Δεν είναι από τους ανθρώπους που ξεχνούνε εύκολα, κι όμως ένα πλήθος πράματα έχουν φύγει εντελώς από το μυαλό της.
Κάπου - κάπου ξανάρχεται ένα τόσο - δα κομματάκι από το καθένα. Παραδείγματος χάρη, ένα πετραδάκι στο ράμφος ενός πουλιού γυρίζει στη σκέψη της.
Αυτό είναι όλο!
Και σιγά - σιγά ένας πελώριος, σταχτερός τοίχος ορθώνεται μπροστά της· το πετραδάκι ξεκόλλησε από κει, βλέπει καθαρά τον τοίχο, βαρύ και στεγνό, και τόσο καλοχτισμένο, που είδε κι έπαθε το σπουργίτι -γιατί σπουργίτι ήτανε το πουλί- για να τραβήξει το λιθαράκι· κι όμως ούτε ίχνος τρυπίτσας δεν έδειξε τη ζημιά του τοίχου.
«Για τόσο, λοιπόν, μικρό πράμα μοχθούσε τόση ώρα το πετούμενο;»
Μα μια και ο τοίχος ξαναγύρισε στη μνήμη της, ήρθε με όλο του το βάρος και την πλήξη που της έφερε όταν τον πρωταντίκρισε. Τώρα τα θυμάται όλα!
Έσκυψε στο παράθυρο.
«Θεέ μου!»
Γύρισε και κοίταξε το δωμάτιο. Της φάνηκε πληχτικό. Κοίταξε τις βαλίτζες της, που δεν τις είχε ανοίξει ακόμα, και συλλογίστηκε μη δε θα 'τανε καλύτερα να μην τις άνοιγε καθόλου. «Μα το καπάρο;» Είχε δώσει κιόλας στη σπιτονοικοκυρά τριών μηνών ενοίκιο και λυπότανε τώρα. Την κοίταξε εχθρικά, σχεδόν με μίσος.
Και όμως ακόμα χτες τής είχε φανεί συμπαθητική. Η συμπαθητικότερη γυναίκα του κόσμου.
Ήτανε κουρασμένη.
Ήθελε να ξεχάσει την αηδιαστική γεύση που της είχαν αφήσει τα περισσότερα σπίτια με την πηχτή αποκρουστική μυρωδιά τους· μια ασυγχώρητη μυρωδιά κλεισούρας, ξινίλας, πούδρας, και τσιγαρισμένου βουτύρου μαζί.
Ύστερα, κι εκείνα τα ξυρισμένα φρύδια, που την υποδέχονταν, τα γυριστά κατά πάνω και κολλημένα κατά συστάδες τσίνορα, τα βερνικωμένα χείλη, που άνοιγαν με τόση δυσκολία κολλώντας απάνω στα δόντια, για να της υμνήσουν τις αρετές της οικογένειας που ενοίκιαζε το δωμάτιο, και στο τέλος η απροσδόκητη φράση:
«Ξέρετε, πρέπει να είσθε πολύ ηθική για να μένετε στο σπίτι μας!»
«Πολύ ηθική; Δηλαδή τι έπρεπε να κάνει για να είναι “πολύ ηθική”;»
Η προτελευταία σπιτονοικοκυρά δέχτηκε την ερώτηση μ' ένα λαφριό ξάφνισμα σαν από ξυπνητήρι ρολογιού, που κόβει άξαφνα τον ανύποπτο ύπνο μας· ωστόσο σήκωσε με νάζι τον ένα ώμο, ύστερα τον άλλο, στριφογύρισε με χάρη ημικυκλικά απάνω στη μέση της, και καταπίνοντας την άξαφνη ταραχή της, γέλασε μ' ένα μικρό νευρικό γέλιο.
«Χα! Χα! Τι πρέπει να κάνετε; Ιδού, σας παρακαλώ! Αν και μάλλον θα έπρεπε να ξέρετε τι πρέπει να μην κάνετε!»
Εδώ το χαχάνισμα έπαψε και η φωνή έγινε αυστηρή.
«Δηλαδή δε θα δέχεστε κυρίους και δε θα γυρίζετε αργά το βράδυ!»
«Αυτό ήτανε όλο;» συλλογίστηκε κοιτάζοντας με οίκτο τη σπιτονοικοκυρά. Οι λέξεις δεν της είχανε φανεί ποτέ τόσο κούφιες στο περιεχόμενο, και συλλογιζότανε, πώς ήτανε δυνατόν να συνεννοούνται οι άνθρωποι μεταξύ τους, αφού μεταχειρίζονται τις ίδιες λέξεις ο καθένας με άλλο νόημα. Μα επειδή η κυρία περίμενε απάντηση:
«Τι σύμπτωση, κυρία μου! Εγώ ακριβώς δέχομαι κυρίους και γυρίζω αργά το βράδυ!»
Τα κολλημένα τσίνορα σηκώθηκαν και κατέβηκαν αργά και βαριά, παρακολουθώντας με έσχατη περιφρόνηση το σχήμα της, από το καπέλο ίσαμε τα παπούτσια. Κι αυτή, ενώ ακόμα συλλογιζότανε σε τι τάχα να οφειλόταν η τόση περιφρόνηση της σπιτονοικοκυράς, σ' εκείνο που εδήλωσε πως έκανε ή στην υπόνοια πως τάχα δε θα 'τανε άξια να το κάμει, έφτασε κιόλας μπροστά στην τελευταία σπιτονοικοκυρά. Δόξα σοι ο Θεός! Αυτό το σπίτι δεν εμύριζε από τίποτα· η κυρία που την υποδεχόταν, άνθρωπος σωστός. Με τα φρύδια της, με τα τσίνορά της, με τα χείλη της, σε κοίταζε με την έκφραση που της έδωσε ο Θεός και σου χαμογελούσε μ' εμπιστοσύνη.
Το δωμάτιο μεγάλο, τετράγωνο, φρεσκοβαμμένο, το πάτωμα δρύινο γυαλιστερό. Κάτασπροι λαφριοί μπερντέδες· όλα ευχάριστα και καθαρά.
Τρία νοίκια προκαταβολή, για να μη μετανιώσει και για να πάψει πια αυτή η κουραστική περιπέτεια που θα βάσταξε πάνω από ένα μήνα.
«Και τώρα; Πού ήτανε ο τοίχος εχτές;»
Κοίταξε τη γυναίκα, που στεκόταν ακόμα εκεί, σιωπηλή και αμείλιχτη σαν πεπρωμένο.
«Στην ευχή και τα νοίκια! Δε χάθηκε ο κόσμος!»
Κοίταξε με στοργή τις βαλίτζες της· θα ξανάπαιρναν το δρόμο για νέα περιπλάνηση.
Και όμως είχε κάτι συμπαθητικό σ' αυτή την ήσυχη στάση της η σπιτονοικοκυρά. Κάτι έπρεπε να της πει.
«Αυτός ο τοίχος στέκεται... κάθε μέρα εκεί;»
Η σπιτονοικοκυρά χαμογέλασε. Μια σειρά κάτασπρα και γερά δόντια φώτισαν το ήσυχο πρόσωπο. Τι σπουδαίο πράμα, ωστόσο, και τα δόντια στον άνθρωπο!
«Γιατί δε σας αρέσει ο κήπος;»
«Ο κήπος; Ποιος κήπος;»
«Πίσω από τον τοίχο είναι κήπος· κοιτάξτε ψηλά!»
Έσκυψε στο παράθυρο· σήκωσε τα μάτια και κοίταξε κατά πάνω. Πυκνά κλωνάρια δέντρων ξεπετιόνταν με ορμή πάνω από το σταχτερό τοίχο.
Τα πράσινα τρυφερά φύλλα τους έλαμπαν στον ήλιο κι έριχναν στον τοίχο ένα χαρούμενο δίχτυ από αεικίνητους σταχτερούς ίσκιους.
«Σε λίγο όλ' αυτά τα δέντρα θ' ανθίσουνε και οι μυρωδιές θα πλημμυρίσουν την κάμαρα. Θα ήτανε κρίμα ν' αφήσετε το ωραίο δωμάτιο εξ αιτίας του τοίχου».
«Πώς; Κήπος πίσω από τον τοίχο; Μα τότε άλλαζε το πράμα!»
Ένας τοίχος, που πίσω του απλώνεται μια μεγάλη έκταση ελεύθερη, καταπράσινη, λουλουδισμένη, με δέντρα, με θάμνους, με πουλιά, έπαυε να είναι τοίχος. Τον κοίταξε και της φάνηκε αλλιώτικος, δεν ήτανε πια τόσο βαρύς, ούτε τόσο σταχτερός· υψωνόταν εκεί λυγερός και λαφριός, και μόνο σα για να βαστάζει τα βαριά κλωνάρια των δέντρων, που ακουμπούσαν απάνω του.
Της φάνηκε σχεδόν διαφανής. Ο αέρας λάφρωσε, η κάμαρα γέμισε δροσερό και μυρωμένο αέρα.
«Εμπρός λοιπόν, άνοιγμα στις βαλίτζες!»
Η σπιτονοικοκυρά βγήκε διακριτικά.
Η Ρίνα έριξε μια ματιά στο δωμάτιο, στα έπιπλα, και ταχτοποίησε με το νου της τα πράματά της στη θέση που ταίριαζαν. Πρώτα βγήκε το κόνισμα, ύστερα οι φωτογραφίες: η μητέρα, ο πατέρας, τ' αδέρφια. Μπήκαν όλες στη μικρή εταζερούλα κάτω από το κόνισμα. «Μετά βωμών και εστιών», συλλογίστηκε ευχαριστημένη, και είδε αμέσως πως όλο το δωμάτιο πήρε γνώριμη όψη, σα να το κατοικούσε καιρό.
Η λαφριά κουρτίνα φούσκωσε άξαφνα, κι ένα δροσερό αεράκι μπήκε στην κάμαρα.
«Τι ευχάριστα!»
Κοίταξε έξω· ένα σπουργιτάκι φτερούγιζε σε μια μεριά του τοίχου και τσιμπούσε στο ίδιο σημείο· δεν κατάφερνε, φαίνεται, να τραβήξει ό,τι ήθελε, και διαμαρτυρόταν στη φλύαρη γλώσσα του με μικρές κομμένες φωνίτσες. Το παρακολούθησε με προσοχή. Ύστερ' από πολλή ώρα, το σπουργίτι πέταξε μ' ένα πετραδάκι στο ράμφος.
«Χαρά στο πράμα! Λες και ξεκόλλησε θησαυρό!»
Άξαφνα άνοιξε η πόρτα.
«Οι καθώς πρέπει άνθρωποι χτυπούν πριν ανοίξουν. Μα εγώ δεν είμαι απ' αυτούς! Καλώς όρισες στην πανσιόν μας!»
Η Ρίνα γύρισε ξαφνιασμένη.
«Κύριε ελέησον! Εσύ εδώ;»
«Βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σου αναγγείλω πως θα είμαστε γειτόνισσες, όπως ακριβώς και στη Βιέννη. Κατοικώ στο διπλανό δωμάτιο».
Η Ρίνα φίλησε με χαρά τη φίλη της.
Ήτανε δυνατόν, μέσα σ' όλη την Αθήνα, που υπάρχουν τόσα σπίτια που νοικιάζουν δωμάτια και τόσες πανσιόν, να βρεθούνε δίχως συνεννόηση και οι δυο στην ίδια;
«Θα έλεγε κανείς πως σου κακοφάνηκε που με είδες».
«Ξέρεις διατηρώ τη συνήθεια να διαβάζω», είπε γελώντας η άλλη.
«Αυτού του είδους τις συνήθειες είναι καιρός πια να τις αποβάλεις. Εννοείται πως θα σε βοηθήσω πολύ σ' αυτό. Και αν η περιαυτολογία μου δε σ' ενοχλεί, μπορώ να σε βεβαιώσω πως αυτή την ικανότητα την έχω».
Η Ρίνα ήτανε σύμφωνη γι' αυτή την ικανότητα της φίλης της, και δεν υπήρχε λόγος να την αμφισβητήσει.
«Πώς σου φαίνεται το δωμάτιο;»
«Θαυμάσιο! Θέλεις να σε βοηθήσω στην ταχτοποίηση;»
Ανασκουμπώθηκε επιδειχτικά.
«Είμαι ειδική στα συρτάρια. Δώσε μου χαρτί να τα στρώσω».
Πήρε το χαρτί του μέτρου, που της έδωσε η Ρίνα, τ' άπλωσε στο παρκέτο, κι άρχισε να το κόβει στο σχήμα των συρταριών.
«Σου συσταίνω να 'χεις τάξη ευθύς εξ αρχής. Τα παπούτσια, λόγου χάρη, να μην πηγαίνουν μαζί με τα καπέλα· ούτε τα καπέλα να μπαίνουν στην ίδια θέση με τ' ασπρόρουχα.
»Οι κλωστές και τα ψαλίδια καλό είναι να μη φυλάγονται στο ίδιο κουτί με τα μπισκότα. Το βούτυρο μπαίνει σε βάζο, και δε μένει στο χαρτί, απάνω στα βιβλία. Τα μαντήλια συνήθως δεν τα βάζουν με τα βιβλία, ούτε εκεί που βάζουν το τυρί. Δηλαδή, αν το βούτυρο δεν ίδρωνε και το τυρί δεν είχε μυρωδιά, δε βρίσκω το λόγο γιατί δε θα πήγαιναν όλα μαζί!
»Αλλά, βλέπεις, τα αντικείμενα έχουνε κι αυτά ιδιότητες, και ιδιότητες αντικοινωνικές, που τ' αναγκάζουν να ζουν χωριστά. Θυμάσαι πώς έγιναν τα βιβλία σου στη Βιέννη;»
«Εσύ είχες βάλει το βούτυρο απάνω στα βιβλία μου!»
«Το ζήτημα δεν είναι ποιος το είχε βάλει τότε, παρά ποιος δεν πρέπει να το επαναλάβει σήμερα».
Και με ακατάσχετη φλυαρία ταχτοποίησε τα συρτάρια.
Οι βαλίτζες ανοίχτηκαν γρήγορα και το κάθε τι μπήκε στη θέση του. Έμεναν μόνο τα βιβλία, που θα τα ταχτοποιούσε η Ρίνα την άλλη μέρα με την ησυχία της.
Κάθισαν. Είχανε να ιδωθούν από κοντά σχεδόν τρία χρόνια, από τότε που σπούδαζαν μαζί στη Γερμανία.
«Λοιπόν, πού εμείναμε τότε; Α, ναι! Στη μελέτη σου! Τι απέγινε, αλήθεια, η μελέτη σου; Τελείωσε;»
«Στο γερμανικό ναι, τελείωσε, αλλά στη μετάφραση δε με ικανοποιεί· δε βρίσκω να λέει τίποτα νέο».
«Τίποτα νέο; Είναι δυνατόν; Θα πει πως δεν εσύλησες ακόμα αρκετά όλη τη σχετική βιβλιογραφία. Δε μπορεί να μη βρήκες εκεί τίποτα νέο».
«Νομίζεις πως λες εξυπνάδα; Όλοι το κάνουν αυτό. Εννοείται πως το 'καμα κι εγώ, μα πάλι δε μένω ευχαριστημένη».
«Τότε σου συσταίνω να καταφύγεις και στα Εγκυκλοπαιδικά. Δε φαντάζεσαι πόσα νέα πράματα υπάρχουνε σήμερα στα Εγκυκλοπαιδικά!»
Η άλλη γέλασε.
«Δε λέμε καλύτερα τίποτε πιο ευχάριστο; Θυμάσαι τη Βιέννη;»
Αν τη θυμότανε; Και μήπως την ξέχασε ποτέ; Έβλεπε την ωραία στρογγυλή πόλη με τ' ανθισμένα πάρκα της, τις πασχαλιές, που τα βαριά τους γαλάζια λουλούδια ακουμπούσαν απάνω στο πράσινο χορταράκι, τα παιδάκια που έπαιζαν ήσυχα στα στρατονάκια, τα σπουργίτια που τριγύριζαν τα παιδάκια κι έπαιρναν από τα χεράκια τους τα ψίχουλα, τις λίμνες με τους άσπρους κύκνους, τους γελαστούς ανοιχτόκαρδους ανθρώπους, τον πρασινογάλαζο τρούλο της Καρλς - κίρχε, τι θαυμάσιο μπαρόκ! Το βράδυ με φεγγάρι τη Στέφανς - κίρχε, που στέκεται κει με το ψηλό καμπαναριό της στην άκρη, σαν πελώριο θηρίο που ξεκουράζεται με την ουρά κατά πάνω.
Η χιονισμένη Βιέννη ήρθε στα μάτια τους· τα πάρκα με τα πεινασμένα κοτσύφια και τα μαύρα κοράκια, που γύριζαν σέρνοντας από αδυναμία πάνω στο χιόνι τις φτερούγες τους. Το κρέας, που τους χορηγούσε το Δημαρχείο, δεν ήταν αρκετό για να χορτάσουν. Κι όσο βιαστικά κι αν περνούσες, πρόφταινες να δεις τα κοκκινισμένα από την πείνα ματάκια τους να σε κοιτάνε παρακλητικά.
Όσοι περνούσανε από τα πάρκα, πάντα κάτι κρατούσανε στις τσέπες τους για τα πουλάκια.
Αξιοθαύμαστο το δέσιμο των ανθρώπων με τα ζώα.
Μια θλιβερή εικόνα ήρθε στο νου τους. Η φτώχεια της Βιέννης· ήταν ύστερ' από τον πόλεμο. Πολλά χρόνια ύστερ' από τον πόλεμο, κι ωστόσο ακόμα η φτώχεια ήτανε μεγάλη.
Άνεργοι νέοι με τριμμένα ρούχα γύριζαν στους δρόμους, στις πλατείες, στις αυλές και τραγουδούσαν λαϊκά τραγούδια, σφύριζαν, έστηναν πρόχειρες υπαίθριες συναυλίες, μονάχα για λίγα γκρόσεν. Τι περίφημη μουσική, και τι χαρά θα σου 'δινε, αν εκείνοι που σου την πρόσφεραν δεν πεινούσανε τόσο!
Και όμως μέσα στη φτώχεια τους δεν ξεχνούσανε και τα ζώα.
Θυμήθηκαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Μπούργκ - γκάρτεν για τα πουλιά.
Ένα πελώριο έλατο, στη μέση του πάρκου, τυλιγμένο ολάκερο με πανί. Γριούλες, γέροι, παιδάκια, στέκονται ολόγυρα απάνω στο χιόνι και ακούνε ένα σεβάσμιο Βιεννέζο, που μιλάει με θέρμη για την αγάπη στα ζώα. Στέκονται κι αυτές.
«Σήμερα είναι η μεγαλύτερη γιορτή μας, όλοι θα σταθούμε γύρω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο· όλοι, πλούσιοι και φτωχοί, θα χορτάσουμε σήμερα· μα τα καημένα τα πουλάκια θα μείνουνε νηστικά, αν εμείς, οι φίλοι τους, δεν τα φροντίσουμε».
Τα παιδάκια συγκινούνται και τα γεροντικά χέρια τρέμουνε μέσα στα μάλλινα γάντια τους, όχι μόνο από τα γεράματα και όχι μόνο από το κρύο.
Ένα ανυπόμονο σπουργίτι ανακάλυψε ένα άνοιγμα στο πανί και τσιμπάει λαίμαργα, χωρίς να προσέχει στο λόγο.
Το πανί ανοίγεται, και το ωραίο έλατο, καθαρισμένο από το χιόνι, στέκεται με τ' απλωμένα κλωνάρια του πασπαλισμένα με χοντροκομμένο αλεύρι, με πίτουρα, με σιτάρι, και στολισμένο με όλων των πουλιών τα φαγώσιμα, και κάτω, απλωμένα, ψιλοκομμένα κρέατα για τα κοράκια.
Σιγά - σιγά, το παίρνουν είδηση τα πουλιά και πέφτουν απάνω στο δέντρο τσιρίζοντας.
«Τι συγκινητικό», είπε άξαφνα η Μαρία κόβοντας τις αναμνήσεις στη μέση.
«Οι άνθρωποι μπορούν επιτέλους και να ζητιανέψουν στους δρόμους, έστω και τραγουδώντας. Αλλά αυτά τα καημένα! Πολύ με συγκινούν οι ζωόφιλοι· γράφτηκα, ξέρεις, από πέρσι στο σύλλογό τους».
Η άλλη σώπαινε.
«Γιατί δε μιλάς; Έχεις ένα ύφος!»
«Συλλογίζομαι», είπε η Ρίνα, «πως αν οι σκύλοι και οι γάτοι ήτανε είδος που τρώγεται στην Αθήνα, τι θα γινότανε αυτά τα πλούσια ζωοφιλικά συναισθήματα, που θα σας περίσσευαν· γιατί οι άνθρωποι, όπως λες, δεν τα χρειάζονται, αφού μπορούν και ζητιανεύουν στους δρόμους “έστω τραγουδώντας”, έστω και κλαίοντας».
«Άφησε τώρα τις ειρωνείες σου! Καλύτερα να προχωρήσουμε: θυμάσαι που χάιδευες τους σταχτερούς τοίχους του Μπουργκ - τεάτερ;»
Και βέβαια που το θυμότανε· μόνο που δεν το 'κανε από ενθουσιασμό για το πληχτικό Βελτ - τεάτερ του Χόφμανσταλ, που είχανε δει κει μέσα, παρά γιατί λάτρευε τη Βιέννη και όλα της τα χτίρια.
«Ακούς να θαυμάζεις το μπαρόκ!»
«Αμ εσύ, που θαυμάζεις τις κολόνες της Όπερας;»
Η Μαρία γέλασε.
«Χωρίς αυτές δε θα είχαμε τις ζώϋλεν - ζίτσε με μισό εισιτήριο! Δόξα σοι ο Θεός, μακρύ λαιμό έχουμε όλοι οι Έλληνες, εθνικό γνώρισμα, βλέπεις, εξ αιτίας της υγιεινής δίαιτας που κάνουμε. Με λίγο τέντωμα δεξιά, λίγο αριστερά, μπορέσαμε να δούμε όλα τα έργα του Βάγνερ. Κι από δυο κι από τρεις φορές το καθένα».
Η αλήθεια είναι πως αυτά τα θεάματα δεν ήτανε για υπότροφους που στέλνουν μικρά κράτη, και πως αν γνώρισαν τον Βάγνερ, το οφείλουν ακριβώς σ' αυτή την αρχιτεκτονική λεπτομέρεια.
«Τι απόγινε, αλήθεια, με το παλτό της Σοφίας;» ρώτησε άξαφνα η Ρίνα.
Η Σοφία σπούδαζε μαζί τους στη Βιέννη ζωγραφική. Είχε ανάγκη από ζεστότερο παλτό κι ο πατέρας της τής έστειλε τα χρήματα· μα έτυχε να φτάσουν ακριβώς την εποχή που άνοιγε η Όπερα.
«Παλτό βρίσκεις όλο το χρόνο, μα παραστάσεις στην Όπερα όχι!» συλλογίστηκε η Σοφία, και φύλαξε τα χρήματα για το θέατρο. Και δεν έπαιρνε θέση πίσω από τις κολόνες, όπως οι άλλες. Η Σοφία πίστευε πως τη μουσική την καταλαβαίνεις μοναχά όταν κάθεσαι καλά, αλλιώς σου γίνεται ενόχληση. Πλήρωνε λοιπόν το λιγότερο εφτά σελίνια τη βραδιά για μια θέση. Έτσι τέλειωσαν τα χρήματα του παλτού προτού να τελειώσει και η εποχή της Όπερας, γι' αυτό χρησιμοποιήθηκαν και δεύτερα, ώσπου ήρθαν και τα τρία, με την αυστηρή εντολή του πατέρα της πως, αυτή τη φορά, ή θ' αγόραζε το παλτό ή θα έπρεπε να γυρίσει αμέσως στο σπίτι της. Ευτυχώς έφτασαν όταν έκλεισε επιτέλους η Όπερα, και η Σοφία τα φύλαξε μια και άρχιζε πια η άνοιξη. Τότε ήτανε που η Ρίνα έφυγε για το Μόναχο.
«Λοιπόν τ' αγόρασε το παλτό;» ξαναρώτησε τη Μαρία, που είχε βυθιστεί πάλι στις αναμνήσεις.
«Μπα! Γύρισε στο σπίτι της με το ίδιο, και σ' αυτό φταίω κι εγώ. Ήταν έτοιμη η εργασία μου για το ινστιτούτο. Ξέρεις πως για τη διδακτορική διατριβή, δε χρειάζεται μόνο κόπος, παρά και χρήμα, γι' αυτό οι περισσότεροι δεν την κάνουν· μα εγώ ήταν ανάγκη να την κάμω. Τα δικά μου λεφτά δεν έφταναν. Η Σοφία σώνει και καλά να μου δώσει και τα δικά της. Εννοείται πως αντιστάθηκα. Επέμενα εγώ, επέμενε κι εκείνη.
“Μα συλλογίσου επιτέλους και το παλτό σου! Στ' αλήθεια, έχεις ανάγκη από καινούργιο παλτό!”
“Καλέ δε βαριέσαι! Αυτό μας έλειπε τώρα, να δίνουμε πολύτιμα χρήματα για κουρέλια! Παρ' τα για τη διατριβή σου κι έχει ο Θεός ως το χειμώνα”.
“Σου λέω πως θα κρυώσεις, το παλτό σου δε βαστάει”.
“Θα του βάλω βάτα από μέσα και θα γίνει φούρνος”.
»Έτσι εγώ απόχτησα τον τίτλο της ντοτορέσσας και η Σοφία μια καινούργια έκδοση του Σεζάν από τα χρήματα που μας πέρσεψαν.
»Για παλτό ούτε λόγος πια. Γύρισε στην Ελλάδα με το ίδιο!»
Άξαφνα, ένα παράξενο φως μπήκε στην κάμαρα και τις ξάφνισε.
Τότε πρόσεξαν πως είχε νυχτώσει και πως, βυθισμένες στις αναμνήσεις τους, δεν είχαν ανάψει ακόμα το φως.
Κοίταξαν έξω και οι δυο. Απάνω στον απέναντι τοίχο, που τώρα είχε γίνει σκοτεινός, σχεδόν μαύρος, απλώθηκε ένα μεγάλο φωτεινό τετράγωνο, και στη μέση του μια σκιά.
Κοιτάχτηκαν ξαφνιασμένες.
Η σκιά ακουμπούσε στο ξύλο του παραθυριού και κάπνιζε. Ένα κεφάλι διαγραφόταν, δυνατό και καλοσχεδιασμένο.
Η Μαρία κοίταξε τη Ρίνα χαρούμενη. Είχαν λοιπόν και ωραίους νέους στην πανσιόν; Ωραία θα περνούσανε!
«Μη βιάζεσαι. Μπορεί να 'ναι γυναίκα!»
«Λες...» είπε η Μαρία και κοίταξε τον τοίχο με προσοχή.
Το κεφάλι αλήθεια μπορούσε να 'τανε και γυναικείο με χτενισιά αντρική.
«Μα οι ώμοι; Θα φανεί από τους ώμους!» είπε χαρούμενα.
«Κι αν φορεί ταγιέρ εγγλέζικο η κυρία, πώς θα το καταλάβεις;»
«Αν γυρίσει, θα το καταλάβω!»
Τα μάτια της Μαρίας απλώθηκαν στον τοίχο σα δυο πελώριες τανάλιες, που πάσκιζαν να γραπώσουν τη σκιά και να τη γυρίσουν κατά μέτωπο.
Από το πλάτος θα καταλάβαινε αν ήτανε άντρας ή γυναίκα.
Η Ρίνα σηκώθηκε ν' ανάψει το φως, μα η Μαρία την άρπαξε από το χέρι και την κάθισε πάλι στη θέση της.
«Θέλεις να χάσουμε το θέαμα; Πρέπει να εξακριβώσουμε πριν τι είναι».
Η σκιά εξακολουθούσε να καπνίζει ήσυχα και να παίζει με τον καπνό του τσιγάρου.
Μια παράξενη ατμόσφαιρα, γεμάτη ανησυχία και μυστήριο, χύθηκε στην κάμαρα και έζωσε τις δυο νέες.
Η Μαρία σηκώθηκε και στάθηκε σοβαρή και συλλογισμένη μπροστά στο παράθυρο· κοίταξε τη σκιά με πελώρια μάτια:
«Έλα, κοίταξέ τον και συ και προσπάθησε να του υποβάλουμε να γυρίσει!»
«Του τοίχου; Θέλεις να γυρίσει ο τοίχος;»
«Καλέ ποιος τοίχος! Η σκιά, να γυρίσει η σκιά· θέλω να μάθω τι είναι!»
«Και τι θα καταλάβεις να μάθεις; Πες πως είναι άντρας!»
«Άντρας; Να είναι άντρας αυτή η ωραία σκιά και να περιφέρεται εδώ μέσα, να κατοικεί μαζί μας, να τον απαντάμε στις σκάλες, στους διαδρόμους, στην τραπεζαρία! Να τρώει μαζί μας, να κοιμάται μαζί μας!»
«Πολύ δεν επροχώρησες;»
«Όχι, δεν επροχώρησα καθόλου. Αυτή η σκιά μ' αρέσει, μ' αρέσει πολύ· θα γνωριστούμε, θα γίνουμε φίλοι, θα το δεις, θα πηγαίνουμε περίπατο μαζί, στις συναυλίες, στα θέατρα. Το βράδυ αργά θα μας συνοδεύει ως την κάμαρά μας. Στην πόρτα μας θα στέκεται δειλά· θα μας σφίγγει το χέρι και θα ψιθυρίζει γλυκά: “Καληνύχτα σας!”»
«Πρωτάκουστα πράματα θα κάνει, Μαρία μου, καθώς φαίνεται, αυτή η σκιά».
Η Μαρία δεν έδωσε προσοχή.
«Και ένα βράδυ, ένα ωραιότατο βράδυ, που θα 'ναι άνοιξη και θα ακούονται τα αηδόνια του κήπου, και το φεγγάρι θα χύνει πλούσια τα ασήμια του επάνω στη γη, και πηχτό θα μπαίνει από το διάπλατο παράθυρο μαζί με όλες τις μυρουδιές του περιβολιού, ένα τέτοιο βράδυ...»
Στάθηκε σα να βυθίστηκε σε ρέμβη· η άλλη την κοίταξε περίεργα:
«Ένα τέτοιο βράδυ;»
«Ένα τέτοιο βράδυ δε θα 'ναι πια τόσο δειλός· θα σφίξει το χέρι δυνατά και ζεστά· δε θα πει “καληνύχτα”, παρά θα ορμήσει κι αυτός μέσα στην κάμαρα».
Έμειναν άφωνες, με βυθισμένα τα μάτια στο φωτεινό τετράγωνο, που δεν ήτανε πια μια παροδική σκιά παραθυριού, παρά ένα πελώριο άνοιγμα στη ζωή τους, ένα αληθινό φωτεινό παράθυρο, απ' όπου έβλεπε η καθεμιά γελαστό και ξάστερο το μέλλον της με ήρωα την ωραία σκιά, που έμενε ακίνητη, μα που η καθεμιά της έδινε την κίνηση, τη στάση και τα λόγια που εποθούσε. Έτσι ξεχάστηκαν.
Ποιος ξέρει πόση ώρα να πέρασε και σε ποιο σημείο της πλοκής να είχε φτάσει η καθεμιά, όταν άξαφνα το φως έσβησε και η σκιά χάθηκε από τον τοίχο.
Ένας σκοτεινός πέπλος σκέπασε άξαφνα τα μάτια τους και τα βύθισε στο σκοτάδι· ο τοίχος, μια απέραντη επιφάνεια, και τίποτ' άλλο.
Η ατμόσφαιρα έγινε μεμιάς κρύα και ανούσια.
Οι δυο νέες κοιτάχτηκαν κατάπληχτες.
«Τι συλλογιζόσουν;» είπε αργά η Μαρία, προσπαθώντας να διακρίνει στο σκοτάδι τα μάτια της φίλης της.
«Σε ποιας το δωμάτιο θα μπει, στο δικό σου ή στο δικό μου;»
Η Μαρία την κοίταξε ξαφνισμένη. Αυτό δεν το είχε συλλογιστεί.
Ότι ήρθε η άνοιξη, η Ρίνα το είδε ξαφνικά. Ένα δειλινό, όπως άνοιξε το παράθυρο, ένα κόκκινο κύμα χύθηκε στην κάμαρα.
«Πότε έγινε αυτό;»
Ο τοίχος στεκόταν εκεί καμαρωτός για το θησαυρό που βαστούσε, τα καταπράσινα κλωνάρια, που έγερναν βαριά απάνω του, είχανε φουντώσει, τα μικρά φυλλαράκια είχανε μεγαλώσει και το πράσινό τους ήτανε τώρα βαθύτερο και πιο γυαλιστερό.
Αλλά αυτά τα είχε δει κι άλλες φορές. Εκείνο που πρωτόβλεπε τώρα, και δεν πίστευε ακόμα στα μάτια της, ήτανε τα άπειρα κόκκινα λουλούδια, που άνοιξαν ανάμεσα, έτσι όλα μαζί και τόσο πολλά, που σε ζάλιζαν· είχανε ένα δροσερό και γυαλιστερό κόκκινο λάκας, που σε μεθούσε.
Έτρεξε στη διπλανή πόρτα και χτύπησε βιαστικά.
«Μαρία! Είδες τον τοίχο;»
«Τον τοίχο; Όχι! Ξέρεις από ποια ώρα μ' ενδιαφέρει ο τοίχος».
«Εγώ σου μιλώ για το δέντρο!»
Το θαύμαζαν και οι δύο χαρούμενες.
Ήτανε ροδιά! Μια πελώρια ρωμαλέα ροδιά. Οι ροδιές τα λουλούδια τους τα κρατάνε πολύν καιρό ανοιχτά, ζωηρά και κατακόκκινα, απάνω στα κλαριά τους, και τα γονιμοποιούν σχεδόν όλα. Έτσι, έχεις τον καιρό σου να τα χαίρεσαι, και όταν πια τα έχεις δει τόσο πολύ, που παύεις να τα προσέχεις, αυτά βρίσκουν την ώρα να μεταμορφωθούν σε μικρά πράσινα μπαλάκια, και ώσπου να το πάρεις είδηση, έγιναν κιόλας τα φουσκωτά κατακόκκινα ρόδια με το ολοστρόγγυλο στόμα, τα δαντελωτά χείλη και τη χνουδένια πνοή.
Τι ωραία που είναι τα ρόδια απάνω στο δέντρο τους!
Έτσι ήρθε η άνοιξη· όμως τα πράματα δεν ήρθαν όπως τα φαντάστηκε η Μαρία.
Πολλές βραδιές θαύμασαν, στο φωτεινό τετράγωνο του τοίχου, το ωραίο κεφάλι με το δυνατό σαγόνι, τους πλατιούς ώμους, τη λυγερή κόψη του κορμιού. Ο τρόπος που κάπνιζε τις εγοήτευε.
Το αργό σήκωμα του χεριού, το σταμάτημα στο στόμα, το ρούφηγμα του καπνού με τη βαθιά αργή εισπνοή, που φούσκωνε το στέρνο σαν ανάλαφρος στεναγμός, και ύστερα εκείνο το σιγανό κατέβασμα του χεριού, όλ' αυτά τα ασήμαντα πράματα γινόντανε σημαντικά γεγονότα· τα παρακολουθούσαν σιωπηλές και γοητευμένες.
«Εμένα μ' αρέσει!» είπε η Μαρία.
«Κι εμένα!» είπε η άλλη.
Η τραπεζαρία της πανσιόν δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Ένα μεγάλο στενόμακρο φωτεινό δωμάτιο με δυο σειρές τραπεζάκια, που τα χώριζε ένας μακρύς διάδρομος, στρωμένος με κόκκινο χαλί.
Τα κορίτσια κάθισαν στο βάθος αριστερά.
Απέναντι ακριβώς καθόταν ένα αντρόγυνο. Ο κύριος ήτανε Γερμανός και η κυρία Ελληνίδα· μιλούσαν πότε στη μια πότε στην άλλη γλώσσα, με την ίδια δυσκολία και τις δυο· ο κύριος δεν ήξερε καλά τα ελληνικά και η κυρία δεν τα κατάφερνε πολύ στα γερμανικά. Φαινότανε αγαπημένο αντρόγυνο, αλλά σ' εκείνη την ηλικία, που οι άνθρωποι, και οι πιο αγαπημένοι, παύουν να είναι αυτάρκεις κι έχουν ανάγκη από συντροφιά. Εκοίταζαν κι οι δυο με φοβερή δίψα τα κορίτσια. Αυτές πάλι δεν ήτανε ανάγκη να κάμουν ειδικές σπουδές στην ψυχολογία, για να καταλάβουν το φλύαρο κύμα που θα τις έπνιγε αν έκαναν και την παραμικρή υποχώρηση στο αγαθό αντρόγυνο. Το χαιρετούσαν λοιπόν σύντομα και μόνο από ευγένεια, και το κοίταζαν σχεδόν βλοσυρά. Δεν ήθελαν γνωριμίες.
Όμως το αντρόγυνο, με την ανθρωπογνωστική ικανότητα, που αποχτούν οι άνθρωποι που ζουν διαρκώς σε πανσιόν και σε ξενοδοχεία, καταλάβαιναν πολύ καλά το χαρακτήρα των κοριτσιών και ήτανε βέβαιοι πως θα κρατούσαν καλή συντροφιά.
«Θα μας κάμετε εξαιρετική ευχαρίστηση αν έρθετε το βράδυ μετά το φαγητό να πάρουμε τον καφέ μαζί», επρότεινε ευγενικά ένα μεσημέρι η κυρία.
«Ξέρετε, το βράδυ δεν παίρνουμε ποτέ καφέ», είπε η Ρίνα.
Και η Μαρία για πολλές μέρες γελούσε μαζί της.
«Τι αστεία που ήσουνε! Ακούς εκεί: “Το βράδυ δεν παίρνουμε ποτέ καφέ”. Σα να σε καλούσαν οι άνθρωποι για τον καφέ! Τρόπος του λέγειν είναι ο καφές».
«Τρόπος του λέγειν είναι και η δική μου άρνηση. “Δεν παίρνω καφέ” σημαίνει: δε συνηθίζω να κάνω επισκέψεις, ούτε να κρατώ συντροφιά κανενός, μετά το φαΐ. Μετά το φαΐ ξαπλώνομαι και διαβάζω. Δεν έχουν μόνο αυτοί το δικαίωμα άλλα να λένε κι άλλα να εννοούν!»
Στο διπλανό τραπέζι, που ήτανε το μακρύτερο απ' όλα, καθόταν μια οικογένεια από την Αίγυπτο. Ο μπαμπάς, η μαμά, δυο δεσποινίδες και ο πρωτότοκος γιος· όλοι μαυριδεροί, με χοντρά χείλη, κακό κέφι, και πολλά εξαρτήματα: τσάντες, αλυσίδες, βραχιόλια, βελόνες, πακέτα, σάρπες και πλήθος άλλα περιττά πράματα που θορυβούσαν σε όλους τους ήχους. Η οικογένεια μιλούσε πολύ, έτρωγε πολύ και φώναζε πολύ. Επιπλέον είχε κι εκείνη την ιδιότητα που έχουνε πολλές οικογένειες από την Αίγυπτο, όπως ισχυριζόταν η Μαρία, να επιδεικνύουν την αμάθειά τους σε πέντε το λιγότερο γλώσσες!
«Θα ήτανε προτιμότερο ν' αλλάξουμε τραπέζι», πρότεινε η Ρίνα. «Θα πάθουμε ασφυξία 'δω πέρα».
«Εγώ πάλι είμαι περίεργη να δω πότε θα χορτάσουν», είπε η άλλη, παρακολουθώντας με περιέργεια τα πιάτα που καταβρόχθιζε η οικογένεια.
Κοντά στην οικογένεια από την Αίγυπτο, καθόταν συνήθως μια μεγαλόσωμη ωραία κυρία, με αργές κινήσεις κι επίσημο ύφος, αλλά με παράξενο τρόπο ομιλίας.
«Σήμερα, μολονότι έβρεχε και δεν είχα πάρει μαζί μου ομπρέλα, εβράχηκα!»
«Μήπως κρυώνετε;» ρώτησε ένα βράδυ μετά το δείπνο η κυρία από την Αίγυπτο.
«Α, ναι, ευχαριστώ, αν και δεν έχω τη ζακέτα μου, κρυώνω λιγάκι».
Η κυρία από την Αίγυπτο δε φάνηκε να παραξενεύεται· μόνο ο κύριος, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από την εφημερίδα του:
«Επόμενον, κυρία μου», επλατάγισε με τα χοντρά χείλη του, και τα κορίτσια μόλις μπόρεσαν να κρατήσουν τα γέλια τους.
Στο βάθος, κοντά στην πόρτα, καθόταν πάντα ένας κύριος με γαλανά μάτια, ψηλός, εύρωστος, τύπος Ιταλού βαρύτονου, με παιδιάστικη αγαθή φυσιογνωμία και ανοιχτά πάντα πουκάμισα, που άφηναν να φαίνεται ο άσπρος παχύς λαιμός του. Ήτανε μουσικός και το πρώτο βιολί σε κάποιο μεγάλο νυχτερινό κέντρο. Γι' αυτό κοιμόταν πολύ την ημέρα, και στο τραπέζι έφτανε πάντα με φουσκωμένα από τον ύπνο μάτια. Πολύ συχνά, στο ίδιο τραπέζι έτρωγε μια κυρία από το μελόδραμα· η κυρία Θηρεσία.
Αυτή είχε πελώρια μαύρα αμυγδαλωτά μάτια, σε περίεργη στάση στο πρόσωπο, που της έδιναν ένα ύφος κλαψιάρικο. Ήτανε μελαχρινή με ωραία δόντια και ανόητη, όπως όλες σχεδόν οι γυναίκες που έχουν ωραία φωνή.
«Θέλετε να σας δείξω το κολιέ που αγόρασα;» είπε μια μέρα στον κύριο με τα γαλανά μάτια.
«Δεν ενδιαφέρομαι καθόλου, κυρία μου, για τα κολιέ».
«Στην Κύπρο θα σας συστήσω την κόρη μου. Έχει τους ωραιότερους καθρέφτες που υπάρχουν».
Ο κύριος με τα γαλανά μάτια δεν εφάνηκε να συγκινείται περισσότερο.
«Πρέπει να ξέρετε ότι δεν ενδιαφέρομαι για καθρέφτες, και, όσο για την κόρη σας, δεν επιθυμώ να τη γνωρίσω».
Η κυρία Θηρεσία εξακολούθησε να τρώει ήσυχα, σα να μην άκουσε τίποτα.
«Εκοιμηθήκατε καλά;» ρώτησε τη νέα που καθόταν πάντα μόνη στο απέναντί τους τραπέζι.
Αυτή η νέα δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός από ένα πολύ περιφρονητικό ύφος. Η σπιτονοικοκυρά είχε πει πως αυτό το περίεργο ύφος οφειλόταν στις πολύ αυστηρές ηθικές αρχές της.
«Μάλιστα, ευχαριστώ!»
Έγινε μια μικρή σιωπή. Κοίταξε τον κύριο με τα γαλανά μάτια και πρόσθεσε με ασυνήθιστη ζωηρότητα:
«Εγώ θα ήθελα να δω τους καθρέφτες σας, κυρία Θηρεσία, και πολύ θα χαρώ να γνωρίσω την κόρη σας».
«Τώρα θα 'χουμε επεισόδιο», είπε η Ρίνα.
Αλλά την ίδια στιγμή μπήκε ένας νέος, ένας άγνωστος νέος, μα που αμέσως και τα δυο κορίτσια κατάλαβαν πως ήτανε ο άνθρωπος που έριχνε κάθε βράδυ τη σκιά του στον τοίχο.
«Πού ήτανε τόσον καιρό;»
Μπήκε στην τραπεζαρία ζωηρά και σβέλτα. Χαιρέτισε φιλικά όλα τα τραπέζια γελαστός, κι έχοντας για τον καθένα και από μια φράση ή ερώτηση, και μόνο στο τραπέζι των κοριτσιών στάθηκε σοβαρός· τα κοίταξε με κάποια έκπληξη, ευχάριστη έκπληξη, και τα χαιρέτισε με λαφριά υπόκλιση και γελαστά μάτια.
«Νέα πρόσωπα, νέα ενδιαφέροντα», συλλογίστηκε και κάθισε ευχαριστημένος.
Από κει μπορούσε να περιεργαστεί με άνεση τις νεοφερμένες. «Πολιτισμένες φυσιογνωμίες», συλλογίστηκε, και άνοιξε την πετσέτα του. Και με την πείρα των αντρών, που εξαιτίας της ομορφιάς τους γνώρισαν πλήθος γυναίκες, ύστερ' από λίγη παρατήρηση τις κατάταξε:
«Η μια, με τα ανοιχτά παιδιάστικα μάτια, κοιτάζει όλα με τόση εμπιστοσύνη, που αισθάνεσαι την ανάγκη να γίνεις καλός, τρυφερός και τίμιος μαζί της. Τι ευεργετικό βλέμμα· σα βελούδινο χάδι. Έτσι θα ήθελα να ήτανε η γυναίκα μου.
»Η άλλη: μεγάλος πειρασμός. Οι λοξές μαύρες ματιές της επενεργούν σαν το κόκκινο πανί στις ταυρομαχίες· Έτσι θα 'θελα να 'ταν η φιλενάδα μου».
Με τις σκέψεις αυτές τις κοίταζε λαίμαργα. Τι ευτυχία αν τις είχε και τις δυο! Ένα αιφνίδιο ακατανίκητο κέφι πλημμύρισε την ψυχή του. Ευχαρίστως θα σηκωνότανε τώρα να χορέψει, να τραγουδήσει, να απαγγείλει, ακόμα και να φιλήσει εκείνη την ανούσια αυστηρή νέα. Του περίσσευε τόση διάχυση!
Ωστόσο, η σούπα άχνιζε μπροστά του κι έπρεπε να φάει. Μα τι έγινε λοιπόν η πείνα του; Εδώ και λίγη ώρα πεινούσε φοβερά κι ερχότανε βιαστικός στο τραπέζι.
Τώρα γιατί δεν πεινούσε;
Κοίταξε τις δυο νέες, και παρατήρησε με χαρά του πως τον πρόσεξαν κι εκείνες και τον μελετούσαν η κάθε μια με τον τρόπο της. Ήτανε βέβαιος για τον εαυτό του. Ψεγάδι δε θα του 'βρισκαν. «Δόξα τω Θεώ, τα τρωτά μου δεν είναι εξωτερικά», συλλογίστηκε, και πήρε το άνετο ύφος του ανθρώπου που αισθάνεται πως είναι σε όλα εντάξει.
«Ας άρεσα και στις δυο!» ευχήθηκε με την καρδιά του κι έβγαλε το πακέτο του. Η σούπα είχε μείνει μισή, από το ψάρι πήρε μόνο δυο πιρουνιές, το τυρί δεν το άγγιξε, και πριν από το φρούτο πήρε το πακέτο του κι άρχισε όλες εκείνες τις μικροκινήσεις που τόσο καλά τις γνώριζαν από τη σκιά και τώρα τις παρακολουθούσαν στο φυσικό με τρομερή περιέργεια.
«Τι χαριτωμένος που είναι!»
Και με μισόκλειστα βλέφαρα, ρουφώντας το τσιγάρο του, έστελνε το βλέμμα του ν' αναπαυθεί απάνω στα κορίτσια.
«Μας κοιτάζει σα να μας ήξερε. Μην αισθάνεται και η σκιά του και μας παρακολουθεί κι αυτός κάθε βράδυ;»
«Δίχως άλλο για μένα μιλάνε», συλλογιζόταν μ' ευχαρίστηση ο νέος.
«Φαίνεται πως παίρνει εύκολα θάρρος», σκέφτηκε η Ρίνα.
Ο άνθρωπος ήτανε τόσο ενδιαφέρων όσο και η σκιά του, και, ακόμα, είχε και αξιοθαύμαστα μάτια. Δυο φλογερά μάτια, που άστραφταν παράξενα εξαιτίας του πολύ άσπρου βολβού, που γλιστρούσε υγρός μέσα στα εύρωστα βλέφαρα, που τέλειωναν σε δυο σειρές από πυκνότατα ματόκλαδα. Όταν τις κοίταζε, δυο μαύροι χείμαρροι ξεχύνονταν από τα μάτια του ζεστοί, που τις αγκάλιαζαν σφιχτά σαν κάτι κρουστό, σχεδόν στερεό.
«Αν με κοιτάξει έτσι πολλή ώρα, σου λέω πως δεν αντέχω», είπε ήσυχα μα αποφασιστικά η Μαρία.
«Πώς θα ήθελα να τους άρεσα!» μισοστέναξε ο νέος.
«Εγώ παραιτούμαι!» είπε η Ρίνα, και σηκώθηκε απότομα.
«Γιατί;» είπε η άλλη. «Δε σ' αρέσει;»
«Όχι! Δε μ' αρέσει», εγέλασε. «Ξέρω κι εγώ πάλι; Μου φαίνεται πως δε μ' αρέσει. Κι ύστερα, έχω βαριά δουλειά, και μου χρειάζεται όλη η σκέψη μου, και κυρίως η ψυχική μου ησυχία, και δεν εννοώ να μου την ταράξει με κανένα τρόπο αυτός ο τσαρλατάνος».
«Τσαρλατάνος;»
Η κουβέντα συνεχίστηκε στην κάμαρα της Μαρίας:
«Γιατί τον είπες τσαρλατάνο;»
«Για το ύφος του. Δε μ' αρέσει το ύφος του».
«Είσαι υπερβολική. Εμένα μ' αρέσει!»
«Σου αρέσει το ύφος του ανθρώπου του ικανοποιημένου από τη ζωή κι από τον εαυτό του; Εμένα μου είναι ανυπόφορο! Μας κοίταζε και τις δυο σαν ιδιοκτησία του· μόνο στις προθεσμίες αμφέβαλλε. Κι όταν μας κοίταζε με μισόκλειστα μάτια, ξέρεις τι νομίζω πως έκανε; Λογάριαζε τις μέρες: “Αυτή εκεί δεξιά, σε πέντε μέρες θα πέσει στα πόδια μου. Η άλλη σε έντεκα. Ζήτημα ημερών”. Αλλά πως και οι δυο θα πέσουμε στα γόνατα μπροστά του, γι' αυτό δε φαίνεται ν' αμφιβάλλει καθόλου».
«Μα είναι τόσο ωραίος!» επέμενε η Μαρία. «Και χαμογελάει τόσο νόστιμα!»
«Με τα σωστά σου βρίσκεις νόστιμο το χαμόγελο που μοιάζει να μας φωνάζει με συγκατάβαση: “Σας επιτρέπω να με θαυμάζετε”;»
Η Μαρία δεν ήτανε σύμφωνη. Της άρεσε πολύ, και μια και τραβιότανε η Ρίνα, τόσο το καλύτερο. Ήτανε κι αυτή βέβαιη για τη δική της τη δύναμη.
«Αυτός θα πέσει στα πόδια μου», είπε δυνατά.
«Σ' αυτά τα ζητήματα οι γυναίκες είναι πιο αδύνατες», είπε η άλλη. «Σε συμβουλεύω να φυλαχτείς!»
«Να φυλαχτεί; Και για ποιο λόγο να φυλαχτεί; Επιτέλους, δεν ήτανε πια παιδιά· ήτανε μεγάλες· ήτανε επιστήμονες· σε λίγο θα είχανε θέσεις με ευθύνες· και θα τρέμανε τώρα μπροστά στην αγάπη;»
«Άκουσε, Ρίνα. Εγώ τ' αποφάσισα! Από 'δω και πέρα ο τοίχος είναι δικός μου! Δηλαδή η σκιά που απλώνεται απάνω στον τοίχο. Ό,τι είναι πίσω από τον τοίχο, είναι δικό σου. Χτες είπες πως άκουσες παράξενες φωνές πουλιών· πού ξέρεις: μπορεί ο κήπος να 'χει και λιμνούλα...»
Κοίταξε τη Ρίνα:
«Και στα νερά της λιμνούλας ν' ανθίζουνε νούφαρα...»
«Κι ανάμεσα στα νούφαρα να κολυμπάνε αργά άσπροι κύκνοι. Τι ωραία!»
Η Ρίνα έβλεπε τους λαιμούς των κύκνων τεντωμένους ν' αργοσαλεύουν στη λίμνη. Τον κήπο να πλαταίνει και να δασώνεται, δρομάκια ν' ανοίγονται ανάμεσα, και μεγάλα δέντρα, με μαύρους κορμούς, σαν τα δέντρα της Βιέννης, να ρίχνουνε παχιές σκιές απάνω στους ξύλινους πάγκους τους πλεγμένους με ελιά. Κι απάνω σ' εκείνο τον πάγκο, κοντά στη λίμνη, κάτω από το παχύ δέντρο να κάθεται... όχι, καλύτερα να μην κάθεται κανένας· ο πάγκος να είναι αδειανός και να περιμένει.
Τι ωραία! Κι ανάπνεε βαθιά τη μυρωδιά που έφτανε από τον κήπο, τον χιλιοποτισμένο με όλα τα αρώματα του νερού και της πλούσιας βλάστησης. Τι ωραία να εργάζεται με τόσες μοσχοβολιές.
Η Μαρία ρουφούσε λαίμαργα με τα μάτια της τη σκιά, που απλωνόταν κάθε βράδυ στο φωτεινό τετράγωνο του τοίχου.
Πόσο απαλά θα το χάιδευε μια μέρα εκείνο το κεφάλι, τους δυνατούς ώμους! Με πόση εμπιστοσύνη θ' ακουμπούσε το κεφάλι της στο πλατύ στέρνο, όταν τα μπράτσα της σκιάς θα την έσφιγγαν επάνω του!
Μια λαφριά ανατριχίλα πέρασε το κορμί της. «Τι ωραία!»
Άνοιξε με κέφι τα βιβλία της. Τώρα μπορούσε να εργάζεται με έμπνευση, μ' αληθινή έμπνευση. Κοίταξε τον τοίχο με στοργή.
Πέρασαν μέρες, βδομάδες.
Τα κορίτσια έφευγαν το πρωί και γύριζαν το μεσημέρι. Όλα τα πρωινά τα περνούσαν στη βιβλιοθήκη· μάζευαν υλικό. Έπρεπε να τελειώσουν δυο εργασίες κατά το δυνατόν πρωτότυπες· λοιπόν έπρεπε να διαβάσουν ό,τι είχε γραφτεί απάνω στο θέμα, να εξαντλήσουν τη σχετική βιβλιογραφία, κι από 'κει και πέρα να δημιουργήσουν, να προσθέσουν κάτι στο θέμα τους, έστω και ελάχιστο· μα γι' αυτό χρειάζονταν έμπνευση. Και να που την έμπνευση τους την έδινε ο τοίχος. Ποιος θα το πίστευε;
«Εγώ αντλώ εντεύθεν και συ κακείθεν», είπε σοβαρά η Μαρία.
Κι ο τοίχος στεκόταν εκεί ανυποψίαστος.
Όμως τα πράματα δεν ήρθαν ακριβώς όπως τα περίμενε η Μαρία· ούτε και με την ίδια γρηγοράδα. Προηγήθηκε ένας μακριός πρόλογος συναδελφικής φιλίας. Η σκιά ήτανε αρχαιολόγος και είχε τα ίδια ενδιαφέροντα με τη Μαρία. Πήγαιναν μαζί εκδρομές, συζητούσαν πολλές ώρες απάνω σε διάφορα ζητήματα τέχνης· τη συνόδευε αργά το βράδυ ως την πόρτα της, της έσφιγγε το χέρι και την καληνύχτιζε εγκάρδια. Όλ' αυτά συνέβαιναν ακριβώς όπως τα είχε συλλογιστεί, αλλά τίποτα παραπάνω. Κι αυτή, που είχε κατορθώσει ωστόσο να πείσει τον εαυτό της πως ήτανε ώρα να δοκιμάσει μεγάλες συγκινήσεις και να πιει από δυνατά πιοτά, «καθώς που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής» -έτσι φλυαρούσε με στόμφο- όλα αυτά τα έβρισκε περιττά και ανούσια. Εβιαζόταν.
«Τι ανυπόφορη κατάσταση! Πότε επιτέλους θα λιώσω μέσα στα μπράτσα του;»
Μα και μόνο που το συλλογίστηκε, το αίμα τής ανέβηκε στο κεφάλι.
«Να λιώσει; Αυτή να λιώσει; Α, όχι! Η Μαρία δεν είναι απ' αυτές. Αυτή μπορεί να πνίξει μέσα της και το σφοδρότερο αίσθημα· φτάνει να μην υποταχθεί· όχι, δε θα υποταχθεί αυτή, θα υποτάξει· δε θα εξαφανιστεί, θα εξαφανίσει. Εκείνος πρέπει να λιώσει στα πόδια της. Λοιπόν “τακτική”· εις ενέργειαν η “τακτική”».
Θα του γίνει απαραίτητη, θα τον συνοδεύει παντού, θα προλαβαίνει τη σκέψη του, θα διαβάζει αυτή τις επιγραφές που θα έπρεπε να διαβάσει εκείνος· θα καθαρίζει και θα μελετάει αυτή τις αρχαιολογικές του πέτρες, θα επιβλέπει τα ρέστα του, θα του κάνει τα ψώνια του, θα περιποιείται ακόμα και τα νύχια του, έτσι θα τον κάμει να μη μπορεί πια ούτε και τη στάχτη του τσιγάρου του να τινάξει μοναχός του. Τότε θα γίνει: ο Κύριος και Θεός του!
«Κι αυτό το θεωρείς κατάχτηση», είπε η Ρίνα μια μέρα, που άκουσε για εκατοστή φορά αυτά τα παραμιλητά.
«Θα τον κάμω ανάπηρο, για να μη μπορεί να ζήσει δίχως εμένα!»
«Γι' αυτό δε χρειάζεται να κοπιάσεις. Τόσο και τόσο όλοι οι άντρες άμα παντρεύονται γίνονται σαν ανάπηροι· και ενώ, όταν ήταν ελεύθεροι, μπορούσαν να υπηρετούνται μόνοι τους, μόλις παντρευτούν χάνουν όλες τους τις ικανότητες, λες και παθαίνουν παραλυσία, όλα πρέπει να τους τα βάζουν στο χέρι οι γυναίκες τους. Ούτε ένα ποτήρι νερό δεν είναι άξιοι να πιούνε μοναχοί τους. Λοιπόν αυτό δεν είναι κατόρθωμα».
«Δεν ξέρω· ίσως να μην ξέρω τι κάνω· εκείνο που ξέρω είναι ότι θέλω να αισθανθώ και να ζήσω μεγάλα πράματα. Θέλω να δω τη σκιά να κολυμπάει μέσα στο πάθος, να πνίγεται και να πνίγει και μένα μέσα στα καυτερά κύματα της αγάπης. Κι αντίς απ' αυτό τι έχω; Βλέμματα! Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο. Κάπου κάπου έναν αναστεναγμό. Αυτό είναι όλο! Ούτε το χέρι μου δεν τολμάει να μου σφίξει περσότερο. Φαινότανε τολμηρός, και κατάντησε πιο άτολμος κι από μαθητής. Είναι μεγαλύτερός μου και μου φαίνεται δέκα χρόνια μικρότερος. Ανυπόφορη κατάσταση. Κι εγώ που θέλω αγάπη; Πότε επιτέλους θα 'ρθει η αγάπη, η μεγάλη αγάπη;»
Ήτανε μία μετά τα μεσάνυχτα, και γύριζαν από το Εθνικό. Σ' όλο το δρόμο συζητούσαν με πάθος. Είχε αποδώσει ο Μινωτής τον πραγματικό Άμλετ; Ήταν ο Άμλετ τρελός ή δεν ήτανε; Δε συμφωνούσανε, κι έφτασαν με σφοδρή συζήτηση στην πανσιόν.
Περνούσαν το διάδρομο του πρώτου πατώματος.
«Φαίνεται πως δεν κατάλαβες τίποτα από το έργο».
«Εσύ δεν κατάλαβες!»
Την κοίταξε θυμωμένος. Και άξαφνα, χωρίς καμιά προειδοποίηση, την άρπαξε στην αγκαλιά του, την έσφιξε δυνατά και τη φίλησε.
Αισθάνθηκε να της φεύγει όλη η δύναμη· ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει, όταν ο νέος έσπρωξε την πόρτα του, τη σήκωσε σα φτερό στα χέρια του και την έφερε στην κάμαρά του.
Πού τη βρήκε άξαφνα τόση δύναμη;
Λευτερώθηκε με ορμή από τα χέρια του, ορθώθηκε άγρια μπροστά του, του 'δωσε ένα δυνατό μπάτσο, και πριν προφτάσει να την κρατήσει, χάθηκε τρέχοντας.
Έμεινε κατάπληκτος στη μέση της κάμαρας. «Τι ζητούσε λοιπόν απ' αυτόν;» Έσπρωξε την πόρτα του φουρκισμένος κι άναψε το τσιγάρο του. «Παράξενο πράμα οι γυναίκες!»
Η Μαρία έφτασε λαχανιασμένη στην κάμαρά της.
Κλείδωσε την πόρτα της, ξαπλώθηκε ντυμένη στο κρεβάτι της, και σφίγγοντας με τα δυο της χέρια την καρδιά της που κόντευε να σπάσει, έμεινε εκεί με τα μάτια ορθάνοιχτα ως το πρωί.
Μόλις σηκώθηκε, έτρεξε στη Ρίνα. Κάθισε στα πόδια του κρεβατιού της.
«Λοιπόν, όλ' αυτά που σου 'λεγα και όλα εκείνα που δε σου 'λεγα κι εκείνα που δε σου 'λεγα ήτανε περσότερα και τολμηρότερα από εκείνα που σου 'λεγα...»
Σταμάτησε ασθμαίνοντας.
«Όλ' αυτά που μου 'λεγες και όλα εκείνα που δε μου 'λεγες, και κείνα που δε μου 'λεγες και που ήτανε περσότερα απ' αυτά που μου 'λεγες... Όλα λοιπόν αυτά τι έκαμαν;»
«Δεν έκαμαν τίποτα! Όλ' αυτά ήτανε φιλολογία! Καταλαβαίνεις τι θα πει φιλολογία;»
Η Ρίνα την κοίταξε ερωτηματικά.
«Ε, λοιπόν, φιλολογία! Φιλολογία και η μεγάλη αγάπη, φιλολογία και η φλόγα, φιλολογία και το λιώσιμο, και τα “δυνατά πιοτά”, που ήθελα δήθεν να πιω, “καθώς που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής”, όλα φιλολογία και φουσκωμένη φαντασία.
»Όταν βρέθηκα στην πραγματικότητα κι ένιωσα να με σφίγγουν τα μπράτσα του -μέρα και νύχτα αυτό δεν ήθελα;- ε, λοιπόν, έγινα θηρίο! Λες και ξύπνησε μέσα μου η προγιαγιά μου: “Στον καιρό μου οι νέοι...” φώναξε άγρια. Του 'δωσα ένα μπάτσο και το 'σκασα!»
Η Ρίνα απόρεσε.
«Μπάτσο; Έδωσες μπάτσο στη σκιά σου;»
«Εγώ; Η προγιαγιά μου τον έδωσε. “Στον καιρό της οι νέοι...”»
«Δεν της έλεγες πως άλλαξαν οι καιροί;»
«Δεν πρόφτασα! Ένιωσα πως ήμουνα σκλάβα της. Τέλειωσε! Από 'δω και πέρα αυτή κάνει ό,τι θέλει μέσα μου. Κατάλαβες, άλλα θέλω εγώ κι άλλα να προστάζει εκείνη; Πάει πια! Αυτές οι δουλειές δεν είναι για μένα. Ήταν όλα φιλολογία».
Η Ρίνα δεν ήτανε θετική αν “φιλολογία” ήταν εκείνα που της έλεγε τότε ή αυτά που της έλεγε τώρα.
Το μεσημέρι στην τραπεζαρία όλοι ήταν αναστατωμένοι. Μόλις μπήκαν τα κορίτσια:
«Τα μάθατε;» είπε ο κύριος με τα φουσκωμένα μάτια. «Λίγο έλειψε να τον χάσουμε απόψε το φίλο μας τον αρχαιολόγο».
Οι δυο νέες απόρεσαν:
«Δηλαδή; Τι συνέβη;»
«Να, αντί να καεί πεθαμένος στο crematorium, προτίμησε να καεί ζωντανός στο κρεβατόριουμ... χα... χα... χα!»
Η κυρία Θηρεσία το βρήκε πολύ αστείο και πηγαινοερχόταν στην καρέκλα της λιγωμένη από τα γέλια.
Η αυστηρή νέα δε μπορούσε σχεδόν να καταπιεί από την κατάπληξη.
«Λοιπόν;» είπε η Ρίνα.
«Να, εκάπνιζε στο κρεβάτι του και αποκοιμήθηκε με το τσιγάρο αναμμένο!»
«Φανταστείτε! Και ενώ κοιμότανε δεν το 'σβησε το τσιγάρο του;» είπε η κυρία που μιλούσε παράξενα.
Φαίνεται πως η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ερεθισμένη, γιατί ο κύριος από την Αίγυπτο, παρ' όλη του την ευγένεια, δε μπόρεσε να κρατηθεί:
«Μα αφού κοιμότανε, κυρία μου, πώς θα το 'σβηνε;»
Η κυρία τον κοίταξε με τα μεγάλα της μάτια και επανέλαβε σκεπτική:
«Μα αφού κοιμότανε, πώς θα το έσβηνε;»
«Ας έχει χάρη σε μένα!» εξακολούθησε ο κύριος.
«Δηλαδή στο νυχτερινό σας επάγγελμα», είπε η αυστηρή νέα, που κατάφερε επιτέλους να καταπιεί.
«Στο νυχτερινό μου επάγγελμα, μάλιστα, δεσποινίς», είπε και την κοίταξε με κάποια ειρωνεία.
Τα κορίτσια άρχισαν ν' ανυπομονούν.
«Λοιπόν;»
«Λοιπόν, τα χαράματα που γύριζα απ' έξω, είδα καπνούς να βγαίνουν από την κάμαρά του, άνοιξα αμέσως την πόρτα του και είδα πως δεν έβγαιναν, δυστυχώς, μόνο από το κεφάλι του, χα... χα... χα...»
Πάλι η κυρία Θηρεσία ξελιγώθηκε.
«... παρά κι από τα σεντόνια του. Μέσα στις φλόγες κοιμότανε ήσυχος».
Κοίταξε γελαστός τις δυο νέες με τα καταγάλανα μάτια του και είπε πονηρά:
«Αυτός είναι, δεσποινίδες μου, ο Βάτος της Βίβλου, διαρκώς φλεγόμενος και ουδέποτε καιόμενος».
«Τι κωμική ιστορία», είπε η αυστηρή δεσποινίδα.
«Αφηρημάδα, ασυγχώρητη αφηρημάδα!» έλεγε και ξανάλεγε η κυρία του Γερμανού -και όλοι ήτανε σύμφωνοι.
Μα η Μαρία, που ήξερε κάτι περισσότερο από τους άλλους, κοίταξε τη Ρίνα, που έτρωγε σιωπηλή δίπλα της, και είπε μέσα της:
«Αυτό δεν είναι αφηρημάδα. Αυτό μεταφράζεται! Πώς μεταφράζεται όμως;»
Κοίταξε με προσοχή ένα - ένα όλα τα πρόσωπα που έτρωγαν γύρω της, κι αφού βεβαιώθηκε πως κανένας απ' αυτούς δεν είχε καταλάβει την αλήθεια, είπε μέσα της:
«Αυτό μεταφράζεται έτσι: - Μαρία, παιδί μου, ναι! Επιβλέπεις τα ρέστα που μου δίνουν στου «Γιαννάκη» και στου «Ζώναρς» και φροντίζεις να μη με κλέβουν. Ναι! Πηγαίνεις μαζί μου στους αρχαιολογικούς τόπους και ψάχνεις μαζί μου για επιγραφές. Ναι! Φροντίζεις να έχεις πάντα μαζί σου τσιγάρα μάρκας που προτιμώ. Ναι! Δέχεσαι ακόμη αγογγύστως να μου αγοράζεις δυο εισιτήρια επιθεωρήσεως για να πάω, όχι μαζί σου, παρά με το κορίτσι μου. Factum! Μάλιστα, factum! Το 'καμα κι αυτό!»
Η Μαρία κατάπιε μια γουλιά νερό για να σπρώξει τη μπουκιά που δεν εννοούσε να κατέβει.
«Κοντολογίς, κάνεις για μένα όσα δεν εννοώ να κάμω μοναχός μου. Αλλά τι τα θέλεις; Αυτά όλα είναι μικροκίνδυνοι. Μπορείς να με σώσεις από την καταστροφή που με περιμένει τη νύχτα στο κρεβάτι μου; Μαρία, παιδί μου, δεν είμαι άξιος ούτε να κοιμούμαι μόνος ξαπλωτός. Προπαντός αυτό δε μπορώ να κάμω. Αυτά πρός γνώσιν σου και συμμόρφωσιν. Ή έλα να μου σβήνεις τα τσιγάρα μου και τους πόθους μου, ή πάψε κι όλα τ' άλλα, γιατί είναι εντελώς περιττά!»
«Γιατί δεν τρως;» ρώτησε ήσυχα η Ρίνα.
«Δεν τρώω; Θα φάω και θα παραφάω», είπε σχεδόν με πείσμα, και, κλείνοντας τα μάτια της, κατάπιε όλο το περιεχόμενο του πιάτου της, ακριβώς όπως έκανε όταν το φαΐ δεν της άρεσε καθόλου.
Η Ρίνα απόρησε.
«Δε σ' αρέσει το πουρέ σπανάκι;»
«Πολύ!»
«Γιατί λοιπόν το καταπίνεις έτσι;»
«Μα ήτανε πουρέ σπανάκι αυτό;»
Το ίδιο βράδυ, το φωτεινό τετράγωνο δεν απλώθηκε στον τοίχο, ούτε την άλλη μέρα, ούτε την τρίτη· η θέση στο προτελευταίο τραπέζι αριστερά στην τραπεζαρία έμεινε αδειανή, και η Μαρία έγινε χλωμότερη. Είναι αλήθεια πως δεν ήτανε ποτέ ροδοκόκκινη, μα ωστόσο ούτε αυτοί οι μελανοί κύκλοι διαγράφονταν τόσο ζωηρά κάτω από τα μάτια της.
Η άλλη δεν έλεγε τίποτα.
«Σ' αυτές τις περιστάσεις καλύτερα είναι να κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις», έλεγε στον εαυτό της η Ρίνα και εξακολουθούσε να σωπαίνει.
Ο αρχαιολόγος είχε φύγει. Θα γύριζε βέβαια, αφού τα πράματά του έμεναν όλα στη θέση τους· μα ωστόσο η απουσία του έφερε φουρτούνα στην ψυχή της Μαρίας. Έχασε την ησυχία της, τον ύπνο της, το ανεξάντλητο κέφι της, έγινε ευερέθιστη και αφηρημένη.
Μια μέρα μπήκε ζωηρά στην κάμαρα της Ρίνας.
«Ρίνα γράμμα! Είχα γράμμα από τη σκιά! Είναι στην Ολυμπία! Διάβασε!»
Η Ρίνα πήρε το γράμμα· ήτανε γραμμένο σε γαλάζιο χαρτί.
«Επόθησα να χαϊδέψω τα μαλλιά σου, Μαρία. Αυτά τα ανήσυχα, αναστατωμένα μαλλιά σου, εμένα με ησυχάζουν. Μέσα στο τέλειο τοπίο, η ψυχή μου πλήττει. Έλα, Μαρία!
»Ο ήλιος λάμπει λοξά μέσα από τα σύννεφα· το πράσινο είναι χλωρό σαν την πρώτη ελπίδα ενός παιδιού. Το κυπαρίσσι ανεβαίνει κατάκορφα ψηλά, σαν ίσια σκέψη, που είναι λυπημένη, συγκρατημένα λυπημένη, ακριβώς επειδή είναι ίσια, ακριβώς επειδή ανεβαίνει κατάκορφα. Ο Απόλλων με το χέρι απλωμένο είναι σαν ένα απλό διαμαντένιο ρητό που τινάζει ο άνθρωπος προς τους Θεούς για να τους δώσει προορισμό! Τον λατρεύω, γιατί αυτοϋπάρχει! Ο Αλφειός, ασημένιος, κυνηγάει την Αρέθουσα κάτω από τη θάλασσα ως τη Σικελία. Και κυνηγάω με τη σεμνή σκέψη μου εσένα, ω Αμαρυλλίδα, που είσαι τόσο ζωντανή ακριβώς επειδή είσαι ανύπαρκτη. Μεσημέρι και κάθομαι ξαπλωμένος στο χώμα -όχι στον ίσκιο- και κρατώ ένα τζιτζίκι στο χέρι μου. Νιώθω ότι είμαι Αθηναίος ως τα τρίσβαθα και μια πνοή ανεβαίνει στα χείλη μου: “Ου φροντίς Ιπποκλείδει...”
»Μαρία, παιδί μου, ξεχνάω τον μπάτσο σου -να 'ξερες πόσο μ' εγοήτευσε ο μπάτσος σου!- και σε καλώ! Σε καλώ με όλη τη δύναμη της φωνής μου. Θα την ακούσεις; Έλα να με σώσεις από την πλήξη μου».
«Δεν είμαστε καλά!» είπε η Ρίνα διπλώνοντας το γράμμα.
Κοίταξε τη Μαρία κατάματα:
«Θα πας;»
«Όχι! Δε θα πήγαινε! Αυτό, όχι! Δε θα το 'κανε!» Μα για να μην το κάμει, έσφιγγε τα δόντια της.
«Η ίσια σκέψη που είναι λυπημένη ακριβώς επειδή είναι ίσια!...»
«Μήπως η λύπη σου προέρχεται από την αρετή σου; Μήπως αυτός ο ασυνάρτητος έχει δίκιο; Άκουσε, Μαρία. Το καλύτερο είναι να πας! Μην παίζεις με τις επιθυμίες σου. Επιτέλους, τη θέλεις ή δεν τη θέλεις την αγάπη του;»
Αν την ήθελε την αγάπη του; Θεέ μου, και πώς την ήθελε! Μα έλα που την ετρόμαζε! Στη σκιά τής άρεσε περσότερο. Ήτανε ήσυχη! Αυτή δεν ήτανε «ανύπαρκτη Αμαρυλλίδα» για να την κυνηγάει «με τη σεμνή σκέψη του». Αυτή είχε σάρκα, είχε οστά και την κυνηγούσε με τα χέρια του, την κυνηγούσε με τα χείλη του...
«Πιστεύεις πως τον φοβάμαι;...»
Η Ρίνα άρχισε να γελάει.
«Τώρα γινόμαστε και γελοίες! Και φταίμε οι ίδιες. Τα ζούμε όλα με τη φαντασία μας, και όταν έρθουμε στην πραγματικότητα, τρομάζουμε. Φταίει φαίνεται η ανατροφή μας. Οι άντρες ανατρέφονται καλύτερα. Οι άντρες βλέπουνε τα πράματα και τα ζούνε ευθύς εξ αρχής ακριβώς όπως είναι. Εμάς δε μας αφήνουν να τα ζήσουμε. Μας τα σκεπάζουν όλα με μυστήριο, με ομίχλη, και δε μας αφήνουν να τα μαντέψουμε. Δεν τα καταφέρνουμε, και τα φανταζόμαστε όπως θέλουμε. Και όταν μια μέρα διαλυθεί το μυστήριο, γιατί θα 'ρθει η ώρα να διαλυθεί, πέφτουμε σε απογοήτευση. Τι φταίνε τα πράματα; Καλοκαίρι μεσημέρι στην Ολυμπία, και, βλέπεις, αυτός ξαπλώνεται στο χώμα κάτω από τον ήλιο. Εμείς θα πηγαίναμε στον ίσκιο. Δεν έχουμε το θάρρος να καούμε. Αυτοί το έχουν. Φταίνε αυτοί ή εμείς; Και κυρίως τι φταίει ο ήλιος! Η αγάπη είναι ο ήλιος. Αν τη θέλεις, θα την υποστείς όπως είναι στην πραγματικότητα, καυτερή, και όχι όπως την έπλασες εσύ με τη φαντασία σου. Δε θα πας στη σκιά για να ζήσεις τον ήλιο με τη φαντασία σου. Θα πας κατευθείαν στον ήλιο!»
Η Μαρία σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε στα μάτια τη Ρίνα.
«Έτσι είναι! Αν θέλουμε να ζήσουμε μεγάλα πράματα, πρέπει να 'χουμε θάρρος. Αλλά πού θα το βρούμε;»
«Για τούτα και για τ' άλλα εγώ κάθομαι στην άκρη μου. Μα εσύ, μια και ανασκουμπώθηκες, εμπρός· πρέπει να το βρεις!»
«Ναι, πρέπει να το βρω!»
«Λοιπόν;»
«Δε θα πάω στην Ολυμπία!»
Η Μαρία δεν ήταν αδύνατη. Μπορεί να είχε αδυναμίες, μα αδύνατη δεν ήταν! Δάγκασε τα χείλη της. Αισθάνθηκε τα νεύρα της να τεντώνουν απάνω στο λιανοκαμωμένο σκελετό της· άκουσε το αίμα της να κυκλοφορεί πολύ κανονικά μέσα στις φλέβες της, και ησύχασε. Πίεσε όλα τα θολά κύματα, που φούντωναν κάθε τόσο στην ψυχή της, και βυθίστηκε στη μελέτη της.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο κατευναστικό των αισθήσεων από την πνευματική εργασία.
Δεν ξαναμίλησαν για την Ολυμπία.
Η μικρή πανσιόν ζούσε την κανονική ήσυχη ζωή της.
Το αντρόγυνο εξακολουθούσε να πλήττει με αληθινή εγκαρτέρηση και από τα δυο τα μέρη.
Η οικογένεια από την Αίγυπτο άρχισε τις προετοιμασίες της για το ταξίδι· ερχόταν το φθινόπωρο. Ο θόρυβος αυτή τη φορά ήτανε δικαιολογημένος. Η αυστηρή δεσποινίδα εξακολουθούσε να καταπίνει τις μεγάλες ηθικές αρχές, που φαίνεται δεν ήτανε και πολύ θρεπτικές, γιατί το κορίτσι άρχισε να αδυνατίζει. Ο βιολιστής εκοιμόταν ανελλιπώς και δίχως υπνωτικό, όπως έδειχναν τουλάχιστον τα μάτια του, και μόνο η θέση στο προτελευταίο τραπέζι αριστερά εξακολουθούσε να μένει αδειανή.
Οι δυο φίλες έτρωγαν βιαστικά κι έφευγαν αμέσως για τη βιβλιοθήκη, όπου περνούσαν σχεδόν όλες τις ώρες της μέρας τους.
Τίποτα το εξαιρετικό δε συνέβαινε.
Μερικοί εργάτες έσκαβαν στο δρόμο. Τα τσαπιά τους εδούλευαν ακατάπαυστα.
Τα κορίτσια δεν τους επρόσεξαν. Δεν ήτανε ζωγράφοι, ούτε κοινωνιολόγοι, για να προσέξουν εργάτες.
Έτσι, δεν είδαν τι έκαναν.
Μα ούτε οι εργάτες πρόσεξαν τα κορίτσια. Δυο αδύνατες κοπέλες με πέτσινες σάκες, που πηγαινοέρχονταν στο δρόμο, για ποιο λόγο θα τις πρόσεχαν οι εργάτες;
Εδούλευαν ακατάπαυστα με ορμή και με ζήλο.
Ένα μεσημέρι, μπαίνοντας κι οι δυο τους ύστερ' από το φαΐ στην κάμαρα της Ρίνας, ξαφνίστηκαν από το φως που είχε η κάμαρα. Έτρεξαν στο παράθυρο και έμειναν άναυδες: Ο τοίχος δεν ήταν εκεί! Ο πελώριος καλοχτισμένος σταχτερός τοίχος, που ωστόσο ήτανε τόσο λυγερός και ανάλαφρος και υψωνόταν εκεί με τόσο καμάρι μόνο και μόνο για να βαστάξει τα βαριά κλωνάρια της ροδιάς, δεν ήτανε πια στη θέση του.
Έσκυψαν στο παράθυρο.
Κάτω στο δρόμο ένας σωρός από πέτρες, από ασβέστες και χώματα.
Και ο κήπος; Πού είναι ο κήπος; Ζήτησαν την καταπράσινη έκταση με τα λουλούδια, τα δέντρα με τους ίσκιους, τη λίμνη με τα νούφαρα και τους άσπρους κύκνους. Τίποτα! Μόνο η ροδιά στεκόταν στη θέση της με κρεμασμένα τα κλωνάρια της, βαριά και κουρασμένα από τα ώριμα ρόδια. Στεκόταν εκεί αξιοθρήνητη σ' ένα μικρό τρίγωνο χώρο, που στην άλλη γωνιά του φύτρωνε μια καχεκτική τζιτζιφιά. Ένας σπασμένος πάγκος, κάτι ψάθινα σαπισμένα καθίσματα, και τα σύνεργα της μπουγάδας, κοίτονταν στην απέραντη έκταση με τα λουλούδια, που δεν ήταν ούτε πέντε τετραγωνικά μέτρα. Και το πιο εξευτελιστικό, ένα σκοινί μπουγάδας έδενε τα κλωνάρια της περίφημης ροδιάς με την καχεκτική τζιτζιφιά, κι απάνω του στριφογύριζαν κάλτσες και φούσκωνε μια σειρά από χοντρές γυναικείες κυλότες!
Κοιτάχτηκαν σχεδόν έντρομες!
«Για δες τι τροφοδοτούσε τόσον καιρό τη φαντασία τους!»
Κι εκεί που νόμιζε κανένας πως θα βάλουν τα κλάματα, έβαλαν άξαφνα τα γέλια. Και τι γέλια! Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια τους. Τόσον καιρό, και να μην υποψιαστούνε τι αθλιότητα έκρυβε ο τοίχος!
«Είναι περιττό να εμπνέεσαι από ανύπαρκτα πράματα», είπε επιτέλους η Μαρία σφογγίζοντας τα μάτια της.
«Και συ είναι γελοίο να ερωτοτροπείς με σκιές».
«Ούτε τα “εντεύθεν” ούτε τα “εκείθεν” που λατρεύαμε άξιζαν τον κόπο!»
Νέα γέλια και νέα δάκρυα.
«Τι βλακεία! Δόξα σοι ο Θεός που γκρεμίστηκε ο τοίχος! Κάτω οι τοίχοι! Δεν έχουμε ανάγκη από τοίχους για να μας εμπνέουν. Δε θέλουμε πια σκιές. Πρέπει ν' αποχτήσουμε τη δύναμη να εμπνεόμαστε κατευθείαν από τα πράματα, κι έτσι όπως είναι. Αν δε μας αρέσουν όπως είναι τα πράματα, να τα διορθώνουμε. Τα σάπια να τα πετάμε! Όχι να τα κρύβουμε και να τα λατρεύουμε», είπε η Μαρία.
«Ούτε να τα αγνοούμε και να τα φοβόμαστε», εξακολούθησε η Ρίνα.
«Αν είσαι άξια, εργάσου και δίχως την έμπνευση του κήπου», είπε αποφασιστικά η Μαρία.
«Και συ...»
Δεν πρόφτασε να τελειώσει.
«Α, εγώ τ' αποφάσισα! Θα πάω στην Ολυμπία!»
Παπά Κατίνα
Αν άλλαζαν όλα, Διηγήματα
Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου