Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2022

ΑΓΡΙΟΚΕΡΑΣΙΑ

   Νύχτα και παλιόκαιρος.
   Ταξιδεύαμε προς την Αθήνα με το λεωφορείο της γραμμής.
   Οι επιβάτες βουβοί. Ο καθένας στην ερημιά του.
   Ξάφνου ακούστηκε γοερό μωρουδίστικο κλάμα κι αμέσως, η δροσερή φωνή της μάνας του: «'Σύχασε μωρ' αντρούλη μου. Ου, ου, ου, πάλε κλάμα μωρέ;» Έπιασε να το νανουρίζει.
   Έλα ύπνε ύπνωσέ το
και γλυκά αποκοίμισέ το.
Έλα ύπνε λούλα - λούλα
στου παιδιού μου την καρδούλα.
ΝάααααΝι! ΝάααααΝι!
   Το κλάμα και το νανούρισμα δημιούργησαν ευδιαθεσία στους επιβάτες, αλλά γρήγορα ακούστηκαν συμβουλές απ' τις γυναίκες και διαμαρτυρίες απ' τη γαλαρία.
   «Θα πεινάει, ω κοπέλα»
   «Νερό δώσ' του, θα διψάει».
   «Πνίχτο, μας ξεκούφανε».
   «Μωρέ θα πεινάει το καημενούλι μου», ξεφώνισε, και μετά από λίγο, η διπλανή μου που 'χε στρέψει και κοίταζε, λέει, πιάνοντας τα μάγουλά της:  
   «Ούι, αυτή έβγαλε και τα δυο στήθη της έξω», και με τρόπο ανίχνευε να δει, το άκουσα;
   «Έλα, αντρούλη μου, με πονάς. Έεεε!» γλάρωσε και ψευτοθύμωσε. «Βρε πώς ρουφάς έτσι, τι λαίμαργο που 'σαι! Ίδιος ο μπαμπάς σου» -σκέπαζε η φωνή της αισθητά τις άλλες.
   Μου 'κανε εντύπωση το διακριτικά ιλαρό κλίμα, γιατί η φωνή της δυνατή, αδιάφορη και ντόμπρα, αλλά και ο τρόπος της, που 'δειχνε απειρία στο βρεφοκόμημα, θα 'πρεπε να προκαλούν γέλια.
   Παρατήρησα πως οι μπροστινοί μου γύριζαν και την κοιτούσαν και τις στιγμές που δεν μιλούσε, με τρόπο.
   Παρότι η συμπάθεια μού επέβαλλε κάποια διακριτικότητα, έστρεψα κι εγώ. Με βόλευε κιόλας γιατί καθόταν ακριβώς πίσω μου, στη διπλανή σειρά κι έτσι θα μπορούσε να εκληφθεί απλώς σαν αλλαγή στάσης του σώματός μου.
   Το θέαμα με γοήτευσε. Ήταν μια ψηλή, γεροδεμένη, μουντά σταρόχρωμη κοπέλα, γύρω στα δεκαοχτώ, φορούσε μαντήλι με παράξενο δέσιμο, που άφηνε ακάλυπτο το μέτωπό της, όπου ήταν χαραγμένος με τη μέθοδο του βελονιού και της υγρής στάχτης, ένας μικρός σταυρός. Δε σου 'κανε η καρδιά να πάρεις τα μάτια σου απ' το πρόσωπό της. Οβάλ, με έντονα αλλά απαλοσχηματισμένα μήλα, καλίγραμμα χείλη, όσο έπρεπε γεμάτα και μεγάλο, λεπτό τόξο φρυδιών.
   Αλλά τα μάτια της. Θεέ μου, μάτια. Μεγάλα, ολάνοιχτα, ήρεμα. Ίσα που τρεμόπαιζε μέσα τους μια μικρούλα θλίψη και μια υπόνοια φόβου, που 'διναν σ' αυτό το χορταστικό πρόσωπο, μιαν επιπλέον χάρη.
   Φορούσε ανοιχτόχρωμα, φαρδιά ρούχα, σαν τσιγγάνικα.
   Το μωρό της το 'χε καταστολισμένο. Στα χέρια και στα πόδια του 'χε περάσει κορδόνια με πολύχρωμες χάντρες, και στο λαιμό δυο χρυσές καδένες, με την Παναγία και τον Χριστό.
   Το μωρό, μετά το θήλασμα είχε αποκοιμηθεί στον κόρφο της, αλλά συνέχιζε να το φιλάει και να το ταχταρίζει.
   Της φώναζαν να σταματήσει, μα δεν άκουγε τίποτα. Την είχε συνεπάρει η τρυφερότητα:
   «Αχ, γλυκό μου, αχ, μωράκι μου, τι να κάνουμε, τι να κάνουμε...»
   Το 'σφιγγε απαλά, το μύριζε, έβρισκε πιο στοργικές και γιομάτες στάσεις αγκαλιάσματος.
   Τέντωσα τ' αυτιά μου, να μη χάσω ούτε την ανάσα της κι όλο έστρεφα με τρόπο και την κοιτούσα.
   Με ένιωσε, μια στιγμούλα, και μου χαμογέλασε αχνά.
   Η διπλανή μου άρχισε κουβέντα με μια γριά, που καθόταν μπροστά της.
   «Δεν την βλέπεις; Ασπρογύφτισσα απ' την Αγιά είναι».
   «Ου, σίγουρα και το παιδί θα 'ναι κανά μπαστί (1)».
   «Έτσι δεν είναι; Τι λες;» με κοίταξε ερωτηματικά, με αναίδεια.
   Σκύλιασα. Σίγουρα το προβατίσιο βλέμμα μου και το παραδομένο ύφος μου, της έδωσαν το δικαίωμα.
   Συγκατένευσα αμυδρά κι έστρεψα πάλι με λαχτάρα τα μάτια μου στη μικρή μάνα. Συνέχεια έβρεχε. Εγραίος καιρός, ηπειρώτικος.
   Απ' τη γαλαρία ακούστηκε μια νεανική φωνή:
   «Οδηγέ, θα βάλεις κάτι ν' ακούσουμε; Κοιμηθήκαμε».
   Κι ο οδηγός άνοιξε το κασετόφωνο και γέμισε το λεωφορείο  ήχους από ένα τραγούδι, απ' τα λεγόμενα γυφτολαϊκά.
Μάδησα μια μαργαρίτα και τη ρώτησα
μα αυτή μου είπε όχι και αρρώστησα
μ' αγαπάς μωρό μου, φως μου...
   Και μερακλώθηκε η κοπέλα και τραγούδησε στο μωρό της, με δυνατή, αστεία φωνή. Το κράταγε με το 'να χέρι και με τ' άλλο το λίκνιζε στο ρυθμό του τραγουδιού.
   Στην γαλαρία, που εκ παραδόσεως κάθονται φαντάροι, φοιτητές και γενικώς νέοι, άλλο που δεν ήθελαν.
   «Ρε σεις, αυτή τη βρήκε! Ω, ρε φάση».
   «Στο διάδρομο. Σήκου στο διάδρομο», φώναζαν και χτύπαγαν ενθουσιασμένοι παλαμάκια.
   Ξύπνησε πάλι το μικρό κι άρχισε το κλάμα. Χύθηκαν να τη φάνε αυτή τη φορά: «Μωρή, κλείστο το ρημάδι σου. Ξύπνησες πάλι το μούλικο».
   Τότε πρώτη της φορά αποκρίθηκε:
   «Μούλικα είναι τα θηλυκά σου, μωρή», μ' αμέσως γλύκανε κι αγκαλιάζοντας το μωρό, άρχισε το δικό της μιλητό: «Ο μπαμπάς μας είναι στο καράβι, καλέ, και θα μας έρθει τα Χριστούγεννα».
   Αδυνάτισε η φωνή της.
   «Πάψε, ψύχα, μωράκι μου, θα κλάψω κι εγώ. Μη, θα πέσωμε μαζί στο ποτάμι». Διαβαίναμε 'κείνη τη στιγμή τη γέφυρα του Λούρου.
   Λίγο πριν το Αγρίνιο, σε μια μικρή διασταύρωση, ο οδηγός τής φώναξε:
   «Εδώ, κυρά».
   Τύλιξε το μωρό σε μια κουβέρτα, πέρασε στον ώμο της ένα μεγάλο σακούλι, και βαδίζοντας προς την πόρτα έλεγε:
   «Ωχ, θα γίνουμε μούσκεμα μέχρι το χωριό και τέτοια ώρα, αν μας σκιάξει 'κανάς πειρασμός;»
   «Έχεις ανάγκη εσύ, ποιος ξέρει τι πράμα είσαι», κάνει η διπλανή μου.
   «Τη βλέπεις;» μου λέει, βέβαιη για την κοινότητα των αισθημάτων μας.
   «Ναι», έγνεψα, κι απ' την ντροπή ένα κύμα αίματος μου 'κλεισε τα μάτια κι έκανε την καρδιά μου να χτυπήσει γρήγορα.
   Ένιωσα το λεωφορείο να ξεκινάει και κόλλησα στο τζάμι να την κοιτάξω.
   Προσπάθαγε να κάνει το πανωκόρμι της φωλιά, να προφυλάξει το μωρό. Ήδη, το φόρεμά της βρεγμένο κόλλησε ψηλά στον μηρό της, που διαγράφηκε μεγάλος, καλλίγραμος.
   Σήκωσα αυθόρμητα το χέρι μου να την χαιρετήσω.
   «Γυναίκα», ψιθύρισα. 
   Ένιωσα να βουλιάζω. Τα μέλη μου βάρυναν γλυκά και μια λύπη, μια λαχτάρα, με τραβούσαν στο δρόμο τους.
   «Σταμάτα να κατέβω, σε παρακαλώ», λέω στον οδηγό.
   «Αμ και συ καλό κουμάσι είσαι», άκουσα τη διπλανή μου.
   «Θα τα μίλησε με τη γύφτισσα φαίνεται», λέει στην γριά.
   Λησμόνησα υποθέσεις, αποσκευές. Λησμόνησα τα πάντα. Όλο το σώμα μου, όλη την ύπαρξή μου, περασμένα, τωρινά, πόθους και καημούς, τα κατέκλυσε εκείνη η σκυμένη μέσ' στη βροχή φιγούρα.
   Κατέβηκα σκοτισμένος, με τα μηνίγγια μου να χτυπάνε κι άρχισα να πισωγυρίζω, βουτώντας στα νερά και στις λάσπες.
   Έφτασα στο σημείο, μα είχε φύγει.
   «Γυναίκα», φώναξα, «γυναίκα».  
   Ανηφόρισα μια πλαγιά, για να κόψω δρόμο. Η βροχή πότισε τα ρούχα μου και με βάρυνε. Τώρα το έδαφος ήταν γεμάτο αιχμηρές πέτρες κι άγριους, κοντούς θάμνους.
   Σκοτάδι. Πήγαινα στα τυφλά. Σκαρφάλωνα πια, χρησιμοποιώντας και τα χέρια μου. Ήταν φανερό πως ματαιοπονούσα, μα συνέχιζα έρποντας σχεδόν:
   «Γυναίκα, στάσου», ίσα που ψέλλιζα, τόσο η κόπωση, η βροχή αλλά και μια αγωνία, απ' τ' άλογο εγχείρημά μου, με κατέβαλλαν.
   Γλίστρησα και καθώς έπεφτα με συγκράτησε μια αγριοκερασιά.
   Αρπάχτηκα, κόλλησα πάνω της.
   Μαζεύτηκα ένας σβώλος στο ριζοκόρμι της. Να ξαποστάσω.
   Ένιωσα να την παρασέρνω με το βάρος μου, τόσο αδύναμη ήταν.
   Έκατσα στο χώμα, πέρασα τα πόδια μου διχάλα στον κορμό της και κούμπωσα το πανωφόρι μου γύρω της.
   Κατόπι χουχούλιαζα τα φλούδια της και την έπιανα στα κλαριά, όπου έφτανα, με τις παλάμες μου.
   Τότε την ένιωσα να σκύβει και να διακλαδίζεται στους ώμους μου, στον λαιμό μου, στις μασχάλες μου.
   Έγειρα αποκαμωμένος το κεφάλι μου πάνω της και με πήρε το παράπονο.
   Η βροχή σταμάτησε, και απ' τα φύλλα της αγριοκερασιάς έπεφταν πάνω μου νεροστάλες.
 
Δημητρίου Σωτήρης 
Περιοδικό «Πλανόδιον»,
τεύχος 7, 1988
Σημειώσεις:
(1) μπαστί: μπάσταρδος, νόθος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου