Ι Το λεωφορείο έτρεχε με βογκητό στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, που έφερνε έξω από την Αθήνα. Οι επιβάτες, στριμωγμένοι, ο ένας κοντά στον άλλο, του κάκου πάσκιζαν να ζεσταθούνε, χουχουλίζοντας τα χέρια τους. Τζάμια δεν υπήρχαν και κάτι σανίδες, καρφωμένες στα παράθυρα, άφηναν να περνάει απ' τις φιράδες, ξουραφιές ο παγωμένος αγέρας. Ο μουσαμάς από πάνου και το πάτωμα χάμω, ήταν το ίδιο τρύπια και μπάζανε την παγωνιά απ' όλες τις μεριές. Όλο αυτό το πράμα ήταν ένα κόσκινο, που έτρεχε. Κι όμως αντιπροσώπευε στην Κατοχή, την τελευταία λέξη του φασιστικού πολιτισμού. Γιατί κατάφερνε να κινείται δίχως βενζίνα, με κάρβουνα, που έκαιγαν στο «γκαζοζέν», ένα κουτί σιδερένιο, φορτωμένο από πίσω... Αυτό το κουτί ξερόψηνε τους επιβάτες στο τελευταίο κάθισμα τόσο κανονικά, που οι δυστυχισμένοι άνθρωποι ζηλεύανε κείνους, που πάγωναν μπροστά τους.
Ξάφνου το σαράβαλο έστριψε αριστερά, ύστερα πάλι δεξιά και τέλος σταμάτησε. Μια φοβερή βλαστήμια ξέφυγε απ' το στόμα του σωφέρ. Και τον είδανε να σκύβει απ' το παράθυρο.
«Τράβ' από 'κει μωρέ, μη σε κόψω...»
'Ηταν ένα παιδάκι ξυπόλυτο, κουρελιασμένο, στη μέση του δρόμου, που χόρευε σηκώνοντας και τα δυο του χεράκια, στέκοντας πότε στο ένα, πότε στο άλλο πόδι... Όχι μόνο δε φοβήθηκε τ' αυτοκίνητο, που έτρεχε κατά πάνω του, μα ίσα - ίσα πήγαινε να του φράξει το δρόμο... Και τώρα που κατάφερε να το σταματήσει, χίμηξε σαν αστραπή και κόλλησε στην πόρτα, μπροστά.
«Τράβα τώρα», είπε στο σωφέρ.
Κι είχε μια τέτοια σοβαρότητα, που όλοι σκάσανε στα γέλια. Εκείνος, ωστόσο, δεν έδειξε καμιά διάθεση να το ακούσει.
«Άντε», φώναξε στον εισπράχτορα, «άντε, κατέβασέ το, μην του δώσω καμιά με τη μανιβέλα και το πληρώσω για νομάρχη...»
«Κατέβα κάτω...»
«Άσε με, μπάρμπα, να μπω...»
Και κάνει να χωθεί μέσα. Μα ο άλλος τ' άρπαξε απ' το γιακά και το σήκωσε ψηλά, για να το κουτρουβαλιάσει χάμω. Γρήγορα, όμως, κατάλαβε πως το πράμα δεν ήταν τόσο εύκολο. Ο μικρός τίναζε τα πόδια του στο κενό, μα κρατιότανε από το σίδερο γερά... Κι έσκουζε:
«Ω! Με σκότωσε! Ω! Το μάτι μου! Το πόδι μου! Μου 'βγαλε το χέρι...»
Καθώς πάλευε κρεμασμένο, το πουκάμισό του τού ξέφυγε απ' τη μέση και το κορμί του ξεγυμνώθηκε. Ήταν ένα κορμί τόσο αδύνατο! Η κοιλιά του έφεγγε διάφανη, ζαρωμένη και τα πλευρά του τού τσίτωναν το πετσί -ένα ανθρωπάκι αδύνατο, μικρό, μια μπουκιά...
«Εισπράχτορα, μας πούντιασες, το κατάλαβες; Κλείστε την πόρτα», φώναξε κάποιος.
«Κι αυτό εδώ, τι θα το κάνω;» έκανε και τίναξε το παιδί.
«Ε! Πάρτο μέσα...»
Εκείνος φάνηκε να το σκέφτεται.
«Πού πας, μωρέ;»
«Όπου πας και συ...»
«Έχεις λεφτά να πληρώσεις;»
«Αν είχα λεφτά», έκανε κείνο με μια φωνή πνιγμένη σ' ένα λυγμό, «αν είχα λεφτά, πήγαινα κι έτρωγα!»
Μια στενόχωρη σιωπή ακολούθησε τα λόγια του.
«Καλά, πληρώνω 'γω το εισιτήριό του», πετάχτηκε τότε ένας άλλος...
Ήταν ένας επιβάτης αδύνατος, μ' ένα πρόσωπο μελαγχολικό. Ο μικρός χώθηκε μέσα.
«Αλήθεια; Θα μου πληρώσετε σεις το εισιτήριο;» του φώναξε.
«Ναι! Πού θα κατέβεις;»
«Τέρμα, μακριά, όπου να 'ναι...»
«Δεν ξέρεις πού πηγαίνεις;»
«Τι με νοιάζει... Φτάνει να φύγω απ' την Αθήνα! Εκεί δε θα μείνει ζωντανός ούτ' ένας. Όλοι θα πεθάνουν...»
Και σωριάστηκε κατάχαμα, κουλουριάζοντας το κορμί του κοντά στον άγνωστο προστάτη του, ευτυχισμένο που έφευγε μακριά από την πολιτεία της πείνας και του θανάτου...
ΙΙ
Πέρασε από τότες καιρός κι έχω τώρα τον αδύνατο, μελαγχολικό επιβάτη μπροστά μου. Είναι παλιός μου φίλος και, καθώς περνούσ' απ' τον τόπο του, με πήρε στο σπίτι του. Τα γκρίζα του μαλλιά στα πλάγια κι οι βαθιές ζαρωματιές στο πρόσωπό του, μαρτυρούνε το δράμα του. Δεν έχει γυναίκα, δεν έχει παιδιά, μένει μόνος και κρύβει μέσα στην καρδιά του τη μεγάλη πίκρα για τη μοναξιά της ζωής του. Έχουμε δειπνήσει. Στο μεγάλο τζάκι τριζοβολούν τα ξύλα κι οι φλόγες σιγοτρέμουν. Μια γριά, που του κάνει τις δουλειές, βαρέθηκε να περιμένει πως θα τελειώσουμε κάποτε την κουβέντα και πήγε για ύπνο.
«Λοιπόν;» τον ρωτάω.
Εκείνος είχε ξεχαστεί, κοιτώντας τη φωτιά.
«Τι απέγινε το παιδί;»
Τράβηξε μια γουλιά κρασί.
«Έπαιξε στη ζωή μου ένα παράξενο ρόλο, μοιραίο. Κι αυτό το 'νιωσα απ' την πρώτη στιγμή! Ήρθε κοντά μου μ' ελπίδα. Και με κοιτούσε με τόση εμπιστοσύνη! Όμως αυτό ίσα - ίσα μ' ενοχλούσε... Ένιωθα μέσα μου την αδύνατη ψυχούλα του, που μ' είχε αγκαλιάσει μ' απελπισία. Ζούσα τότε, ακόμη, τόσο εγωιστικά, που δεν ήθελα να παίρνω ευθύνες. “Είσαι τρελός”, έλεγα στον εαυτό μου. “Σήμερα, ο καθένας κοιτάει για τον εαυτό του κι ο Θεός για όλους -έτσι λένε! Εσύ πήγες και ζαλώθηκες αυτό το αλητάκι. Τι θα το κάνεις; Γιατί, βέβαια, δε μπορείς να σταθείς ως εδώ... Πρέπει τώρα να πάρεις το παιδί μαζί σου...” Αυτή η ιδέα, πως μπορούσε να μου κολλήσει το παιδί, μ' έκανε να τρέμω. Και μου 'μεινε μια σιχαμερή ελπίδα: χωρίς άλλο, δεν έχει ταυτότητα. Οι Ιταλοί μπορεί να το κατεβάσουνε στο μπλόκο. Μα κείνοι δεν το πρόσεξαν. Κι όταν τ' αυτοκίνητο ξεκίνησε και πάλι, μετά τον έλεγχο, το παιδί, πεσμένο καθώς ήτανε σε κάτι τσουβάλια, ακούμπησε το κεφαλάκι του στα γόνατά μου κι αποκοιμήθηκε...»
Σταμάτησε λίγο και ξανάρχισε:
«Δεν ξέρω αν πρόσεξες ποτέ πόσο καλύτερο αισθάνεται κανείς τον εαυτό του, όταν βλέπει έναν άλλο να κοιμάται. Ένα πλάσμα κοιμισμένο είναι στη διάθεσή σου. Μπορείς να του κάνεις κακό, χωρίς να προλάβει να σου αντισταθεί. Ο ύπνος είναι μια κατάσταση εμπιστοσύνης. Ο κοιμισμένος σού έχει κατά κάποιο τρόπο παραδοθεί, όλες του οι δυνάμεις είναι λουφαγμένες κι οι καλές κι οι κακές. Αυτή, όμως, η αδράνειά του ξυπνάει μέσα σου το καλό. Χωρίς να το θέλεις, αισθάνεσαι πως τον προστατεύεις... Αυτό αισθανόμουνα κι εγώ με το μικρό μου άγνωστο παιδάκι. Καθώς το κοιτούσα, χλωμό, αδυνατούλι, ξέγνοιαστο, με το στηθάκι του ν' ανεβοκατεβαίνει, ένιωθα να φυτρώνουν απ' αυτό το κέρινο κορμάκι αόρατα δεσμά, που μ' έδεναν μαζί του. Μα ήταν ακόμα πολύ αδύνατα, σαν αράχνες. Όσο πιο πολύ αισθανόμουνα πως τ' αγαπώ, τόσο περισσότερο αντιστεκόμουνα σ' αυτό που νόμιζα «αδυναμία»... Κι όσο να φτάσουμε, είχα πάρει την απόφασή μου: να τ' αφήσω στην τύχη του... Έπνιξα κάθε διαμαρτυρία, που μου έκανε η ανόητη συνείδησή μου κι όταν σταματήσαμε στο τέρμα και κείνο τινάχτηκε ξυπνώντας απότομα, εγώ μάζευα βιαστικά τα πράματά μου, να του φύγω -σα να μην το ήξερα καθόλου. “Δώστε μου, κύριε, να σας κρατήσω 'γω τα πράματα”, μου είπε με την αδύνατη φωνούλα του. Το γέλιο του κακού με κορόιδεψε: “Είδες, πάει να σου κολλήσει...” Μα εγώ τον αποστόμωσα: “Βρήκε τον άνθρωπο! Σε μένα δεν περνούν αυτά”. Και σταματώντας το παιδί, που άπλωνε να μου κρατήσει ένα δέμα, του έκανα απότομα: “Άσ' το κάτου! Το σπίτι μου είναι κοντά!” Και κατέβηκα από το αυτοκίνητο νικητής, νικητής του εαυτού μου! Μ' αυτό δε λέει να μ' αφήσει. Κατέβηκε από πίσω μου. Έπρεπε να του το κόψω μια και καλή. “Βλέπεις”, του λέω, “τώρα φτάσαμε! Πού θα πας εσύ τώρα;” Είχε λίγο αιματάκι ακόμα μέσα του. Και το χλωμό του πρόσωπο κοκκίνισε. Γύρισε γύρω - γύρω τα μάτια, σα να γύρευε πού μπορούσε να πάει κι ύστερα με κοίταξε κατάματα: “Πουθενά!” είπε. Κι είχε το βλέμμα του για μένα τόση περιφρόνηση... “Έχεις δίκιο να με περιφρονείς”, τ' απάντησα με το δικό μου βλέμμα και χαμήλωσα τα μάτια. Αλλά με το στόμα, του είπα: “Τ' ήθελες λοιπόν, να 'ρθεις; Ποιος σου φταίει; Το κεφάλι σου!” Κι έφυγα βιαστικά. Προχώρησα στον έρημο δρόμο και δεν τολμούσα να κοιτάξω πίσω. Γιατί πίσω μου ένα παιδάκι ξένο, γυμνό, έρημο και πεινασμένο, είχε απομείνει μοναχό του και δεν είχε να γείρει πουθενά... Ένιωθα πως με παρακολουθούσε με το βλέμμα του, πως κάθε μου βήμα, που με μάκραινε από κοντά του, το 'ριχνε σε απελπισία. Τι του 'φταιγα 'γω; Έπρεπε να 'μαι σταθερός στην απόφαση που πήρα -ένας άντρας!- ή ένας άναντρος και να φέρω την αναντρία μου ως το τέλος. Έτσι ή αλλιώς, βάδιζα προκλητικά στη μέση του δρόμου, ίσια στο σπίτι μου μπροστά, σα να 'θελα να του δείξω πως δεν μ' έγνοιαζε κι αν έβλεπε πού ήταν το σπίτι μου - γιατί κι από 'κει θα το 'διωχνα, αν τολμούσε να μου «κολλήσει»- μα μπορεί και να 'θελα να δει πού μένω και στο τέλος να 'ρθει, αν δεν κατάφερνε να φωλιάσει αλλού πουθενά. Ποτέ δεν ένιωσα το σπίτι μου τόσο έρημο, τόσο άδειο, μα και τόσο ξένο για μένα. Οι τοίχοι γύρω μου είχανε μια καταπληχτική σοβαρότητα, σα δικαστές, το πάτωμα έτριζε κάτου από το βήμα μου, σα ν' ανατρίχιαζε που μ' ένιωθε να το πατάω, το ταβάνι μού φαινόταν ετοιμόρροπο κι η φωτιά ακόμα στο τζάκι μου φάνηκε πως είχε στήσει μια εχθρική κουβέντα για μένα, με τα ξύλα που τριζοβολούσαν, καθώς καίγονταν. Τα έπιπλά μου ήταν σα να 'χαν μάτια και με κρυφοκοιτούσαν, όμως ξεφεύγανε το δικό μου βλέμμα. Κι η γριά που με υπηρετούσε ήταν τόσο λιγόλογη και με κοιτούσε μ' ένα βλέμμα θολό! Έπρεπε να βρω μια αφορμή να της κάμω καυγά, μα δε βρήκα. Είχε ζέστη πολλή. Κι άνοιξα το παράθυρο. Μια πένθιμη συγνεφιά σκέπαζε τον ουρανό κι ο ουρανός είχε χαμηλώσει. Βάραινε τα μάτια μου κι έπεφτε στην ψυχή μου βαρύς, σα μολυβένιος. Κανείς δεν ήξερε γιατί χαμήλωσε ο ουρανός, μα εγώ το 'ξερα... Απόψε ένα δύστυχο παιδάκι, έρημο και ξένο, θα κοκάλωνε στην άκρη κάποιου δρόμου κι όταν θα το βρίσκανε νεκρό την άλλη μέρα, κανείς δε θα μπορούσε να πει πώς το λένε και πώς βρέθηκε σ' αυτόν τον τόπο. Μόνο ο ουρανός, που τα βλέπει όλα, ήξερε τη θλιβερή του ιστορία κι είχε χαμηλώσει ως τη γη κι είχε απλώσει τα μολυβένια του σύγνεφα, να σαβανώσει την αθώα του ψυχούλα... Ένιωσα τα μάτια μου να δακρύζουν. “Τι ωφελεί αυτό;” άκουσα μέσα μου μια φωνή. “Τρέξε να το σώσεις!” Η φωνή ήταν δυνατή και με τίναξε όξω, χτυπώντας με, σα να με μαστίγωνε. Το γύρεψα εκεί που το 'χα αφήσει, δεν το βρήκα. Έψαξα τους δρόμους τριγύρω -ούτε κει! Κοίταξα στους καφενέδες μήπως είχε τρυπώσει πουθενά. Δεν ήτανε. Στο τέλος άρχισα να ρωτάω. Αντάμωσα τον εισπράχτορα του αυτοκινήτου, το σωφέρ, ρώτησα άλλους επιβάτες, που ταξιδεύαμε μαζί, τίποτα, κανείς δεν το 'χε δει. Γύρισα στο σπίτι μου κατακουρασμένος, με την ψυχή βαριά. Καημένο παιδάκι! Εκείνη τη μέρα τη μακρινή, που μια φούχτα εγκληματίες ξαπολούσαν αυτό τον άγριο πόλεμο, σε σκέφτηκε τάχα σένα κανείς, εσένα, που η δυστυχία σε τρέλαινε τώρα κι έπαιρνες τους δρόμους για να κοκαλώσεις ένα βράδυ από το κρύο και την πείνα σ' έναν άξενο τόπο; Είχε πια νυχτώσει κι ο βοριάς εσάρωνε από τους δρόμους τους τελευταίους διαβάτες. Ήταν η ώρα, που η κυκλοφορία απαγορευόταν και μόνον οι ιταλικές περίπολες ακούγονταν απ' έξω να περνούν με τα βαριά τους βήματα. Μα μέσα στη σιωπή της νύχτας, ένα χτύπημα δειλό ακούστηκε στην πόρτα μου. Είναι δυνατό; Έτσι θα μου φάνηκε. Μα το χτύπημα ακούστηκε πάλι, δισταχτικό, φοβισμένο. Τινάχτηκα γεμάτος ελπίδα. Απ' όλο τον κόσμο, που ήξερα, κανένα, μα κανένα δε θα περίμενα με τόση λαχτάρα, όσο αυτό το παιδάκι! Ω! Ας ήταν αυτό! Ήθελα να του δείξω πόσο η καρδιά μου ήταν αλλιώτικη απ' το κακό μου φέρσιμο. Άνοιξα ο ίδιος την πόρτα. Αυτό ήταν! Κρατήθηκα για να μη το σφίξω κλαίοντας στην αγκαλιά μου... Με κοίταξε δειλά και με φωνή δισταχτική, ρώτησε: “Να μπω μέσα, μπάρμπα;” Η χαρά μου μ' έπνιγε και το κοιτούσα αμίλητος. Μα εκείνο δεν κατάλαβε γιατί δε μιλούσα. Και θέλησε να κεντήσει το πατριωτικό μου φιλότιμο... “Αν μείνω έξω, θα με πιάσουν οι Ιταλοί”. “Σωστά!” τ' απάντησα μ' ένα γέλιο. Και του 'κανα τόπο να περάσει. Έκλεισα πίσω του την πόρτα με θόρυβο και τώρα το σπίτι μου μού φάνηκε αλλιώτικο, σα να του άνοιγε την αγκαλιά του, μια αγκαλιά μεγάλη, με τη ζέστη του και με τα καλά του, για να φυλάξει αυτό το έρημο παιδί. Δυο αυτοκρατορίες είχαν κινήσει τους φοβερούς μηχανισμούς τους και του πήρανε τη στέγη, το ψωμί, την ησυχία... Φασίστες γκλοριόζοι και Λαός Κυρίων, ρούφηξαν τις σάρκες από το αδύνατο κορμάκι του κι ό,τι απόμεινε από το ζωντανό του σκελετό το πετάξανε στους δρόμους, να το θερίσει η παγωνιά... Μα το σπίτι μου άνοιγε την αγκαλιά του... Κι η φωτιά τριζοβολούσε τώρα χαρούμενα, γιατί η φωτιά είναι η ψυχή του σπιτιού... Καλούσε το παιδί να τρέξει κοντά της, μα κείνο στάθηκε άλαλο και κοιτούσε το τραπέζι, που ήταν στρωμένο και φαινόταν να ζαλίζεται με τα φαγητά που 'βλεπε. Μα ύστερα, σα να θυμήθηκε πόσο ήμουνα κακός, τίναξε το κεφάλι και με κοίταξε ανήσυχο: “Δε θέλω να φάω, μόνο να κρυφτώ, μη με πιάσουν οι Ιταλοί...” Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό μου. Δε μπόρεσα να του πω, παρά μια λέξη: “Φάε!” Τα μάτια του άστραψαν. “Τι;” ψιθύρισε... Κι έτρεξε πάνου απ' το τραπέζι. Κοιτούσε αχόρταγα, σα να 'βλεπε ένα σπάνιο, παραμυθένιο θησαυρό... Είχε ψωμί εκεί -ψωμάκι!- ένα ψάρι, αυγά, τυρί... “'όλα δικά σου είναι”, του είπα, “σε περίμενα”. Σωριάστηκε σε μια καρέκλα, βγάζοντας μια φωνή, σα λυγμό, κι έπεσε στο φαΐ, ρίχνοντας γύρω του ματιές, σαν το πεινασμένο σκυλί, που φοβάται πως κάποιο άλλο θα του αρπάξει το κόκκαλο. Τον άφησα μόνο. Μόλις τώρα καταλάβαινα τι είχε γίνει με την κατοχή... Κι ένιωθα όλη τη συφορά της φυλής μας, να πέφτει πάνω μου βαριά... Όταν γύρισα ξανά κοντά στο παιδί, δεν είχε αφήσει στο τραπέζι ούτε ψίχουλο. Και κοιμότανε, με το κεφάλι ακουμπισμένο στην παλάμη. Το πήρα σιγά στην αγκαλιά μου και το ξάπλωσα απαλά σ' ένα ντιβάνι. Το σκέπασα καλά. Κι απόμεινα γονατιστός μπροστά του να το κοιτάζω... Ένας καινούργιος άνθρωπος άρχισε να γεννιέται μέσα μου.
»Ήταν», εξακολούθησε, «ο άνθρωπος, που αγαπούσε! Ορφανεμένος από μικρός, πολύ λίγο είχα νιώσει αυτό που λένε αγάπη. Τα παιδιάστικα χρόνια μου, τα πέρασα μέσα σ' ένα αδιάκοπο φόβο. Τα παιδιά στο σχολείο με κορόιδευαν, πολλές φορές με χτυπούσαν! Και το 'χα πάρει απόφαση πως ήμουνα ένας κατατρεγμένος. Υπόμενα και δεν είχα άλλη σκέψη παρά πότε να μεγάλωνα για να εκδικηθώ αυτούς που σήμερα με βασάνιζαν, γιατ' ήμουνα έρημος και μικρός. Μα δε μου 'μεινε καιρός ούτε και γι' αυτό. Μεγαλώνοντας είχα να κάνω μια σειρά από δίκες για να υπερασπίσω την περιουσία μου, που την καταπατούσαν οι συντοπίτες μου, συγγενείς και ξένοι... Η ζωή μου ήταν έτσι ένας αδιάκοπος πόλεμος, που κρατούσα πάντα τη θέση της άμυνας. Άλλοι με κατάτρεχαν και 'γω έπρεπε να υπερασπίζω τον εαυτό μου. Μια αμφιβολία για τους άλλους ανθρώπους, μια δυσπιστία, ήτανε το πιο φυσικό αποτέλεσμα, ύστερ' από μια τέτοια ζωή. Η φιλοσοφία μου όλη ήταν τρία μόνο λόγια: “Ο άνθρωπος είναι κακός”. Κι αφού οι άλλοι ήτανε κακοί, έπρεπε να 'μαι κακός κι εγώ... Ήμουνα κακός, αλλά δεν έκανα το κακό από φόβο... Κι όταν έβλεπα άλλους να μου δείχνουν καλοσύνη, υποπτευόμουνα. “Τι κρύβουν τάχα; Τι παιχνίδι πάνε να μου παίξουν; Ποια παγίδα μου στήνουν;” Και δε δεχόμουνα την καλοσύνη τους. Μ' άρεσε να βρίσκω στον εαυτό μου το μοναδικό μου σύντροφο, το μόνο μου βοηθό. Κι όταν με τα χρόνια, μου προξένευαν να παντρευτώ, πότε τη μια, πότε την άλλη, έβλεπα σ' αυτά τα προξενιά μια συνωμοσία από ανθρώπους, που γύρευαν να μου κάνουν κακό, δίνοντάς μου το δόλωμα μιας γυναίκας. Τα κορίτσια για μένα ήτανε όμορφοι σατανάδες, που τους είχαν ανάμεσα από ένα πλήθος απαγορεύσεις, στη μικρή μας πόλη, για να τους κάμουν πιο επιθυμητούς... Μα δεν είχα να επιθυμήσω τίποτα απ' αυτές... Να, η Αθήνα! Κοντά ήταν! Κι έβρισκε κανείς εκεί κορίτσια, πολύ πιο όμορφα από τούτα, που σου 'λεγαν καθαρά και ξάστερα τι θέλουν για να τα κάνεις δικά σου, στα λίγα λεπτά που χρειάζονταν. Με κοιτάζεις και σκέφτεσαι, ίσως, πόσο είμαι κυνικός! Όχι! Είμαι μόνο ένας δειλός! Σιχαίνομαι κι εγώ τον εμπορικό έρωτα αλλά τρέμω τις ευθύνες του άλλου, την οικογένεια, τα παιδιά! Έτσι ποτέ δεν γνώρισα την αγάπη. Δε μου την έδωσαν και δεν την έδωσα, απόμεινα ένας άνθρωπος στεγνός, ένα δέντρο ξερό, που ξεράθηκε πριν ανθίσει. Κλεισμένος στον εαυτό μου, ένιωθα πως ζούσα μέσα σε πλαίσια, που μ' απομόνωναν από τον άλλο κόσμο... Ο άλλος κόσμος μπορούσε να κυλάει ανάκατος, σ' ένα ποτάμι θολό, εγώ έστεκα στην όχθη και τον κοιτούσα, σαν άγαλμα, κάτι περισσότερο, σα φωτογραφία σε πλαίσιο. Και ξάφνου, μ' αυτό το παιδί, το πλαίσιο ραγίζει, η φωτογραφία παίρνει ζωή, ένας άνθρωπος βγαίνει από μέσα ζωντανός, ένας άνθρωπος, που αγαπάει... Γιατί το μεγαλύτερο θαύμα της αγάπης είναι αυτό: Νομίζεις πως δίνεις, την ώρα που παίρνεις! Έτσι κι εγώ: Δίνοντας άσυλο σ' ένα παιδί, έπαιρνα απ' αυτό τη χαρά που έβρισκα τον εαυτό μου καλό και χρήσιμο...»
Έπαψε για λίγο και πήρε αργά το μπουκάλι να βάλει στα ποτήρια μας κρασί. Το 'χυσε από ψηλά και το ξανθό υγρό μουρμούρισε στ' αυτιά μου, καθώς έκανε τον αφρό του στο ποτήρι. Μα το χέρι του φίλου μου έτρεμε κι έχυσε στο τραπεζομάντιλο.
«Κοιτάς το χέρι μου, που τρέμει;» είπε με κάποιο θυμό.
Κι άφησε το μπουκάλι χάμω, χτυπώντας το τραπέζι. Ύστερα πήρε νευριασμένα δυο καρύδια και τα 'σπασε σφίγγοντάς τα με δύναμη στις φούχτες του. Πέταξε τα τσόφλια στη φωτιά και κοιτώντας ολοένα τις φλόγες, φάνηκε να ξεχνιέται, να ξεχνιέται...
Ξάφνου με κοίταξε με χαμόγελο και συνέχισε:
«Γέμισε το σπίτι από φωνές και την ψυχή μου από χαρά. Ασίγαστο, όπως ήτανε, πλημμύρισε όλες τις κάμαρες με την παρουσία του και γέμισε όλες τις στιγμές της ζωής μου με τη φροντίδα του. Γρήγορα συνήρθε απ' την πείνα κι έγινε ένα στρουμπουλό και κατακόκκινο παιδάκι. Το 'ντυσα σαν αρχοντόπουλο με καινούργια ρούχα και παπούτσια, το φρόντιζα στο κάθε τι, του 'φερα και το δάσκαλο στο σπίτι κι η μεγαλύτερή μου διασκέδαση ήταν να παραστέκω σ' όλες τις ώρες, που έκανε μάθημα. Ήταν έξυπνο και προχωρούσε γρήγορα. Έβγαινα μαζί του περίπατο. Του μιλούσα πολύ κι η χαρά μου ήταν μεγάλη, όταν τ' άκουα να μου ξαναλέει τα λόγια μου, να ξανάρχεται στις παρατηρήσεις μου, να σκέφτεται με τον τρόπο μου. Σιγά - σιγά άρχισα να παίρνω την παραίσθηση πως ήταν ένα παιδί δικό μου. Και δε δοκίμαζα μεγαλύτερη πίκρα, παρά όταν αναθυμότανε τα παλιά του και το σπίτι του, τους δικούς του. Τότε το 'κοβα με απότομο τρόπο. Κι εκείνο κατάλαβε. Δεν ξαναμίλησε πια και με κοιτούσε στα μάτια, σαν πιστό σκυλί, σα να μου 'λεγε: Είμαι δικός σου! Μου ήταν ολότελα δοσμένο. Κι η ψυχούλα του ήταν μαλακή σαν κερί, πρόθυμη στην υποταγή, για να τη φκιάξω όπως ήθελα... Πόση ματαιότητα κρύβει ο άνθρωπος μέσα του! Και πώς καταστρέφει την ευτυχία του ο ίδιος! Άρχισα να ονειρεύομαι πως θα το 'κανα δικό μου, καταδικό μου... να το υιοθετήσω, να του δώσω τ' όνομά μου, να του αφήσω το βιος μου... Μα προχωρούσα σ' αυτές τις σκέψεις με δισταγμό... Μια φωνή, δειλή στην αρχή, πιο τολμηρή κατόπι και τέλος ολοκάθαρη και ξάστερη μ' έκοβε απ' τα μικρά μου όνειρα, για να μου πει: “Λοιπόν, φιλαράκο, να που 'γινες και μπαμπάς... Ποιος; Εσύ, που δε θέλησες να φέρεις άνθρωπο στον κόσμο. Εσύ, που αρνήθηκες από δειλία τα δικαιώματά της και στη φύση, να που τώρα παριστάνεις το μπαμπά! Μάζεψες ένα αλήτικο απ' το δρόμο και μ' ένα κομμάτι ψωμί, που του 'δωκες, πας να το κάνεις άνθρωπο δικό σου! Βέβαια! Είναι πολύ φτηνή η ανθρώπινη ζωή σήμερα. Κι όταν τη βρίσκουμε πεταμένη στο δρόμο, νομίζουμε πως μας ανήκει, σαν ένα πράμα χαμένο, που το σηκώνουμε από χάμω. Αλλά θα τολμούσες να κάνεις παρόμοια σκέψη, αν το παιδί είχε ένα πατέρα, όχι καλύτερο από σένα, μα σαν εσένα; Θα τολμούσες να του κλέψεις το παιδί του; Κι ύστερα σου λέει πως αυτό είναι ανθρωπισμός... Υποκριτή! Υποκριτή! Είτε το θέλεις, είτε όχι, κάνεις την πιο αισχρή μαύρη αγορά, αγοράζοντας άνθρωπο μ' ένα πιάτο φαΐ...” Ο κακός μου Δαίμονας μού μιλούσε έτσι... Κι είχε δίκιο!»
Σηκώθηκε κι έκανε λίγα βήματα με ταραχή. Μα ύστερα άρχισε να γελάει...
«Ο κακός μου Δαίμονας! Τι ψέμα! Μην ξέρεις εσύ, σε παρακαλώ, πού βρίσκεται ο κακός μου Δαίμονας; Εγώ δεν ξέρω... Όχι! Κι η φωνή που άκουγα δεν ήτανε δική του! Δική μου ήτανε. Γιατί εγώ, ο κακός, είχα κατά βάθος μετανιώσει για το καλό, που έκανα... Κι αυτές οι σκέψεις, που τις φόρτωνα σ' έναν ανύπαρκτο Δαίμονα, δεν ήτανε παρά σκέψεις δικές μου, που πήγαιναν να ελαττώσουν την αξία της πράξης μου, μόνο και μόνο για να βρω μια πρόφαση να σταματήσω. Μα τότε πίστευα στην ύπαρξή του και του αντιμιλούσα: “Λέγε ό,τι θέλεις εσύ! Εγώ κοιτάζω αυτό το παιδί και καμαρώνω... Ήταν ένα κουρέλι και το 'καμα άνθρωπο! Βροντούσε την πόρτα του θανάτου και του 'σωσα τη ζωή. Αύριο, θα προσφέρω στην Ελλάδα έναν άνθρωπο, που χωρίς εμέ θα ήτανε χαμένος. Κι αυτό κάτι θα 'ναι για μια πατρίδα ρημαγμένη, ύστερ' απ' την κατοχή. Τότε είχαν αρχίσει να μαθαίνονται τα πρώτα κατορθώματα, που έκαναν οι αντάρτες στα βουνά, παλεύοντας με τον κατακτητή. Κι αυτός ο ξεσηκωμός από ανθρώπους απλούς, του λαού, είχε κάτι το μυθικό και συγκινούσε όλο τον κόσμο. Ξυπνούσε μέσα μας προαιώνιες παραδόσεις, τραγούδια και θρύλους, που πάντα παρουσίαζαν το Ρωμιό, το φτωχό και τον κατατρεγμένο, να παλεύει με ισχυρούς αφεντάδες! Έτσι και το καθήκον για την πατρίδα, ήρθε στην πρώτη γραμμή. Έβλεπα, λοιπόν, την προστασία μου, που έκανα στο παιδί και σαν ένα πατριωτικό καθήκον. Κι η φωνή της φυλής, μου 'λεγε: “Μπράβο!”... Όμως αυτό κράτησε λίγο. Σιγά - σιγά κι η φωνή αυτή άρχισε να με γκρινιάζει, ώσπου μου το 'πε ξεκάθαρα: “Τι κι αν έσωσες ένα παιδί; Υπάρχουν χιλιάδες παιδιά, που δε μπορείς να τους κάνεις τίποτα. Υπάρχουν χιλιάδες κι εκατομμύρια άντρες, γυναίκες, νέοι και νέες, που όλοι πάσχουν από ένα και μόνο: τη σκλαβιά... Το κακό θέλει χτύπημα στη ρίζα του... Πάλεψε για τη λευτεριά”... Άκουα τη φωνή αυτή με το μεγαλύτερο σεβασμό, γιατί ήταν η φωνή που μιλούσε σ' εκατομμύρια σκλάβους και τους ξεσήκωνε μέρα και νύχτα σ' έναν ανελέητο αγώνα για ζωή και λευτεριά. “Ωστόσο”, παρατηρούσα ταπεινά, “αν σώσει κανείς τη ζωή του σ' αυτή τη μπόρα κι αν ακόμη σώσει έναν άλλο, αυτό δεν είναι κέρδος για τη φυλή;” Κι η φωνή αμείλιχτη μ' απαντούσε: “Φυλή δεν είναι τα άτομα, αλλά το σύνολο. Η χαρά του ατόμου σ' αυτόν τον αγώνα είναι μόνο η θυσία. Η φυλή δε χρειάζεται τομάρια με κρέας, αλλά ανθρώπους με ψυχή: Δεν ενδιαφέρει πόσοι θα μείνουν ζωντανοί, ενδιαφέρει μόνο να μείνει ζωντανό το πνεύμα της ελευθερίας. Άνοιξε τα μάτια σου και κοίτα γύρω σου τους ταπεινούς κι απλούς ανθρώπους πώς παλεύουν γι' αυτή”... Άνοιξα τα μάτια μου κι είδα τους συντοπίτες μου! Γνώρισα πολλούς, που είχαν αρχίσει κιόλα ν' αγωνίζονται, όσο εγώ έστεκα άπραγος, που πάλευαν κρυφά, με καρδιοχτύπια και με κίνδυνο της ζωής τους! Μπήκα στην οργάνωσή τους και τους βοήθησα όσο μπορούσα. Τώρα είχα σπάσει ολότελα τα πλαίσια που με χώριζαν από τον άλλο κόσμο. Έγινα άνθρωπος ζωντανός κι έπεσα κι εγώ στο θολό ποτάμι της ζωής, που έσερνε νέους και γέρους, άντρες και γυναίκες... Έτσι το ενδιαφέρον μου για το παιδί ήρθε σε δεύτερη σειρά. Κι αυτό μου 'φερε μια παράξενη χαρά γιατί ένιωθα λεύτερος από κάθε υποχρέωση γι' αυτό. Πραγματικά: Δεν το 'βλεπα πια παρά σαν έν' από τις χιλιάδες, τις μυριάδες, τα εκατομμύρια παιδιά που κινδύνευαν από τους καταχτητές της Ευρώπης. Έκανα πάντα ό,τι μπορούσα μα χωρίς τη φλόγα της λαχτάρας. Κι η φωνή της φυλής γινόταν όλο και πιο απαιτητική. “Δε φτάνουν αυτά! Δε φτάνουν αυτά! Να δοθείς στον αγώνα, ακόμα πιο πολύ”... Την άκουγα τώρα να βουίζει απ' τα βουνά κι έβλεπα τις βουνοκορφές να μου κάνουν νόημα ν' ανέβω. “Πήγαινε στ' αντάρτικο!” “Και το παιδί;” ρωτούσα. “Άλλοι αφήνουν τα δικά τους τα παιδιά για τον αγώνα και συ δεν αφήνεις ένα ξένο; Πήγαινε στ' αντάρτικο!” Ναι! Το μυστικό της μίλημα μ' είχε αναστατώσει. Δε μπορούσα πια να σταθώ. Και το παιδί; Ας ήταν ευχαριστημένο που πέρασε καλά αυτόν τον καιρό. Εγώ φεύγω να το λευτερώσω. Αν ζήσει ως τότε θ' ανταμώσουμε πάλι. Αν δε ζήσει θα λευτερώσω άλλα παιδιά, που θα ζήσουν... Η φυλή είναι μία... Λοιπόν, είχα πάρει απόφαση να το παρατήσω -ποιος; Εγώ, που είχα πάρει την απόφαση να το υιοθετήσω... Η αλλαγή αυτή μ' αναστάτωνε και μένα τον ίδιο. “Μα”, έλεγα στον εαυτό μου, “τα μεγάλα ιδανικά, είναι το χωνευτήρι, που διαλύονται τα άτομα και οι δικές τους απαιτήσεις”. Κι είχα τη φωνή της φυλής σύμφωνη μαζί μου, που μου 'λεγε: “Προχώρει!” Έπρεπε τουλάχιστο να προχωρήσω τίμια, να πω στο παιδί την αλήθεια... Μα πώς να πει κανείς σ' ένα παιδί τέτοιο τρομερό μυστικό, που μπορούσε να μου κοστίσει τη ζωή, πριν ξεκινήσω; Η ανάγκη του αγώνα, λοιπόν, δικαιολογούσε κάθε ψευτιά, για να το ξεγελάσω... Κι εκείνη τη μέρα, του είπα: “Λοιπόν, σήμερα είμαστε για να 'μαστε!” “Γιατί;” “Θα πάω στην Αθήνα. Έρχεσαι να πάμε παρέα;” Ένα σύγνεφο πέρασε από τ' αθώα του ματάκια. “Πάμε! Αλλά το βράδυ θα γυρίσουμε!” “Βέβαια”, του είπα μ' ένα δισταγμό. “Το βράδυ θα γυρίσουμε!” Του ετοίμασα ένα ταγάρι με τρόφιμα. Και του τύλιξα σε μια εφημερίδα κάμποσα λεφτά... “Αυτά”, του λέω, “θα τα πας στο σπίτι σου. Θα πεις πως κάπου έπιασες δουλειά”. “Δε θα με πιστέψουν”, απάντησε γελώντας... Κι εγώ σα να 'θελα να τ' οδηγήσω τι θα κάνει όταν δε θα 'μουνα πια μαζί του, εξακολούθησα: “Θα σε πιστέψουν! Ένα σωρό παιδάκια εργάζονται σήμερα. Να, μ' αυτά 'δω τα λεφτά, ξέρεις πόσα τσιγάρα μπορείς ν' αγοράσεις; Κι ύστερα που λες τα πουλάς και βγάζεις μεροκάματο”. Με κοιτούσε γεμάτο απορία. “Θα με βάλετε να πουλάω τσιγάρα;” “Όχι! Όχι εγώ! Σου το λέω μόνο έτσι, για να ξέρεις πώς ζει ο κόσμος...” Πάλι με κοίταξε με μιαν ανησυχία. “Τι θα κάνετε στην Αθήνα;” “Έχω δουλειές”, τ' απάντησα αόριστα. Οι δουλειές μου αυτές ήταν να πάρω τα χαρτιά, που χρειάζονταν απ' την οργάνωση, που μ' έστελνε στ' αντάρτικο. Κι εξακολούθησα. “Δουλειές με φούντες, που λες! Απ' τον καιρό που ήρθαν αυτοί οι ληστές στον τόπο μας, όλοι οι Έλληνες ανοίξαμε δουλειές μαζί τους: Να τους διώξουμε! Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάς ποτέ, όσο κι αν είσαι μικρός”. Με κοίταξε σοβαρά, σα να μου 'δωσε μια μεγάλη υπόσχεση: “Εγώ; Πώς μπορώ να το ξεχάσω;” “Εντάξει”, σκέφτηκα. “Να ένας μικρός αγωνιστής! Ίσως χρειαστεί κι αυτός”. Έσκυψα και το φίλησα. Ήταν ο κρυφός αποχαιρετισμός μου. Ύστερα βγήκαμε μαζί και πήγαμε στο λεωφορείο. Σ' όλο το ταξίδι το είχα αγκαλιασμένο κι άκουγα τη μικρή του καρδούλα να χτυπάει στο στήθος του. Ο ήσυχος κι ο σίγουρος χτύπος της καρδιάς του ήτανε τ' αθώα του βήματα στη ζωή, καθώς πήγαινε σιγουρεμένο τώρα στην αγκαλιά μου, όσο ξάφνου να βρεθεί πάνου απ' το χάος της καινούργιας μοναξιάς του, μέσα σ' αυτόν τον άγριο κόσμο. Τότε αυτή η καρδούλα θα χτυπούσε δυνατά, με πόνο κι ανησυχία! Μα κανείς δε θα πρόσεχε την αγωνία της. Καημένο παιδάκι! Ούτε κείνοι, που σε σκλάβωσαν σε λογάριασαν, μα ούτε και κείνοι που θέλουν να σε λευτερώσουν! Ζεις τη μοίρα του αδύνατου ως το τέλος... Ένιωθα να ξανάρχομαι κοντά του! Δεν το 'βλεπα πια σαν ένα από τα μυριάδες τα παιδιά, που υπόφεραν, μα έβλεπα αυτό το παιδάκι, με τη δική του φυσιογνωμία, το δικό του πόνο, τη δική του ιστορία. Τι θ' απογινόταν, έρημο, μονάχο, χωρίς εμένα; Μα η απόφασή μου ήταν απόφαση και προχώρησα στο έγκλημα με φοβερή ψυχραιμία. Φτάσαμε στο μέρος που κάποτε μας είχε σταματήσει και τότε του είπα: “Θυμάσαι; Από 'δω σε πήραμε...” “Ναι!” μου λέει. “Και το βράδυ;” Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό μου! “Θα περιμένεις! Θα περάσω και θα σε πάρω πάλι”. Είπα στο σωφέρ να σταματήσει και κείνο κατέβηκε. Καθώς το είδα στο δρόμο με τα ρουχαλάκια του τα καινούργια, τα παπούτσια του τα γερά, τυλιγμένο στο ζεστό του παλτουδάκι, μ' ένα ταγάρι κρεμασμένο στην πλάτη, να μου ρίχνει μια τελευταία ματιά και να σηκώνει το χεράκι του να με χαιρετίσει, θυμήθηκα κείνο το αλητάκι, που κάποτε μας είχε σταματήσει... Κι εγώ ήμουν ο μόνος που ήξερα πως το παραμύθι ενός παιδιού, τέλειωσε πια... Τ' απόγευμα που ξαναπεράσαμε, περίμενε στην άκρη του δρόμου, περίμενε και κοίταζε... Στύλωσε χαρωπά τα μάτια στ' αυτοκίνητο κι έκανε μια κίνηση, σαν να ετοιμαζόταν ν' ανέβει. Με κοίταξε και μένα με χαμόγελο, μα 'γω έκλεισα τα μάτια. Το λεωφορείο δε στάθηκε και μέσα μου κάτι έσπασε. Η καρδιά μου είχε ντυθεί κιόλα τη σιδερένια ασπίδα του πολέμου. Βρήκα το σπίτι μου αδειανό κι από το παιδί, μα κι από μένα τον ίδιο. Αισθανόμουνα τον εαυτό μου αλλαγμένο βαθιά. Ένας άλλος άνθρωπος θα περνούσε απόψε την τελευταία βραδιά του σ' αυτό το σπίτι, ένας άνθρωπος, που το άλλο πρωί θα 'φευγε για το άγνωστο...»
Ο φίλος μου σώπασε. Με βήματα αργά τράβηξε σ' ένα τραπεζάκι και πήρε ένα μικρό πλαίσιο για φωτογραφία, αδειανό.
«Πριν πάω να κοιμηθώ κείνο το βράδυ», εξακολούθησε, «ανακάλυψα πως κάτι έλειπε απ' αυτό εδώ το πλαίσιο. Ήταν η φωτογραφία μου. Το παιδί την είχε πάρει κρυφά. Ήθελε ίσως να δείξει στους δικούς του ποιος ήτανε ο άγνωστος ευεργέτης του. Αλλά μπορεί και να το κατάλαβε πως δε θα με ξανάβλεπε πια... Ποιος ξέρει!»
Με μια φρίκη μυστική τον ρώτησα:
«Δεν το ξαναείδες;»
«Ποτέ...»
«Δε ζήτησες να το βρεις;»
«Πού; Δε φρόντισα να μάθω ούτε το σπίτι του. Κι ο δρόμος δε μου το ξανάφερε μπροστά μου...»
«Φυσικά», του είπα με θυμό. «Αφού το πέταξες στο δρόμο! Ό,τι παίρνει ο δρόμος δεν το φέρνει πίσω...»
Άρχισε να γελάει νευρικά.
«Έχει γούστο να με κατηγορείς... Τι ήθελες, λοιπόν; Να καθίσω με τα χέρια σταυρωμένα, σ' όλη την κατοχή, να νταντεύω το μικρό; Όχι, φίλε μου, η θέση μου ήταν αλλού. Είχα μια δράση στ' αντάρτικο, που θα τη ζήλευε ο καθένας... Έφτασα να γίνω αξιωματικός -με είπαν ήρωα- ποιον! Εμένα, που δεν κοιτούσα παρά τον εαυτό μου... Γι' αυτό μ' αρέσει να κρατώ αυτό το πλαίσιο... Μου φαίνεται σαν αδειανός τάφος. Τη μέρα που το παιδί πήρε τη φωτογραφία μου από 'δω μέσα, ένας μικρόψυχος εγωιστής είχε πεθάνει και τη θέση του την πήρε ένας καινούργιος άνθρωπος, που ήξερε να παλεύει για το ιδανικό... Με την απελευθέρωση τον βρήκα αυτόν τον τάφο, παραπεταμένο, τον σήκωσα και τον έστησα εδώ, μπροστά μου, να μου θυμίζει πάντα ένα νεκρό, που δεν υπάρχει πια...»
Σώπασε και με κοιτούσε ανήσυχα στα μάτια, περιμένοντας την απάντησή μου. Ιδρώτας έλουζε το μέτωπό του. Πέρασε έτσι λίγη ώρα, χωρίς να βγάλουμε άχνα. Γιατί εγώ δεν ήθελα να μιλήσω, δεν ήθελα... Και κείνος δεν είχε πια τι να πει... Μα η σιωπή αυτή τον βάραινε... Και ξάφνου, σα να μην μπορούσε να την υποφέρει πια, γύρισε απότομα και βγήκε, αφήνοντάς με μονάχο...
ΙΙΙ
Εκείνο το βράδυ σείονταν οι ουρανοί σ' όλη την Αττική κι οι άνθρωποι λούφαζαν τρομαγμένοι, με το παράξενο αίσθημα πως τα σπίτια τους απομείναν δίχως στέγη. Μεγάλη αεροπορική επιδρομή από τους συμμάχους εσάρωνε τ' αεροδρόμια και τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις των κατακτητών. Το αντιαεροπορικό πυροβολικό τράνταζε τη γη κι από το Μαρούσι ακούγονταν οι μπόμπες, που έσκαζαν μακριά. Ήταν καλοκαίρι, το τελευταίο της κατοχής. Ένα ολόγιομο φεγγάρι φώτιζε ήμερα την άγρια νυχτιά και κάτου απ' το απαλό του χάδι τα βουνά γίνονταν τόσο αέρινα, που ν' απορείς πώς στέκουνε στη θέση τους μ' αυτό το χαλασμό. Η γη ξάφνου σείστηκε και ξανασείστηκε και πάλι σείστηκε από μπόμπες που πέφτανε κοντά. Στο σπίτι που έμενα είχαμε ντυθεί όλοι κι είμαστε μαζεμένοι στην αυλή, έτοιμοι για κάθε κακό. Και τώρα τα τζάμια τρίζανε, οι πόρτες τρέμανε... Τ' αεροπλάνα περνούσαν πάνου απ' τα κεφάλια μας.
«Ο Θεός να βάλει το χέρι του», λέει μια γριά και σταυροκοπιέται.
«Δεν τρελάθηκαν να ρίξουν σε μας», την ησυχάζει κάποιος...
«Γιατί όχι;» λέει κάποιος τρίτος... «Παράξενο σου φαίνεται, δηλαδή, ένας Εγγλέζος μεθυσμένος ν' απολύσει και κατά 'δω μερικές;»
Και για να δείξει πως ήταν ψύχραιμος, αρχίζει να γελάει. Μα το γέλιο του κόπηκε απότομα από ένα χτύπημα στην πόρτα. Ποιος να 'ναι; Κοιταζόμαστε ανήσυχοι! Δε μπορεί για καλό να μας χτυπούνε τέτοια ώρα μ' αυτό το κακό. Φοβόμαστε Γερμανούς. Όμως αυτοί θα γκρεμίζανε την πόρτα και το χτύπημα είναι ήμερο. Το ξανακούμε. Και μια φωνή κομμένη, ψιλή, φωνάζει:
«Ανοίχτε! Αν είστε Έλληνες, ανοίχτε...»
Αυτή η ανάμνηση με βασανίζει απ' την αρχή που ο φίλος μου μού μίλησε για το παιδί. Με τα μάτια στο τζάκι θυμάμαι τις εικόνες εκείνου του καιρού... Η φωνή μού ξανάρχεται:
«Αν είστε Έλληνες, ανοίχτε...»
Πετάχτηκα στην οξώπορτα και την άνοιξα. Έστεκε μπροστά μου ένα παιδί, ίσαμε δώδεκα χρονώ... Μα πόσο παράξενα φάνταζε το μικρό του κορμί στο φεγγαρόφωτο. Ήτανε ντυμένο με τη ριγωτή στολή της φυλακής... Με κοίταξε αλαφιασμένο και χωρίς να πει λέξη μπήκε, τρέχοντας, μέσα στην αυλή... Το κυκλώσαμε όλοι περίεργοι. Μας εξηγεί. Έρχεται από τις φυλακές της Κηφισιάς... Τις ξέραμε όλοι. Εκεί κλείνανε οι Γερμανοί τους νεαρούς σαλταδόρους. Ήταν ένας μικρός, ανεπίσημος στρατός, που βοηθούσε στον αγώνα, σαμποτάροντας τον εχθρό, με τις κλεψιές που του 'κανε. Με τη φωνή κομμένη το παιδί, λαχανιάζοντας, μας λέει πως οι μπόμπες γκρεμίσανε έναν τοίχο της φυλακής. Πολλά παιδιά το σκάσανε και σκορπίσανε στα χωράφια. Μα οι Γερμανοί τα κυνηγούνε. Παρακαλάει: Ας τον κρύψουμε απόψε... θα 'φευγε το άλλο πρωί... Κοιτάζει με τα έξυπνα μάτια του παρακαλεστικά. Κι ο νοικοκύρης, δείχνοντάς του το σπίτι, λέει:
«Πέρνα μέσα...»
«Όχι μέσα... όχι... θα σας κάνουν έρευνα...»
Με μια γρήγορη ματιά κοιτάζει μια ψηλή μυγδαλιά, που είναι φυτεμένη στην αυλή. Κι όσο να καταλάβουμε τι θέλει να κάνει, σκαρφαλώνει στο δέντρο. Εμείς κοιτούμε κι εκείνο με πνιχτή φωνή, μας λέει:
«Έρχονται... φευγάτε...»
Πραγματικά! Φωνές ακούστηκαν ξαφνικά στο δρόμο κι η πόρτα άνοιξε με μια κλωτσιά. Ένας Γερμανός μπαίνει, κρατώντας στο χέρι πιστόλι. Μας μιλάει με άγριες κραυγές, δεν καταλαβαίνουμε. Ρίχνει μια ματιά στη μυγδαλιά. Τον βλέπει. Αρχίζει και φωνάζει, κάνοντάς του νόημα με το χέρι που κρατούσε το πιστόλι, να κατέβει.
«Νάιν... παλιόσκυλο» ήταν η απάντηση του παιδιού...
Κι ανεβαίνει πιο ψηλά.
«Κατέβα, μωρέ παιδί μου», φωνάζει ο νοικοκύρης τρομαγμένος. «Θα μας κάψεις όλους. Δε σου κάνει τίποτα...»
Και σα να 'θελε να καλοπιάσει το Γερμανό, λέει: «Γκουτ... γκουτ...» πως δηλαδή ο Γερμανός είναι καλός άνθρωπος. Αυτός φωνάζει ολοένα, αγριεύοντας πιο πολύ και το παιδί πάει πιο ψηλά. Τι ελπίζει; Τι περιμένει;
«Φευγάτε», μας φωνάζει εμάς... «Θα του δείξω 'γω του Γερμαναρά...»
«Κατέβα, μωρέ μουρλό...» λέει ο νοικοκύρης. «Θα σε σκοτώσει... Κι εμάς θα μας κάψεις...»
«Μη φοβάσαι, μπάρμπα... Πες του κλέψει κλέψει και θα καταλάβει... Μη σε νοιάζει για μένα... Είμαστ' ένας μ' ένα... Θα τον κάνω καλά...»
«Κλέψει... κλέψει...» λέει μηχανικά ο νοικοκύρης στο Γερμανό κι αυτός αγριεύει πιο πολύ... Η φωνή του τώρα ξεσκίζει το λαρύγγι του, σηκώνει το χέρι και σκοπεύει. Μπαμ! Πυροβολεί. Ένα γέλιο του απαντάει.
«Πάει στο Δήμαρχο... όμως ετούτη θα σου 'ρθει συστημένη...»
Τι θα κάνει; Κρεμιέται σ' ένα κλαρί και με μια γρήγορη κίνηση πετάει στο Γερμανό κάτι βαρύ. Είναι μια μικρή σιδερένια μπάλα. Ήταν τόσο ξαφνικό, τόσο απότομο το χτύπημα, που εκείνος μόλις πρόλαβε να φυλάξει το κεφάλι του. Μα τον πετυχαίνει στον ώμο. Αφήνει ένα βογγητό και το πιστόλι του ξεφεύγει. Το παιδί κατεβαίνει γρήγορο, κρέμεται σ' ένα κλαρί κι είν' έτοιμο να πηδήσει στη μάντρα για να το σκάσει. Σε λίγα δευτερόλεπτα θα 'ναι ελεύθερο. Εκείνος το βλέπει και λυσσάει. Μ' όλο τον πόνο, που του ζαρώνει το πρόσωπο, σκύβει, παίρνει το πιστόλι με τ' αριστερό του χέρι κι αδειάζει όλες του τις σφαίρες... Η μια πέτυχε το παιδί μόλις πηδούσε τη μάντρα. Ανοίγοντας τα χέρια, έπεσε, κάνοντας έναν κύκλο, με το κεφάλι κάτου, μέσα στην αυλή. Μια απαίσια πληγή του άνοιξε το καύκαλο και χύνονταν από μέσα αίμα και μυαλά... Ο Γερμανός έτρεξε κοντά του. Και πιάνοντας ολοένα τον πονεμένο του ώμο, κλωτσούσε με λύσσα το νεκρό κορμάκι...
«Γκουτ... γκουτ... εσύ καμαράντ...» έλεγε τρέμοντας ο νοικοκύρης... «αυτός... κλέψει... κλέψει... αλήτες... μπουμ... μπουμ... φυλακές... άτιμο Εγγλέζο... γκουτ καμαράντ... γκουτ...»
Και χωρίς να καταλάβει κανείς πότε πρόλαβε να χωθεί στο σπίτι και να γυρίσει, παρουσίασε στο Γερμανό ένα δίσκο με νερό, μ' ένα μπουκάλι κονιάκ κι ένα ρακοπότηρο... Και τον κρατούσε, ο δύστυχος, με τα δυο του χέρια, για να μην του πέσει... τόσο έτρεμε! Εκείνος ρούφηξε το νερό κι έκαμε να φύγει. Μα σα να θυμήθηκε, άρπαξε το μπουκάλι, ήπιε μια γουλιά και δίνοντας μια γροθιά στο δίσκο, τον έριξε χάμω. Μας κοίταξε όλους κι άρχισε να γελάει... Τι να κάνουμε... Σκάσαμε κι εμείς στα γέλια! Ύστερα, έχωσε το μπουκάλι στην τσέπη του κι έφυγε τρίζοντας τις μπότες του στις πλάκες της αυλής... Το νεκρό κορμάκι του παιδιού, πεσμένο μπρούμυτα, με τα χέρια απλωμένα φαινόταν ν' αρπάζεται στη γη, σα να 'θελε να χωθεί στην αγκαλιά της, να ησυχάσει για πάντα... Οι σειρήνες άρχισαν να σφυρίζουν από μακριά, με τον αχό τους το μακρόσυρτο, το τέλος του συναγερμού. Έσκυψα και πήρα τη σιδερένια μπάλα, σαν ένα πολεμικό ενθύμιο. Και την άλλη μέρα, ο νοικοκύρης μου 'δωσε μια φωτογραφία.
«Να... αυτό μονάχα είχε στις τσέπες του... Θα 'ναι πατέρας του... ποιος ξέρει το μαύρο...»
Ήταν η φωτογραφία του φίλου μου. Και την κράτησα.
Στις λιγοστές και γρήγορες συναντήσεις, που είχαμε αυτά τα χρόνια, δεν του είχα πει τίποτε για τούτο το περιστατικό. Το είχα κιόλας μισοξεχασμένο μέσα στα γεγονότα που ζήσαμε.
Μα τώρα, που ήτανε να περάσω από τον τόπο του, πήρα τη φωτογραφία μαζί μου με την ελπίδα πως θα 'βρισκα την ευκαιρία να μάθω το μυστικό της και να του την έδινα πίσω. Έμαθα τώρα πιο πολλά απ' όσα ήθελα, γιατί δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία πως το παιδί, που είδα να σκοτώνουν μπροστά μου ήταν το ίδιο παιδί, που είχε αφήσει αυτός καταμεσής του δρόμου, για να πάει στα βουνά... Απόμεινα με μια σιωπηλή φρίκη για το φίλο μου κι ένιωσα μια πραγματική ανακούφιση, όταν τον άκουσα να βγαίνει απ' την κάμαρα. Σηκώθηκα βιαστικά και δοκίμασα τη φωτογραφία στο άδειο πλαίσιο. Χωρούσε ίσα - ίσα. Κοίταξα για ώρα πολλή την αδύνατη και μελαγχολική μορφή του, που με κοιτούσε μ' ένα βλέμμα διαπεραστικό πίσω από το τζάμι...
«Νομίζεις, λοιπόν, πως πέθανες και πως έγινες ένας καινούργιος άνθρωπος; Ψέμα! Είσαι πάντα ένας άνθρωπος μικρόψυχος, εγωιστής, γιατί δεν αγάπησες ποτέ τον άνθρωπο, το ζωντανό τον άνθρωπο, το λαχταριστό, με τις σάρκες, το αίμα και τα μυαλά, που χύνονται από ένα ανοιχτό κρανίο... Κι αν επίστεψες για μια στιγμή σε ένα ιδανικό, κατά βάθος δεν έκανες παρά να δώσεις στο στενόκαρδο εγωισμό σου μια καινούργια μορφή. Τι ηρωισμός -ε; Να παραδίνεις ένα παιδί στην ερημιά του δρόμου μιας πεινασμένης πολιτείας, για να πάρεις μόνος το δρόμο της ελευθερίας! Και τη συνέχεια του ηρωισμού σου τη βλέπεις τώρα... Πώς ζεις τώρα; Ψεύτικα, εγωιστικά, μοναχικά... Ο άνθρωπος, που νόμισες πως πέθανε, δεν πέθανε. Ξαναζεί μπροστά σου. Και παίρνει τη θέση του μέσα σ' ένα πλαίσιο, που τον απομονώνει απ' όλους τους άλλους. Το παιδί σ' εκδικείται...»
Άκουσα πίσω μου μια σπαραχτική φωνή.
«Το παιδί;»
Ο φίλος μου είχε μπει, χωρίς να τον καταλάβω. Γύρισα με μιαν ανατριχίλα. Κρατούσε τη φωτογραφία με μάτια ολάνοιχτα από τρόμο, σα να 'βλεπε φάντασμα και με το πρόσωπο αλλαγμένο από φρίκη.
«Πώς... πώς τη βρήκες;...» ρωτούσε με φωνή σβηστή... «Τι... τι ξέρεις εσύ για το παιδί;»
Κατηφόρης Νίκος
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»,
τεύχος 5, Μάϊος 1955