι έριξε μέσα μια ματιά. Αντίκρισε τότε τον Παντελή κουβαριασμένο στα τσούλια (16) του, ολότελα ασάλευτο. Της φάνηκε λιγάκι παράξενος ο ύπνος του ως αυτή την ώρα και του φώναξε:
   «Παντέλο!... Εεεε... Άρρωστος είσαι μαύρε;» 
   Ο Παντελής ούτε κουνήθηκε καθόλου.
   «Παντέλο...»
   Και χτύπησε την πόρτα δυνατά με την απαλάμη της, νταπ! νταπ!...
   «Παντέλο... καλέ...»
   Βλέποντάς τον έτσι ασάλευτο, έτσι βουβό, σαν να 'χε πέσει του θανατά, ένιωσε έναν παράξενο φόβο κι έτρεξε στις πλαϊνές αυλές. Χτύπησε πόρτες, παράθυρα, άρχισε να ξεφωνίζει μεσοστρατίς τραβώντας τα μάγουλά της. Σε μια στιγμή ο δρόμος γέμισε γυναίκες. Στεκόντουσαν γύρω στη Ντελιβασίλαινα και την ακούγανε που μιλούσε - μιλούσε χειρονομώντας:
   «Είδα την πόρτα αμαντάλωτη... Λέω και 'γω, κοιμάται ακόμα ο έρμος;... Άνοιξα σιγά, έβαλα το κεφάλι μου και κοίταξα μέσα. Παρθένα μου! Τον είδα, να έτσι, σωρό - κουβάρι στο στρωσίδι του. Παντέλο, λέω... Καλέ συ... κοιμάσαι; λέω... Μιλιά αυτός. Ακούνητος στη θέση του, σαν κούτσουρο...»
   Η γριά Σαβάκαινα κούνησε το κεφάλι της κι είπε:
   «Μπα! Πιωμένος θα 'ναι χριστιανή... Για δες...»
   Και τράβηξε μπρος, ολόισα προς το Δημέικο. Μπήκε στην αυλή, άνοιξε την πόρτα, έφτασε στη γωνιά που κοίτονταν πλαγιασμένος ο Παντελής και τον σκούντησε: 
   «Μαύρο - Παντέλο!...Κοιμάσαι γιε;...» 
   Και καθώς εκείνος δε σάλευε καθόλου, έσκυψε πιο πολύ και του 'πιασε το χέρι.
   «Άρρωστος είσαι, τρομάρα;...»
   Άφησε ξαφνικά το χέρι του να ξαναπέσει κάτω, σηκώθηκε ορθή κι έκανε το σταυρό της με το βλέμμα στυλωμένο ψηλά. Οι άλλες γυναίκες που την κοίταζαν από την πόρτα έσκουξαν όλες μαζί:
   «Ξεψύχησε!... Μεγαλοδύναμε!... Μεγαλοδύναμε!...»
   Η γριά Σαβάκαινα βγήκε έξω κι έτσι σκούζοντας και μιλώντας όλες μαζί τρέξανε στο γιατρό που καθότανε παραπάνου, στη Σιδερόπορτα. Οι φωνές τους, καθώς ανέβαιναν γκουσομαχώντας και σκούζοντας, φτάνανε στην πόλη π'  απλωνόταν κάτω απ' το ύψωμα του κάστρου, γύρω στο λιμάνι. Στο δρόμο η Ντεληβασίλαινα στάθηκε άξαφνα, τράβηξε τα μάγουλά της και ξαναροβόλησε πίσω ρεκάζοντας:
   «Παναγιά μου, δέσποινα!... Τον αλησμονήσαμε μονάχο, πεθαμένο άνθρωπο, θα τον δρασκελίσει καμιά γάτα!...»
   Όσο να ειδοποιήσουν το γιατρό, το νέο μαθεύτηκε στην πόλη. Μα κανένας δεν παραξενεύτηκε. Το βρίσκανε τόσο σωστό να πεθάνει ο Παντελής ο Δήμας! Και που ζούσε βάρος περιττό ήτανε πάνου στη γη. Δεν άξιζε ούτε το ψωμί που 'τρωγε.
   Κι ο γιατρός που κατέβηκε να τον δει και να βεβαιώσει το θάνατό του, μόλις του 'ριξε μια ματιά. Πάνω - κάτω δε τον άγγιξε καθόλου. Ήταν κιόλας φουρκισμένος που τον ανησυχήσανε για το τίποτα! Τέτοια ρεμάλια να πεθαίνουν το γρηγορότερο, δεν χρειάζουνται τίποτα στην κοινωνία. Να, έπιε κι έσκασε. Τον θανάτωσε το κρασί. Καμιά συμφόρηση, κάτι τέτοιο... Έτσι είπε ο γιατρός κι έφυγε κατσουφιασμένος όπως ήρθε. Οι πονόψυχες γειτόνισσες φρόντισαν για την κηδεία του. Και τι κηδεία τρομάρα του -Θεός σχωρέστον! Άλλα ρούχα απ' τα λασποκούρελα που φορούσε δεν είχε. Βρήκανε κάτι η μια, κάτι η άλλη, και τον ντύσανε. Η γριά Σαβάκαινα που τον έπλυνε με κρασί πριν του φορέσει το σάβανο δοσμένο κι αυτό από ψυχικό, έστειλε το γιο της να μηνύσει στον κλησάρη για την κάσα που βάζουν τη φτωχολογιά. Όλα γίνανε γρήγορα - γρήγορα. Γιατί να τον κρατήσουν ως την άλλη μέρα.
   Ποιος είχε όρεξη για ξενύχτισμα, μέσα στο ρημαδιακό του μακαρίτη; Καλύτερα ν' αναπαυότανε το γρηγορότερο στη μαύρη γης...
   Τ' απομεσήμερο τον σηκώσανε για το νεκροταφείο. Λίγες γυναίκες ακολουθήσανε την κηδεία.
   Είχε κακοκαιρία έξω, μεγάλα, μαύρα σύννεφα αρμένιζαν στον ουρανό, ο αέρας φυσούσε δαιμονισμένα. Τον ψάλανε γρήγορα - γρήγορα στο εκκλησάκι του νεκροταφείου, βιαζότανε κι ο ίδιος ο παπάς, κι ύστερα τον πήγανε και τον απιθώσανε πλάι στο μέρος που 'σκαβε ο Καύκαλος το λάκκο του. Ήταν μια απόμερη γωνιά του νεκροταφείου, γεμάτη δεντρολίβανα, ιτιές και αγριοτριανταφυλλιές. Οι γυναίκες σκύψανε, πήρανε από μια χούφτα χώμα και το ρίξανε πάνω στο νεκρό:
   «Θεός σχωρέστον! Ο Θεός να τον αναπάψει!...»
   Διπλώθηκαν ύστερα στους μποξάδες τους και φύγανε βιαστικές. Ο άνεμος φούσκωνε κι ανέμιζε τα μαύρα τους φουστάνια. Τα ψηλά κυπαρίσσια τρίζανε σαλεύοντας ζερβά - δεξιά τις κορφές τους...
   Μέσα στον ανεμοχαλασμό ένας φλώρος φτεράκιζε και λαλούσε πρόσχαρα πάνου σε μια ελιά...
   Ο Καύκαλος παράτησε άξαφνα το σκάψιμο, έτριψε τα χέρια του, άναψ' ένα τσιγάρο και κάθισε στα χείλια του λάκκου. Γύρισε ύστερα τα μάτια του πλάι στο νεκρό και γέλασε το παράξενο, σκληρό γέλιο του. Τον κοιτούσε έτσι αρκετή ώρα, κουνώντας το κεφάλι του και γελώντας, φυσώντας τον καπνό κόντρα στον άνεμο, χαχανίζοντας, φτύνοντας στις παλάμες του και τρίβοντας τα χέρια του μ' ευχαρίστηση:
   «Ήρθες;... Ήρθες;... Το 'ξερα 'γω, το 'ξερα... Σε καρτερούσα... Το 'ξερα.... Το μεσημέρι χτύπησε η καμπάνα... Πέθανε, λέει, ... πέθανε ο Δήμας... Πέθανε!... Κι εγέλασα... Χι... χι... Πήρα το τσαπί... γκάπ! γκοπ! Το τσαπί... κι έσκαβα... έσκαβα... Κι εγέλαγα... όλο γέλαγα... χι, χι!...»
   Στάθηκε, έβγαλε απ' την τσέπη του μια μπουκάλα ρούμι κι έπιε οχτώ - δέκα ρουφηξιές. Κοίταξε λοξά το νεκρό, καθώς έχωνε πάλι τη μπουκάλα στην τσέπη του και ξαναχαχάνισε... πονηρά:
   «Χι, χι!... Θες;... Θες;... Κρυώνεις;... Το 'πινες εσύ,... το 'πινες...  Είν' η ζωή... η ζωή... Αυτό είναι... Ζεσταίνει... ανάβει... Όλο σ' ανάβει... Και συ πέθανες.... πέθανες... Δε θες πια... Θες;... Θες;... Όχι;.... Βιάζεσαι... κρυώνεις... Εδώ 'χει ζέστα... ζέστα... Η γης είναι ζεστή... ζεστή σαν κόρφος... Έσκαψα... έσκαψα... Για σένα...  για σένα... Πλατύ... μακρύ... μακρύ... το πρώτο μπόι... πρώτο...»
   Είχε το συνήθειο να μιλάει πολλές φορές μονάχος του, μιλούσε με τους πεθαμένους, με τους σταυρούς, με τα δέντρα, έλεγε τις λέξεις δυο και τρεις φορές. Μόνος του καθώς ζούσε, πίνοντας απ' το πρωί ως το βράδυ, ξυπνώντας κι απ' τον ύπνο για να πιει, είχε καταντήσει να βλέπει πράματα που δεν τα βλέπανε οι άλλοι...
   Γυρνούσε τις νύχτες μέσα στο νεκροταφείο, ανάμεσα στους τάφους, μιλούσε με τους πεθαμένους, τους έβλεπε μπροστά του να βγαίνουν απ' τα κιβούρια τους και να πλανιώνται κάτου απ' τα δέντρα, τους φώναζε με τα μικρά τους ονόματα, έστηνε ατέλειωτες κουβέντες μαζί τους, χειρονομώντας μέσα στο σκοτάδι, πάντα με το τσιγάρο σφιγμένο ανάμεσα στα δόντια και το μπουκάλι στην τσέπη.
   Δεν κατέβαινε ποτέ στο χωριό. Ο κόσμος τον φοβότανε. Οι γυναίκες σταυροκοπιόντουσαν σαν τον αντίκριζαν, τον τρέμανε τα μικρά. Ζούσε σαν αγρίμι μέσα στην καλύβα του, έσκαβε τους τάφους γρήγορα κι επιδέξια, περιποιόταν τα λουλούδια...
   Στο χωριό που ξέρανε την τρέλα που 'χε να μιλάει με τους νεκρούς, να νομίζει πως σηκώνουνται απ' το βαθύ ύπνο του θανάτου και σεργιανάνε στο νεκροταφείο, δεν τον αφήνανε ποτέ μονάχο με το λείψανο. Παράστεκαν πάντα πλάι του ως να σκεπάσει τον τάφο.
   Μα ο Δήμας δεν είχε κανένα πια στον απάνω κόσμο να τον φροντίσει στο θάνατό του τον πέταξαν εκεί σαν το σκυλί και φύγανε. Το μέρος ήταν απόμερο. Ο καιρός χαλασμένος. Κανένας δε διάβαινε στο δρόμο...
   Ο Καύκαλος σταμάτησε άξαφνα  την κουβέντα του, έπιε λίγες γουλιές ρούμι και ξαναπήρε το τσαπί του. Τώρα έσκαβε και μιλούσε:
   «Να!... Κοίτα... κοίτα!... Πλατύ... μακρύ - μακρύ... Μαλακό... Κι απόμερο... απόμερο... Όλα μουγγά 'δω γύρω... μουγγά... Και πρασινάδες... λουλούδια... λουλούδια...»
   Ήταν πια σκυμμένος στη δουλειά του κι έσκαβε - έσκαβε γοργά και δυνατά, μουρμουρίζοντας και γκουσομαχώντας (17).
   Τα σύννεφα στον ουρανό ξάνοιξαν άξαφνα κι ο ήλιος έλουσε όλη την έκταση γύρω, με το μελιχρό του φως. Ένα κοπάδι πουλιά πέταξαν απ' τα κυπαρίσσια ψηλά και σκόρπισαν δεξιά - ζερβά γεμίζοντας τον αέρα με πρόσχαρα κελαδητά.
   Πέρασαν έτσι λίγα λεπτά. Κι άξαφνα ο Δήμας έτσι καθώς κείτονταν κάτω απ' τη γλυκιά ηλιοπλημμύρα, ξαπλωμένος στο φέρετρό του, κουνήθηκε αλαφριά, σάλεψε το κορμί του, τα βλέφαρά του παίξανε  γοργά δυο - τρεις φορές. Άνοιξε το 'να του μάτι, το άλλο. Τρεμούλιασε ύστερα και μισάνοιξε το σαγόνι του, φρικίασαν αλαφριά τα ρουθούνια του, τα μάτια του παίξανε δώθε - κείθε, ξανάκλεισαν σαν να θάμπωσαν απ' το φως του ήλιου και ξανάνοιξαν πιο ζωντανεμένα... Τα χέρια του ξεσταυρώθηκαν και πέσανε πλάι, προσπάθησε να σηκωθεί, έκαμε να μιλήσει, μα η γλώσσα του ήταν κολλημένη στο στόμα κι ένα παράξενο μουγκρητό βγήκε απ' το λαιμό του.
   Ο Καύκαλος τ' άκουσε. Σηκώθηκε ορθός, κοίταξε το Δήμα και χαχάνισε:
   «Χι... Χι... Βιάζεσαι;... Βιάζεσαι;... Να... να... κοίτα... κοίτα...»
   Και ξανάσκυψε κι άρχισε να σκάβει τη γης με πείσμα.
   Ο Δήμας μπόρεσε τώρα κι έστριψε το λαιμό του προς το μέρος του λάκκου, τα χέρια του πασπάτεψαν τις άκρες της κάσας, είδε κι ανατρίχιασε σύγκορμος! Τα μάτια του γούρλωσαν, τριζοβόλησε τα δόντια του, πάσχισε να τιναχτεί απάνου, μα δεν μπόρεσε. Το κορμί του ήταν ακόμα βαρύ, μισοπαράλυτο. Έκλεισε τα βλέφαρά του και περίμενε... Σκέφτηκε άξαφνα τη χτεσινή νύχτα, πώς έφτασε σπίτι του σούρνοντας μέσα στα στενοσόκακα και στα καλντερίμια. Θυμάται καλά τώρα, τα θυμάται όλα, το μυαλό του συνήρθε, σκέφτεται, όλο σκέφτεται... Είχε πιει πολύ, είχε παραλύσει απ' το πιοτί κι όταν πλάγιασε βύθισε αμέσως. Έτσι βυθισμένο θα τον βρήκανε, ξερόν απ' το μεθύσι, αναίσθητο, ποιος ξέρει, και του κάμανε αυτό το άσχημο χωρατό. Θα μπήκε σπίτι του κάποια απ' τις συντροφιές της ταβέρνας, ποιος άλλος; Αυτοί που τον πειράζανε πάντα, που τον βασάνιζαν σκληρά για να γλεντήσουν, αυτοί... αυτοί... Οι χασομέρηδες του λιμανιού, οι τραμπούκοι της αγοράς, που του ανάβανε φημερίδες ανάμεσα στα πόδια, που του χύνανε παλιόνερα, που τον χτυπούσαν, τον χτυπούσαν για το τίποτα, που τον παίδευαν στον απάνω κόσμο... Έτσι ήταν, έτσι... Τον σύρανε ως το νεκροταφείο κι αυτός δεν ξύπνησε. Ποιος ξέρει;... Θα 'χε βυθίσει για καλά, μπορεί και να 'χε καταχωνιαστεί, φέρνει τόσα κακά το πιοτί!... Κι ο Καύκαλος δέχτηκε να παίξει μαζί τους, να γελάσει, να τον τρομάξουν. Τον παράτησαν εκεί και φύγανε. Κι αν δεν ξυπνούσε μπόραγε και να τον έχωνε ο Καύκαλος ζωντανό, ναι ζωντανό!
   Οι σκέψεις αυτές περνάν απ' το μυαλό του γρήγορα, η μια κοντά στην άλλη, του ανάβουν το θυμό, σφίγγει τα δόντια του για να μην ουρλιάξει από λύσσα. Νιώθει την επιθυμία να δαγκώσει, να σχίσει, να ξεθυμάνει. Το αίμα του ζεσταίνεται σιγά - σιγά, του ανεβαίνει στο κεφάλι, ανοίγει για μια στιγμή τα μάτια του και δεν βλέπει μπροστά του παρά κόκκινα σύννεφα, πορφυρές θολάδες, θέλει ν' ανοίξει το στόμα του και να φωνάζει δυνατά, να ρεκάξει (18), να βλαστημήσει! Συγκρατιέται μολαταύτα και γυρίζει το βλέμμα του στο μέρος του Καύκαλου, που σκάβει, σκάβει ατελείωτα. Ένας σωρός από νωπό χώμα είναι ριγμένος πλάι του. Το βλέπει, αντικρίζει το βαθύ λάκκο κι ανατριχιάζει. Ο θυμός τον ξαναπιάνει πιο δυνατός κι ασυγκράτητος. Μισοσηκώνεται, ακουμπάει στον αγκώνα του, αρπάζει μια χούφτα χώμα και την πετάει  στον Καύκαλο βλαστημώντας, αφρίζοντας.
   Ο Καύκαλος παράτησε το τσαπί, τον κοίταξε άγρια, έσκυψε μέσ' από το λάκκο και του 'δωσε μια γροθιά κατάστηθα. Ο Δήμας έσκουξε απ' τον πόνο. Έπεσ' ανάσκελα μέσα στην κάσα του, το κεφάλι του χτύπησε πάνου στο σανίδι της. Τινάχτηκε να ξανασηκωθεί μα δε μπόρεσε. Είχε ζαλιστεί, του φάνηκε πως τα δέντρα γύρω χορεύανε...
   Ο Καύκαλος γέλασε στρίγγλικα, έφτυσε τις παλάμες του και ξαναπήρε το τσαπί. Άρχισε να σκάβει γρήγορα - γρήγορα, όπως και πριν, μασώντας βρισιές μέσα στο στόμα του. Ο Δήμας ένιωθε τώρα το θυμό του να τρικυμίζει μέσα του, να τον πνίγει. Πασπάτευε με τα χέρια του γύρω κι έσχιζε με τα νύχια του το πρόστυχο βελούδο της κάσας. Δάγκωνε τα χείλια του, φυσούσε δυνατά, το στήθος του ανεβοκατέβαινε, ανεβοκατέβαινε... Όλη αυτή η λύσσα του, που 'κανε το αίμα του να βράζει, τον συνέφερε γρήγορα. Ένιωσε τις δυνάμεις του να ξανάρχωνται κι έστριψε σιγά το κεφάλι του προς το λάκκο. Ο Καύκαλος ήταν σκυμμένος κι έσκαβε. Το τσαπί ανεβοκατέβαινε κι άστραφτε στο φως του ήλιου. Φαινόταν η κίτρινη φαλάκρα του νεκροθάφτη, ο χοντρός τράχηλός του κι οι τετράγωνοι ώμοι του. Με σφιγμένα τα δόντια, ο Δήμας ανασηκώθηκε σιγά κι έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω. Άρπαξε ύστερα μια μεγάλη πέτρα με κοφτερές γωνιές, που βρισκόταν πλάι στο σωρό το χώμα, σύρθηκε με τα γόνατα κοντά στο λάκκο, σήκωσε την πέτρα ψηλά, τη ζύγιασε πάνου απ' το κεφάλι του Καύκαλου και του την κατέβασε καταμεσής στην φαλάκρα, μ' όλη του τη δύναμη. Με τη φόρα που πήρε σωριάστηκε κι αυτός κάτου. Μόλις πρόφτασε ν' ακούσει το χτύπο της πέτρας πάνω στο κεφάλι του νεκροθάφτη... Όταν τέντωσε το λαιμό του πάνω από το λάκκο, είδε τον Καύκαλο πεσμένον μέσα κει μπρούμυτα, πάνω στο νωπό χώμα. Το κεφάλι του είχε σκιστεί σχεδόν στα δύο. Το αίμα έτρεχε άφθονο κι έβαφε το χώμα κόκκινο!...
   Όλ' αυτά γίνηκαν γρήγορα - γρήγορα, χωρίς να τα καλοσκεφτεί, μέσα στον παροξυσμό της οργής του. Και τώρα ακόμα που 'βλεπε τον Καύκαλο αιματοκυλισμένο δεν ένιωθε καμιά λύπη, κανένα φόβο. Κάθισε κάτω, έσκυψε το κεφάλι του μέσα στα χέρια του κι απόμεινε έτσι, χωρίς να σκέφτεται τίποτα αρκετή ώρα...
   Άξαφνα τινάχτηκε τρομαγμένος. Άκουσε κάτι σαν πάτημα ανθρώπου κοντά του και στύλωσε τα μάτια του λαχταρισμένος. Ήταν δυο σπουργίτια που φτεράκιζαν ανάμεσα στα χορτάρια. Ξανακάθισε κάτω, μα ο φόβος που τον είχε πιάσει έτσι ξαφνικά δεν του πέρασε. Πετιόταν στον παραμικρό θόρυβο π' άκουγε, νόμιζε πως θα φτάσουν από στιγμή σε στιγμή χωροφυλάκοι και θα τον πιάσουν. Είχε αρχίσει να μετανιώνει για ό,τι έκανε. Θα τον πιάνανε, θα τον σούρνανε στη φυλακή κι έτσι θα ψοφούσε σε κανένα υγρό κι ανήλιαγο μπουντρούμι. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα - γρήγορα, τον είχε πιάσει δυνατή τρεμούλα.
   Πώς του 'ρθε και το 'καμε αυτό; Να τον είχε σκοτώσει τάχα; Αν τον είχε λαβώσει μοναχά... Γονάτισε πάνω απ' το λάκκο, κοίταξε τον Καύκαλο κι ανατρίχιασε. Απ' το πλατύ άνοιγμα της πληγής του είδε να βγαίνει τώρα, μαζί με το αίμα, κομμάτια - κομμάτια το μυαλό!... Έκρυψε το πρόσωπό του ανάμεσα στη χλόη για να μην αρχίσει να φωνάζει, δάγκωνε τις γροθιές του, έσκουζε πνιχτά, σαν το ζώο που το σφάζουν... Ήταν χαμένος, χαμένος!...
   Άξαφνα απ' το μέρος του δρόμου ακούστηκαν πατήματα και κουβέντες. Έπεσε κάτω με την κοιλιά, κοιτώντας ανάμεσα απ' τα χορτάρια να δει ποιοι είναι. Σπαρταρούσε απ' το φόβο του σαν το ψάρι, του φαινόταν πως θα 'σβηνε, θα ξεψυχούσε...
   Στο δρόμο φάνηκαν να περνούν, τραβώντας προς την πόλη, δυο νοικοκυραίοι που γύριζαν απ' τα χτήματά τους. Στάθηκαν μπρος στην είσοδο του νεκροταφείου να ρίξουν κάτι στο κουτί της εκκλησιάς κι έτσι, στην τύχη, ο ένας απ' αυτούς γύρισε και κοίταξε προς το μέρος που βρισκόταν ο λάκκος. Είδε το κιβούρι ανοιχτό, έτοιμο σκαμμένο, και γύρισε γελαστός στο σύντροφό του:
   «Για δες... Έτοιμος κιόλας ο τάφος του Δήμα».
   Ο άλλος δεν ήξερε τίποτα. Φάνηκε ξαφνιασμένος.
   «Πέθανε;» ρώτησε ξερά.  
   «Ναι... τον βρήκανε στο ρημάδι του κοκκαλωμένο. Ψοφολόγησε, ως φαίνεται, τη νύχτα. Τ' απομεσήμερο τον κηδέψανε. Θα τον έχουν παρατήσει στην εκκλησιά όσο να 'τοιμαστεί ο λάκκος...»
   Κάμανε ύστερα το σταυρό τους και φύγανε...
   Ο Δήμας τ' άκουσε όλα κι ένιωσε σαν να τον σφίγγανε στο λαιμό να τον πνίξουν. Βόγγηξε απελπισμένα κι έπιασε με τα δυο του χέρια το κεφάλι του. Νόμισε πως θα του 'φευγε το μυαλό... Η αλήθεια παρουσιάστηκε μπροστά του τρομερή. Δεν του 'χαν κάμει χωρατό, τον είχαν βρει ξεραμένον, κοκκαλωμένον, αναίσθητο, τον είχαν πάρει για νεκρό! Τώρα πια δεν του 'μενε καμιά αμφιβολία. Είχε πέσει σε βύθισμα, καταχωνιάστηκε στον ύπνο του, τον πήραν για πεθαμένο. Του κάμανε κηδεία, το 'χε μάθει όλη η πόλη. Τα μάτια του πέσανε για πρώτη φορά στα ρούχα που φόραγε. Δεν ήσαν τα δικά του, τον ντύσανε όπως - όπως και τον ρίξανε εκεί έτοιμοι να τον θάψουν. Όλα τώρα ξηγιόντουσαν. Ο Καύκαλος του άνοιγε το κιβούρι όπως έκανε για όλους. Κι αν τον είδε πως συνήρθε ξαφνικά τι σημαίνει; Μήπως τα 'χε σωστά για να καταλάβει και να σκεφτεί; Κι αυτός τον παρεξήγησε, φρένιασε μαζί του και τον χτύπησε, τον σκότωσε... Φονιάς!... Η λέξη του 'ρχεται στο στόμα, βουίζει στ' αυτιά του, την ψιθυρίζει σιγά, σφίγγει τις γροθιές του και χτυπάει το στήθος του. Φονιάς!... Φονιάς!... Αναλογιέται το σούσουρο που θα γίνει στην πόλη, όταν τον δουν να ξεπροβάλει ολοζώντανος. Ύστερα θ' ανακαλύψουν το κακό που 'καμε και θα τον πιάσουν. Κλεισμένος για όλη του τη ζωή στη φυλακή, δε θα ξαναδεί το φως του ήλιου, ελεύθερος σαν το πουλί, δε θα ξαναβάλει κρασί στο στόμα του. Έτσι ζεις και πεθαίνεις καθημερινά, πεθαίνεις χίλιες φορές την ώρα, ο απάνω κόσμος γίνεται για σένα μαύρη Κόλαση και βασανίζεσαι, βασανίζεσαι ατελείωτα.
   Α, όχι πια. Δεν τη θέλει τέτοια ζωή. Καλύτερα να πέσει κάπου, σε κανένα γκρεμό, να γίνει κομμάτια. Καλύτερα να φύγει, να κρυφτεί, να γίνει άφαντος...
   Τα μάτια του πέφτουν άξαφνα στο σωρό το χώμα, πλάι στο κιβούρι που του 'τοίμαζαν. Τον κοιτάει πολύ ώρα σαστισμένος σαν η σκέψη του να ταξιδεύει μακριά κι άξαφνα γονατίζει κάτω κι αρχίζει να ρίχνει το χώμα μέσα στο λάκκο, να το σπρώχνει με τα χέρια του, γρήγορα - γρήγορα, χωρίς να σταματήσει στιγμή. Δουλεύει έτσι αρκετή ώρα, η όψη του έχει φλογιστεί, τα μνάτια του σπιθακίζουν. Έχει γεμίσει χώματα, ο ιδρώτας τρέχει άφθονος στο μέτωπό του. Μα δεν σταματά, σπρώχνει το χώμα με τις παλάμες του, σούρνεται κάτω με την κοιλιά, το σώμα του Καύκαλου σκεπάστηκε ολόκληρο, ο λάκκος γέμισε ως τη μέση, έφθασε ως πάνω, ξεχείλισε!...
   Ο Δήμας στέκεται τώρα, κάθεται κάτω, ανασαίνει βαθιά, σφουγγίζει με το χέρι του τον ιδρώτα του και ρίχνει μια γοργή ματιά γύρω του. Το νεκροταφείο είν' έρημο, κανένας δεν περνάει στο δρόμο. Σηκώνεται απάνου, κάνει το σταυρό του, κοιτάει το συννεφιασμένο ουρανό, σαν ν' αναζητάει χαραγμένο κει πάνου το γραφτό του, ρίχνει μια ακόμα ματιά στον τάφο, που κοιμάται τώρα τον παντοτεινό του ύπνο ο Καύκαλος, και τραβάει αργά κατά την ανηφοριά...
   Εκεί παραπάνω είναι μια ερημική βρυσούλα σύρριζα στο βράχο. Σκύβει, πίνει νερό και προχωράει προς το δημόσιο δρόμο. Απ' το μέρος που βρίσκεται φαίνεται όλη σχεδόν η πόλη, με το γέρικο κάστρο της, τις ντάπιες της, τα ολόασπρα, φρεσκοασβεστωμένα σπίτια της, τους ολόανθους κήπους της. Ο Δήμας γυρίζει προς τα κει, στέκει και κοιτάει κάμποση ώρα σαν απολωλαμένος. Μια βωβή θλίψη ζωγραφίζεται στο χλωμό του πρόσωπο. Τα μάτια του θολώνουν, βουρκωμένα απ' τα δάκρυα που δεν μπορούν να ξεσπάσουν. Βλέπει στη ρίζα του κάστρου το σπίτι του, τ' αρχοντικό των γονιών του που ξέπεσαν, κακοπεθάνανε και πάνε, το σπίτι που γεννήθηκε κι έζησε ως τα χτες ακόμα. Τώρα είναι έρημο και ρημαγμένο... Κάτι σαν αναφιλητό φουσκώνει το στήθος του και τον πνίγει στο λαιμό, αναστενάζει γεμάτος λύπη κι απελπισιά και κατεβαίνει στο δρόμο.
   Κοντεύει πια το βράδυ. Ο ήλιος πάει να δύσει πίσω από μεγάλα, μαύρα σύννεφα...
   Ο Δήμας κοιτάει μπρος του τον ατέλειωτο δρόμο που απλώνεται και τραβάει έρημος ανάμεσα στ' αμπέλια, χώνει το καπέλο του βαθιά στο κεφάλι, σηκώνει το γιακά του σακακιού του και ξεκινάει... Πού πάει; Πού βγάζει ο μακρύς δρόμος που πήρε, πού τελειώνει; Δεν ξέρει κι όμως περπατάει... περπατάει...
   Ψηλά στον αέρα σβήνουν οι τελευταίοι αντίλαλοι κάποιας καμπάνας που σημαίνει για τον εσπερινό, απαλοί, αργοί, θλιμμένοι σαν να τον αποχαιρετάνε!...
 
Σταματίου Χάρης
 Περιοδικό «Νέα Εστία»,
τεύχος 22 - 24, Δεκέμβριος 1927
  
Σημειώσεις:
(1) μπεντένι: τσιμεντένιο στηθαίο, τείχος, καστρότειχος 
(2) σουράω: σφυρίζω 
(3) ρυάζομαι: ουρλιάζω, ωρύομαι (για σκυλιά και τσακάλια)
(4) τριλίζω: τερετίζω, κελαηδώ
(5) καρυοφύλλι: γαρίφαλο (μπαχαρικό), μοσχοκάρφι 
(6) σταλάγρα: δροσοσταλίδα 
(7) σαϊλεμένος: σαλεμένος, ταραγμένος, αναστατωμένος 
(8) αράθυμος: οξύθυμος 
(9) ρεκάζω: φωνάζω δυνατά από πόνο ή φόβο
(10) χαραμέρι: χάραμα, χαραυγή
(11) κονεύω: φιλοξενούμαι, μένω προσωρινά
(12) παίρνω κάβο: αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω τι συμβαίνει, παίρνω είδηση
(13) μπρατσέρα: μικρό δικάταρτο ιστιοφόρο πλοίο 
(14) κουβέρτα: κατάστρωμα 
(15) ριζές: μεντεσές 
(16) τσούλι: φτηνό ή παλιό στρωσίδι, παλιό ρούχο, κουρέλι, (μετφ.) άνθρωπος χαμηλής ηθικής 
(17) γκουσομαχώ: αγκομαχώ, βαριαναστενάζω, ξεφυσώ
(18) ρεκάζω: κραυγάζω δυνατά από πόνο ή φόβο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου