Κάθε άνοιξη και καλοκαίρι που επιστρέφω στο χωριό, γυρίζω σ' όλα τα γνώριμα στέκια των πουλιών και στα περάσματα. Γυρεύω σ' όλο τον κάμπο έναν αετομάχο (1) με κοκκινόχρυσες φτερούγες να τον χαϊδέψω με τα μάτια μου, και μου 'ρχεται να κλάψω. Δεν υπάρχει ούτε ένας για σημάδι, πουθενά! Γυρεύω μια σιταρήθρα (2) με τα σπιθουρά της στήθια, ένα μελισσάκη (3) τραγουδιστή με τα γαλάζια του φτερά. Θεέ μου, σκέφτομαι, γιατί τόση σιωπή, τόση θλίψη κι ερημιά! Μόνο τα κοράκια σωθήκανε απ' τα εντομοκτόνα. Με σημαδεύουν κλώθοντας το θανατερό κύκλο τους από πάνω μου κι όπως σώνεται η μέρα γυρίζουν κρώζοντας να κουρνιάσουν στα κυπαρίσσια του νεκροταφείου.
Ήμουνα δεν ήμουνα πεντέξι χρονώ. Ύστερα από τόσα χρόνια, ψάχνοντας τώρα να θυμηθώ την απαρχή τούτης της ιστορίας μέσα στα περασμένα, αχνά αχνά θυμάμαι πως δεν είχα πάει ακόμα στο σχολειό.
Στην πλατεία του δάσκαλου του Κοντακτσή, κάτω απ' το σπίτι του Παπαστάμου, ήτανε κείνο τον καιρό μια ψηλή και τουφωτή μουριά, συκαμνιά, που έκανε μαύρες και ξινές μούρες. Πιο πέρα έτρεχε η βρύση. Το μικρό αυλάκι απ' το νερό, περνώντας κοντά στη ρίζα της μουριάς, την πότιζε και τη θέριευε, καθώς κυλώντας χανότανε παρακάτω στ' αγριοχόρταρα που τα κράταγε δροσερά κι ανθισμένα όλο το καλοκαίρι. Ήτανε αγριομολόχες, δυόσμος κι αγριοκάρδαμος, κι οι μέλισσες με βουητό τρυγούσαν ζωηρές τη γύρη απ' τα μικρά τους λουλουδάκια. Μαζί τους ζουζουνίζανε ένα σωρό ακόμα λογής λογής έντομα και ζωάκια πηδηχτά. Πεταλούδες φανταχτερές, αλογάκια της Παναγίας, γυρίνοι και μπακακάκια μέσα στο νερό, ένα πλήθος από μικροσκοπικό κόσμο που άπλωνε μπροστά στα κατάπληκτα μάτια μας τη θαυμαστή μαγεία του πανηγυριού της ζωής, καθώς εμείς σκύβαμε εκστατικοί πάνω του προσπαθώντας ν' ανακαλύψουμε μέσα στη γοητευτική πολυμορφία του τα μεγάλα φυσικά μυστήρια.
Πυκνή κι αδιαπέραστη στο ψήλος της έστεκε από πάνω μας δροσερή και καταπράσινη η μουριά, γιομάτη απ' το δικό της κόσμο το φτερωτό. Βούιζε από τα ζούκια και τα σπουργίτια, τα τσιώνια (4), τις τζορβάκες και τα τσαρολίθια και τα λογιώ λογιώ μικρά πουλιά. Πηδούσαν απ' τα κλαδιά της το μεσημέρι στ' αυλάκι με το δροσερό νερό, απ' το νερό πηδούσαν πάλι στα κλαδιά της, κι απ' τα κλαδιά της στον ουρανό. Η καλή ψηλή μουριά ήτανε, όπως θα λέγαμε σήμερα, ένα είδος διαπλανητικής εξέδρας για το πότισμα των πουλιών στ' αυλάκι και για την πτήση τους στο διάστημα. Αυτό το ξέραμε και στήναμε ύπουλα το κυνηγετικό καρτέρι μας πίσω απ' το χοντρό κορμό. Τρομερό όπλο στα χέρια μας το λάστιχο.
Ήμουνα βοηθός κυνηγού με λάστιχο. Αυτό ήτανε ένα είδος μαθητείας στο πλάι άλλων πεπειραμένων κυνηγών. Όπως, ας πούμε, οι ασκούμενοι δικηγόροι, έτσι μπαίναμε κι εμείς σιγά σιγά στα μυστικά της κυνηγετικής τέχνης. Μαθαίναμε πρώτα πώς είναι τα πουλιά, ποια είναι τα ονόματά τους, πώς κράζουν, τι τρώνε, τι ώρα πίνουν νερό, πού είναι το τερνέκι τους, πότε κουρνιάζουν, πότε ξυπνάνε κι ένα σωρό άλλες σπουδαίες συνήθειές τους που, αν μπορούσα να τις έγραφα τότε θα γινόμουνα διάσημος πτηνολόγος συγγραφέας. Έγινα κυνηγός και καθυστέρησε πολύ τούτο το τάλαντο! Έτσι γλιτώσανε για κάμποσο καιρό οι αναγνώστες μου, προς αφανισμό των δύστυχων πουλιών!
Μαζί με τις άλλες συνήθειες των πουλιών μαθαίναμε ακόμα πώς μπορείς να τα ζυγώσεις από κοντά, ποια πρέπει να 'ναι η απόσταση βολής, ποια η αδυναμία και η αχίλλεια φτέρνα τους και, τέλος, το απαραίτητο χρήσιμο κανιβαλικό αποτέλεσμα: η νοστιμιά, το πάχος, η τρυφεράδα και ο τρόπος που τρωγότανε το καθένα απ' αυτά τα μικρά θύματα που πολλές φορές δεν ξεπερνούσε το μέγεθος μιας ακρίδας: βραστό, στα κάρβουνα ψητό, τηγανητό ή με ρύζι: οι τέσσερεις κλασικοί τρόποι μαγειρικής. Απ' τα φτεράκια τους με τις φανταχτερές χαρούμενες παραδείσιες πολυχρωμίες και τις φωνούλες τους τις μελωδικές, ή τον ωφελιμιστικό τους σκοπό, δε φαίνεται πως συγκινούνταν ο άγριος μέσα μας αταβιστικός παππούς, ο κυνηγός.
Οι κυνηγοί ήτανε παιδιά μεγαλύτερα από μας τους βοηθούς. Μπορεί και δώδεκα και δεκαπέντε και δεκάξι χρονώ! Οι καλύτεροι απ' αυτούς ήτανε ακόμα μαθητές στο δημοτικό σχολειό, όπου ο δάσκαλος ο Κοντακτσής τους κρατούσε από δύο και τρία χρόνια στην κάθε τάξη απ' αφορμή την εξαιρετική επίδοση που είχανε στο λάστιχο.
Ένας κυνηγός με τουφέκι έχει για βοηθό του το σκυλί, το ζαγάρι. Ένας κυνηγός που κυνηγάει με το λάστιχο, έχει για ζαγάρι το μικρό μαθητευόμενο. Σκύβουν και ζυγώνουν μουλωχτά οι δυο πίσω απ' το φτερωτό στόχο, και μόλις το μικρό πουλάκι πέσει θρυμματισμένο απ' τον καταπέλτη της βολής, ο βοηθός τρέχει γρήγορα και σηκώνει από καταγής το τσακισμένο κορμάκι του. Το μυρίζει απαράλλαχτα όπως το ζαγάρι, το σηκώνει ψηλά σαν τρόπαιο, και ακόμα, μια και επιπλέον τούτο το ζαγάρι διαθέτει, βλέπετε, και το κατ' είδος ανθρώπινο χάρισμα του έναρθρου λόγου, αναφέρει στον ανώτερο όλα τα χαρακτηριστικά της βολής: την έφαγε στο κεφάλι, το έκαμες πίτα, του έσπασες τη ραχοκοκκαλιά, του έβγαλες τα άντερα... Ακόμα εκτιμάει αμέσως με την αφή τις αρετές και νοστιμιές του μικρού θύματος και αναφέρει: είναι λουκούμι, είναι σαπούνι, είναι μπιτ μίξα, ή σαν κοκκαλιάρικο γατί! Έναντι αυτών των υπηρεσιών εισέπραττε την αμοιβή του σε είδος. Το βράδυ που τέλειωνε το κυνήγι, έπαιρνε ένα δυο πουλιά, τα πιο μικρά και τα πιο αχαμνά. Τα κρέμαγε στη ζώνη του, ένα είδος σκοινί που είχε αντί για πέτσινη λουρίδα, και καμάρωνε. Σ' όποιον έβρισκε στο δρόμο του ήτανε έτοιμος να ορκιστεί ότι, μα το Θεό, εγώ τα σκότωσα! Και επινοούσε τέτοιες κυνηγετικές ιστορίες απίστευτες για να γίνει πιστευτός, που θα τις ζήλευε ακόμα και ένας αληθινός κυνηγός με το ντουφέκι, ακόμα και ο Μυνχάουζεν!
Ο βοηθός είχε δικό του όπλο - λάστιχο. Όσο ήταν μπροστά του όμως ο αληθινός κυνηγός, αυτός δεν είχε δικαίωμα να ρίξει σε κυνηγετικό στόχο. Ατζαμής όπως ήτανε, προγκούσε τα πουλιά αντί να τα σκοτώνει. Και εισέπραττε γι' αυτό συχνά μια πετριά στα πισινά. Για να μάθει και να εξοικειώνεται στις βολές σκόπευε και έριχνε αφειδώλευτα τα πυρομαχικά του συνέχεια όλη τη μέρα σε ποικίλους στόχους. Σκότωνε μύγες, πεταλούδες, μέλισσες, μπακακάκια, κουτσοκόρφιζε βλασταράκια από μικρά τρυφερά δένδρα, έσπαζε γλόμπους, σημάδευε ανήλεα κυνηγώντας τις γάτες και τους σκύλους. Απ' τους γαϊδάρους, επειδή δείχνανε μεγάλο ακίνητο στόχο και θα τον αποδείχνανε τον ίδιο πολύ ατζαμή αν χτυπούσε την κοιλιά τους, χτυπούσε μόνο τ' αυτιά και τ' αχαμνά τους.
Ύστερα από παρόμοια εντατική προπόνηση, χωρίς να περιαυτολογώ, είχα διαπρέψει πολύ ως μαθητευόμενος και οι ικανότητές μου γρήγορα με προωθήσανε στο βαθμό του κυνηγού, όπου σημείωσα μια λαμπρή και ενδιαφέρουσα σταδιοδρομία.
Κείνο το μεσημέρι πάνω στη μουριά του Κοντακτσή ήρθε ένας αετομάχος. Πρόγκηξε άγριος τ' άλλα πουλιά κι απόμεινε μοναχός φωνάζοντας και κορδακίζοντας (5) πολύ εγωιστικά. Ο αετομάχος είναι ένα από τα μεγαλύτερα θηράματα για λάστιχο. Ανήκει στα γερακοειδή. Για την ομοταξία του είναι μικρός, αλλά είναι περίσσεια μαχητικός κι αρπακτικός. Αποτελεί τη μετάβαση απ' τα αρπακτικά στα ωδικά πτηνά. Τρέφεται με ακρίδες αλλά επιτίθεται πολλές φορές και καταξεσκίζει τρώγοντας μικρότερα απ' αυτόν πουλιά, όπως είναι π.χ. τα ζούκια και οι τζορβάκες. Απ' την τέτοια καλοπέραση, παχαίνει πολύ τον Αύγουστο και γίνεται ο ίδιος πολύ νόστιμος μεζές.
Φαντασθείτε ότι ήμουνα μοναχός κάτω απ' τη μουριά και απόντος του κυνηγού είχα δικαίωμα να ρίξω σε ένα τέτοιο υπέροχο στόχο. Ξελαιμιάστηκα λοιπόν κοιτώντας προς τα πάνω, προσπαθώντας να διακρίνω έστω και την ουρά του τρομερού αετομάχου μέσα στο πυκνό φύλλωμα. Απ' το κράξιμο που έκανε, είχα εντοπίσει πάνω κάτω τη θέση του, αλλά η πυκνή βλάστηση της μουριάς τον έκρυβε απ' τα μάτια μου. Μετακινήθηκα πέρα δώθε, στριφογύρισα με αγωνία σα σβούρα γύρω απ' το χοντρό κορμό. Στάθηκε αδύνατο να τον ιδώ.
Μέσα στο πετσί απ' το λάστιχο είχα σφαιρίδια δικιάς μου κατασκευής, σύμφωνα με την εγχώρια διαδικασία. Με σιδερένιο κοπίδι κόβαμε επιτήδεια σε μικρά κομματάκια το μολύβι απ' τις σωλήνες του υδραγωγείου του χωριού. Τρίβαμε τα κομματάκια ανάμεσα σε ειδικές ίσιες γυαλιστερές πλάκες που τις λέγαμε «σκαγιόπετρες» και φκιάναμε έτσι χοντρά σκάγια που τα λέγαμε δραμιάρες ή σφαιρίδια. Ανάλογα με το διαμέτρημα γεμίζαμε το πετσί με πέντε - έξι τέτοιου είδους βλήματα. Με τη βολή, σκορπούσανε βροχή σε τούμπα γύρω απ' το στόχο. Έτσι, το μικρό πουλί είχε πολύ λίγες πιθανότητες να γλιτώσει από τέτοια αληθινή ντουφεκιά.
Είχα αρχίσει πια ν' αγωνιώ. Παρ' όλες τις δυνατές μετακινήσεις μου κάτω και γύρω απ' το δέντρο, τίποτα. Το πουλί δε φαινότανε πουθενά. Έπρεπε να ρίξω. Οι φωνές του θα μπορούσαν να τραβήξουν άλλο κυνηγό και να χάσω και το δικαίωμα βολής. Σημάδεψα λοιπόν καλά στο μέρος που ακουγότανε η φωνή, τέντωσα το λάστιχο, κράτησα την ανάσα μου, άκουσα την καρδιά μου να χτυπάει με ένταση ντουκ - ντουκ στ' αυτιά μου, κι έριξα.
Τα σφαιρίδια -φραστ!- τρύπησαν τα φύλλα στο μέρος που στεκόταν το πουλί κι ένα απ' αυτά, μέσα στο δραστικό κύκλο βολής, το χτύπησε και το λάβωσε στη φτερούγα. Καθώς έπεσε στριφογυρίζοντας μπροστά μου και φωνάζοντας άγρια, η τσακισμένη φτερούγα του ταλαντευότανε καταματωμένη, σβαρνιζότανε αναποδογυρισμένη, στη μάταιη προσπάθεια που έκανε για να πετάξει.
Ήταν ένας μεγάλος αετομάχος, με άσπρο μαρμαρένιο στήθος και κοκκινόχρυσα φτερά. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει καθώς παραπατούσα κι έπεσα απάνω του για να τον πιάσω. Φτεροκοπούσε δυνατά μέσα στη μικρή φούχτα μου καταματωμένος και με το γερακίσιο ράμφος του μου 'δωσε αρκετές τσιμπιές όπως πάλευε μαζί μου παλικαρίσια, απεγνωσμένα. Το αίμα που μάτωσε τα χέρια μου με μέθυσε. Τον κράτησα σφιχτά με το ένα μου χέρι, λεφτέρωσα το άλλο και τον πάτησα γερά πάνω στο κεφάλι, στο καύκαλο. Πίεσα πολύ. Πάλεψα να το καταφέρω, κοκκίνισα, έτρεμα. Το κεφάλι του ήταν σκληρό σαν καρύδι. Τέλος -κρατς!- έσπασε. Τα μάτια του πεταχτήκανε έξω, γουρλώσανε απ' το θάνατο. Ο αετομάχος κλώτσησε ακόμα μια ύστατη φορά κι άφησε την ψυχή του πάνω στο μικρό μου δάχτυλο με μια τελευταία του αδύναμη τσιμπιά.
Μάδησα λίγο τον πισινό του, καμάρωσα φυσώντας πάνω στο πάχος του που ήτανε σαπούνι, τον κρέμασα στο λουρί της μέσης μου και φούσκωσα περπατώντας πλέον σαν αληθινός κυνηγός. Κανένας δεν πίστεψε πώς εγώ, τόσο μικρός, μπόρεσα να σκοτώσω ένα τόσο μεγάλο αετομάχο. Μέσα σε λίγο καιρό τούς είχα δείξει τόσα λαμπρά δείγματα της πρώιμης κυνηγετικής ιδιοφυΐας μου.
Κυνηγούσα σα μανιακός, ώρες, μέρες ολόκληρες. Δε χρειαζόταν να 'χω σφαιρίδια για να πετύχω το στόχο μου. Είχαπάντοτε τις τσέπεςμου γιομάτες με στρόγγυλα ποταμίσια λιθάρια. Είχα ασκηθεί σε τέτοιο βαθμό, που πετύχαινα μια πρόκα μπηγμένη πάνω σ' ένα παλούκι, περνούσα κυριολεκτικά την πέτρα απ' το δαχτυλίδι. Αλίμονο στα μικρά πουλιά!
Τα χτυπούσα από κάθε θέση βάλλοντος: όρθιος, καθιστός, καβάλα, περπατιστός, και σε κάθε θέση βολής: ψηλά, χαμηλά, κατακορύφως, πλαγίως, χάμω στη γη -αυτός ήταν ο πιο δύσκολος στόχος- ή ακόμα τα χτυπούσα και στο φτερό καθώς πετούσαν περνώντας σιμά ή μακριά, υπολογίζοντας την απαιτούμενη ευθεία ή την καμπύλη τροχιά της πέτρας και κατά τρόπο απίθανα καταπληκτικό. Μια φορά χτύπησα μια σουσουράδα έτσι όπως πετούσε με τα μεγάλα κυματιστά βολ-πλανέ της. Ρίχνοντας, με το μάτι υπολόγισα τη σύγκλιση των δύο τροχιών, βέβαιος για το αποτέλεσμα. Η σουσουράδα θρυμματίστηκε πάνω στην τροχιά της πέτρας κι έπεσε σαν αστείο παρδαλό κουρέλι με τη μεγάλη της ουρά. Άλλη μια φορά πάλι, όπως ήμουνα καβάλα στο ζώο που έτρεχε τραμπαλιστά και καθώς οι δεμένες γίδες απ' το σαμάρι τραβούσαν μια από 'δω και μια από 'κει, χτύπησα ακαριαία στην άκρη του δρόμου ένα μεγάλο περιστεράτο αετομάχο. Ο μικρότερος αδελφός μου που ήταν καβάλα στα καπούλια, μαύρος σαν το αραπόπουλο του Άη Γιώργη, κατέβηκε να φέρει το πουλί και στα μάτια του διάβασα άφωνο και άμετρο το δέος και το θαυμασμό του...
Με κυνηγούσαν βέβαια και μένα θεοί και δαίμονες. Ο πατέρας, οι δάσκαλοι, οι χωροφύλακες. Μα ούτε το ξύλο, ούτε οι φοβέρες, ούτε τ' άλλα σωφρονιστικά μέσα μπορούσαν να με σταματήσουν. Αντιδρούσα κι εγώ και φυλαγόμουνα με μέθοδο και σύστημα. Είχα πάντοτε δυο τρία λάστιχα προκατασκευασμένα, έτοιμα. Μόλις με πιάνανε και μου παίρνανε το ένα, έβγαζα αμέσως το άλλο απ' την κρυψώνα μου έτοιμο, να μη χάσω λεφτό, στιγμή απ' το πάθος μου. Τα λάστιχα τα έφκιαχνα αποκλειστικά μόνος μου με σχολαστική ακρίβεια στην ποιότητα και τα υλικά. Απάνω στο μέγεθος, στο πάχος και στο μαλακό ή όχι του πετσιού είχα προσεκτικά μελετήσει όλους τους κανόνες της ορθής βλητικής. Με σκληρό πετσί είχα φάει πολλές φορές πισωγυριστές πετριές κατακέφαλα, λες και μου τις γύριζαν απάνω μου εκδικητικά -αν ήταν δυνατόν!- οι ψυχές απ' τ' αθώα, τα κακόμοιρα μικρά πουλιά.
Στο λάστιχο δεν είχα δώσει μόνο τις μέρες, αλλά και τις νύχτες μου. Πεταγόμουνα, φώναζα στον ύπνο μου κυνηγετικές κραυγές, παραμιλούσα από πάθος και πυρετό, πνιγόμουνα από αγωνία και ξυπνούσα μούσκεμα στον ιδρώτα όταν με κυνηγούσανε και μένα στον ύπνο μου οι χωροφύλακες.
Μετά από τόσο ξύλο που είχα φάει, ο πατέρας και οι άλλοι στο σπίτι με συνηθίσανε έτσι και περίμεναν μάλιστα ύστερα κάθε μέρα το κυνήγι μου, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι πουλιά. Είχα φθάσει να σκοτώνω, το φθινόπωρο που πέφτανε τα μίχια και τ' άλλα μικρά αποδημητικά, σαράντα και πενήντα πουλάκια την ημέρα, χωρίς να χαρίζουμαι ή να μην πετυχαίνω φυσικά τα μεγαλύτερα πουλιά όταν με έμπαζαν σε απόσταση βολής. Έτσι είχα σκοτώσει και καλημάνες (6), και τρυγόνες, και ορτύκια και κουκουβάγιες και πέρδικες και ψαροφάγια και γιδοβύζια (7) που, όπως πετούσανε αργά σα το σουρούπωμα αυτά τα τελευταία, τα χτυπούσα από μεθόδου και τους τσάκιζα τα φτερά.
Ωστόσο, ήμουν πρώτος μαθητής στο δημοτικό κι αργότερα στο γυμνάσιο, κι όλοι απορούσαν πώς συνδύαζα πράγματα τόσο αντιφατικά. Το σχολειό επηρέαζε μόνο την καμπύλη της έντασης της κυνηγετικής μου δραστηριότητας: ύφεση στην περίοδο των μαθημάτων, έξαρση το καλοκαίρι με τις διακοπές. Τα πρώτα σοβαρά ανασταλτικά επεισόδια έγιναν όταν ήμουν στην τετάρτη γυμνασίου.
Την άνοιξη, του Ευαγγελισμού ανήμερα, φορούσα το πρώτο μου κουστούμι, ραμμένο σε αληθινό φραγκοράφτη (8), ίδιο σακάκι - παντελόνι, από ντρίλι (9) ευρωπαϊκό! Μέχρι τότε, φορούσα σακάκι από τσούκνα (10) που ύφαινε η μάνα μου στον αργαλειό, και παντελόνι από ντόπιο ντρίλι ρετσίνα (11). Ήμουνα σωστός άντρας πια! Το σακάκι είχε σκληρά και βάτες μπόλικες μπόλικες στις πλάτες σα φτερά αεροπλάνου και στο στήθος, πλάι στα μάγουλα, στεκότανε φουσκωτό απ' το καναβάτσο (12), σα λούκι από λαμαρίνα. Είχα αρχίσει να ερωτεύομαι και καμάρωνα αληθινά μέσα σ' αυτό το θαύμα της επαρχιακής μου κομψότητας στη μικρή κωμόπολη του Δαδιού.
Κυνηγούσα στην άκρη μιας στέρνας στον κήπο του Βαφειά. Ένα σπουργίτι, πρώιμο ξεπεταρούδι ανοιξιάτικο, φώναζε τσίου - τσίου πάνω σε μια συκιά. Φύλλα ακόμα δεν είχε, μα το πουλί είχε, φαίνεται, σταθεί σε κάποια διχάλα ανάμεσα και δε μπορούσα να το ιδώ. Ξελαιμιάστηκα κοιτώντας με ένταση προς τα πάνω. Πιάστηκε ο σβέρκος μου, η ανάσα μου, ταινιάσανε (13) τα χέρια μου κρατώντας συνεχώς το λάστιχο επί σκοπόν. Ήτανε και οι βάτες και τα σκληρά, τα καταλάβαινα, όλα αυτά ήτανε αντικυνηγετικά, λες και με τραβούσανε προς τα κάτω. Και το άτιμο το ξεπεταρούδι να τραγουδάει συνεχώς τσιν - τσιν, τσιων - τσιων, και να μη μπορώ να το δω, να του κοπανίσω μια, να το φέρω κορόνα - γράμματα! Παραπάτησα κι έπεσα στη στέρνα. Κόντεψα να πνιγώ μέσα στο βούρκο, ήπια λάσπη, κρεμάστηκα στην όχτη παλεύοντας, σύρθηκα έξω πανάθλιος, με το κουστούμι μου λερωμένο και στραπατσαρισμένο, σε κακό χάλι.
Μαζί με μια πτώση που είχα απ' την ψηλή μάντρα του νεκροταφείου όπου το φθινόπωρο κυνηγούσα τουρκοπούλες (14) και μου στοίχισε ένα τσάκισμα της επιγονατίδας -έχω ακόμα βαθύ το σημάδι στο δεξιό μου γόνατο- η πτώση στη στέρνα του Βαφειά και το ωραίο μου κουστούμι που καταστράφηκε, μ' έκαναν και πήρα όρκο βαρύ, να μην ξανακυνηγήσω. Ήτανε μαζί και το μπόι μου -κοντά δυο μέτρα- που με εξέθετε πλέον άσχημα στα μάτια των μεγάλων. Ένιωθα ντροπή για τον εαυτό μου κι έπαψα το λάστιχο.
Είχα φτάσει πια στη σχολή, σπούδαζα γεωπόνος, όταν βρέθηκα, όπως κάθε χρόνο το καλοκαίρι, στο χωριό. Σε μια έξοδό μου στον κάμπο, αντάμωσα ένα παιδί που κυνηγούσε με το λάστιχο. Στην κορυφή μιας γκορτσιάς (15), ένα ξεπεταρούδι από σιταρήθρα με φουσκωτά σπιθουρά στήθια τραγουδούσε ανέμελα τσρρτ.... τσρρτ... Το παιδί σκόπεψε, έριξε -τίποτα. Ο διάολος μ' άρπαξε πάλι. Ζύγωσα αμίλητος το παιδί. «Σ...σ... στ!» του κάνω. «Δος μου το λάστιχο». Ένιωσα το πετσί στο χέρι μου σκληρό και την πέτρα ασουλούπωτη... Δεν έδωσα σημασία... Το πουλί ήτανε τόσο κοντά που δε χρειαζόντανε όλοι οι κανόνες της βλητικής για να το χτυπήσεις.
Κείνη τη στιγμή η μάνα του πουλιού αντιλήφθηκε τον κίνδυνο και πέταξε από πάνω μας γρήγορα, στριφογύρισε κράζοντας δυνατά, προσπαθώντας να ξεσηκώσει, να πάρει μακριά το μικρό. Ήτανε σα να έκλαιγε, να εκλιπαρούσε, να παρακαλούσε. Πετούσε, χιμούσε, έκρωζε, φώναζε απελπισμένα... Χωρίς να σκοπεύσω, τη σημάδεψα μια στιγμή αστραπιαία, ανοιχτά όπως πέρασε γρήγορα και φτερούγισε από πάνω μου. Και τη χτύπησα κατάστηθα. Έπεσε με ένα τέτοιο σπαραγμό, που για πρώτη φορά μου άγγιξε την ψυχή. Πόνεσα και ντράπηκα μαζί. Το παιδί ακούσιος βοηθός και συνεργός μου σε κείνη τη δολοφονία- με κοίταζε με θαυμασμό. Το ξεπεταρούδι τίποτα δεν ένιωσε από τη θυσία της μάνας του. Ανήξερο, άπραγο εξακολουθούσε να κελαηδεί. Πήρα μια πέτρα από κάτω και την έβαλα στο λάστιχο. Σκόπευσα μια στιγμή, τέντωσα καλά και έριξα. Είχα ξεχάσει ότι από τα γράμματα είχα πάθει στο μεταξύ μυωπία και φορούσα γυαλιά. Η σκληρή σκόπευση έφερε το πετσί κοντά στο ριζαύτι, εκεί που προεξείχε η γωνία του σκελετού. Η πέτρα στη βλητική της γραμμή πριν να βγει απ' το πετσί χτύπησε στη γωνία του σκελετού σπάζοντας τα γυαλιά μου και μπλεγμένη, πισωγύρισε χτυπώντας με στη μύτη, στο κόκκαλο ψηλά, ακριβώς κάτω από το μεσόφρυδο. Κείνη τη στιγμή δεν κατάλαβα πώς έγινε, μου φάνηκε μόνο πως με χτύπησε κεραυνός.
Λίγο ακόμα και θα 'πεφτα. Στα χείλη μου γεύτηκα αλμυρό το αίμα που κατέβαινε απ' την πληγή. Ακίνητος, ξυλωμένος, σάλεψα τα χέρια μου ψάχνοντας να 'βρω το μαντίλι μου... Έγνεψα στο παιδί που το μάντευα κάπου εκεί γύρω μου χωρίς να το βλέπω.
«Βρέξε μου το... με λίγο νερό...» μπόρεσα να του πω.
Ακούμπησα το δροσερό πανί στην πληγή που μ' έκαιγε αφάνταστα... Όταν συνήλθα, αισθάνθηκα ότι ήμουνα χωρίς γυαλιά και δεν έβλεπα. Ένιωθα καταποντισμένος χαμηλά, σα μέσα σε ένα τεράστιο χουνί, στον πάτο μιας σκοτεινής αβύσσου. Ψηλά, μέσα στ' αστραφτερό φως του καλοκαιριάτικου ήλιου που με πυρπολούσε, στην κορυφή μιας μικρής γκορτσιάς, το πουλί ξένοιαστο τραγουδούσε...
Από τότε περάσανε τριάντα χρόνια κι αισθάνομαι όλο και πιο πολύ, χρόνο με το χρόνο, κάτι σαν ένα βάρος στην καρδιά μου, ψάχνοντας αδιάκοπα να βρω τ' αδικοσκοτωμένα πουλιά της νιότης μου...
Κούσουλας Κώστας
Περιοδικό «Διαγώνιος»
τεύχος 7, Ιανουάριος - Απρίλιος 1974
Σημειώσεις:
(1) αετομάχος: Στρουθιόμορφο πτηνό. Το χαρακτηριστικό πρόσωπο του αετομάχου, η τόλμη του και κυρίως η
χαρακτηριστική του συνήθεια να «αποθηκεύει» τη λεία του καρφώνοντάς την
πάνω σε αιχμηρά αντικείμενα, ανέκαθεν κινούσαν το ενδιαφέρον του
επιστημονικού κόσμου και όχι μόνο.
(2) σιταρήθρα: Καστανόξανθο πουλί, μικρό σε μέγεθος, με άσπρη κοιλιά και διάστικτο
στήθος. Στα πλάγια της ουράς ξεχωρίζουν λευκά φτερά και το τελείωμα των
φτερών είναι λευκό και είναι ιδιαίτερα ορατό κατά την πτήση. Στη χώρα
μας παρατηρείται κυρίως το χειμώνα.
(3) μελισσάκης: μελισσοφάγος:μικρό πολύχρωμο πουλί που απαντά και στον ελλαδικό χώρο.
(4) τσιώνι: σπουργίτι
(5) κορδακίζω: φέρομαι απρεπώς ή άγαρμπα
(6) καλημάνα: καλοβατικό πτηνό της οικογένειας των Χαραδριιδών, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Vanellus vanellus.
(7) γυδοβύζι: νυκτόβιο, εντομοφάγο πουλί. Το μεγάλο άνοιγμα του στόματός του
διευκολύνει τη σύλληψη εντόμων στον αέρα. Δεν πίνει γάλα, όπως λέει το
όνομά του (Γιδοβύζι), απλά πετάει κοντά στους μαστούς των ζώων ψάχνοντας
για έντομα.
(8) φραγκοράφτης: αυτός που ράβει αντρικά κυρίως ρούχα σε δυτικοευρωπαϊκό στυλ.
(9) ντρίλι: φτηνό ύφασμα
(10) τσούκνα: (Θράκη) υφαντό μάλλινο ύφασμα
(11) ρετσίνα: φτηνό βαμβακερό, ελληνικής κατασκευής, ύφασμα
(12) καναβάτσο: χοντρό ύφασμα, φτιαγμένο από ίνες κάνναβης (καθώς και λιναριού, βαμβακιού κ.λπ.) με το οποίο παρασκευάζονται σακιά, πανιά κ.ά.
(13) ταινιάζω: γίνομαι αδύναμος, κουράζομαι, λεπταίνω από καχεξία
(14) τουρκοπούλα: καρδερίνα
(15) γκορτσιά: αγριοαχλαδιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου