Κατεβαίνοντας τ' ανηφόρι του καντουνιού μ' ένα μπόγο ρούχα στο κεφάλι, που στεκόταν εκεί καλά ζυγισμένος χωρίς να γέρνει ούτε από τη μία ούτε από την άλλη μπάντα, η Αντώνια, έν' αγριοκόριτσο δεκατέσσερω χρονώ, με μια λιγδωμένη ποδιά, μ' αναμαλλιασμένο τ' αχτένιγο κεφάλι της και ξυπόλυτη, γεμάτη κουρνιαχτό τ' άπλυτά της ποδάρια, τράβαγε κατά την Ομαλή, στο ρέμα να πλύνει τα σκουτιά της, κρατώντας επί τούτου κι ένα κομμάτι πράσινο σαπούνι στο χέρι. Πήγαινε γελαστή κι αμέριμνη, μ' ένα ρέμπελο κούνημα των χεριών πέρα δώθε, έχοντας μόνο το κεφάλι ακίνητο, ένα κεφάλι μελαψό, τσιγγάνικο, για να μην της πέσει ο μπόγος. Μα όσο κι αν το κράταγε σαν καρφωμένο πάνω στους ώμους της, τα μάτια της, κάτι μάτια ανήσυχου αγριμιού, μεγάλα και περίεργα, καστανά σκούρα, που τα σκέπαζαν άταχτες βλεφαρίδες, έπαιζαν δεξά ζερβά, πάνω - κάτω μην αφήνοντας τίποτα να τους ξεφύγει στο πέρασμά της, και το στόμα της, με τα παχιά χείλια και τα γερά κι άσπρα της δόντια, δεν έπαυε να μασάει ένα κομμάτι μαστίχα από το πρωί ως το βράδυ, μορφάζοντας περίεργα στην κάθε κίνηση. Όπως η μαστίχα δεν έλειπε απ' το ανήσυχό της στόμα, έτσι δεν έλειπαν κι απ' το λαιμό κάτι γυάλινες πράσινες χάντρες, περασμένες σε μια λερωμένη χοντρή κλωστή, στολίδι που φάνταζε πάνω στο μελαχρινό της λαιμό και την έδειχνε, λες, τέλεια τσιγγάνα.
Πότε πότε σταμάταγε κι έπιανε σύντομη κουβέντα με καμιά γυναίκα της γειτονιάς, που γύριζε από το ρέμα φορτωμένη με βίκα (1) νερό, και πάρα πέρα το ίδιο.
«Τι κακό και τούτο σ' αυτό τον τόπο, να 'χει ξεραθεί, λέει, το υδραγωγείο, να ξεκινάει κανείς μες στο κάμα του καλοκαιριού για το έρμο το νερό, να σου ξεραίνεται, μαθές, το λαρύγγι σου και να μην έχεις μια γουλιά ούτε γι' αγιασμό!»
Μα την Αντώνια λίγο την έγνοιαζε κι ούτε καν τη στενοχωρούσε η έλλειψη αυτή. Για κείνη ήταν χαρά της να ξεκινάει με το χάραμα για το ποτάμι κι αφού θα πέρναγε κι από τα μουράγια που θα την πείραζαν τα κοπέλια των καϊκιών λέγοντάς της λόγια ξετσίπωτης αγάπης, θα πήγαινε να περάσει όλη την ημέρα πλένοντας με το κολάι (2) της ως το σούρουπο. Για φαΐ δεν την έγνοιαζε. Ένα ξεροκόμματο μαύρο ψωμί και δυο ντομάτες τα 'χε βάλει αποβραδίς μες στ' άπλυτα ρούχα. Και πάντα έβρισκε συντροφιά κάτι ξυπόλυτα σαν κι αυτήνε αγόρια κι έπιανε το παιχνίδι κι έλεγαν βρωμόλογα κι άρχιζαν άγριο πετροβολητό. Πολλές φορές ξέχναγε το σαπούνι στην κόχη μιας πέτρας μες στο νερό κι ύστερα απ' ώρα που γύριζε το 'βρισκε λιωμένο το περισσότερο. Δεν έβαλε μυαλό το τρελοκόριτσο δυο τρεις φορές που γύρισε βράδυ στο σπίτι κι έφαγε της χρονιάς της απ' την κυρά της. Ξεχάσαμε να πούμε πως ήταν υπηρέτρια η Αντώνια στου κυρ Σπύρου του Μονάντερου που 'χε το χτήμα του στο Μπούργο, πέρ' απ' το Κάστρο. Κι η κυρά Σπύραινα που ήταν έγκυος, στο μήνα της, τράβαγε κάθε φορά σύχηση μεγάλη με το καταραμένο αυτό βρωμοθήλυκο.
Η καλή της τύχη κι ηύρε ο κυρ Σπύρος ένα προσφυγάκι ως δεκατριώ χρονώ, το Στεφανή, κι η πιότερη δουλειά ξέσπαγε σ' εκείνο το άμοιρο που αγόγγυστα λες υπόμενε την τύχη του. Κι έτσι καθώς η γλώσσα του, συνηθισμένη στα τουρκόφωνα, δεν τον βοηθούσε, δούλευε όλη την ημέρα αμίλητα κι υπομονετικά. Μόνο με την Αντώνια λυνόταν η γλώσσα του και τσάτρα πάτρα κάτι κουβέντιαζε μαζί της. Και τ' απομεσήμερο όταν τ' αφεντικά κοιμόντανε, τον έβαζε κι έπλενε μάνι μάνι τα πιάτα κι ύστερα τρέχανε μες στην σταφίδα, κυνηγούσανε τζιτζίρους (3) ή κατέβαιναν κάτω στο γιαλό, πλατσουλίζοντας μες στα νερά. Κι ο Στεφανής γελούσε μ' όλη του την καρδιά σαν την έβλεπε να κάνει τούμπες στον άμμο, που 'καιγε φωτιά κάτω απ' το μεσημεριάτικο λιοπύρι του Γυαλιστή (4).
Μια μέρα -μήπως το 'χε και για κακό;- γδύθηκε τσίτσιδη μπροστά του και μπλουμ, μες στη θάλασσα. Κι έπλεε σαν το ψάρι το άμυαλο θηλυκό και ξεφώνησε από ευχαρίστηση λέγοντας στον άμοιρο Στεφανή:
«Έλα και συ, βρε κουτέ».
Μα ο Στεφανής έχασε από κείνη την ημέρα το θάρρος του και την κοίταζε ντροπαλά, μη σηκώνοντας πια ελεύτερα τα μάτια κατ' επάνω της. Μα ήτανε πάντα πονόψυχος ο κακόμοιρος κι έκανε τόση δουλειά πιο πολύ για χάρη της Αντώνιας παρά για χάρη της κυράς του. Και το βράδυ έπεφτε ξερός από την κούραση, πάνω σε μια ψάθα, στο κατώι κι αποκοιμιότανε.
Κείνο λοιπόν το πρωί που η κυρά σηκώθηκε μπονόρα (5) γιατ' είχε να ράψει τις πάνες για τη γέννα, η Αντώνια, δένοντας το μπόγο για να φύγει άκουγε την ίδια πάλι σύσταση, τις ίδιες πάλι απειλές ότι θα τήνε τσάκιζε στο ξύλο αν βραδιαζότανε πάλι στο ποτάμι. Κι ενώ η κυρά, μονολογώντας, βλαστημούσε αγαναχτισμένη τον καταραμένο αυτό τόπο που όλα τα καλά τα 'χει (δε βλέπεις, να στερέψει τώρα και το νερό, να μην έχεις να κάνεις τη λάτρα σου), ο Στεφανής πήγαινε κοντά στην Αντώνια και με μια αθώα κι εκφραστική παράκληση γραμμένη στα φωτεινά και μεγάλα του μάτια, της έλεγε να μην αργήσει να 'ρθει. Κι αλήθεια, το 'νιωθε βαθιά στην ψυχή του, γιατί κάθε φορά που αυτή γύριζε αργά και την έδερναν, εκείνος, κρυμμένος πίσω απ' την πεζούλα (6), έκλαιγε κρυφά μες στο σκοτάδι, έκλαιγε σπαραχτικά σα να πονούσε αγιάτρευτα ο άμοιρος μικρός. Μα κείνη την ημέρα η Αντώνια όλα τα 'χε ξεχάσει και κατά το δειλινό όπου ετοιμαζόταν να ξεβγάλει τα ρούχα, αφού όλη τη μέρα λυσσοκόπησε με τα ξυπόλυτα αγόρια, είπε και της είπαν του κόσμου τα βρωμόλογα, έριξε πέτρες και της ρίξαν άλλες τόσες, εκεί λοιπόν κατά το δειλινό, να και μια διχτυάρικη βάρκα που 'ρθε για μια στιγμή ν' αράξει παρέκει από το ρέμα, στ' ακροθαλάσσι το μοναχικό. Κι ένα γερό παλικάρι, δεκαοχτώ χρονώ, βγήκε μ' ένα σταμνί να πάρει απ' την πηγή νερό. Δεν άργησαν να γνωριστούν και πιάσανε ψιλή κουβέντα, λέγοντας καθένας λόγια άμυαλα και πειραχτικά με τολμηρές χειρονομίες. Όσο να γυρίσει αυτός απ' την πηγή με το σταμνί γιομάτο, η Αντώνια τα 'χε κιόλα ξεβγάλει κι ήταν έτοιμη να βουτήξει στο γιαλό, έτσι για να δροσιστεί από τη βαριά δουλειά της μέρας. Και χωρίς να χάσει καιρό γδύνεται -όχι τσίτσιδη αυτή τη φορά, κράτησε το σκούρο αλατζαδένιο (7) της μισοφούστανο (8)- κι όταν πια είχε γυρίσει το παλικάρι για να φύγει, τη βρήκε να κολυμπάει τριγύρω απ' τη βάρκα του, να κάνει αφρούς, να ξεφωνίζει σαν τρελή, να τόνε πιτσιλίζει με πόδια και με χέρια. Κι αυτός κουνώντας το κεφάλι, της έλεγε μέσ' από τα δόντια του:
«Ξέρω 'γω, μωρή, τι θέλεις εσύ, μ' ας έχεις χάρη!»
Μ' αυτή πονηρά χαμογελώντας τόνε κορόιδευε, κάνοντας παράξενους μορφασμούς.
«Άει χάσου από μπρος μου λέω 'γω, μη βρω κάνα μπελά».
Κι άνοιξε το πανί του για να πάει πρίμα (9) κατά το μώλο (10), γιατί άρχιζε να φρεσκάρει κείνη τη στιγμή. Μα το τρελοκόριτσο είχε πιαστεί πίσω απ' το λυμένο παλαμάρι και καθώς έφευγε η βάρκα, δόστου και την τραβούσε τη θεοσκοτωμένη. Κι αυτή πήγαινε ξεχασμένη πάνω στον αφρό, κρατώντας ανάλαφρα την άκρη απ' το σκοινί, κι ήταν γυμνή απ' τη μέση κι απάνω και το αδιάντροπό της στήθος οργιαστικά έπαιζε με τα γάργαρα νερά.
Σαν την πήρε είδηση το κοπέλι, πήγε να της σπάσει το κεφάλι με το κουπί, αλλά πάλι σκέφτηκε μη βρει κανένα μπελά. Και κάνοντας δυο βόλτες παραπανιστές, την ξαναπήγε πάλι εκεί που τη βρήκε, βλαστημώντας τους γονέους της και δίνοντάς της μούντζες μ' ορθάνοιχτες τις παλάμες του. Μα πέρα έβρεχε γι' αυτή! Γλέντησε κείνη όπως ήθελε και λίγο την ένοιαζε για τις μούντζες και τις βρισιές αυτού του βρωμοκαϊξή.
Σαν πήγε πια σκοτάδι σπίτι, με τα ρούχα κακοπλυμένα και κακοξεβγαλμένα, ένας Θεός ξέρει τι ματσούκι έπεσε στη ράχη της. Μα κι ο Θεός ξέρει τις κλάψες του φτωχού Στεφανή πίσω απ' την πεζούλα, στο σκοτάδι, και το σιωπηλό το σπάραγμό του.
Την άλλη μέρα μαθεύτηκε απ' το κοπέλι η μπομπή (11) της άμυαλης Αντώνιας και κατά το μεσημέρι να κι μάνα της φουσκωμένη κι ιδρωμένη ανέβαινε τον ανήφορο με μια φουρκάδα (12) στο χέρι, φυσώντας κάτω απ' το κανελί της τσεμπέρι:
«Πού 'σαι μωρή σκύλα...»
Βγήκε αλαφιασμένη η Αντώνια από το κατώι σαν άκουσε ξαφνικά τη φωνή της μάνας της.
«Τ' είναι καλέ, τι έπαθες; Σε καλό σου!»
«Αχ, καταραμένη, στάσου να σε σκίσω σαν τη σαρδέλα που να μη σώσεις, σιργούνι (13) μ' έκανες μέσα στη χώρα».
Και πριν προφτάσει τ' αγριοκόριτσο να της ξεφύγει, την άρπαξε απ' τα μαλλιά, κυλώντας τη χάμω με κλωτσιές και γροθιές, όπου εύρισκε.
Του κάκου τ' αφεντικά μπήκαν στη μέση, του κάκου ο Στεφανής σαστισμένος έμπαινε κάτω απ' της μανιασμένης γριάς τα χέρια, τρώγοντας πολλές κι αυτός κατακεφαλιές. Η μάνα της άφριζε απ' το θυμό και δεν έβλεπε πια πού βαρούσε.
«Θεοσκοτωμένη, να με κάνεις ντάλα μεσημέρι να 'ρθω, να βγει η γλώσσα μου, μια πιθαμή! Α, σκύλα, που με ρεζίλεψες, να τρέχεις πίσ' απ' τις βάρκες ολόγυμνη! Δεν τράπηκες τρομάρα σου;...» Κι όλο την χτυπούσε κι αυτή, σκούζοντας, κυλιότανε κατά γης και φώναζε κλαίγοντας: «Σχώρα με, βρε μάνα, και δεν το ξανακάνω».
Μα η ταραχή της γριάς δεν την άφησε και πολύ να ξακολουθήσει και σωριάστηκε τρέμοντας στο κατώφλι του κατωγιού.
Το τι έγινε κείνη την ημέρα δεν περιγράφεται.
Η κυρά Σπύραινα μ' αυτή πάλι τη σύχηση άκουγε το παιδί να χοροπηδάει αλλιώτικα μέσα της.
Τι, ν' αποβάλλει μαθές, ετοιμόγεννη πριν την ώρα της απ' το δαιμονισμένο αυτό βρωμοθήλυκο;
«Πάρτηνε, κυρά μου, πάρτηνε, δεν τη θέλω πια, μου 'φαγε τα σωθικά μου. Άμε στο καλό με δαύτηνε».
Μα στα κλάματα της Αντώνιας και στα παρακαλέματα πως θα βάλει πια μυαλό από 'δω κι εμπρός, μαλάχτηκε (14) η πονόψυχη κυρά, κι έτσι για τελευταία πια φορά τη συχώρεσε.
Μα κι αν αυτή τη στιγμή ειλικρινά είχε μετανιώσει, γιατί η επαναστατημένη σάρκα της σπάραζε κάτ' απ' τις ξυλιές της φουρκάδας που 'σπασε στα δυο πάνω στη ράχη της, και στις κλωτσιές της αφηνιασμένης μάνας της, μόλις πέρασε αυτή η αναπάντεχη μπόρα και ξαστέρωσε λίγο το μυαλό της, όλα τα ξέχασε κι ένα απομεσήμερο θερμό, λίγες μέρες ύστερα, απομεσήμερο αυγουστιάτικο, απ' αυτά τα φλογερά που ώριμοι πια οι καρποί, πλημμυρισμένοι από χυμούς ορμητικούς, ζητάν τον θεριστή τους, η αδιόρθωτη Αντώνια βρέθηκε στο γιαλό, γιατί είδε κει ένα καΐκι αραγμένο που 'ρθε να φορτώσει κεραμίδια από το καμίνι του Κάτω Μαχαλά. Ήταν η ώρα που τ' αφεντικά κοιμόντανε απάνω κι ο Στεφανής έπλενε τα πιάτα και συγύριζε το κατώι που τους χρησίμευε για μαγειριό. Κι ήταν μες στο καΐκι αυτός ο Μαλλιαρούκος, ο Γιάννης, που μια δυο φορές το χρόνο ερχόταν απ' το νησί του για να φορτώσει τούβλα και κεραμίδια. Και πολλές φορές χασομέραγε ξαπόστα (15) για να περάσει απ' τα σοκάκια στρίβοντας μερακλήτικα το ψιλό μαύρο μουστάκι και χτυπώντας τα τακούνια του στο καλντερίμι να κάνει τα κορίτσια να βγουν στις πόρτες και στα παραθύρια για να τους ρίξει γλυκιές ματιές, γεμάτες πόθο και υπόσχεση. Και τον είχαν βγάλει «Τακουνάκια» τα κορίτσια κι ήτανε κρυφή χαρά γι' αυτές όταν έβλεπαν το παλικάρι, που το περίμεναν είν' η αλήθεια, να 'ρχεται πάλι ύστερ' από τόσον καιρό και πολλές, κρυφοκοιτάζοντάς τον, ένιωθαν μια γλυκιά συγκίνηση σα μαχαιριά να τους λιγώνει την καρδιά.
Φυσικό ήταν να μη μείνη αδιάφορη κι η άμυαλη Αντώνια στο γλυκοκοίταμα του παλικαριού και στα πλανευτικά του λόγια. Και θες από τη ρέμπελη ζωή, θες από το ξύλο, θες από τη φυσική ορμή της νιότης, είχε θεριέψει κι έμοιαζε τον πρώιμο ακόμη αλλά ελκυστικό καρπό που όσο κι αν διστάζει κανείς, απλώνει άθελα το χέρι του για να τρυγήσει την άγουρη ομορφιά του, για να γευτεί την γλυκόξινη κι αφράτη σάρκα του. Κι έτσι κουβέντα στην κουβέντα, ζαλισμένη η Αντώνια, δεν κατάλαβε κι αυτή πώς βρέθηκε μες στο καΐκι, που άρχιζε τώρα να σαλπάρει σιγά σιγά γιατ' είχε βάλει και φρέσκο, κι ήταν κατάλληλη ώρα να ξεκινήσει μια κι είχε τελειώσει κι η δουλειά.
Πού θα την πήγαινε; Δεν το ξέτασε. Πού θα την έβγαζε; Ούτε αυτό το συλλογίστηκε· τι θα 'λεγαν οι δικοί της, η μάνα της, τ' αφεντικά; Αυτό ούτε μια στιγμή δεν της πέρασε από το νου. Φτάνει ότι έκανε το κέφι της, φτάνει ότι ακολουθούσε το ορμέφυτό της το ακατανίκητο, φτάνει ότι ο καρπός άρχισε να ωριμάζει επικίνδυνα κάτ' από τις θερμές αχτίνες δυο φλογερών παιχνιδιάρικων ματιών.
Κανείς δεν πήρε είδηση. Μόνο ο φτωχός Στεφανής, που την αναζητούσε απ' ώρα, κατέβηκε στο γιαλό μήπως ήταν εκεί. Κι είδε το κόκκινο τσεμπεράκι που συνήθιζε πότε πότε να φορεί η Αντώνια να φεύγει, να φεύγει πέρα κατά το πέλαγο. Του κάκου έβαλε τις φωνές, του κάκου έκλαιγε κι έσκουζε σαν το πληγωμένο αγρίμι κάνοντας απελπισμένες χειρονομίες. Το καταραμένο το καΐκι είχε απλώσει τα πανιά του κι έμοιαζε σα μαύρο πουλί του θανάτου γι' αυτόν, παίρνοντας πάνω στα πλατιά του φτερά μια ζωή που ήταν η χαρά της φτωχής του ζωούλας, που ήταν μια φωτεινή αχτίδα ήλιου στη φοβισμένη και αθώα του ψυχή. Την πανώρια του Αντώνια, αυτή που ανύποπτα του 'χε ξυπνήσει μες στα παιδικά του στήθια, κάτι χαρές και φόβους, λαχτάρες κι ανείπωτες τρομάρες, μα που ήτανε γλυκές, έτσι γλυκές.
Κι έπεσε μπρούμυτα στον άμμο και θρηνούσε το φτωχό, κι από καιρό σε καιρό κοίταγε μέσ' απ' τα θολά του δάκρυα το καταραμένο καΐκι που όλο μίκραινε μίκραινε στην απόσταση, τόσο που το κόκκινο τσεμπεράκι να μη φαίνεται πια καθόλου.
«Αντώνια, μωρ' Αντώνια!!»
Μα η φωνή του πνίγηκε στο μούρμουρο της θάλασσας που γύρω του βογγούσε υπόκωφα σαν από συμπόνια για το άδικο που του έγινε.
Πάει, πάει πια...
Πόσες ώρες έκατσ' εκεί απελπισμένος κι απαρηγόρητος! Όσο που βράδιασε.
Και κάθε μέρα, τ' απομεσήμερο, πήγαινε και κάθιζε στ' ακρογιάλι με το βλέμμα θολό, βυθισμένο στο σκούρο πέλαγο. Κι ήταν τόσο πονεμένο το βλέμμα του εκείνο! Μα κι όταν ξαγνάντευε κάνα πανί ν' ασπρίζει στον ορίζοντα, πόση ελπίδα ξαφνικά δεν του φώτιζε τ' αθώα του μάτια, που μάταια έψαχναν να δουν το κόκκινο τσεμπεράκι να 'ρχεται πάλι πίσω! Κι όταν νύχτωνε κι έβλεπε πως άδικα πάει και τούτη η μέρα, πήγαινε το βράδυ πίσω απ' την πεζούλα κι έκλαιγε στο σκοτάδι, σιωπηλά, σπαραχτικά, με τα μάτια γεμάτα πόνο, στραμμένα προς το μαύρο πέλαγο που δεν άσπριζε πια γι' αυτόν το πανί της χαράς!
Ταρσούλη Αθηνά Ν.
Περιοδικό «Ο Νουμάς»
τεύχος 783, 1924
Σημειώσεις:
(1) βίκα: (η): μεγάλο αγγείο για τη μεταφορά ή αποθήκευση υγρών
(2) κολάι: (το): άνεση, ευχέρεια
(3) τζίτζιρας: τζίτζικας
(4) Γυαλιστής: προσωνύμιο για τον Ιούλιο, επειδή ωριμάζουν τα σταφύλια και γυαλίζει η ρώγα τους.
(5) μπονόρα: νωρίς
(6) πεζούλα: ξερολιθιά, πεζούλι
(7) αλατζαδένιος: φτιαγμένος από ατλάζι, ύφασμα γυαλιστερό και λείο από μετάξι, βαμβάκι, λινό ή μαλλί
(8) μισοφούστανο: μεσοφόρι
(9) πρίμα: καλά, ίσια, κατευθείαν
(10) μώλος: η προκυμαία, το αγκυροβόλιο
(11) μπομπή: πομπή: ντρόπιασμα, ντροπιαστική πράξη/συμπεριφορά
(12) φουρκάδα/ φούρκα: Είναι κομμένο κλαδί ελιάς κατά κύριο λόγο, που χρησιμοποιείται για την
στήριξη υπερφορτωμένων κλαδιών σε διάφορα δένδρα ή φυτά. Συνήθως κατά το
κλάδεμα των ελιών, τα πιο ίσα κλαδιά καθαρίζονται με το κλαδευτήρι και
στο πιο λεπτό άκρο δημιουργείται μια διχάλα στο σημείο της
διακλάδωσης.
(13) σιργούνι/σεργούνι: ρεζίλι, ρεζίλεμα, ντρόπιασμα, εξευτελισμός
(14) μαλάσσομαι: μαλακώνω, υποχωρώ, συγχωρώ κάποιον
(15) ξαπόστα: επίτηδες

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου