Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2022

Ο ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ

   
   Το νεκροταφείο, που ήταν γεμάτο από αξιωματικούς, έμοιαζε με ανθισμένο αγρό. Οι αξιωματικοί του επιτελείου με τα πηλήκια και τις κόκκινες κιλότες, τα γαλόνια και τα χρυσά κουμπιά, τις εντυπωσιακές τους στολές, κινούνταν ανάμεσα στους τάφους, των οποίων οι μαρμάρινοι σταυροί έμοιαζαν με χέρια ανοιγμένα σε λυπητερή προσευχή προς στο μακρινό κόσμο των πεθαμένων.
   Μόλις είχε τελειώσει η τελετή της ταφής της γυναίκας του συνταγματάρχη, η οποία είχε πνιγεί, πριν από δύο μέρες, ενώ έκανε το μπάνιο της.
   Οι ιερείς είχαν φύγει, αλλά ο συνταγματάρχης, υποβασταζόμενος από δύο αξιωματικούς, στεκόταν όρθιος μπροστά στον ανοιχτό ακόμη τάφο, στο βάθος του οποίου έβλεπε το φέρετρο που είχε το νεκρό σώμα της νεαρής γυναίκας του. Ήταν ήδη αρκετά μεγάλος σε ηλικία -γέρος σχεδόν- ψηλός και ξερακιανός, με άσπρο μουστάκι, όταν πριν από τρία χρόνια παντρεύτηκε την κόρη ενός συναδέλφου του, του συνταγματάρχη Σορτί, που πέθανε, αφήνοντάς την ορφανή κι απροστάτευτη.
   Οι δύο αξιωματικοί, που τον είχαν συνοδέψει στο νεκροταφείο, προσπάθησαν να τον απομακρύνουν από 'κει, αλλά εκείνος αντιστεκόταν, ενώ τα μάτια του πλημμύριζαν με δάκρυα, που δεν τ' άφηνε, όμως, από αντρικό εγωισμό, να κυλήσουν στα μάγουλά του. Ψιθυρίζοντας σιγανά «όχι, όχι, αφήστε με, θα μείνω λίγο ακόμα», παρέμενε σκυμμένος εκεί, στην άκρη αυτού του λάκκου, που του φαινόταν σαν άβυσσος, μια άβυσσος μέσα στην οποία είχε κατρακυλήσει η καρδιά του, η ζωή του, ό,τι πιο πολύτιμο είχε στον κόσμο...
   Ξαφνικά ο στρατηγός Ορμόν πλησίασε τον συνταγματάρχη, τον έπιασε αποφασιστικά απ' το μπράτσο και, τραβώντας τον, του είπε: «Πάμε, πάμε, καλέ μου φίλε, δεν πρέπει να μείνεις άλλο εδώ». Τελικά, ο συνταγματάρχης πήρε την απόφαση και γύρισε στο σπίτι του. Την ώρα που άνοιγε την πόρτα της κάμαράς του, παρατήρησε μια επιστολή πάνω στο γραφείο του. Παίρνοντάς την στα χέρια του, κόντεψε να πέσει κάτω από την έκπληξη και τη συγκίνηση. Αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα της γυναίκας του. Η σφραγίδα πάνω στο γραμματόσημο είχε την ίδια ημερομηνία με τη μέρα της κηδείας. Έσκισε ανυπόμονα το φάκελο και διάβασε:
 
   Πατέρα μου,
   Επιτρέψτε μου να σας ονομάζω «πατέρα», όπως άλλοτε. Όταν θα λάβετε αυτή την επιστολή θα είμαι πια πεθαμένη και θα βρίσκομαι κάτω απ' το χώμα. Τότε ίσως μπορέσετε να με συγχωρέσετε. Δε θα επιδιώξω να σας συγκινήσω, ούτε θέλω να μετριάσω το σφάλμα μου. Θα σας πω μόνο, μ' όλη την ειλικρίνεια μιας γυναίκας που σε μια ώρα πρόκειται να πεθάνει, όλη την αλήθεια.
   Όταν με παντρευτήκατε από γενναιοδωρία, εγώ σας δόθηκα μ' ευγνωμοσύνη και σας αγάπησα μ' όλη μου την καρδιά. Σας αγαπούσα, όπως αγαπούσα και τον πατέρα μου, γι' αυτό και μια μέρα, ενώ ήμουν καθισμένη στα γόνατά σας και με φιλούσατε, σας ονόμασα «πατέρα»  χωρίς να το σκεφτώ. Ήταν μια αυθόρμητη προσφώνηση, που βγήκε μέσα απ' την καρδιά μου. Στ' αλήθεια! Για μένα είσαστε ένας πατέρας... Δε μπορούσα να σας δω αλλιώς, παρά μόνο σαν πατέρα. Γελάσατε και μου είπατε: «Λέγε με έτσι, παιδί μου, μ' αρέσει...»
   Όταν ήρθαμε σ' αυτή την πόλη -συγχωρέστε με, πατέρα, γι' αυτό που θα πω- έχασα τα μυαλά μου από έρωτα! Ω! Δε σας κρύβω πως αντιστάθηκα για πολύ καιρό, δυο χρόνια σχεδόν, αλλά κατόπιν υπέκυψα στο ερωτικό μου πάθος κι έγινα... έγινα μια αμαρτωλή γυναίκα. Όσο γι' αυτόν; Δε θα μάθετε ποτέ ποιος είναι. Γι' αυτό είμαι ήσυχη. Μην προσπαθήσετε να μάθετε τ' όνομά του και μην τον μισήσετε. Έκανε ό,τι θα έκανε ο καθένας, αν βρισκόταν στη θέση του. Άλλωστε είμαι βέβαιη πως μ' αγαπούσε κι αυτός μ' όλη του την καρδιά.
   Και τώρα προσέξτε τι έγινε: Μια μέρα είχαμε δώσει ραντεβού στο νησί των Μπεκατσών, ξέρετε, το νησάκι που βρίσκεται λίγο πιο κάτω από το μύλο...
   Εγώ θα πήγαινα εκεί κολυμπώντας κι εκείνος θα με περίμενε κρυμμένος μέσα στα χόρτα. Έπειτα, θα παρέμενε στο νησί μέχρι να βραδιάσει, για να μην τον δει κανείς όταν θα 'φευγε.
   Μόλις τον είχα πλησιάσει, όταν ξαφνικά τα κλαδιά των θάμνων παραμέρισαν κι είδαμε μπροστά μας έκπληκτοι τον Φιλίπ, τον υπασπιστή σας, ο οποίος είχε κρυφτεί εκεί για να μας πιάσει επ' αυτοφώρω! Κατάλαβα πως ήμασταν χαμένοι κι έβγαλα μια δυνατή κραυγή. Τότε ο αγαπημένος μου είπε: «Γύρισε πίσω όπως ήρθες, κολυμπώντας, καλή μου, κι άφησέ με μόνο μ' αυτόν τον άνθρωπο». Έφυγα γρήγορα, τόσο ταραγμένη και στενοχωρημένη, που κόντεψα να πνιγώ. Επέστρεψα στο σπίτι, σε σας, περιμένοντας να συμβεί κάποιο ανεπανόρθωτο κακό από στιγμή σε στιγμή.
   Ύστερα από μία ώρα περίπου επέστρεψε κι ο Φιλίπ και στο διάδρομο, που τον συνάντησα, μου ψιθύρισε συνωμοτικά: «Είμαι στις διαταγές σας, κυρία μου... Αν έχετε κάποια επιστολή να μου δώσετε...»
   Αμέσως κατάλαβα πως ο αγαπημένος μου τον είχε δωροδοκήσει για να μη μιλήσει. Από κείνη τη μέρα του παρέδιδα τις επιστολές μου, όλες μου τις επιστολές. Τις πήγαινε στον εραστή μου και μου 'φερνε τις απαντήσεις. Αυτή η ιστορία κράτησε δυο μήνες σχεδόν. Τού είχαμε απόλυτη εμπιστοσύνη, όπως ακριβώς του είχατε κι εσείς.
   Λοιπόν, πατέρα μου, να τι συνέβη στη συνέχεια: Μια μέρα, που είχα πάει στο νησί κολυμπώντας, αλλά χωρίς να έχω ραντεβού με τον αγαπημένο μου, βρήκα εκεί τον υπασπιστή σας. Ήξερε ότι θα πήγαινα μονάχη και με περίμενε. Με απείλησε ότι θα αποκάλυπτε τη σχέση μας σε σας κι ότι θα σας έδειχνε τις επιστολές μας, που είχε κρατήσει ή κλέψει, δε γνωρίζω... κι ότι μόνο, αν υπέκυπτα στις επιθυμίες του, θα κρατούσε το στόμα του κλειστό. 
   Ω! Πατέρα, πατέρα μου, πόσο φοβήθηκα τότε! Τρόμος με κυρίεψε και ντροπή, απέραντη ντροπή! Πρώτα - πρώτα φοβήθηκα για σας, εσάς που είσαστε τόσο καλός κι εγώ σας απάτησα... Φοβήθηκα και για εκείνον, που σίγουρα θα τον σκοτώνατε, φοβήθηκα ακόμα και για μένα... Ούτε κι εγώ ήξερα τι θα συνέβαινε... Ήμουν σχεδόν τρελή από αγωνία, τα 'χα χάσει και σκέφτηκα να δωροδοκήσω για άλλη μια φορά εκείνον τον άθλιο που ισχυριζόταν πως μ' αγαπούσε.
   Τι ντροπή! Πόσο αδύναμες είμαστε εμείς οι γυναίκες και πόσο εύκολα χάνουμε την ψυχραιμία μας σε αντίθεση με σας, τους άντρες...
   Κι έπειτα, άμα κανείς πέσει χαμηλά μια φορά, κατρακυλάει πάντοτε ακόμα πιο χαμηλά, κι όλο πιο χαμηλά...
   Μήπως ήξερα κι εγώ τι έκανα; Το μόνο που ήξερα ήταν ότι ένας απ' τους δυο σας κι εγώ θα πεθαίναμε σίγουρα... Έτσι, υπέκυψα σ' αυτό το κτήνος... Βλέπετε, πατέρα, δε μπορώ να σας κρύψω ό,τι συνέβη.
   Τότε... τότε έγινε αυτό, που έπρεπε να είχα μαντέψει απ' την αρχή... Με εκβίαζε κάθε τόσο... Με οδήγησε στον απόλυτο εξευτελισμό! Και τότε πήρα την απόφαση: Έπρεπε να δώσω τέλος στη ζωή μου!
   Ζωντανή δε θα τολμούσα ποτέ να σας εξομολογηθώ ένα τέτοιο ολέθριο παραστράτημα. Μόνο πεθαμένη τολμώ να το κάνω. Δε μπορούσα να κάνω αλλιώς, έπρεπε να πεθάνω, τίποτα δε μπορούσε να ξεπλύνει τη ντροπή μου, τόσο πολύ είχα ατιμαστεί. Ούτε είχα τη δύναμη πια να δείξω την αγάπη μου σε κανέναν... Νόμιζα πως σας λέρωνα όλους ακόμη και με το άγγιγμα του χεριού μου. Τώρα, λοιπόν, θα πάω να κολυμπήσω και δε θα ξαναγυρίσω ποτέ...
   Την επιστολή αυτή θα τη λάβει πρώτα ο αγαπημένος μου, κι ύστερα, χωρίς να την ανοίξει, θα σας την παραδώσει κρυφά, εκπληρώνοντας έτσι την τελευταία μου επιθυμία.
   Εσείς θα τη διαβάσετε, όταν γυρίσετε απ' το νεκροταφείο. Πατέρα μου, σε χαιρετώ... Δεν έχω τίποτα άλλο να σου πω... Κάνε ό,τι θελήσεις και συγχώρεσέ με.

   Ο συνταγματάρχης σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο. Ξαναβρήκε αμέσως την αποφασιστικότητα και την ψυχραιμία που τον χαρακτήριζε τον καιρό που έπαιρνε μέρος στις μάχες. Χτύπησε το κουδούνι κι ένας υπηρέτης εμφανίστηκε.
    «Στείλε μου τον Φιλίπ», είπε και μισάνοιξε το συρτάρι του γραφείου του.
   Ο Φιλίπ ήρθε αμέσως. Ήταν ένας μεγαλόσωμος στρατιώτης με κόκκινα μουστάκια, πονηρό ύφος και βλέμμα ύπουλο. Ο συνταγματάρχης κάρφωσε τα μάτια του στο πρόσωπό του και του 'πε αυστηρά:
   «Λέγε μου αμέσως τ' όνομα του εραστή της γυναίκας μου».
   «Μα συνταγματάρχα μου...»
   Ο συνταγματάρχης πήρε το ρεβόλβερ απ' το μισάνοιχτο συρτάρι.
   «Έλα, μίλα γρήγορα... Δεν αστειεύομαι...»
   «Καλά, καλά, συνταγματάρχα μου, να... σας το πω... είναι ο... λοχαγός Σεν - Αλμπέρ!»
   Μόλις είχε προφτάσει να ξεστομίσει τ' όνομα και μια λάμψη του 'καψε τα μάτια. Σωριάστηκε κάτω νεκρός με μια σφαίρα στο μέτωπο!

Μωπασσάν Γκυ ντε
Περιοδικό «Μπουκέτο», 
τεύχος 11, Ιούλιος 1924

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου