Περασμένα μεσάνυχτα, μα η κίνηση στο νυχτερινό κέντρο περιορισμένη. Η ορχήστρα έπαιζε ανόρεχτα κι η τραγουδίστρια μάταια επιστράτευε το σύνολο του μπρίου της, για να ξεσηκώσει τους λιγοστούς θαμώνες.
Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένας κύριος με μαύρο παλτό, καπέλο, γάντια δερρμάτινα και μεταξωτό φουλάρι. Κάθισε σε μπροστινό τραπέζι, άναψε πούρο και παράγγειλε μια μπουκάλα ουίσκι. Στην ερώτηση του σερβιτόρου απάντησε πως δεν περίμενε κανέναν.
Ο άγνωστος κύριος αποδείχτηκε γενναιόδωρος στο χειροκρότημα και όχι μόνο. Μετά από δυο τρία τραγούδια παράγγειλε μια κάσα με σαμπάνιες και δέκα πανέρια λουλούδια για την τραγουδίστρια!
Η παγωμένη αίθουσα άρχισε να ζεσταίνεται. Πλήθαιναν τα χειροκροτήματα, κάποιοι σιγοτραγουδούσαν κιόλας. Η ορχήστρα έπαιζε αναπτερωμένη. Ο άγνωστος σηκώθηκε και χόρεψε ένα νυχάτο ζεϊμπέκικο. Ένα μόνο, και κάθισε. «Σαν μάγκας παλιός, όχι σαλιάρης τωρινός», σχολίασε ο μπουζουξής. Και όλοι αναρωτιόντουσαν ποιος να 'ναι.
Πάντα σοβαρός, ο κύριος με το μεταξωτό φουλάρι έστειλε άλλη μία κάσα σαμπάνιες, για την ορχήστρα τούτη τη φορά. Μπαμ, μπαμ, μπαμ, μπαμ, μπαμ, μπαμ! Εκτοξεύονταν οι φελλοί, ανάβρυζε ο καμπανίτης. Στην πίστα αναστάτωση, στην αίθουσα ανάσταση! Καθώς το κέφι πλησίαζε στο ζενίθ, η διεύθυνση, ενθουσιασμένη απ' την ανέλπιστη τροπή που πήρε η βραδιά, έστειλε τη λουλουδού να ράνει τον πρώτης τάξεως πελάτη με τα άνθη της.
Όταν εκείνος αντιλήφθηκε πως επρόκειτο για γαρύφαλλα, την έκανε πέρα. «Τα γαρύφαλλα», είπε, «είναι για τους νεκρούς!» Πράγματι! Γύφτοι τους τα προμήθευαν, που μαδούσαν στεφάνια από κηδείες! «Για τους νεκρούς!» ξαναείπε κοφτά.
Στο διάλειμμα τον πλησίασε η τραγουδίστρια. Τη δέχτηκε με χειροφίλημα. Χαριεντίστηκε αρκούντως μαζί του κι έπειτα πέρασε στα παρασκήνια ν' αλλάξει τουαλέτα. Στο δεύτερο μέρος θα φορούσε μια κόκκινη της φωτιάς.
«Τι έμαθες; Ποιος είναι;» έπεσαν όλοι επάνω της.
Ωνάσης, της συστήθηκε.
«Ωνάσης; Είχε ο Ωνάσης αδερφό;» αναρωτήθηκαν.
«Μπορεί να είναι ξάδερφος», είπε ο μπουζουξής.
«Οπωσδήποτε της οικογενείας», ήταν το τελικό συμπέρασμα.
Ξανάρχισε το πρόγραμμα. Η τραγουδίστρια με τα κόκκινα της φωτιάς ανέβηκε στην πίστα επιφορτισμένη με το καθήκον, μόλις τελείωνε η σειρά της, να ξανακαθίσει κοντά του και να μάθει περισσότερα για το άγνωστο μέλος της δυναστείας.
Μα την ώρα που τραγουδούσε, δυο άντρες πλησίασαν το τραπέζι του και τον πήραν μαζί τους, σηκωτό σχεδόν. Ούτε τη ρεπούμπλικα δεν πρόλαβε να φορέσει.
Ο υπεύθυνος του μαγαζιού τραβούσε τα μαλλιά του. Ποιος θα πλήρωνε τώρα τα σπασμένα; Το Ψυχικών Παθήσεων;
«Εγώ, αγαπητέ μου, εγώ!» φώναξε ο Ωνάσης σερνόμενος προς την εξώθυρα. Κι έβγαλε απ' την τσέπη την πιστωτική του.
Κανείς δεν πίστευε ότι το μηχανάκι θα ανταποκρινόταν στην κάρτα. Κι όμως ανταποκρίθηκε!
Ώστε έτσι λοιπόν, είχε κι άλλον λογαριασμό ο Ωνάσης και τους τον έκρυβε. Αν νομίζει πως θα τους γλυτώσει! Οι δυο νοσοκόμοι αύριο κιόλας θα έβαζαν σε εφαρμογή το δοκιμασμένο τους σχέδιο, βάσει του οποίου του απέσπασαν την πρώτη κάρτα κι αφαίρεσαν από τα αυτόματα της Τράπεζας, μέρα τη μέρα, γύρω στα τριάντα έξι χιλιάδες ευρώ, δώδεκα εκατομμύρια σε δραχμές. Τα μοιραστήκανε στη μέση όπως πάντα, σαν καλά συνεταιράκια. Δύσκολες δουλειές, δεν τις βγάζει κανείς πέρα μόνος του, χρειάζεται πνεύμα συνεργασίας.
Κατ' αρχάς απαιτείται έρευνα να εξακριβώσεις ποιος έχει παρά. Κατόπιν να δεις αν υπάρχουν συγγενείς. Στις περιπτώσεις που το πεδίο είναι ελεύθερο, αναζητάς το σύνολο της περιουσίας, το εντοπίζεις και ξεκινάς δράση. Τα ψιλολόγια δεν τους αφορούν.
Ο Ωνάσης είναι από τα λαχεία. Δυο τραπεζικοί λογαριασμοί, δύο ακίνητα και ουδείς συγγενής.
«Κύριε Ωνάση, ο κλοιός γύρω σας σφίγγει και πάλι. Σφίγγει ασφυκτικά. Ξέρετε καλά πόσο στοίχισε η εξουδετέρωση του πρώτου δολοφόνου. Δυστυχώς σήμερα μάθαμε απ' τους πληροφοριοδότες μας πως έτερος επαγγελματίας δολοφόνος έχει υπογράψει συμβόλαιο θανάτου με τους κύκλους που επιδιώκουν να σας εξοντώσουν. Είναι οι ίδιοι κύκλοι, κύριε Ωνάση, που δολοφόνησαν το γιο σας, τον Αλέξαντρο...»
Στο σημείο αυτό κατέρρεε ο Ωνάσης. «Μη μου το θυμίζετε! Μη μου το λέτε! Μη!» και έκλαιγε σπαρακτικά. Κάθε φορά.
Ο δεύτερος λογαριασμός ήταν άνθρακες ο θησαυρός. Ούτε τρεις χιλιάδες ευρώ δεν είχε. Τέλος πάντων. Εκείνο που έπρεπε τώρα να κοιτάξουν σοβαρά ήταν πώς να βάλουν χέρι στα ακίνητα.
Επρόκειτο για ένα τεσσάρι κι ένα δυάρι στην ίδια πολυκατοικία, επί της οδού Κοδριγκτώνος. Σε καλό σημείο. Κοντά στο πάρκο.
Τα άνοιξαν μ' ένα λεχρίτη κλειδαρά, που άλλαξε αμέσως τις κλειδαριές.
Επιπλωμένα και τα δύο. Φαίνεται πως στο τεσσάρι έμενε ο Ωνάσης. Είχε στους τοίχους ζωγραφιές καραβιών, στο τραπέζι μακέτες πλοίων. Κάτω απ' τη σκόνη ήταν σκορπισμένες φωτογραφίες του Αλέξαντρου, της Χριστίνας, της Κάλλας, της Τζάκι, του πραγματικού Ωνάση στο κότερο, του πραγματικού Ωνάση στην κηδεία του γιου του, το μοιραίο αεροπλάνο, ο Σκορπιός, ο Τσόρτσιλ σε μια ξαπλώστρα με το πούρο του, ο Αλέξαντρος αγκαλιά με τη Φιόνα φον Φύρστενμπεργκ, η καθέλκυση ενός κολοσσιαίου τάνκερ, ο Ωνάσης -όχι ο πραγματικός, ο ψεύτικος- να γλεντάει στα μπουζούκια με παρέα μεγάλη και μια όμορφη γυναίκα στο πλευρό του. Ο Ωνάσης ο ψεύτικος με την ίδια γυναίκα σε χορό καρναβαλιού. Μ' ένα παλικαράκι πάνω στη γέφυρα της Χαλκίδας. Το ίδιο παλικαράκι σε τελετή αποφοίτησης, μ' εκείνα τα χαζά καπέλα που φοράνε οι Αγγλοσάξονες. Και σκόνη, σκόνη παντού.
Το δυάρι ήταν το ίδιο σκονισμένο. Απ' το διάκοσμο καταλάβαινε κανείς πως ο τελευταίος ένοικος πρέπει να ήταν κάποιος νέος, μάλλον φοιτητής. Βίντεο, DVD, στερεοφωνικά, υπολογιστή και τηλεόραση μπορούσαν να τα πουλήσουν αύριο κιόλας. Να σκοτώσουν έπιπλα και ηλεκτρικά και ό,τι άλλο τέλος πάντων. Φισκαρισμένα είναι και τα δυο διαμερίσματα.
«Αυτή η ρακέτα του τένις πιάνει τίποτα;»
«Υπάρχει κι ένα τηλεσκόπιο εδώ!»
Καθώς έβγαιναν, άνοιξε η πόρτα του διπλανού διαμερίσματος. Μια ηλικιωμένη κυρία τους ρώτησε αν είναι μακρινοί συγγενείς του κυρίου Τερζίδη. Γιατί κοντινοί δεν υπάρχουν κι η άμεση οικογένειά του έχει ξεκληριστεί...
Άφησαν τη γυναίκα να μιλάει. Οι πληροφορίες είναι σκέτο χρυσάφι.
«Λοιπόν;»
Οδηγούσε, λοιπόν, ο άνθρωπος στην Εθνική Οδό, όταν έγινε η μοιραία σύγκρουση. Έμειναν στον τόπο η γυναίκα και ο μοναχογιός του. Μόλις είχε τελειώσει τις σπουδές του και υπηρετούσε στο στρατό. Είχανε πάει να τον καμαρώσουν στην ορκωμοσία και τον πήρανε μαζί τους στην Αθήνα για την πρώτη του άδεια. Ο κύριος Τερζίδης βγήκε σώος, με λίγες μόνο αμυχές. Το μυαλό του όμως εσάλεψε. Κι ένας άνθρωπος ξύπνιος... ένας γλεντζές... ένας χουβαρντάς... Κλείστηκε στο τεσσάρι και δεν έβγαινε. Αυτό το δυαράκι το είχε κάνει γονική παροχή στο γιο. Τον αποτελείωσε η Εφορία Κληρονομιών, όταν τον κάλεσε να καταβάλει φόρο για το ακίνητο που κληρονόμησε απ' το παιδί του!
«Αλλά εσείς, αλήθεια, ποιοι είστε;»
Καληνύχτισαν αντί γι' απάντηση. Το ασανσέρ ήταν κατειλημμένο και κατέβηκαν βιαστικά με τα πόδια.
Το σχέδιο του δικηγόρου ήταν να κατοχυρώσουν την κυριότητα δια, δήθεν, χρησικτησίας. Κατόπιν να πουλήσουν αναμεταξύ τους τα δυο ακίνητα. Εν συνεχεία να τα ξαναπουλήσουν ο ένας στους γονείς του άλλου. Οι γονείς με τη σειρά τους να τους τα κάνουν γονική παροχή. Και τέλος, αυτοί να τα πουλήσουν σε τρίτους και να μοιραστούν τα λεφτά. Ποιος θα έβρισκε άκρη;
Ο δικηγόρος ήταν ιδιοφυΐα. Ο συμβολαιογράφος πέρα για πέρα ατρόμητος. Οι ψευδομάρτυρες εν αφθονία. Μόνο εκείνη η «γονική παροχή» να έλειπε... Όχι πως αλλάζει τίποτα, το πλάνο προχωράει ακάθεκτα, αλλά να, εκείνη η «γονική παροχή»...
Μεγάλου - Σεφεριάδη Λία
Κρυμμένες εικόνες (Διηγήματα)
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου