Από μικρός είχε μια μανία. Να κοιτάζει στο χωριό του τα πόδια των ανθρώπων κι όταν ήταν ποδεμένοι -τις πιο πολλές φορές μπορεί να ήταν ξυπόλητοι- να περιεργάζεται τα τσαρούχια τους ή τα παπούτσια των γυναικών με κάποιον τρόπο, που θα 'κανε τον άλλο να πιστέψει πως ο μικρός τσοπανάκος ήξερε να κρίνει αν ήταν τάχα καλά ή κακά φτιασμένα από το μάστορά τους. Αυτός φορούσε γουρνοτσάρουχα, πέδιλα καμωμένα από το πετσί του χριστουγεννιάτικου γουρουνιού. Στα μέρη μας σφάζουμε τα θρεφτά γουρούνια την παραμονή των Χριστουγέννων. Κι είναι τα μόνα γουρούνια που γίνονται γδαρτά κι όχι μαδητά. Γιατί είναι μεγάλα και τετράπαχα. Δεν ψένονται για να ροδοκοκκινίσει η πέτσα τους και να τρώγεται κριτσανιστά που να είναι σαν μύγδαλο καβουρδισμένο. Τώρα το πετσί τους γδέρνεται, αλατίζεται κι απλώνεται στον ήλιο. Απ' αυτήν βγαίνουν τα γουρνοτσάρουχα της φαμελιάς. Το πάχος γίνεται γλύκα, οι χοντράδες γίνονται τσιγαρίθρες (1), κι έπειτα μένουν τα κόκκαλα για μαγειρευτά, τα εντόσθια για πηχτές και για ματιές (2), το κρέας για λουκάνικα και για παστουρμά. Μ' ένα καλό γουρούνι περνάει τον υπόλοιπο χειμώνα η φτωχοφαμελιά.
Ο Θανάσης ήθελε από εννιά χρονών να φκιάνει μόνος του τα γουρνοτσάρουχά του. Και τα κατάφερνε τόσο περίφημα που σε λίγα χρόνια αυτός έφκιανε και του πατέρα και της μάνας και της γειτονιάς ακόμα. Όμως την πλιο μεγαλύτερη χαρά της μικρής του ζωής είχε δοκιμάσει, όταν κάποια παραμονή Χριστουγέννων ήλθε ο πατέρας από τη χώρα και του έφερε ένα ζευγάρι τσαρούχια. Δικά του! Δεν είχε ξαναφορέσει ποτέ ως τότε. Τ' ανάρπαξε με λαχτάρα, τους χάιδεψε τις φούντες, τους άγγιξε το λουστρίνι και τα ξεμάκρυνε λίγο να τους καμαρώσει το ζωηρό, κατακόκκινο χρώμα. Μα σαν πέρασε η πρώτη χαρά της απόχτησης, είχε δοκιμάσει μεγάλη λύπη. Καλοκοίταξε τα τσαρούχια του και τα βρήκε άσχημα, κακοφκιασμένα. Τι άγαρμπο σουλούπι ήταν εκείνο που είχαν! Και τόσο κακοδουλεμένα. Με κάτι άτσαλες φούντες. Με κάτι άνοστα κεντίδια. Ω, αν τα είχε φκιάσει ο ίδιος, πόσο θα ήταν καλύτερα και γερότερα. Το είπε του πατέρα του αυτό. Κι εκείνος του απάντησε:
«Τότε να σε στείλουμε κάτου να γίνεις τσαρουχάς!»
«Μακάρι!»
«Θέλεις;»
«Αν θέλω;»
Το μέλλον του είχε κριθεί. Ο μικρός τσοπανάκος με τα γουρνοτσάρουχα θα γινότουν ο μεγαλύτερος τσαρουχάς του τόπου. Θα πόδενε τους πιο ντερτιλήδες (3) λεβέντες και τις πιο ασίκισσες (4) κοπέλες. Στους γάμους και στα πανηγύρια, απάνω στην άναψη του χορού, τα δικά του τα τσαρούχια και τα δικά του τα παπούτσια θα κάνανε τη μεγαλύτερη φούβα (5)! Ήταν γεννημένος για τσαρουχάς. Πώς αλλιώς θα κοιτούσε με τόση περιέργεια τα ποδήματα των ανθρώπων και θα 'φκιανε με τόση τέχνη τα γουρνοτσάρουχα όλης της γειτονιάς; Κανείς δεν ξεφεύγει το γραφτό του!
Με τι περηφάνια φόρεσε την άλλη μέρα τα καινούργια τσαρούχια. Ήταν σα να πρωτόβγαινε στον κόσμο. Τα γουρνοτσάρουχα τον κρατούσαν στην αφάνεια και στην ασημότητα. Τώρα έκανε κι αυτός την επίσημη εμφάνισή του. Καθώς περπατούσε κι έτριζαν, το τριζοβόλημά τους έμοιαζε σαν γαμπριάτικο τραγούδι. Ένα ζευγάρι τσαρούχια δίνει πολλές φορές στη ζωή των ανθρώπων τη σημασία της!
«Με γεια, Θανάση!»
«Του χρόνου που θα τα φκιάσω μοναχός μου να ιδείτε τι λογιά τσαρούχια θα 'χω!»
Περνώντας τα Χριστόημερα, τον κατέβασε ο πατέρας του στη χώρα. Είχε κάποιο σταυραδερφό (6) τσαρουχά, μαγαζάτορα και σ' αυτόν πέτονταν (7). Του πήγε δυο λουκάνικα κι ένα τσουκάλι πηχτή (8). Αυτά ήταν τα δίδαχτρα, ας πούμε, του Θανάση.
«Κουμπάρε» -ήταν ψευτοκουμπάροι- «σου παραδίνω το παιδί. Απ' το Θεό και στα χέρια σου! Έχει μεγάλο ζήλο για την τέχνη σου. Θα ιδείς».
Ο κουμπάρος τον κράτησε. Και είδε. Όχι άλλο! Τεχνίτης γεννητάτος. Πρόωρη μεγαλοφυΐα της τέχνης των τσαρουχιών. Τον είχε δα ο κουμπάρος μη στάξει και μη βρέξει. Ο Θανάσης κι ο κόσμος όλος. Καμάρωνε ο Θανάσης όταν κατέβαιναν οι χωριανοί να ψωνίσουν και τον παίνευε ο κουμπάρος κι αγόραζαν εκείνοι τα τσαρούχια που είχε βάλει κι αυτός τον κόπο του και την τέχνη του. Του φαινότουν πως τα 'στελνε πεσκέσι στο χωριό του. Θα τριζοβολούσε και θα κατακοκκίνιζε το χοροστάσι απ' τα δικά του τα έργα!
Πέρασ' ένας χρόνος. Ζηλευτικιά τέχνη. Όλο και τον τραβούσε πιο πολύ. Δούλευε όλη μέρα. Έκανε και νυχτέρι. Αν ήταν βολετό να ποδέσει αυτός όλα τα χωριά της Ρούμελης κι όλα τα ευζωνικά συντάγματα της Ελλάδας! Όμως απ' την πολλή δουλειά είχε κόψει, είχε αχαμνήνει λίγο.
Κάποτε που 'ρθε ο πατέρας του το πρόσεξε.
Μην ήταν τίποτα ζαμπούνης (9); Μην τον πείραζε κανένα κρυφομάζωμα (10); Να κράξει το γιατρό;
Ο Θανάσης γελούσε κι ο κουμπάρος ξηγήθηκε:
«Είναι στη δουλειά του νταμαχιάρης (11). Πέφτει απάν' καταπάν'. Εγώ τον μαλώνω. Δε μ' ακούει».
«Γιατί, ορέ, δεν κάνεις νισάφι;»
«Αφού έχουμε δουλειά».
«Βάλε καλή σειρά γιατί θα σε πάρω στο χωριό!»
«Παραπέρα, τα Χριστόημερα, ας έρθει», είπε τ' αφεντικό, «να ξεκουραστεί».
Τι καλός λόγος! Ναι, τα Χριστούγεννα πρέπει να πάει χωρίς άλλο στο χωριό. Να τους ιδεί και να τον ιδούν. Κι όλο το 'νειρευότουν πια αυτό το ταξίδι. Και το ετοίμαζε μέσα στο μυαλό του. Πώς να πάει; Αυτός, καλά, θα είχε καινούργια ρούχα και καινούργια τσαρούχια. Μα να πάει μ' άδεια χέρια; Δίχως πεσκέσι για τη μάνα και για τον πατέρα; Δε γίνεται! Θυμήθηκε τα τσαρούχια που του είχε πρωτοφέρει ο πατέρας χωρίς να του τα ζητήσει. Με τι χαρά είχε γιορτάσει, φορώντας τα, τις άγιες μέρες! Έτσι πρέπει να του πάει τώρα κι αυτός, χωρίς να του τα 'χει ζητήσει, ένα ζευγάρι τσαρούχια. Κι ένα ζευγάρι παπούτσια της μάνας. Αυτό είναι! Θα το μάθει όλο το χωριό. Θα χαρούν οι φίλοι και θα σκάσουν οι οχτροί. Α! Χωρίς άλλο, καλύτερα να μην πάει καθόλου παρά να πάει χωρίς τα δώρα των γονέων... Μα πώς να τα πάρει; Δε μπήκε ακόμα σε μεροδούλι. Λογαριάζεται πως ακόμα μαθαίνει την τέχνη... Τον ταΐζει και τον ντύνει τ' αφεντικό, μονάχα... Όμως κάπως πρέπει να τα οικονομήσει!... -Όχι, όχι έτσι! Θα πεις, δεν θα τον καταλάβει ο κουμπάρος. Έχουν τόσο πολύ έτοιμο πράμα στο μαγαζί. Μα δεν κάνει, δεν κάνει! Ακούς εκεί να τα κλέψει, να τα κλέψει!... Πώς του ήρθε τέτοιος πειρασμός στο νου; Και τι αξία θα είχαν τα κλεμμένα τσαρούχια; Καταραμένα θα ήταν. Θα γλίστραγε ο πατέρας μ' αυτά να τσακιστεί. Θεός φυλάξη!... Ή θα ερχότουν το απόσπασμα να τους πιάσει όλους, θα τους κρέμαγε ο νομοτάρχης τα κλεμμένα τσαρούχια στο λαιμό και θα τους πόμπευε σ' όλο το χωριό. Φαντάσου ντροπή!... Μπα, σε καλό! Τα κάνει αυτός τέτοια πράματα;
«Τι λες, Θανάση, θα πας ή όχι;»
«Πώς να πάω, αφεντικό;»
«Με τα ποδαράκια σου. Παιδί πράμα!»
«Όχι αυτό... Δεν έχω αλλιώς τον τρόπο...»
«Θα σου δώσω το χαρτζιλικάκι σου... Πάρε μπρος μεριά το μποναμά εσύ».
Μποναμά; Χαρτζιλίκι; Κάτι θα γίνει, σώπα. Να του το πει; Τι θα χάσει; Το και το.
Ο καλός αφεντικός, ο καλός κουμπάρος συγκινήθηκε. Τέτοια παιδιά αξίζουν. Τού είπε ένα μπράβο και τον χρέωσε μ' ένα ζευγάρι τσαρούχια κι ένα ζευγάρι παπούτσια. Τα καλοδιάλεξε ο Θανάσης και την παραμονή των Χριστουγέννων τα 'βαλε στο σακούλι του μαζί με τα καινούργια τα δικά του, το κρέμασε στον ώμο και τράβηξε για το χωριό, συντροφιά μ' άλλους χωριανούς και μ' άλλους γειτονοχωρίτες. Ήταν μια χαρά στο δρόμο καθώς περπατούσε γρήγορα και κουβεντιαστά το χαρούμενο ασκέρι. Όλοι πήγαιναν τα ψώνια τους κι άλλος συλλογιόταν τη νιόνυφη γυναίκα του, άλλος τη μάνα του κι άλλος την αδερφή του. Έλεγαν ποιος έχει το μεγαλύτερο θρεφτάρι φέτο στο χωριό και ποιος έχει το καλύτερο κρασί. Αλλά τους έπιασε στο δάσος με τις μεγάλες δρυς βροχή κι αυτό ήταν πολύ κακό. Οι άλλοι είχαν τις καπότες (12) τους και κάτι γλίτωσαν. Ο φτωχός ο Θανάσης έγινε μουσκίδι. Είδαν κι έπαθαν όσο να φτάσουν στο χάνι του Ρουπακιά. Άναψαν εκεί μεγάλη φωτιά και στέγνωσαν. Οι άλλοι κίνησαν σε λίγο να φύγουν. Θα τραβούσαν όλη νύχτα. Είχαν ακόμα τέσσερις ώρες δρόμο. Βγήκαν όξω, σιγόβρεχε. Θεοσκόταδο. Πού να πάει αυτός; Θα μείνει να περάσει η βροχή, να ξαστερώσει κιόλα. Ας δώσουν χαμπέρι πως έρχεται και θα ξημερώσει κι αυτός στο χωριό. Πώς αλλιώς να γίνει; Γύρισε μέσα και ξανάκατσε ν' αποστεγνώσει στο παραγώνι. Ήταν κι άλλοι πεντ' έξι από κοντινότερα χωριά. Αυτοί δεν βιάζονταν πολύ κι έκατσαν να στρωθούν καλά. Δεν τους γνώριζε τα ονόματά τους. Ο ένας τώρα έβγαινε από φυλακή. Τέσσερα χρόνια για ζωοκλοπή. Βλαστήμαγε τον αποσπασματάρχη που τον είχε πιάσει και τον Πρόεδρο που τον είχε δικάσει. Άλλος ήταν ακόμα τώρα φυγόδικος για όμοια δουλειά. «Όταν τα τρώγατε ήταν καλά!» τους έλεγε ο Χατζής. Έβγαλε ο Θανάσης απ' το σακούλι τα καινούργια τσαρούχια για να τα στρώσει. Είχαν βραχεί κι αυτά πολύ.
«Πούθε τα 'κλεψες;» τον ρώτησε ο φυγόδικος.
«Δεν τα 'κλεψα. Τα δούλεψα!»
«Τίνος είσαι;»
«Του πατέρα μου...»
«Είναι τ' Θωμοχρήστ' απ' τα Βαρικά, το γνώρισα!» είπε ο Χατζής.
«Με τον πατέρα σ' έχουμε κλέψ' μαζί δυο τραγιά!» είπε ο κατάδικος.
«Δεν το πιστεύω να λες αλήθεια», είπε ο Θανάσης πειραγμένος. «Αν έκλεβε ο πατέρας μου, θα ήταν σαν και σένα στη φυλακή!»
«Είναι άξιος και να σκεπάζεται».
«Άλλη κουβέντα έχεις;»
Η βροχή είχε δυναμώσει. Δείπνησαν με ψωμί κι ελιές. Έπειτα τους πήρε ο ύπνος. Ο Θανάσης πλάγιασε ρίζα στον τοίχο. Βεργόπλεχτο ήταν το χάνι, μόνο η σκεπή του ήταν με κεραμίδια. Κι από μέσα το πλέμα του τοίχου του ήταν αλλειμένο με πηλό. Εκεί που πλάγιασε ο Θανάσης, ένα μεγάλο κομμάτι πηλός είχε φαγωθεί και φαινότουν τρυπητός ο βεργοπλεγμένος τοίχος. Όμως απ' έξω ήταν ένα χαμηλό υπόστεγο, σα μαγερειό και σαν αποθήκη, κολλημένο στην καλύβα. Έτσι δεν έφτανε να μπει η βροχή απ' το χάλασμα εκείνο, το πρόσεξε καλά ο Θανάσης κι ασφαλισμένος έγειρε να κοιμηθεί. Η φωτιά είχε κατακάτσει, μόνο η θράκα, μπόλικη, έκαιγε. Κουκλώθηκε σ' ένα βρωμερό τσόλι του Χατζή και τον πήρε βαριά. Χίλια ονείρατα έβλεπε στον ύπνο του. Το χωριό του, το σπίτι του, τους γονιούς του, το γουρούνι τους σφαγμένο. Ακόμα είδε τους καλικαντζάρους, καμιά δεκαριά, να πολεμάνε να κατεβούνε από το μποχαρί (13) μέσα στο σπίτι τους. Αυτός ήταν τάχα απ' έξω και τους έβλεπε. Καμώθηκε να φωνάξει για να τους διώξει μα πάλι θυμήθηκε πως δεν έκανε. Τώρα, λοιπόν, θα κατεβούν στο σπίτι να τους μαγαρίσουν το αμπάρι με τ' αλεύρι;... Όχι!... Ιδές τους πώς φεύγουν παρασανταλιασμένοι (14)! Η μάνα τα ξέρει αυτά, είχε βάλει ένα παλιοτσάρουχο στο τζάκι. Όπου φύγει - φύγει οι καλικαντζαραίοι!...
Άξαφνα τον ξύπνησαν κάτι φοβερά σκουξίματα. Λαβάτωσε (15). Οι Καλικάντζαροι, οι Καλικάντζαροι χωρίς άλλο! Θα μπήκαν στο χάνι, θα τους μολέψουν, μπορεί να του φάνε τ' αυτιά. Κουκλώθηκε στο τσόλι. Τα σκουξίματα βάσταξαν λίγη ώρα κι έπειτα έπαψαν μεμιάς. Θα 'φευγαν κι από 'δω. Σκοτάδι στο χάνι. Έβγαλε το κεφάλι του έξω. Κάποιος ρουχνούσε (16). Μα έφεγγαν ζωηρά οι χαραματιές εκεί στο χάλασμα πλάι του. Από εκεί είχαν έρθει τα σκουξίματα. Τι φλόγα ήταν αυτή; Μήπως έβαλαν φωτιά στην καλύβα οι καλικαντζάροι;... Κόλλησε το μάτι του στις χαραματιές και τι να ιδεί! Δυο χωριάτες ντυμένοι με κοντοκάπια, ίδιοι καλικάντζαροι, είχαν σφάξει ένα γουρούνι μικρό. Και τώρα το βουτούσαν σ' ένα καζανάκι βραστό νερό και το μαδούσαν γρήγορα - γρήγορα. Αλήθεια σαν καλικάντζαροι, σαν παγανά έμοιαζαν την ώρα εκείνη με τα κοντοκάπια τους γύρω στη φωτιά. Και το γουρουνάκι έμοιαζε σαν ανθρωπάκος, σαν παιδόπουλο που το 'χαν τα ξωτικά και το βασάνιζαν. Ανατρίχιασε.
«Αμ' πώς; Δεν θα κάμουμε κι εμείς πάσχα εδώ στην ερημιά;» έλεγε ο ένας χωριάτης.
«Από πού το 'κλεψες, μωρέ;» ρωτούσε ο άλλος, που ήταν ίδιος ο Χατζής.
«Αύριο - μεθαύριο θα τ' αϊκούσεις... Τι μοναχά πρόσεξε μη με ζεματίσεις με το θερμό...»
Πετάχτηκε ο Θανάσης να φύγει, να μην κολαστεί κι αυτός εκεί πέρα. Σιάχτηκε, απλώνει να πάρει το σακούλι του, πουθενά σακούλι! Μπήχνει τις φωνές.
«Μ' έκλεψαν! Το σακούλι μου!»
Ξυπνούνε οι άλλοι, τρέχει ο Χατζής.
«Πού το 'χες απιθώσει;»
«Το 'χα κρεμάσει στο καρφί!»
«Μην έπεσε κάτω;»
Έψαξαν όλο το χάνι μέσα κι έξω.
«Καλά και σε κουβεντιάζω!... Να μου φέρεις το σακούλι και τα τσαρούχια που είχε μέσα!»
Ανοίγει μεγάλος καυγάς. «Θα το 'κλεψαν αυτοί που σηκώθηκαν κι έφυγαν πιο νύχτα», λέει ο Χαντζής. «Τώρα μόλις έφυγαν. Θα τους βρούμε, πού θα μας παν!»
«Εσύ το 'κλεψες!» φωνάζει ο Θανάσης. «Εσύ, όπως έκλεψες και το γουρουνόπουλο που μαδάτε 'κει απ' όξω!...»
«Θα το 'κλεψαν τα παγανά!» είπε κάποιος χωρατατζής.
«Ξαναείδες καλικαντζάρους με καινούργια τσαρούχια;» ρώτησε άλλος κοροϊδεύοντας.
Έσκασαν στα γέλια όλοι. Ένα βαθύ παράπονο ένιωσε ο Θανάσης. Κοροϊδεύουν; Είναι για κοροϊδία; Είχε μια κρυφή ορμή να τους σκοτώσει όλους. Όλοι τους τέτοιοι είναι. Κακούργοι, κλέφτες! Παραμονή Χριστουγέννων, την ώρα που γεννιέται ο Χριστός στη σπηλιά του, αυτοί κλέβουν τα ξένα γουρουνόπουλα και τα ξένα τσαρούχια! Τι χειρότερο θα 'καναν οι καλικαντζάροι, τα όργανα του Σατανά;
Ήταν έτοιμος να κλάψει.
«Μην κάθεσαι, παιδί μου», του είπαν οι άλλοι. «Αυτός που 'κανε την πράξη δεν είναι μακριά φτασμένος... Κυνήγησέ τον σαν παιδάκι που είσαι... Άμα τον φτάσεις, θα ντραπεί και θα το πετάξει το σακούλι».
Τους κοίταξε αμίλητα, κουτά, ντράπηκε να κλάψει, δεν είχε τι άλλο να κάμει, και χώθηκε στο σκοτάδι έξω απ' το χάνι. Μόλις χώριζε ο δρόμος καταγής. Έτρεξε βιαστικά τον ανήφορο, μια τρομαγμένος και μια αγαναχτισμένος. Ο αέρας τίναζε τα δέντρα κι οι βροχοσταλίδες τον χτυπούσαν στα μούτρα. Έτρεξε κάμποσο. Δεν απάντησε ψυχή. Αφουγκράστηκε. Δεν ακουγόταν άλλη περπατησιά. Κοντοστάθηκε. Τον περόνιαζε το κρύο. Είπε να γυρίσει πίσω. Πού να πάει; Πάλι στο χάνι; Μπορεί και να τον σκοτώσουν κιόλα και να τον ζεματίσουν σαν το γουρουνόπουλο! Προχώρησε. Ανήφορος. Βγήκε στο ψηλό διάσελο. Αγνάντεψε τη μεγάλη χούνη των βουνών που ήταν γιομάτη πηχτό σκοτάδι. Είχε ξαστερώσει και τα κορφοβούνια ξεχώριζαν ανάμεσα στα σκόρπια και στ' ανάρια τ' αστεράκια. Τσουχτερό κρύο στάλαζε από γύρω του. Κι από μέσα του ανάβλυζε μυστικός τρόμος. Τα 'χασε. Κάποια συντέλεια προφήτευε η ψυχή του. Ζούσε ή δε ζούσε εκείνη την ώρα; Όπως και να 'ναι δε θα ζήσει άλλο, ποτέ πια!
Κάποτε, μέσα στην κατασκότεινη χούνη πρόσεξε λίγα μακρινά φωτεράκια. Κι άλλα πιο 'κει. Κι άλλα πιο πέρα τρεμόσβηναν, σαν αστέρια τ' ουρανού, σαν σπίθες από παραγώνι. Τα χωριά, είναι τα χωριά! σκέφτηκε. Βέβαια. Ξυπνούν τώρα πια για την εκκλησιά. Χριστούγεννα. Θα είναι οι παπάδες, οι ψάλτες, οι καντηλανάφτες. Οι πρώτοι που ξυπνούν κάθε χρόνο. Σε λίγο ακούστηκε η πρώτη καμπάνα. Έπειτα και δεύτερη. Έπειτα και τρίτη. Ποια να 'ναι απ' το δικό του χωριό; Τα φωτεράκια πυκνώσανε, κι έπειτα όλα, όλα σχεδόν, κουνηθήκανε και πήγαιναν σε κάθε χωριό κατά ένα μέρος όλα. Πήγαιναν κατά την εκκλησιά... Ήταν οι χωριανοί με τα κλεφτοφάναρα και με τα δαδιά που βάδιζαν για τη φάτνη του Χριστού! Ζεστάθηκε η καρδιά του Θανάση. Άλλαξε όλος ο τόπος γύρα. Η σκοτεινή χούνη σα να γιόμισε φως. Σα να την κατοίκεψαν άγγελοι κι όχι πια καλικάντζαροι. -Έτσι- Ας τρέξει κι αυτός στο χωριό του. Να προφτάσει την εκκλησιά. Ν' ακούσει το δόξα εν υψίστοις. Προχώρησε δυο βήματα. Και στάθηκε πάλι. Πώς να πάει έτσι με αδειανά χέρια, χωρίς δώρο για τους γονιούς, χωρίς καν δικά του καινούργια τσαρούχια; Όχι, δεν θα πάει! Καλύτερα να γυρίσει στη χώρα. Κι ακόμα πιο καλύτερα να ριζώσει κάπου εκεί, ν' απαγγιάσει, να παρακολουθήσει από μακριά τη λειτουργία των Χριστουγέννων στα τρία χωριά της χούνης. Θ' ακούσει κι άλλες φορές τις τρεις καμπάνες. Θα ξαναϊδεί τα φωτεράκια να φεύγουν τα ξημερώματα από τις εκκλησιές όλα μαζί και να σκορπούν ένα - ένα προς τους μαχαλάδες. Θα ειπεί χρόνια πολλά! Χρόνια πολλά!... Κι έπειτα, ναι, ας γυρίσει στη χώρα καταμόναχος αφού ο κόσμος είναι τόσο κακός και δε φοβάται το Χριστό ούτε όταν σταυρώνεται, ούτε όταν γεννιέται...
Έτσι θα κάμει... Αφού μάλιστα και ξαναβρέχει. Έτρεξε να κρυφτεί κάπου και, τυχερό του, βρέθηκε μπροστά στη μικρή σπηλιά που αντίκριζε, και, παραπάνου απ' το δρόμο, το χωριό του, τα Βαρικά. Μπήκε κι απάγγιασε στον ταπεινό της θόλο. Κοιτάζοντας τις χλωμές σπιθούλες της ξέμακρης εκκλησιάς και προσμένοντας να ξανακούσει τους σβησμένους ήχους της χωριανής καμπάνας, αποκοιμήθηκε. Για να ιδεί στον ύπνο του πως βρισκότουν τάχα στην ίδια τη σπηλιά της Βηθλεέμ που γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός... Να η Παναγία. Να κι ο Ιωσήφ. Να το άστρο που οδηγεί τους Μάγους. Έφτασαν οι Μάγοι και προσκυνούν το Χριστό. Γιομίζουν με δώρα, πολλά δώρα, τη φάτνη των αλόγων. Ούτε μπορεί να ξεχωρίσει κανείς πόσων λογιών δώρα έχουν φέρει οι Μάγοι! Όμως ανάμεσα στ' άλλα δώρα, τα πολλά τα δώρα, μπόρεσε ο Θανάσης να ξεχωρίσει ένα ζευγάρι καινούργια, κατακόκκινα τσαρούχια...
Αθανασιάδης - Νόβας Γεώργιος
(Αθάνας Γεώργιος)
Περιοδικό «Νέα Εστία»
τεύχος 22-24, Δεκέμβριος 1927
Σημειώσεις:
(1) τσιγαρίθρες: Είναι μια παλιά ιεροτελεστία για να διαχωρίσουν το λίπος του χοιρινού από το κρέας. Κόβονται κομμάτια λίπους από τα πιο «παστωμένα» τμήματα του χοιρινού
κυρίων στην κοιλιακή χώρα τα οποία έχουν και λίγο κρέας. Το τοποθετούν
στο καζάνι με πολύ φωτιά και αρχίζει να βράζει και έτσι βγάζουν το λίπος
το οποίο παλιά το αποθήκευαν για την υπόλοιπη χρονιά. Συγχρόνως τα
μικρά κομμάτια λίπους και κρέατος μειώνονται συνεχώς και στο τέλος ό,τι
απομείνει το σβήνουν με καλό κρασί και αυτό για πολλές μέρες είναι ένας
καλός και πρόχειρος μεζές που συνοδεύει τα τραπέζια.
(2) ματιές: Χριστουγεννιάτικο φαγητό που φτιαχνόταν στη Ρούμελη, με μικρές διαφορές από περιοχή σε περιοχή. Το φαγητό αυτό με το ίδιο όνομα, αλλά και με άλλο το "μπάμπω", το συναντάμε στη Θράκη, με το όνομα "καρβαβίτσα ή καρκαβίτσα" το συναντάμε και στην Ανατολική Μακεδονία, με το όνομα ομαθιές - αμαθιές στην Κρήτη. Ανήκει στην κατηγορία των αλλαντικών, είναι ένα είδος λουκάνικου. Το φαγητό έχει τις ρίζες του στο Αρχαιοελληνικό φαγητό ομαθιές, όνομα που στο πέρασμα του χρόνου έγινε αιματιές, αιματιαί των Βυζαντινών και τέλος ματιές. Αναφορές για το φαγητό αυτό υπάρχουν στη Μινωϊκή εποχή, στην Ομήρου - Οδύσσεια, ενώ Βολιώτες μελετητές ισχυρίζονται, πως ένα απ΄ τα φαγητά που πήρε μαζί του ο Ιάσονας στην Αργοναυτική εκστρατεία, ήταν οι ομαθιές.
Οι Έλληνες στην Αρχαιότητα, χρησιμοποιούσαν το αίμα για την παρασκευή
διαφόρων εδεσμάτων. Το έβραζαν, το έπηζαν κι έτσι το χρησιμοποιούσαν σε
διάφορα φαγητά. Στα χωριά της Ρούμελης, το κάθε σπίτι
έτρεφε πάντα ένα χοιρινό, που σφάζονταν την παραμονή των Χριστουγέννων.
Με τα λεπτά έντερα του γουρουνιού έκαναν τα λουκάνικα, με το χοντρό
έντερο τις ματιές.
(3) ντερτιλής: αυτός που έχει ντέρτι, ερωτικό πάθος
(4) ασίκης: εραστής, ερωτιάρης, ωραίος, εύσωμος, λεβέντης
(5) φούβα: εντύπωση
(6) σταυραδερφός: αυτός που γίνεται αδελφός με κάποιον, με τον οποίο δεν έχει συγγένεια, τελώντας ειδική τελετή κατά την οποία σταυρώνουν / αναμειγνύουν το αίμα τους ή δίνουν όρκους αλληλοϋποστήριξης.
(7) πέτομαι: πετάω, ορμώ, τρέχω, απευθύνομαι
(8) πηχτή: χυλός με ψιλοκομμένο έντερο
(9) ζαμπούνης: καχεκτικός, άρρωστος, ανήμπορος
(10) κρυφομάζωμα: εσωτερικό απόστημα
(11) (ν)ταμαχιάρης: πλεονέκτης
(12) καπότα: χοντρή κάπα με κουκούλα
(13) μποχαρί: η καμινάδα, η καπνοδόχος του τζακιού
(14) παρασανταλιασμένος: παραπατώντας
(15) λαβατώνω: τρομάζω
(16) ρουχνίζω: ροχαλίζω, αναπνέω βαθιά από τη μύτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου