Η κυρία Χέμπελ καθάριζε το τραπέζι της κουζίνας όταν ακούστηκε το κουδούνι της εξώθυρας. Δεν είχε καλά - καλά ντυθεί, αλλά καθώς η Έττυ είχε ήδη φύγει, έπρεπε ν' ανοίξει η ίδια.
Απ' έξω στεκόταν ένας άντρας· φορούσε κασκέτο κι ένα γκρίζο πανωφόρι. Κρατούσε μια παλιωμένη τσάντα κάτω απ' τη μασχάλη του. Δεν έβγαζε λέξη, μοναχά στεκόταν εκεί κοιτάζοντάς την. Καθάρισε κάπως το λαιμό του, μα δεν είπε τίποτα.
Ήταν έτοιμη να του βροντήξει την πόρτα -δεν είχε τίποτα να ξεπουλήσει. Και τέλος πάντων, δεν της άρεσε να 'ρχονται και να της χτυπούν το κουδούνι, ιδιαίτερα όταν ήταν μόνη στο σπίτι.
Τότε εκείνος πλησίασε ένα βήμα και κράτησε την πόρτα.
«Λίζα», είπε.
Την γνώριζε; Η κυρία Χέμπελ κάρφωσε το βλέμμα της στο γερασμένο και βασανισμένο πρόσωπο. Της θύμιζε κάτι που είχε δει στα όνειρά της. Επίσης η φωνή έμοιαζε... Και τότε της ξέφυγε μια κραυγή, άφησε την πόρτα, παραμέρισε· ψαχουλευτά βρήκε το δρόμο της προς το δωμάτιο και κάθισε.
Ο άντρας την ακολούθησε.
«Εγώ είμαι», της είπε.
«Ζωντανός;» ψιθύρισε και τρόμος ανάβλυσε στο στήθος της.
«Ναι», είπε.
«Σε νομίζαμε πεθαμένο!»
«Όχι. Με είχαν πιάσει αιχμάλωτο».
«Ήσουν στον κατάλογο των αγνοουμένων. Έπειτα δεν μάθαμε τίποτα πια για σένα. Ούτε λέξη. Γιατί δεν έγραψες;»
«Δεν υπήρχε ταχυδρομείο. Προσπαθήσαμε μερικές φορές να στείλουμε γράμματα και μας είπαν πως θα τα 'στελναν, όμως... Αργότερα δεν είχαμε ούτε χαρτί».
«Στη Ρωσία ήσουν;»
«Ναι, στη Σιβηρία».
«Όλο τον καιρό; Το 1915 δεν ήταν που σε καταχώρησαν στους αγνοούμενους;»
«Ναι».
«Και τώρα έχουμε 1930. Δεκαπέντε χρόνια!»
«Ναι».
«Γιατί όμως δεν ήρθες νωρίτερα; Ο πόλεμος τελείωσε το '18».
«Στα 1918; Βέβαια! Τότε ήμασταν σ' ένα στρατόπεδο κοντά στο Κρασνογιάρσκ, για τρία χρόνια. Ύστερα ήρθε ο Κόλτσακ. Πολεμήσαμε μαζί του εναντίον των μπολσεβίκων. Μετά μας ξανάπιασαν αιχμάλωτους· αυτό ήταν στα 1919. Τότε μας βάλαν στις κατασκευές δρόμων... και στη δουλειά στα χωράφια».
«Δεν ήσουν λοιπόν σε στρατόπεδο όλον τον καιρό».
«Όχι, τα τελευταία χρόνια ήμασταν ελεύθεροι».
«Δεν μπορούσες λοιπόν να επιστρέψεις στο σπίτι;»
«Και να κάνω με τα πόδια το μισό γύρο του κόσμου; Όχι».
Τον κοίταξε. Αυτός ήταν ο άντρας της, πίσω ξανά. Ένας γκρίζος ηλικιωμένος άντρας που 'μοιαζε με τον πατέρα του Γκέοργκ. Κάποτε τον είχε παντρευτεί -στην πραγματικότητα είναι ακόμα παντρεμένη μαζί του.
Τον κοίταξε. Δεν φοβόταν πια. Δεν τη φόβιζε αυτός ο εξουθενωμένος γέρος άνθρωπος. Αλλά δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να κάνει μ' αυτόν. Στεκόταν εκεί μπροστά της κρατώντας ακόμα την τσάντα του. Αυτή όμως δεν μπορούσε να πιέσει τον εαυτό της να του πει να καθίσει· κατά κάποιο τρόπο βρισκόταν βεβαίως στο σπίτι του. Κάποιος πέρασε έξω στις σκάλες. Είχε ξεχάσει να κλείσει την πόρτα. Ξαφνικά ένιωσε να της κόβονται τα γόνατα.
«Δεν θ' αφήσεις την τσάντα σου;» τον ρώτησε.
«Ναι». Πήγε προς την είσοδο και την άφησε. Ήταν μια καρέκλα εκεί, κάθισε. Τοποθέτησε το κασκέτο του πάνω στην τσάντα. Φαινόταν μάλλον κουρασμένος. Είχε έρθει ποδαρόδρομο όλο το δρόμο από το Σλέσισερ Μπάνχοφ.
«Έχεις φάει τίποτα για πρωί; Θες να σου φτιάξω ένα σάντουιτς;» τον ρώτησε.
«Ναι, σε παρακαλώ».
Βγήκε και έβαλε στη φωτιά την καφετιέρα.
Σε λίγο επέστρεψε φορώντας παλτό και καπέλο. «Σου τα 'χω έτοιμα. Πρέπει να φύγω τώρα. Θα επιστρέψω το βράδυ».
«Φεύγεις;»
«Ναι, πρέπει να πάω στο μαγαζί».
«Το μαγαζί;»
«Ναι, στο εργαστήριο».
«Ναι, βέβαια. Μπόρεσες να το κρατήσεις;»
«Ναι».
«Και τα καταφέρνεις;»
«Ναι, και βέβαια. Πώς αλλιώς θα ζούσαμε;»
«Σωστά. Αλλά θα χρειάστηκε να μάθεις τη δουλειά».
«Ναι την έμαθα. Και βέβαια έχουμε και τον Νολτ. Ναι, ο Νολτ είναι ο επισκευαστής των ρολογιών. Εγώ εξυπηρετώ στο μαγαζί».
«Ναι, βέβαια».
«Λοιπόν, πρέπει να φύγω τώρα. Θεέ μου, είναι περασμένες εννιά. Γεια σου».
Πήγε στην κουζίνα κι έφαγε κάτι. Μετά επέστρεψε στο καθιστικό. Εδώ μπορούσε να καθίσει και να αισθανθεί πως είναι στο σπίτι του -εδώ, ξανά πίσω στο σπίτι. Ήταν παράξενο. Όμως δεν το φανταζόταν πως θα είναι έτσι.
Κατά κάποιον τρόπο το δωμάτιο ήταν ακόμα το ίδιο. Ο παλιός καναπές και το τραπέζι και οι παλιές καρέκλες ήταν ακόμα εκεί. Εκτός απ' αυτά ήταν και κάποια καινούργια και ξένα για κείνον πράγματα. Ένας φίνος καινούργιος καθρέφτης ανάμεσα στα παράθυρα και ένας μεγάλος δρύινος μπουφές με γυάλινες πόρτες και ασημένιους μεντεσέδες. Αυτό το έπιπλο δεν του ανήκε. Ήταν όμορφο· όμως δεν του ανήκε.
Και η γυναίκα του, τι γινόταν; Ήταν βέβαια κάπως μεγαλύτερη, αλλά όχι και ιδιαίτερα ηλικιωμένη. Ας δούμε: Το 1914 ήταν εικοσιπέντε χρονών. Είναι λοιπόν σαράντα. Όμως βαστιόταν ακόμα καλά. Λίγο παχιά -αλλά - θαύμα.
Ένας σπασμός φόβου τον διέτρεξε -αρκετός για να του κάνει φανερό πως είχε επιστρέψει. Όμως αλλιώς φανταζόταν την επιστροφή.
Βέβαια, είχε φτάσει απρόσμενα. Και ήταν οπωσδήποτε εύκολο να τον αναγνωρίσει κανείς. Επιπλέον, ήταν και το ότι εκείνη τον πίστευε νεκρό. Όμως έστω ύστερα από την έκπληξη της πρώτης στιγμής δεν θα 'πρεπε να τον αναγνωρίσει. Έπειτα στα σίγουρα θα πέφταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, ο πατέρας γύρισε απ' τον πόλεμο! Και θα ακολουθούσε μια ιερή στιγμή.
Κι ακριβώς επειδή τον πίστευε νεκρό, θα ήταν σίγουρη η χαρά της που τον ξανάβλεπε. Θα ήταν μια εορταστική, επίσημη βραδιά, εκείνος καθισμένος στο τραπέζι του με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Αληθινά, έπρεπε να το γιορτάσουν.
Όμως εκείνη ήταν τόσο βιαστική, που ούτε καν πρόλαβε να τη ρωτήσει για την Έττυ! Πρέπει να είναι μεγάλη κοπέλα τώρα. Θεέ μου, πρέπει να είναι... πρέπει να είναι σχεδόν δεκαοχτώ.
Σίγουρα δεν ήταν εκείνη που συνάντησε στις σκάλες; Εκείνη η νέα κοπέλα που τον προσπέρασε, με τις ανοιχτόχρωμες μεταξωτές κάλτσες και το γούνινο παλτό;
Το άρωμά της, τον κατέκλυσε καθώς κόλλησε στον τοίχο για να της αφήσει χώρο να περάσει. Αδύνατον.
Ίσως να 'βρισκε καμιά φωτογραφία της. Μερικές φωτογραφίες ήταν κρεμασμένες πάνω απ' τον καναπέ. Βέβαια αυτό το κορίτσι πρέπει να είναι η Έττυ. Ήταν όμορφη. Παράξενο, αυτή η σχηματισμένη κοπέλα να είναι η κόρη του.
Να κι ο ίδιος, στη μέση του τοίχου, με τη στολή. Είναι η φωτογραφία που έβγαλε τη μέρα που στρατολογήθηκε. Τώρα με μαύρο κρέπι γύρω στην κορνίζα, πλαστικά λουλούδια και ο σιδερένιος του σταυρός.
Αγαπημένος και χαμένος!
Κάθισε και περίμενε. Αυτό ήταν κάτι που το 'χε μάθει καλά. Είχε μάθει πώς να περιμένει!
Πέρασε πολλή ώρα. Πήγε ξανά στην κουζίνα και βουτύρωσε μερικές ακόμη φέτες ψωμί. Του είχε απομείνει και λίγος καπνός.
Στις έξι η Λίζα επέστρεψε κι άρχισε να ετοιμάζει το δείπνο. Στις εφτά έφτασε η Έττυ.
Έμεινε έκπληκτη σαν τον είδε. Η μητέρα της μπήκε μέσα.
«Είναι ο πατέρας σου», είπε.
Η κόρη τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
«Είναι ο πατέρας σου, γύρισε απ' τον πόλεμο».
«Ποιον πόλεμο;»
«Τον πόλεμο, παιδί μου, τον μεγάλο πόλεμο».
«Ναι, αλλά...»
«Ήταν αιχμάλωτος στη Σιβηρία».
«Όμως εσύ πάντα έλεγες....»
«Ναι, αυτό νομίζαμε».
«Έττυ», της είπε και της άπλωσε τα χέρια.
«Χαίρετε!» του απάντησε. Έμεινε ακίνητη και τον κοίταζε. Πως είχε πατέρα, πως θα γυρνούσε σπίτι -ήταν πράματα που άκουγε απ' τη μητέρα της να λέει· και σίγουρα αυτή κάτι ήξερε. Αλλά -ήταν μια άλλη ιστορία. Για παράδειγμα, τώρα θα 'μενε μαζί τους; Αυτός ο άνθρωπος;
Η μητέρα πήγε ξανά στην κουζίνα. Έμειναν οι δυο τους μόνοι στο δωμάτιο. Ήταν οδυνηρή στιγμή.
«Μισό λεπτό», είπε η Έττυ και εξαφανίστηκε. Ξαναγύρισε με το τραπεζομάντιλο και τα πιάτα κι άρχισε να στρώνει το τραπέζι.
Έφαγαν σιωπηλά. Μετά το δείπνο η Έττυ έφυγε· είχε κανονίσει ένα ραντεβού. Οι άλλοι δυο έμειναν καθιστοί.
«Να, λοιπόν, που ξαναγύρισες», είπε.
Αυτό ήταν αλήθεια. Δεν είχε όμως τίποτα να πει γι' αυτό.
«Τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα;»
«Λέω, θα μπορούσα... ν' αρχίσω να δουλεύω στο εργαστήρι ξανά;»
«Δεν υπάρχει και πολλή δουλειά. Δεν υπάρχει δουλειά για περισσότερα από δυο άτομα. Κι ο Νολτ βέβαια έχει μερίδιο στην επιχείρηση. Είναι συνεταίρος».
Δεν είπε τίποτα. Δεν είπε πως ήταν δικό του εργαστήριο. Αυτό ήταν χρόνια πριν. Κι ούτε ήταν σίγουρο πως θα τα κατάφερνε τώρα ή όχι· τα χέρια του ήταν αρκετά επιδέξια για μια λεπτοδουλειά σαν κι αυτή; Καλύτερα ίσως να κοίταζε για κάτι άλλο.
«Τι νομίζεις πως θα 'πρεπε να κάνω;» ρώτησε.
«Ένας θεός ξέρει. Είναι τέτοια η ανεργία και τόση η ακρίβεια εδώ. Οι πάντες κυνηγούν μια δουλειά. Κι η ζωή είναι τόσο ακριβή, τόσο ανυπόφορα ακριβή, που η Έττυ κι εγώ μόλις που τα καταφέρνουμε. Αν λοιπόν δεν καταφέρεις να βρεις μια δουλειά, δεν ξέρω...»
Η κυρία Χέμπελ άρχισε να καρικώνει. Η ώρα πήγε εννιά· την έπιασε χασμουρητό.
«Καλύτερα να σου στρώσω», είπε.
Πήγε στο υπνοδωμάτιο και επέστρεψε με μια κουβέρτα, σεντόνια και μαξιλάρι κι άρχισε να στρώνει τον καναπέ.
«Θα κοιμηθώ εδώ;» τη ρώτησε.
«Ε, ναι. Η Έττυ κι εγώ κοιμόμαστε στην κρεβατοκάμαρα, έτσι δεν είναι το σωστό;»
Έβερλαντ Άρνουλφ
(Μετφρ. Φλώρα Βασιλειάδου)
Περιοδικό «Το Δέντρο»
τεύχος 10 - 11, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1984

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου