Τα άσπρα μαλλιά της γιαγιάς, που φεύγουν μέσα από το κατάμαυρο φακιόλι, λάμπουν στο φως του λυχναριού, μα λάμπουν πιο πολύ, τα χρυσά μαλλάκια της Δόσιας.
Τα δάκτυλα της γιαγιάς, με το ζαρωμένο δέρμα, που εζωγράφισε επάνω τα ιερογλυφικά του ο χρόνος, για να τα ξεδιαλύσει μια μέρα ο θάνατος, πλέκουν γρήγορα - γρήγορα κάλτσα και αν της φύγει από τη βελόνα καμιά βελονιά, χαϊδεύει τα χρυσά μαλλάκια της Δόσιας κι εκείνη το καταλαβαίνει, αφήνει το καλλιτεχνικό της κέντημα, βρίσκει τη βελονιά και ξαναφέρνει το φυγόστρατο στο σύνταγμά του.
Η κάλτσα της γριάς, το κέντημα της νέας, το νυχτέρι το αδιάκοπο και η ζωή η μετρημένη, έχουν ένα σκοπό -σπουδάζει κάτω στη Φραγκιά ο Δόσιος, ο αδελφός της Δόσιας και δεν πρέπει, 'κει στην ξενιτιά, τίποτα να του λείψει.
Η γριά ξανάνιωσε, η νέα γίνηκε γριά· η γριά δουλεύει σαν νέα, η νέα συλλογίζεται σαν γριά και ο Δόσιος σπουδάζει εκεί κάτω. Τα γράμματά του, χρωματισμένα με πολλή αγάπη και με λίγη τρέλα της νεότητος, είναι η μοναχή χαρά του ερημικού σπιτιού.
Αυτά τα τέσσερα εργατικά χέρια χαρίζουν έναν γλύπτη αθάνατο στην πατρίδα.
Γελά η Δόσια και τα διαβάζει, κλαίει η γριά που τα ακούει. Το κάθε γράμμα του γλύπτου φτερώνει τα δάκτυλά τους και δουλεύουν, δουλεύουν, δουλεύουν.
Η γιαγιά ονειροπολεί.
...Σαν έλθει ο Δόσιος μεγάλος και τρανός, με τα πρώτα χρήματά του, να βάλει μια πλάκα μαρμαρένια στο χώμα που σκεπάζει τη μανούλα του. Το μνήμα δεν έχει σημάδι (ούτε ένα ξυλένιο σταυρό δεν αξιώθηκε να βάλει) και φοβάται μην της το πάρουν.
Γι' αυτό τρέχει συχνά και αφού κλάψει τη μονάκριβή της κόρη και χύσει δροσερό νερό από το γειτονικό πηγάδι επάνω στον τάφο, φεύγει με τον ίδιο φόβο.
Κατόπι πρέπει να διορθώσει το σπίτι. Χρόνια τώρα πολλά ούτε καρφί να καρφώσει δεν μπόρεσε και η δημαρχία τη φοβερίζει πως θα της το γκρεμίσει και τότε... αχ τότε... η Δόσια θα μείνει στους πέντε δρόμους.
Παρακάλεσε το Δήμαρχο να περιμένει ακόμη ένα χρόνο, ώσπου να έλθει ο Δόσιος, και ο Δήμαρχος, επειδή του έταξε και χρήματα η γριά, δέχθηκε.
Έχει και ένα άλλο μυστικό πόθο το γεροντικό της στήθος: να παντρέψει τη Δόσια πριν να σφαλίσει τα μάτια της. Αχ ξέρει! Μια νέα φτωχή με τόση ευμορφιά πόσο πρέπει να φοβάται.
Είδαν πολλά τα μάτια της...
Η Δόσια δεν ονειροπολεί; Όπως η γιαγιά δεν φανερώνει τα όνειρά της στη Δόσια, έτσι και η Δόσια δεν λέγει τίποτε στη γριά.
Το κύμα δέρνει το φτωχόσπιτο· το κύμα το χλωμό του Κερατίου κόλπου. Περνούν οι βάρκες και τα κοκκινοστόλιστα καΐκια και τα βαποράκια και σχίζεται η θάλασσα και πάλι ισιώνει. Κτυπούν οι καμπάνες του Πατριαρχείου, το ρολόγι της Πατριαρχικής Σχολής και οι κώδωνες των πυκνών - πυκνών εκκλησιών και σχολείων. Θρησκεία και παιδεία βασιλεύουν στο γηραιό Φανάρι, το υγρό, το κυματολουσμένο.
Πυκνά περνούν τα καλυμμαύχια και οι σπουδασταί· και η εύμορφη Φαναριώτισσα -πάντοτε έχει κάτι να πει από το παράθυρο του σαχνισιού (1) στη γειτόνισσά της.
Η συνδιάλεξις, αν δεν είναι για φαγητά, θα είναι εξάπαντος για τα πατριαρχικά -στης Δόσιας τ' αυτιά δεν φθάνει η ηχώ της συνδιαλέξεως. Η Δόσια όταν ακούει την καμπάνα κάμνει το σταυρό της και κάτι μυστικά παρακαλεί.
Έχει και η Δόσια, όπως κάθε κόρη είκοσι χρονών, το μυστικό της.
Και επειδή έμαθε από τη γιαγιά της να ελπίζει ότι, άμα έλθει ο Δόσιος, όλα θα πάρουν ένα καλό τέλος, ελπίζει και ενώ ελπίζει, την γλυκοκοιμίζει το μυστικό της.
Ο Δόσιος γένηκε μεγάλος και πολύς· κερδίζει χρήματα πολλά· γένηκε καλός γλύπτης, ξακουστός.
Η Δόσια διάβασε το γράμμα που έγραψε ο Δόσιος για τον ερχομό του.
Της γιαγιάς τρέμει το σιαγόνι και κλαίει.
Ήταν τόσο γριά, σαν έφυγε ο Δόσιος, που δεν έλπιζε να τον ματαϊδεί. Μα ο Θεός χρόνια της χάρισε και έζησε, έζησε να καμαρώσει αυτήν την ευτυχισμένη μέρα.
Φορεί το γιορτερό της φόρεμα η γερόντισσα κι αντίκρυ στον καθρέπτη εκτενίστηκε. Στην αρχήν επαραπάτησε απ' την τρομάρα της· τόσο η χαρά την ξανάνιωσε, που ξέχασε τα κρύα τα γεράματα και θάρρεψε που θα 'βλεπε μεσ' στον καθρέπτη εκείνο το ωραίο πρόσωπο, που ξετρέλανε το μακαρίτη τον κυρ Στάθη.
Χρόνια πολλά σε καθρέπτη δεν εσίμωσε. Και τώρα είδε αντίκρυ της κουφάρι το κυπαρισσένιο της κορμί και ζαρωμένο το ωραίο πρόσωπό της. Ακόμη και τα μάτια της, που ο κυρ Στάθης και στον παράδεισο δεν θα ηύρε τα ταίρια τους, τα γαλανά τα μάτια της, ξεθώρισαν.
Μα αυτή η συλλογή καθόλου δεν εσκίασε τον ήλιο της χαράς της.
Καλέ ο Δόσιος έρχεται... και πώς μοιάζει της μονάκριβης που κείτεται στο μαύρο χώμα.
Χτυπά η πόρτα· η γερόντισσα ξεχνά τ' αδύνατα τα πόδια της κι ανοίγει μοναχή της κι αγκαλιάζει -δεν καλοβλέπουνε τα μάτια της- το γέρο τον παπά, που ήρθε στο σπίτι ν' αγιάσει, γιατί ο ίδιος βάφτισε το Δόσιο και τον αγαπά.
Η γειτόνισσα φώναξε τη φιληνάδα της απ' το πλαγινό σαχνισί και, ενώ έδειχνε τη γιαγιά που αγκάλιασε τον παπά, είπε:
«Τα βλέπεις; Σαν σου τα έλεγα, δεν τα πίστευες. Η Δόσια θα πάρει του παπά Μαργαρίτη τον εγγονό και τώρα η γριά έδωκε το λόγο της».
Η γειτόνισσα κούνησε το κεφάλι σα να μην το εύρισκε κατάλληλο.
Αχ, η γιαγιά συμμαζεμένη κάθεται· φοβάται μην πάθει τα ίδια. Μα πάλι η πόρτα χτύπησε· μα δεν σαλεύει· ξανακτυπά... α, τίποτε... εκείνη άλλη μια, τα ίδια δεν παθαίνει.
«Γιαγιά, άνοιξε, γιαγιά».
Μπα! Ήταν η Δόσια. Πού έτρεχε πρωί πρωί; Θα την μαλώσει, δεν βαστά.
Ανοίγει και βλέπει τη Δόσια κόκκινη σαν τριαντάφυλλο και φορτωμένη με λουλούδια.
Πώς να τη μαλώσει!
«Γιαγιά, τα έφερα να στολίσουμε το τραπέζι. Έμπα να ιδείς την τραπεζαρία».
Ανοίγει· αλήθεια, η τραπεζαρία γελαστή γελαστή. Ανάμεσα από γλάστρες, που στολίζουν τα παράθυρα, φαίνεται η θάλασσα με τα θεριά τα θωρακωτά (2) και υψηλά η πράσινη γραμμή των κυπαρισσιών.
Το τραπέζι με τρία πιάτα, ασπροντυμένο, καθαρό. Και τώρα η Δόσια βάζει λουλούδια στο τραπέζι.
Και ο σοφάς άσπρος, άσπρος, και το καναράκι φλύαρο και ο Μπέης, ο μεγάλος γάτος, ηλιάζεται στο παραθύρι.
Η Δόσια φορεί ένα τριανταφυλλί φουστάνι, ραμμένο με τα χεράκια της, και στόλισε τη ζώνη της με τριαντάφυλλα. Πώς μοιάζει με την άνοιξη και γελά, γελά, όλο γελά.
«Γιαγιά, θα φορέσω και ένα στο κεφάλι μου».
«Φόρεσε, παιδί μου».
Άφηκε την ποδιά της ελεύθερη και γέμισαν τα άσπρα τα σανίδια, όλο με τριαντάφυλλα· μα εκείνη προσπαθεί να καρφώσει ανάμεσα στα χρυσά της τα μαλλιά, το τριαντάφυλλο· χαμογελά στην τόση ευμορφιά της. Και η γιαγιά της τόσο την καμαρώνει, που δεν είδε κάποιον, που σιγά σιγά, εμπήκε στο δωμάτιο.
Μα μέσ' απ' τον καθρέπτη, η Δόσια τον είδε και ρίχθηκε στην αγκαλιά του και τον έσυρε στα πόδια της γιαγιάς και η γιαγιά σήκωσε ψηλά τα χέρια της που ετρέμανε και τους ευχήθηκε.
«Η Δόσια δεν φορεί κοντά φουστανάκια; Μπα, πώς μεγάλωσε!»
«Εσύ έβγαλες μουστάκια μεγάλα - μεγάλα... Πω... πω... πω... μουστάκια!»
«Αδελφίτσα μου, έγινες πολύ ωραίο κορίτσι».
«Κι εσύ ωραίο αγόρι».
Η γιαγιά κλαίει· λέγει με παράπονο:
«Εγώ έπρεπε τάχα να ζω και να τα καμαρώνω! Δεν είχανε κι αυτά γονείς!»
Ανοίγει ο Δόσιος το μικρό πέτσινο κιβώτιό του και χαρίζει ένα ωραίο βραχιολάκι της Δόσιας κι εκείνη το φορεί και το φιλεί.
Δίνει και της γιαγιάς ένα χαρτί.
Αυτή φορεί τα γυαλιά της, σηκώνει ψηλά το χαρτί και το βλέπει και πάλι αρχίζει τα δάκρυα και τον ρωτά με λαχτάρα:
«Πώς το συλλογίσθηκες, παιδί μου;»
«Μια μέρα, ήμουνα μικρός, μ' επήγες εκεί επάνω και μου είπες τον πόνο σου. Από τότε το συλλογίζουμαι κι εγώ και τώρα με τα πρώτα χρήματα που εκέρδισα, αγόρασα, γιαγιά μου, το μάρμαρο και το πρώτο σχέδιο που έκαμα, ήταν για κείνους που εχάσαμε».
Η Δόσια βλέπει το σχέδιο και κλαίει κι αυτή και κάτι ψιθυρίζει.
«Πώς; Και συ;»
«Κι εγώ...»
Όλοι λοιπόν τα ίδια συλλογίζουνται!
«Γιαγιά, να διορθώσουμε το σπίτι μας. Κι έπειτα να παντρέψουμε τη Δόσια. Έγινε εύμορφη και είναι τόσο καλή, που χαρά σ' εκείνονε που θα την πάρει».
«Έχω ένα σχέδιο».
«Κανένα γειτονόπαιδο;»
«Ναι, του παπά Μαργαρίτη ο γιος. Άξιο παλικάρι. Ας είναι με το θέλημά σου, μα ο παπάς ζητεί και μετρητά».
«Η Δόσια τον θέλει;»
«Ούτε τον ξέρει».
«Γιαγιά, έχω κι εγώ ένα σχέδιο».
«Λέγε».
«Ο φίλος μου, που σας έγραφα γι' αυτόν σ' όλα τα γράμματά μου, που σας έστειλα και την εικόνα του...»
«Ναι, ναι, ο Γεώργιος Τριανταφύλλου;»
«Ναι. Αυτός θέλει τη Δόσια, και δεν θέλει μετρητά».
«Ας είναι με την ευχή του Χριστού και της Παναγίας».
«Ήλθε μαζί μου. Θα σας τον φέρω. Πρέπει η Δόσια να τον ιδεί και να μας πει τη γνώμη της. Δεν θέλω να τη βιάσουμε».
«Ναι, παιδί μου. Έχε την ευχή μου».
Το μυστικό της Δόσιας, το γλυκό της μυστικό, είναι ο Γεώργιος Τριανταφύλλου.
Άμα τον είδε, τον εγνώρισε απ' την εικόνα του και τον εχαιρέτισε με τ' όνομά του κι εκείνος έβλεπε τη δροσερή της ευμορφιά και το αθώο γέλιο της και ήταν χαρούμενος.
«Δόσια, πώς σου φάνηκε ο φίλος μου;»
Η Δόσια κοκκίνισε.
«Δεν απαντάς;»
Η Δόσια εδάκρυσε.
«Εκείνος σ' ευρίσκει πλάσμα τέλειο και εύχεται να εύρει τέτοιο σύντροφο για τη ζωή του».
«Αλήθεια, το είπε;»
«Ναι».
«Σε μοιάζει. Έχει τα κινήματά σου, το γέλιο σου. Όταν τον βλέπω, ξεχνώ πως είναι ξένος. Μου φαίνεται δικός μας».
«Θέλεις να γίνει δικός μας;»
Η Δόσια έκρυψε το προσωπάκι της στην αγκαλιά του αδελφού της.
Το μνήμα μαρμαρόκτιστο, στολίζει το νεκροταφείο της Ζωοδόχου Πηγής.
«Εις τους αναπαυθέντας γονείς του, ο ευσεβής υιός»
Όποιος το ιδεί σταματά και αναγνωρίζει το γλύπτη το φημισμένο, που θυμίζει χρόνια ελληνικά, της τέχνης της αθάνατης.
Το σπίτι έγινε αγνώριστο.
Η Δόσια έγινε κυρία Τριανταφύλλου και ο Δόσιος τα καμαρώνει όλα, με τη γλυφίδα στο χέρι και ξεύρετε τι συλλογίζεται;
«Η γιαγιά, η ευτυχισμένη γιαγιά, σημερνή είναι κι αυριανή δεν είναι. Όσο έζησε δεν θα ζήσει. Αχ πόσα χρόνια πέρασε βασανισμένα! Αυτά τα λίγα χρόνια της ευτυχίας, θα την κάμουν άραγε να ξεχάσει τα βάσανά της;»
Παπαδοπούλου Αλεξάνδρα
Ημερολόγιο Σκόκου,
Έτος 11ο, Αθήνα 1896
Σημειώσεις:
(1) σαχνίσι: Το σαχνίσι έιναι μια ξύλινη προεξοχή περίπου ενός μέτρου πλάτους
στους ορόφους των κατοικιών, μπροστά στις προσόψεις τους, που συνήθως
στηριζόταν σε ξύλινα δοκάρια τύπου αντηρίδες, και χρησίμευε κυρίως για
τον έλεγχο του σπιτιού και του δρόμου. Αυτού του είδους το
μπαλκόνι, εξυπηρετούσε επίσης και την καλύτερη λειτουργικότητα των
κατοικιών εφόσον βοηθούσε στον αερισμό-δροσισμό και στο φωτισμό, για
αυτό και πολλές φορές αναφέρεται και ως ηλιακός.
(2) θωρακωτός: (για πλοία) αυτός που έχει ατσάλινη επένδυση

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου