Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2022

Η ΓΚΟΥΒΕΡΝΑΝΤΑ

  
   Τα δύο κοριτσάκια είναι τώρα μόνα στο δωμάτιό τους. Το φως είναι σβησμένο κι ολόγυρα απλώνεται το σκοτάδι. Μόνο τ' άσπρα κρεβατάκια τους αναδίνουν μια απαλή λευκότητα. Η ανάσα τους είναι τόσο ελαφριά, που θα μπορούσε να πιστέψει κανείς πως κοιμούνται.
   «Άκουσε», λέει τότε μια φωνή. Είναι η μικρότερη, που σιγά, σχεδόν φοβισμένα, ρωτάει μέσα στο σκοτάδι. Δεν είναι παραπάνω από δώδεκα χρονών.
   «Τι συμβαίνει;» της λέει από τ' άλλο κρεβάτι η αδελφή της, που την περνάει μόλις ένα χρόνο.
   «Δεν κοιμάσαι ακόμα; Καλά. Θα ήθελα να σου πω κάτι...»
   Καμιά απάντηση. Αλλά στο κρεβάτι κάτι αναδεύεται, ακούγεται ένας ελαφρύς θόρυβος. Η μικρούλα ανασηκώνεται και, γυρίζοντας προς το μέρος της αδελφής της, την κοιτάζει περίεργα. Θα μπορούσε να δει κανείς τα μάτια της που λάμπουν.
   «Ξέρεις; Ήθελα να σου πω... Μα πρώτα πρώτα απάντησέ μου: Δε σου έκανε τίποτα εντύπωση αυτές τις τελευταίες μέρες από τη στάση της γκουβερνάντας μας;»
   Η άλλη διστάζει και σκέφτεται.
   «Ναι», λέει σε λίγο, «αλλά δεν ξέρω τι ακριβώς. Δεν είναι πια τόσο αυστηρή. Είναι δυο μέρες που δε μελετάω, κι όμως δε μου είπε τίποτα. Κι έπειτα, είναι... δεν ξέρω πώς να το πω. Νομίζω πως έπαψε να ενδιαφέρεται για μας. Κάθεται ολομόναχη και δεν παίζει μαζί μας, όπως άλλοτε».
   «Πιστεύω ότι είναι λυπημένη και δε θέλει να το δείξει. Και τώρα έπαψε να παίζει πιάνο».
   Ανάμεσά τους απλώνεται πάλι μια σιωπή. Τότε η μεγαλύτερη λέει στην άλλη:
   «Κάτι ήθελες να πεις». 
   «Ναι, αλλά δεν πρέπει να το πεις σε κανέναν, ακούς! Ούτε στη μαμά, ούτε στη φιλενάδα σου».
   «Καλά». Κι ανυπομονώντας: «Πες μου λοιπόν τι τρέχει».
   «Άκουσε λοιπόν. Ενώ ετοιμαζόμασταν να ξαπλώσουμε, θυμήθηκα ότι δεν είχα πει καληνύχτα στη Mademoiselle. Είχα βγάλει κιόλας τα παπούτσια μου, μα, παρ' όλα αυτά, πήγα στο δωμάτιό της και, ξέρεις, πολύ σιγά, για να την ξαφνιάσω. Άνοιξα την πόρτα με προφύλαξη. Στην αρχή μου φάνηκε πως έλειπε. Το φως ήταν αναμμένο, μα δεν την έβλεπα. Ξαφνικά μ' έπιασε ένας δυνατός φόβος. Άκουσα κάποιον να κλαίει κι αμέσως είδα ότι ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τα ρούχα της και με το κεφάλι ανάμεσα στα μαξιλάρια. Έκλαιγε με τόσο δυνατούς λυγμούς, που ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά. Αλλά δε με είδε. Αποτραβήχτηκα και με μεγάλη προσοχή ξανάκλεισα την πόρτα. Αναγκάστηκα να σταθώ λιγάκι, τόσο πολύ έτρεμα. Πάλι όμως άκουσα τους λυγμούς της ανάμεσα από την πόρτα και κατέβηκα τρέχοντας».
   Σωπάσανε κι οι δυο τους. Κατόπιν η μια τους λέει χαμηλόφωνα:
   «Καημένη Mademoiselle!» Η λέξη τρέμει αντηχώντας στο δωμάτιο, ξεψυχάει και χάνεται μέσα στην απόλυτη σιγαλιά.
   «Θα ήθελα να μάθω γιατί έκλαιγε», ξαναλέει η μικρότερη. «Δεν έχει τσακωθεί με κανέναν τις τελευταίες μέρες και η μαμά δεν την ενόχλησε καθόλου με τις αιώνιες παρατηρήσεις της κι εμείς, καθώς ξέρεις, δεν της κάναμε τίποτα, δεν είναι έτσι; Γιατί κλαίει λοιπόν;» 
   «Μου φαίνεται πως το βρήκα», λέει η μεγαλύτερη.
   «Γιατί; Πες μου, γιατί;»
   Η άλλη διστάζει. Και στο τέλος της λέει:
   «Μου φαίνεται πως είναι ερωτευμένη».
   «Ερωτευμένη;» λέει η μικρή με απορία. «Ερωτευμένη! Με ποιον λοιπόν;»  
   «Δεν παρατήρησες τίποτα;»
   «Μήπως με τον Ότο;»
   «Λες; Κι αυτός δεν είναι ερωτευμένος μαζί της; Γιατί τώρα και δυο μήνες βρίσκεται διαρκώς μαζί μας, ενώ πρώτα δε μας έκανε ποτέ συντροφιά και ποτέ δε μας συνόδευε έξω, μολονότι μένει τρία χρόνια στο σπίτι μας; Μας αγαπούσε εσένα ή εμένα πριν έρθει στο σπίτι μας η Mademoiselle; Ενώ τώρα είναι όλο τον καιρό κοντά μας. Διαρκώς τον συναντάμε όλο και τυχαία -στο δημόσιο κήπο, στο δημοτικό πάρκο ή στο Πράτερ, παντού όπου κι αν πηγαίνουμε με την γκουβερνάντα μας. Αυτό δε σου έκανε ποτέ εντύπωση;»
   Τρομαγμένη η μικρότερη ψιθυρίζει:
   «Ναι, ναι, φυσικά, το έχω προσέξει, μόνο που νόμιζα πως ήταν...»
   Η φωνή της πνίγεται και σωπαίνει.
   «Στην αρχή το πίστεψα κι εγώ», λέει η μεγαλύτερη, «εμείς τα κορίτσια ήμαστε πολύ κουτά. Μολαταύτα γρήγορα κατάλαβα πως του χρησιμεύαμε απλά για δικαιολογία».
   Και οι δυο τώρα σωπαίνουν. Η συζήτηση φαίνεται να έχει τελειώσει. Βυθίζονται στις σκέψεις τους ή σε ονείρατα. Τότε η μικρότερη, που δεν κατορθώνει να καταλάβει, λέει άλλη μια φορά στο σκοτάδι:
   «Μα γιατί κλαίει λοιπόν, αφού την αγαπάει; Κι εγώ νόμιζα πως ο έρωτας είναι ωραίο πράγμα».
   «Δεν ξέρω», απαντάει η πιο μεγάλη σαν ονειροπαρμένη. «Κι εγώ το ίδιο νόμιζα».
   Και σιγά, λυπημένα, σαν πνοή από χείλη που τα βαραίνει κιόλας ο ύπνος, ακούγεται μια φορά ακόμα:
   «Καημένη Mademoiselle 
   Κατόπιν η σιωπή απλώνεται στο δωμάτιο.
 
....................
 
   Το άλλο πρωί δεν ξαναμιλάνε γι' αυτό το ζήτημα, μα η καθεμιά τους μαντεύει πως οι σκέψεις της άλλης τριγυρίζουν στο ίδιο θέμα. Περνούν η μια δίπλα στην άλλη, απομακρύνονται, μα τα βλέμματά τους συναντιούνται άθελά τους όταν και οι δύο παρατηρούν κρυφά την γκουβερνάντα τους. Στο τραπέζι εξετάζουν μ' επιμονή τον ξάδελφό τους Ότο, που ζει στο σπίτι εδώ και χρόνια, σα να ήταν ξένος.
   Δεν του μιλάνε, αλλά κάτω από τα χαμηλωμένα βλέφαρά τους τον λοξοκοιτάζουν για να δουν μήπως κάνει νοήματα στην γκουβερνάντα τους. Η ανησυχία τις βασανίζει. Αντίθετα από τις συνήθειές τους, σήμερα δεν παίζουν και μέσα στην έντονη επιθυμία τους να ξεδιαλύνουν το μυστήριο κάνουν ανώφελα και χωρίς κανένα σκοπό πράγματα.
   Το βράδυ, η μία από αυτές λέει μονάχα με ύφος ψυχρό, σαν αυτό να της ήταν αδιάφορο:
   «Πρόσεξες πάλι τίποτα;»
   «Όχι», της λέει η αδελφή της γυρίζοντας από την άλλη μεριά.
   Σα να φοβούνται και οι δυο να μιλήσουν. Αυτή η βουβή παρακολούθηση, αυτά τα τεχνάσματα και η έρευνα των παιδιών, που με ανησυχία κι ασυνείδητα αισθάνονται πως βρίσκονται κοντά σ' ένα θαυμαστό μυστήριο, συνεχίζεται για κάμποσες μέρες.
   Επιτέλους, η μια από αυτές αντιλαμβάνεται στο τραπέζι ότι η γκουβερνάντα κάνει νόημα με τα μάτια στον Ότο. Αυτός της απαντάει με μια κίνηση του κεφαλιού. Το παιδί τρέμει από συγκίνηση. Αγγίζει κάτω από το τραπέζι το χέρι της μεγάλης αδελφής της. Καθώς κι εκείνη στρέφεται προς το μέρος της, την κοιτάζει με μάτια που πετάνε σπίθες. Η άλλη καταλαβαίνει αμέσως τη χειρονομία της και νιώθει την ίδια συγκίνηση.
   Μόλις τα δυο παιδιά σηκώθηκαν από το τραπέζι, η γκουβερνάντα τούς λέει:
   «Πηγαίνετε στην κάμαρά σας και κάνετε κάτι. Πονάει το κεφάλι μου και θέλω να ησυχάσω μισή ώρα».
   Οι μικρές κατεβάζουν τα μάτια τους κι αγγίζουν η μια της αλληνής το χέρι σα να συνεννοούνται. Μόλις φεύγει η γκουβερνάντα, η μικρή λέει ζωηρά στην αδελφή της:
   «Να δεις ότι τώρα ο Ότο θα πάει στο δωμάτιο της Mademoiselle!»
   «Ναι, γι' αυτό μας είπε να πάμε στην κάμαρά μας».  
   «Πρέπει να κρυφακούσουμε στην πόρτα».
   «Αν έρθει όμως κανένας;»
   «Ποιος θα έρθει;»
   «Η μαμά».
   Η μικρούλα τρομάζει.
   «Καλά. Τότε...»  
   «Ξέρεις, ενώ εγώ θα κρυφακούω στην πόρτα, εσύ θα παραμονεύεις στο διάδρομο και θα μου κάνεις νόημα αν τύχει και φανεί κανένας. Έτσι δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα».
   Η μικρή κατσουφιάζει:
   «Μα κατόπιν θα μου τα πεις όλα, ναι;»
   «Όλα».
   «Αλήθεια όλα... μα όλα!»
   «Ναι, σου δίνω το λόγο μου κι εσύ θα βήξεις αν ακούσεις να έρχεται κανένας». 
   Περιμένουν στο διάδρομο αναστατωμένες και τρέμοντας. Η καρδιά τους χτυπάει δυνατά. Τι θα συμβεί; Σφίγγονται η μια πλάι στην άλλη. Ακούγεται κάποιο βήμα κι αμέσως κρύβονται στο σκοτάδι. Ναι, ο Ότο είναι. Πιάνει το πόμολο και η πόρτα ανοίγει. Γρήγορη σαν αστραπή η μεγαλύτερη ορμάει πίσω του και κολλάει στην πόρτα τ' αυτί της κρατώντας την ανάσα της. Η μικρότερη κοιτάζει προς το μέρος της με αγωνία. Η περιέργεια την καίει κι αφήνει τη θέση της. Πλησιάζει στην πόρτα, αλλά η αδελφή της την σπρώχνει θυμωμένα. Περιμένει πάλι στο διάδρομο δύο ή τρία λεπτά που της φαίνονται αιώνες. Η ανυπομονησία τής φέρνει πυρετό, τα πόδια της κινούνται συνεχώς δεξιά κι αριστερά σα να πατάει πάνω σε πυρωμένο έδαφος. Της έρχεται σχεδόν να κλάψει από το κακό της κι από το θυμό της, γιατί η αδελφή της τ' ακούει όλα κι αυτή τίποτα. Τότε, δίπλα στο τρίτο δωμάτιο, κλείνει μια πόρτα. Η κοπελίτσα βήχει και οι δυο τους τρέχουν στην κάμαρά τους. Για ένα λεπτό δεν μπορούν ν' αναπνεύσουν και η καρδιά τους χτυπάει δυνατά. 
   Κατόπιν, η μικρή ρωτάει γρήγορα, θέλοντας να μάθει:
   «Λοιπόν... λέγε».
   Η μεγαλύτερη παίρνει ένα ύφος συλλογισμένο. Τέλος, αφηρημένη, σα να μιλάει στον εαυτό της, λέει:
   «Δεν καταλαβαίνω».
   «Τι;»
   «Μου φαίνεται τόσο παράξενη».
   «Τι, τι;» λέει η μικρή ανασαίνοντας γρήγορα. 
   Η αδελφή της προσπαθεί να θυμηθεί. Η μικρή κολλάει σχεδόν επάνω της για να μην της ξεφύγει καμιά λέξη.
   «Ήταν πολύ παράξενο... εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι φανταζόμουνα. Νομίζω πως όταν μπήκε στο δωμάτιο θέλησε να την πάρει στην αγκαλιά του ή να της δώσει ένα φιλί, γιατί εκείνη είπε: “Άφησέ με, έχω να σου μιλήσω για σοβαρά πράγματα”. Δεν μπόρεσα να δω τίποτα γιατί το κλειδί ήταν πάνω στην πόρτα, από μέσα. Άκουσα όμως πολύ καθαρά ό,τι λέγανε: “Τι συμβαίνει λοιπόν;” απάντησε ο Ότο, μα μ' εντελώς αγνώριστο τόνο. Ξέρεις καλά ότι συνήθως εκφράζεται με θράσος και θορυβώδικα, όμως αυτά τα λόγια του ήταν τόσο συνεσταλμένα, που αμέσως μάντεψα ότι κάτι φοβόταν. Και κείνη πρόσεξε ότι η στάση του ήταν ψεύτικη, γιατί αρκέστηκε να του πει σιγά: “Το ξέρεις καλά”. “Όχι, δεν ξέρω τίποτα”. “Α”, έκανε τότε αυτή, λυπημένα, πολύ λυπημένα. “Και γιατί λοιπόν δε φαίνεσαι καθόλου; Οκτώ μέρες τώρα δε μου είπες ούτε μια λέξη, κάνεις ό,τι μπορείς για να μ' αποφύγεις, δε συνοδεύεις τα παιδιά, δεν έρχεσαι πια στο πάρκο. Έγινα λοιπόν ξαφνικά τόσο ξένη για σένα; Ω, ξέρεις καλά γιατί έφυγες έτσι απότομα από κοντά μου”. Ο Ότο σώπασε και κατόπιν είπε: “Είναι παραμονές εξετάσεων, έχω πολλή δουλειά και δε μου μένει καιρός να σκεφτώ τίποτε άλλο. Για την ώρα, μου είναι εντελώς αδύνατο”. Τότε εκείνη άρχισε να κλαίει, κατόπιν του είπε ανάμεσα στα δάκρυά της, αλλά με πολλή τρυφερότητα και καλοσύνη: “Ότο, γιατί λες ψέματα; Πες την αλήθεια, δεν έκανα τίποτα για να μου φέρεσαι έτσι. Δε σου ζήτησα τίποτα, πρέπει όμως να μιλήσουμε γι' αυτό το πράγμα. Ξέρεις καλά τι έχω να σου πω, το βλέπω στα μάτια σου”. “Τι;” ψιθύρισε ο Ότο, αλλά πολύ - πολύ αδύνατα. Τότε εκείνη είπε...»
   Ξαφνικά το κοριτσάκι αρχίζει να τρέμει και η συγκίνησή του το εμποδίζει να εξακολουθήσει τη διήγησή του. Η μικρότερη κολλάει περισσότερο επάνω της:
   «Τι, τι, λοιπόν;»
   «Τότε η γκουβερνάντα είπε: “Ξέρεις καλά ότι έχω ένα παιδί από σένα”».
   «Ένα παιδί, ένα παιδί, μα αυτό είναι αδύνατο».
   «Κι όμως το είπε».  
   «Δεν άκουσες καλά».
   «Όχι, όχι, το επανέλαβε. Κι εκείνος τινάχτηκε όπως εσύ κι αναφώνησε: “Ένα παιδί!” Αυτή δε μίλησε για λίγη ώρα. Κατόπιν είπε: “Τι θα γίνει τώρα;»
   «Κατόπιν...»
   «Κατόπιν;»
   «Κατόπιν έβηξες και αναγκάστηκα να φύγω». 
   Ανάστατη η μικρότερη κοιτάζει ίσια μπροστά της.
   «Ένα παιδί! Μα αυτό είναι αδύνατο. Πού το έχει βάλει;»
   «Δεν ξέρω. Αυτό ακριβώς δεν καταλαβαίνω».
   «Ίσως στο σπίτι ή... πριν έρθει σε μας. Φυσικά η μαμά δεν της επέτρεψε εξαιτίας μας να το πάρει μαζί της».
   «Μπα; Ξέρεις καλά ότι τότε δε γνώριζε ακόμα τον Ότο».
   Σωπαίνουν πάλι. Βρίσκονται σε μεγάλη αμηχανία και είναι πολύ στενοχωρημένες. Η σκέψη του παιδιού τις βασανίζει. Και η πιο μικρή ξαναλέει:
   «Ένα παιδί! Μα αυτό είναι εντελώς αδύνατο. Πώς μπόρεσε ν' αποκτήσει παιδί; Δεν είναι παντρεμένη και μόνο οι παντρεμένοι έχουν παιδιά. Το ξέρω καλά». 
   «Μήπως ήταν παντρεμένη;»
   «Μην είσαι, λοιπόν, τόσο κουτή. Πάντως όχι με τον Ότο».
   «Τότε πώς;»
   Δεν ξέρουν πια τι να σκεφτούν και κοιτάζει η μια την άλλη στα μάτια.
   «Καημένη Mademoiselle!» λέει η μία από τις δύο, με ύφος πολύ λυπημένο.
   Και στα χείλη τους ξανάρχεται αυτή η φράση μ' έναν αναστεναγμό γεμάτο συμπόνια. Και όσο πάει δυναμώνει μέσα τους η περιέργεια.
   «Αναρωτιέμαι αν είναι αγόρι ή κορίτσι». 
   «Ποιος μπορεί να ξέρει;»
   «Τι λες αν τη ρωτούσα... πολύ, πολύ διακριτικά;»
   «Είσαι τρελή».
   «Γιατί; Είναι τόσο καλή μαζί μας».
   «Μα τι λες; Ξέρεις ότι δε μας μιλάνε για τέτοια πράγματα. Μας τα κρύβουνε όλα. Όταν μπαίνουμε στο σαλόνι, η συζήτηση σταματάει και κουβεντιάζουν μαζί μας για κουτά πράγματα σα να είμαστε μικρούλες, κι όμως έκλεισα τα δεκατρία. Γιατί θέλεις να την ρωτήσεις, αφού ξέρεις ότι δε μας λένε παρά μόνο ψέματα;» 
   «Θα ήθελα πολύ να ξέρω...»
   «Μήπως νομίζεις πως εγώ δε θέλω;»
   «Εκείνο που δεν καταλαβαίνω είναι πως δεν το ήξερε ο Ότο. Όπως ξέρουμε ότι έχουμε γονείς, έτσι ξέρουμε ότι υπάρχουν και παιδιά».
   «Έκανε απλώς πως δεν το ήξερε, ο πονηρός. Αυτός πάντα προσποιείται».
   «Μα, για ένα τέτοιο πράγμα, δεν είναι... δεν είναι δυνατό». 
   Εκείνη τη στιγμή μπαίνει μέσα η γκουβερνάντα. Σωπαίνουν αμέσως και κάνουν πως εργάζονται. Την κοιτάζουν όμως κρυφά. Τα μάτια της φαίνονται κόκκινα και η φωνή της είναι πιο βαριά απ' ό,τι συνήθως και πάλλει περισσότερο. Τα παιδιά δε βγάζουν κιχ. Ξαφνικά υψώνουν τα μάτια τους προς την γκουβερνάντα μ' ένα φοβισμένο σεβασμό: «Έχει ένα παιδί», σκέφτονται αδιάκοπα, «γι' αυτό είναι τόσο λυπημένη». Και σιγά - σιγά τις κυριεύει κι αυτές η λύπη.
 
....................
 
   Την άλλη μέρα στο τραπέζι, ένα αναπάντεχο νέο τις περιμένει. Ο Ότο φεύγει από το σπίτι. Δήλωσε στο θείο του ότι είχε να δώσει εξετάσεις κι έπρεπε να μελετήσει εντατικά κι εδώ δεν είχε ησυχία. Θα πήγαινε να νοικιάσει ένα δωμάτιο για ένα - δυο μήνες, έως ότου τελειώσουν οι εξετάσεις του.
   Μια φοβερή συγκίνηση κυριεύει τα παιδιά όταν ακούνε το νέο. Νιώθουν ότι η αναχώρηση του Ότο έχει μια μυστική σχέση με τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας. Μαντεύουν με το οξύ τους ένστικτο κάποια ανανδρία, μια φυγή. Όταν ο Ότο πηγαίνει να τις αποχαιρετίσει, του δείχνουν περιφρόνηση και του γυρίζουν τις πλάτες. Μα τον κοιτάζουν κρυφά, τώρα που βρίσκεται μπροστά στην γκουβερνάντα. Τα χείλη της γκουβερνάντας τρεμουλιάζουν, του δίνει ωστόσο το χέρι ήρεμα χωρίς να πει λέξη.
   Τα παιδιά άλλαξαν εντελώς μέσα στις λίγες αυτές μέρες. Εγκατέλειψαν τα παιχνίδια τους και δε χαμογελούν πια. Τα μάτια τους δεν έχουν πια τη λάμψη της χαράς και της ξεγνοιασιάς. Είναι ανήσυχες και η αβεβαιότητα απλώνεται μέσα τους. Νιώθουν μια άγρια δυσπιστία για όλους τους ανθρώπους που τις περιβάλλουν.
   Δεν πιστεύουν πια σ' ό,τι τους λένε. Διαισθάνονται ότι πίσω από κάθε λέξη βρίσκεται το ψέμα και η υστεροβουλία.
   Όλη μέρα παρατηρούν και κατασκοπεύουν, παρακολουθούν κάθε κίνηση, συλλαμβάνουν κάθε σκίρτημα, κάθε τόνο φωνής.
   Τρυπώνουν παντού σα σκιές, κρυφακούνε στις πόρτες για ν' αρπάξουν μια λέξη, ένας φοβερός αγώνας γίνεται μέσα τους για να τινάξουν από τους ανυπόμονους ώμους τους το σκοτεινό δίχτυ αυτών των μυστηρίων ή τουλάχιστον για να ρίξουν μέσα από καμιά τρύπα ένα βλέμμα πάνω στον κόσμο της πραγματικότητας.
   Η παιδική πίστη, αυτή η χαρούμενη και ξέγνοιαστη τυφλότητα, πέταξε μακριά τους. Και προαισθάνονται ότι η βαριά ατμόσφαιρα που δημιούργησαν τα γεγονότα θα κάνει να ξεσπάσει κάποιο καινούργιο συνταρακτικό γεγονός και φοβούνται μήπως δεν το αντιληφθούν.
   Τώρα που ξέρουν ότι τις περιβάλλει το ψέμα, είναι επιφυλακτικές και δύσπιστες, πονηρές και ψεύτρες. Όταν βρίσκονται κοντά στους γονείς τους, προσποιούνται τις αθώες κοπελίτσες, μα όταν είναι μόνες τους, παραδίδονται στον εσωτερικό τους οργασμό. Όλη τους η ύπαρξη δεν είναι πια παρά νευρική ανησυχία, τα μάτια τους, που άλλοτε είχαν μια λάμψη απαλή και γλυκιά, τώρα φαίνονται πιο λαμπερά και πιο βαθιά. Με το να παρακολουθούν διαρκώς και να κατασκοπεύουν, παθαίνουν ψυχική κόπωση και η αμοιβαία τους αγάπη γίνεται στενότερη. Μερικές φορές μέσα στο αίσθημα της άγνοιάς τους, αγκαλιάζονται ξαφνικά με μανία, υποχωρώντας σε μια ανάγκη τρυφερότητας που ξαφνικά ξεχειλίζει, ή αναλύονται σε δάκρυα. Χωρίς φαινομενική αιτία, η ζωή τους περνάει μια ξαφνική κρίση.
   Ανάμεσα στις πολλές δοκιμασίες που περνάνε, είναι μία για την οποία έχουν μεγαλύτερη συνείδηση. Μέσα στο βάθος του εαυτού τους, χωρίς να προφέρουν ούτε μια λέξη, έχουν αναλάβει την υποχρέωση να δίνουν όσο μπορούν περισσότερη χαρά στην γκουβερνάντα τους που είναι τόσο λυπημένη.
   Κάνουν τα μαθήματά τους μ' επιμέλεια, βοηθάνε η μια την άλλη, αποφεύγουν κάθε θόρυβο, δε δίνουν αφορμή για να τις μαλώσει και προσπαθούν να προλάβουν κάθε της επιθυμία. Μα η γκουβερνάντα δεν το καταλαβαίνει, κι αυτό τους κάνει κακό. Έχει αλλάξει εντελώς τον τελευταίο καιρό. Καμιά φορά, όταν κανένα από τα κορίτσια της μιλάει, τινάζεται σαν να την ξύπνησαν απότομα. Και τότε, φαντάζει σα να επιστρέφει το βλέμμα της από πολύ μακριά και κάτι αναζητάει. Συχνά κάθεται ώρες ολόκληρες, κοιτάζοντας μπροστά της, σα να ονειρεύεται. Τότε οι κοπέλες περπατούν σιγά, στις μύτες των ποδιών τους, για να μην την ενοχλήσουν. Νιώθοντας ένα αόριστο και μυστηριώδες συναίσθημα, συλλογίζονται πως τώρα θα σκέφτεται το παιδί της που είναι εκεί κάτω μακριά. Από τα βάθη της γυναικείας τους φύσης, που έχει πια ξυπνήσει, αγαπούν όλο και πιο πολύ την γκουβερνάντα που τώρα έχει γίνει τόσο γλυκιά και καλή. Η περπατησιά της, που ήταν άλλοτε ζωηρή και πεταχτή, τώρα είναι πιο ήσυχη. Οι κινήσεις της είναι προσεκτικότερες κι όλα αυτά προδίδουν μια κρυφή λύπη.
   Δεν την έχουν δει ποτέ να κλαίει, μα πολλές φορές τα μάτια της είναι κόκκινα. Αντιλαμβάνονται ότι η γκουβερνάντα θέλει να τους κρύψει τον πόνο της και είναι απελπισμένες που δεν μπορούν να την βοηθήσουν.
   Μια μέρα που ήταν γυρισμένη προς το παράθυρο κι έφερε το μαντήλι στα μάτια της, η πιο μικρή ξεθάρρεψε και, παίρνοντάς της σιγά το χέρι της, είπε:
   «Mademoiselle, είστε τόσο λυπημένη τον τελευταίο αυτόν καιρό. Δεν πιστεύω όμως να φταίμε εμείς; Δεν είναι έτσι;»
   Η γκουβερνάντα την κοίταξε με συγκίνηση κι άπλωσε το χέρι της πάνω στα σγουρά μαλλιά της μικρούλας:
   «Όχι, παιδί μου, όχι», της είπε. «Ασφαλώς δε φταίτε εσείς», και την φίλησε απαλά στο μέτωπο.  
 
....................
 
   Πάντοτε παρακολουθώντας και κατασκοπεύοντας χωρίς να της διαφεύγει τίποτα απ' ό,τι αντίκριζαν τα μάτια της, μπαίνοντας μια μέρα ξαφνικά μέσα στο σαλόνι, η μια από τις δύο μικρές άρπαξε μερικά λόγια από τη συζήτηση. Μια φράση μονάχα, γιατί οι γονείς της σταμάτησαν αμέσως την κουβέντα. Κάθε λέξη όμως τώρα δημιουργούσε μέσα τους χίλιες δυο υποθέσεις. «Και μένα μου φάνηκε παράξενο», έλεγε η μαμά τους. «Άμα είναι έτσι, θα την ρωτήσω». Η μικρή νόμισε στην αρχή ότι αυτά τα έλεγε για εκείνη και σχεδόν τρομαγμένη έτρεξε να βρει την αδελφή της για να ζητήσει τη συμβουλή της και τη βοήθειά της. Αλλά το μεσημέρι, παρατηρούν ότι τα βλέμματα των γονιών τους προσηλώνονται πάνω στο πρόσωπο της γκουβερνάντας και κατόπιν οι γονείς τους κοιτάζονται μεταξύ τους. Μετά από το φαγητό η μητέρα τους λέει μ' έναν ελαφρό τόνο στην γκουβερνάντα: «Σας παρακαλώ να έρθετε στο δωμάτιό μου, έχω να σας μιλήσω». Η γκουβερνάντα έγνεψε σιγά με το κεφάλι. Τα παιδιά τρέμουν σύγκορμα. Μαντεύουν ότι τώρα κάτι πρόκειται να συμβεί.
   Μόλις η γκουβερνάντα μπαίνει στο δωμάτιο της μαμάς τους, τρέχουν ξωπίσω τους. Το να κρυφακούνε πίσω από τις πόρτες, να κρύβονται στις γωνιές,  να κατασκοπεύουν, αυτό τους φαίνεται τώρα ολότελα φυσικό. Δεν αισθάνονται πια πόσο άσχημο κι επικίνδυνο είναι αυτό. Ένα μονάχα απασχολεί το μυαλό τους. Να γνωρίσουν όλα τα μυστικά που τους κρύβουν.
   Αφουγκράζονται. Μα δεν ακούνε παρά μονάχα τον ελαφρύ ήχο των λέξεων που ψιθυρίζουν. Μια νευρική τρεμούλα συνταράζει τα κορμιά τους. Φοβούνται μήπως δεν τ' ακούσουν όλα. Μα να, μια φωνή μέσα στο δωμάτιο ακούγεται καθαρότερα. Είναι η φωνή της μαμάς τους. Με ύφος αυστηρό και κακό λέει: «Νομίσατε ότι όλος ο κόσμος είναι στραβός, ότι ένα παρόμοιο πράγμα δε φαίνεται; Φαντάζομαι πως θα κάνετε το καθήκον σας, με τέτοιες ιδέες και τέτοια ηθική. Σε μια τέτοια γυναίκα είχα εμπιστευτεί την ανατροφή των παιδιών μου, των κοριτσιών μου, που ένας Θεός ξέρει πόσο θα τα παραμελήσατε».
   Η γκουβερνάντα φαίνεται σαν κάτι να λέει. Μα μιλάει πολύ σιγά και τα παιδιά δεν μπορούν ν' ακούσουν. «Δικαιολογίες, δικαιολογίες. Κάθε άνθρωπος με την ηθική τη δική σας έχει τις δικαιολογίες του. Παραδίδεται στον πρώτο τυχόντα και δε σκέφτεται τίποτα. Γι' αυτό υπάρχει Θεός, ε; Και μια τέτοια γυναίκα θέλει να είναι δασκάλα και ν' ανατρέφει κορίτσια. Αυτό είναι ξεδιαντροπιά. Δεν πιστεύω να νομίζετε ότι μπορώ να σας κρατήσω πολύ καιρό ακόμα στην κατάσταση που βρίσκεστε;» 
   Έξω τα παιδιά στήνουν τ' αφτί τους κι ένα ρίγος διαπερνάει το κορμί τους. Δεν καταλαβαίνουν τίποτε από αυτά, αλλά είναι φοβερό για κείνα ν' ακούνε την τόσο θυμωμένη φωνή της μητέρας τους και τώρα σαν απάντηση ακούγονται τα πνιγμένα αναφιλητά της γκουβερνάντας. Τα δάκρυα κυλάνε από τα μάτια της, μα η μητέρα τους θυμώνει περισσότερο: «Δεν ξέρετε να κάνετε τίποτε άλλο τώρα παρά να κλαίτε. Αυτό δε με συγκινεί. Δε λυπάμαι ανθρώπους σαν εσάς. Δε μ' ενδιαφέρει τι θ' απογίνετε. Εσείς τώρα ξέρετε σε ποιον πρέπει ν' αποτανθείτε. Εκείνο που ξέρω εγώ είναι ότι δε μπορώ ν' ανεχτώ ούτε μια μέρα περισσότερο στο σπίτι μου έναν άνθρωπο που παραμελεί με τέτοιον τρόπο το καθήκον του».
   Σαν απάντηση δεν ακούγονται παρά μόνο απελπισμένοι άγριοι λυγμοί σαν ενός ζώου. Έξω, τα παιδιά τρέμουν σαν να έχουν δυνατό πυρετό. Ποτέ δεν έχουν ακούσει κάποιον να κλαίει έτσι, δεν μπορεί να έχει δίκιο. Τώρα η μητέρα τους σωπαίνει και περιμένει. Και ξαφνικά πετάει με σκληρότητα: «Δεν είναι όλο που ήθελα να σας πω. Ετοιμάστε τα πράγματά σας. Αύριο το πρωί, να έρθετε να πάρετε τα χρήματά σας. Χαίρετε».
   Τα παιδιά πετάγονται από την πόρτα και τρέχουν στο δωμάτιό τους. Τι συνέβη λοιπόν; Σαν κεραυνός τις χτύπησε η σκηνή που άκουσαν. Στέκουν ωχρά και τρέμουν. Για πρώτη φορά υποψιάζονται κάτι από την πραγματικότητα. Για πρώτη φορά τολμάνε να δοκιμάσουν ένα επαναστατικό αίσθημα ενάντια στη μητέρα τους.
   «Έκανε άσχημα η μαμά που της μίλησε έτσι», λέει με σφιγμένα δόντια η μεγαλύτερη.
   Η μικρότερη τρομάζει μπρος στην τολμηρότητα αυτής της φράσης και τραυλίζει:
   «Μα δεν ξέρουμε καθόλου τι έκανε».
   «Κακό πάντως όχι. Η Mademoiselle δε μπορεί να έκανε κακό. Η μαμά δεν την ξέρει». 
   «Και πώς έκαιγε! Φοβήθηκα».
   «Ναι, ήταν τρομερό. Μα και η μαμά τι φωνές έβγαλε! Ήταν άσχημο, στο λέω, άσχημο».
   Χτυπάει το πόδι της. Τα μάτια της πλημμυρίζουν δάκρυα. Την ίδια στιγμή, μπαίνει μέσα η γκουβερνάντα. Έχει ύφος κουρασμένο.
   «Παιδιά μου, έχω κάποια δουλειά σήμερα το απόγευμα. Θα μείνετε μόνες. Θα είστε φρόνιμες, έτσι δεν είναι; Θα έρθω το βράδυ να δω αν όλα είναι εντάξει».
   Βγαίνει χωρίς να προσέξει τη συγκίνηση των κοριτσιών.
   «Είδες; Τα μάτια της ήταν πρησμένα από το κλάμα. Δεν καταλαβαίνω πώς μπόρεσε να της φερθεί έτσι η μαμά».
   «Καημένη Mademoiselle!» 
   Αυτές οι λέξεις αντηχούν και πάλι γεμάτες συμπόνια και απελπισία. Οι μικρές είναι πολύ ταραγμένες. Έρχεται η μητέρα τους και τις ρωτάει αν θέλουν να βγουν μαζί της περίπατο με το αμάξι. Τα παιδιά δε θέλουν. Η μητέρα τους τούς προξενεί φόβο. Κι έπειτα είναι τόσο ταραγμένες που κανένας δεν τους λέει λέξη για το διώξιμο της γκουβερνάντας.
   Προτιμούν να μείνουν μόνες. Πάνε κι έρχονται σαν δύο χελιδόνια κλεισμένα σ' ένα στενό κλουβί. Πνίγονται μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα της ψευτιάς και της υποκρισίας. Αναρωτιούνται αν δε θα έπρεπε να πάνε να βρούνε την γκουβερνάντα στο δωμάτιό της, να τη ρωτήσουν και να κουβεντιάσουν μαζί της για εκείνα που συνέβηκαν, αν της πουν πως πρέπει να μείνει και ότι η μαμά τους έχει άδικο. Αλλά φοβούνται μήπως την πληγώσουν. Κι έπειτα ντρέπονται: Αυτά που ξέρουν τα έμαθαν κρυφακούγοντας πίσω από τις πόρτες. Πρέπει ν' αφήσουν τους άλλους να νομίσουν ότι είναι κουτές, κουτές όπως ήταν πριν δυο - τρεις βδομάδες. Μένουν έτσι μόνες ένα μακρύ, ατελείωτο απόγευμα, βασανίζοντας το μυαλό τους και κλαίγοντας. Διαρκώς στ' αφτιά τους  αντηχούν οι τρομακτικοί αυτοί τόνοι: Ο κακός κι ανελέητος θυμός της μητέρας τους και τ' απελπισμένα αναφιλητά της γκουβερνάντας.
   Το βράδυ, εκείνη έρχεται να τις δει βιαστικά και τους εύχεται καληνύχτα. Τα κοριτσάκια τρέμουν όταν τη βλέπουν να φεύγει. Θα ήθελαν πολύ να της έλεγαν κάτι. Μα τώρα, που βρίσκεται κιόλας κοντά στην πόρτα, η γκουβερνάντα γυρίζει ξαφνικά άλλη μια φορά σα να την έκραξε ο βουβός τους πόθος. Κάτι λάμπει μέσα στα υγρά κι ανήσυχα μάτια της. Αγκαλιάζει τα δυο παιδιά, που ξεσπάνε σε ασυγκράτητα αναφιλητά, τους δίνει ένα τελευταίο φιλί και κατόπιν βγαίνει βιαστικά. Οι μικρούλες στέκονται εκεί όρθιες, πνιγμένες στα δάκρυα. Νιώθουν ότι ήταν ο τελευταίος αποχαιρετισμός.
   «Δε θα την ξαναδούμε», λέει η μια κλαίγοντας. «Πίστεψέ με, αύριο, όταν γυρίσουμε από το σχολείο, δε θα τη βρούμε πια εδώ».
   «Ίσως αργότερα θα μπορέσουμε να την επισκεφτούμε. Τότε σίγουρα θα μας δείξει και το παιδί της».
   «Ναι, είναι τόσο καλή».
   «Καημένη Mademoiselle!» αναφωνεί η μια εκφράζοντας ασυνείδητα μια ανησυχία για την ίδια της τη μοίρα.
   «Μπορείς να φανταστείς πώς θα είναι τώρα η ζωή χωρίς αυτήν;»
   «Ποτέ δε θα μπορέσω να υποφέρω μια άλλη».
   «Ούτε εγώ».
   «Καμιά δε θα είναι τόσο καλή με μας. Κι έπειτα...»
   Δεν τολμάει να τελειώσει τη φράση της κι ένα ασυνείδητο συναίσθημα της γυναικείας φύσης τις κάνει να νιώθουν ασυνείδητο σεβασμό για την γκουβερνάντα τους, από τη στιγμή που ξέρουν ότι έχει ένα παιδί. Το σκέφτονται αυτό αδιάκοπα και οι δυο κι όχι πια  με την παλιά παιδική περιέργεια, αλλά με την πιο βαθιά συγκίνηση και την πιο μεγάλη συμπάθεια.
   «Άκου», λέει η μία.  
   «Ναι».
   «Ξέρεις, θα ήθελα να ευχαριστήσω για τελευταία φορά την γκουβερνάντα μας πριν φύγει. Έτσι θα ξέρει ότι την αγαπάμε και δεν είμαστε σαν τη μαμά. Θέλεις;»
   «Μα είναι ανάγκη να με ρωτάς;»
   «Θυμήθηκα ότι αγαπούσε πολύ τ' άσπρα τριαντάφυλλα και σκέφτομαι ότι αύριο νωρίς το πρωί, πριν πάμε στο σχολείο, θα μπορούσαμε ν' αγοράσουμε μερικά από αυτά και να τα βάζαμε στην κάμαρά της».
   «Πότε όμως θα τα βάλουμε;»  
   «Το μεσημέρι».
   «Τότε ασφαλώς θα έχει φύγει. Προτιμώ να κατέβω πολύ νωρίς και να πάω γρήγορα να τ' αγοράσω χωρίς να με δει κανένας. Και τότε τα πάμε στην κάμαρά της».
   «Ναι, θα σηκωθούμε πολύ πρωί».
   Παίρνει η καθεμιά τον κουμπαρά της και βγάζουν από μέσα όλα τα λεφτά. Τώρα ξανάγιναν πιο χαρούμενες από τη στιγμή που ξέρουν ότι μπορούν να δώσουν στην γκουβερνάντα τους μια βουβή απόδειξη της αφοσίωσής τους.
 
......................
 
   Σηκώνονται πολύ πρωί. Χτυπούν την πόρτα της γκουβερνάντας κρατώντας στα χέρια τους που τρέμουν ελαφρά τα ωραία ανοιχτά τριαντάφυλλα που θέλουν να της προσφέρουν, μα κανένας δεν τους απαντάει. Νομίζουν ότι η γκουβερνάντα κοιμάται και μπαίνουν σιγά. Αλλά το δωμάτιο είναι άδειο και το κρεβάτι απείραχτο. Στην κάμαρά της επικρατεί μεγάλη ακαταστασία. Πάνω στο σκούρο σκέπασμα του τραπεζιού, μερικά γράμματα ρίχνουν μια αδύνατη ανταύγεια.
   Τα παιδιά τρομάζουν. Τι συνέβη;
   «Πηγαίνω να βρω τη μαμά», λέει αποφασιστικά η μεγαλύτερη.
   Και υπεροπτικά, με μάτια σκοτεινά, άφοβα, πηγαίνει και στέκεται μπροστά στη μαμά της και την ρωτάει:
   «Πού είναι η γκουβερνάντα μας;» 
   «Θα είναι στο δωμάτιό της», απαντάει παραξενεμένη η μητέρα της.
   «Το δωμάτιο είναι άδειο και το κρεβάτι απείραχτο. Θα έφυγε από χτες το βράδυ. Γιατί δε μας είπατε τίποτα;»
   Η μητέρα δεν προσέχει καθόλου την έκφραση κακίας και το προκλητικό ύφος του παιδιού. Χλομιάζει και πηγαίνει να συναντήσει τον άντρα της. Αυτός αμέσως ορμάει στο δωμάτιο της γκουβερνάντας. Αργεί να ξαναγυρίσει. Το κοριτσάκι παρατηρεί έντονα τη μητέρα του, που φαίνεται πολύ συγχυσμένη. Αυτή δεν τολμάει να κοιτάξει στα μάτια το παιδί.
   Ο πατέρας επιστρέφει. Είναι κατάχλομος και στα χέρια του κρατάει ένα γράμμα. Πηγαίνει με τη μητέρα τους στο σαλόνι κι εκεί κάτι της λέει σιγά. Τα παιδιά μένουν έξω. Δεν τολμούν να κρυφακούσουν. Φοβούνται τον πατέρα τους, που δεν τον έχουν ματαδεί σε τέτοια κατάσταση.
   Η μητέρα τους, που τώρα βγαίνει από το σαλόνι, έχει ύφος ταραγμένο και τα μάτια της είναι πλημμυρισμένα δάκρυα. Οι μικρές την πλησιάζουν ασυνείδητα σαν να τις σπρώχνει η αγωνία που νιώθουν και θέλουν πάλι να την ρωτήσουν. Αυτή όμως τους λέει σκληρά:
   «Πηγαίνετε στο σχολείο, αργήσατε».
   Και οι μικρούλες είναι υποχρεωμένες να φύγουν. Στο σχολείο μένουν τέσσερις - πέντε ώρες σαν ονειροπαρμένες ανάμεσα στ' άλλα κοριτσάκια και δεν ακούνε λέξη απ' ό,τι λέγεται. Μετά ξαναγυρίζουν βιαστικά στο σπίτι.
   Εκεί, όλα είναι όπως πάντοτε, μόνο που κάποια φοβερή σκέψη φαίνεται ν' απασχολεί όλο τον κόσμο. Κανείς δεν μιλάει, μα ολωνών τα βλέμματα, ακόμα και των υπηρετών, έχουν μια αλλόκοτη έκφραση. Η μητέρα τους τις πλησιάζει. Φαίνεται σα να έχει ετοιμαστεί για να πει κάτι. Αρχίζει:
   «Παιδιά μου, η γκουβερνάντα σας δε θα ξαναγυρίσει πια, είναι...»
   Μα δεν τολμάει ν' αποσώσει. Τα μάτια των παιδιών είναι τόσο αστραφτερά, που διαπερνούνε τα δικά της, τόσο απειλητικά με τέτοιο ύφος κακίας, που δεν τολμάει να τους πει ένα ψέμα. Τους γυρίζει τις πλάτες, κάνει μερικά βήματα και χάνεται στο δωμάτιό της.
   Το απόγευμα έρχεται ξαφνικά ο Ότο. Τον κάλεσαν γιατί έχει ένα γράμμα στο όνομά του. Κι αυτός είναι χλομός. Κοιτάζει γύρω του σα χαμένος. Κανένας δεν του μιλάει. Όλοι τον αποφεύγουν. Παρατηρεί τότε τα δυο παιδιά που στέκονται σε μια γωνιά και θέλει να τους πει καλημέρα.
   «Μη μ' αγγίζεις», λέει η μία τρέμοντας από αηδία. Και η άλλη φτύνει μπροστά του. 
   Αυτός περιφέρεται λίγο στενοχωρημένος κι έπειτα εξαφανίζεται.
   Κανένας δε μιλάει στα παιδιά. Μα κι εκείνα δε λένε λέξη. Ωχρά και ταραγμένα περιφέρονται στο σπίτι σα θηρία μέσα στο κλουβί τους. Όταν συναντιούνται, ατενίζουν η μια την άλλη με μάτια δακρυσμένα και δεν προφέρουν ούτε μία συλλαβή. Τώρα τα ξέρουν όλα. Ξέρουν ότι τους είπαν ψέματα, ότι όλοι οι άνθρωποι μπορεί να είναι κακοί και τιποτένιοι. Δεν αγαπούν πια τους γονείς τους, δεν πιστεύουν πια σ' αυτούς. Ξέρουν ότι δε θα μπορούν πια να έχουν εμπιστοσύνη σε κανέναν και ότι τώρα όλο το βάρος αυτής της απαίσιας ζωής θα πέσει πάνω στους αδύνατους ώμους τους. Από την ευτυχισμένη γαλήνη της παιδικής τους ηλικίας, είναι σαν να τρέχουν προς μια άβυσσο. Δεν μπορούν ακόμα να καταλάβουν το φρικτό δράμα που έγινε γύρω τους, μα η σκέψη τους κάνει τρομερές προσπάθειες για να καταλάβει και προσπαθεί να τις πνίξει.
   Ο πυρετός φλογίζει τα μάγουλά τους, έχουν μια έκφραση θυμωμένη και κακή. Περιφέρονται εδώ κι εκεί σαν παγωμένες μέσα στην απομόνωσή τους. Κανένας, μήτε οι γονείς τους δεν τολμούν να τους μιλήσουν, με τόση κακία κοιτάζουν όλο τον κόσμο. Το αδιάκοπο πηγαινέλα τους καθρεφτίζει την εσωτερική τους ταραχή. Χωρίς να κουβεντιάζουν, μια τρομερή αλληλεγγύη υπάρχει ανάμεσα στα δυο κορίτσια. Η σιωπή, η αδιαπέραστη, η χωρίς ερωτήσεις σιωπή, ο βουβός, ο χωρίς φωνές και χωρίς δάκρυα πόνος, τις κάνει να θεωρούν τον εαυτό τους ξένο προς όλα.
   Κανένας δεν τις πλησιάζει, ο δρόμος που οδηγεί στην ψυχή τους έχει κοπεί, ίσως για χρόνια. Είναι εχθρές -το αισθάνονται όλοι γύρω τους- αποφασισμένες εχθρές που δε μπορούν πια να συγχωρέσουν, γιατί από χτες έπαψαν να είναι παιδιά.
   Μέσα σ' αυτό το απόγευμα γέρασαν πολλά χρόνια. Και μόνο το βράδυ, όταν βρίσκονται μόνες τους, μέσα στο σκοτάδι της κάμαρας, ξυπνάει μέσα τους ο παιδιάστικος φόβος, ο φόβος της μοναξιάς, ο φόβος των πεθαμένων και ύστερα ένας μυστηριώδης φόβος για τα συγκεχυμένα πράγματα. Μέσα στη γενική αναστάτωση του σπιτιού, ξέχασαν να ζεστάνουν το δωμάτιο. Τρέμοντας ξαπλώνουν στο ίδιο κρεβάτι, αγκαλιάζονται με τ' αδύνατα παιδικά τους μπράτσα και τα λεπτά κι ασχημάτιστα ακόμα κορμιά τους σφίγγονται το ένα πάνω στο άλλο σα να γυρεύουν προστασία. Δεν τολμάνε ακόμα να μιλήσουν. Μα τώρα, η μικρότερη ξεσπάει σε κλάματα κι αρχίζει και η μεγάλη να κλαίει με δυνατούς λυγμούς. Σφιχταγκαλιασμένες, κλαίνε και ποτίζει η μια το πρόσωπο της άλλης με καυτερά δάκρυα, που στην αρχή κυλάνε διστακτικά, κατόπιν πιο γοργά, και η μια δέχεται το τράνταγμα των αναφιλητών της άλλης, που της το ξαναστέλνει με μια ανατριχίλα.
   Ένας πόνος είναι πια και τα δυο παιδιά, ένα κορμί που κλαίει μέσα στο σκοτάδι. Δεν κλαίνε την γκουβερνάντα τους, μήτε τους γονείς τους που είναι τώρα χαμένοι γι' αυτά. Μα μια ξαφνική φρίκη τις αναταράζει, ο φόβος για ό,τι θα προβάλει μέσα από αυτόν τον άγνωστο κόσμο, στον οποίο έριξαν σήμερα το πρώτο τους τρομαγμένο βλέμμα. Φοβούνται τη ζωή, στην οποία μπαίνουν τώρα, τη ζωή που τους φαίνεται μαύρη κι απειλητική σα σκοτεινό δάσος που είναι αναγκασμένες να διασχίσουν. Η συγκεχυμένη αγωνία που νιώθουν γίνεται όσο πάει και πιο αόριστη, φτάνει σχεδόν τα σύνορα του ονείρου και τ' αναφιλητά τους σιγά - σιγά γίνονται πιο αδύνατα. Οι δυο τους πνοές τώρα ανακατεύονται, όπως πριν λίγο ανακατεύονταν τα δάκρυά τους. Και τέλος, αποκοιμιούνται.
 
Τσβάιχ Στέφαν  
 Η μοιραία στιγμή του Βατερλό κι άλλες νουβέλες
(Μετφ. Άρης Καρρέρ),
Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου