Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2022

Ο ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣ

   
   «Ο γιατρός μας, ο γιατρός μας».
   «Καλέ, ο γιατρός μας».
   Στη σάλα σηκώθηκε μια βουή. Οι άρρωστοι όρθιοι. Τα κερένια μάγουλα ζουγραφιστήκανε κόκκινα, τα βαθουλωμένα μάτια πήρανε μια αλλόκοτη έκφραση.
   Ο γιατρός προχώρησε στα μπροστινά καθίσματα. Αυτά ήτανε για τους επίσημους. Όλο καρέκλες δηλαδή, η μία κοντά στην άλλη.
   Εκεί καθόντανε κι άλλοι γιατροί που είχανε 'ρθει να παρακολουθήσουνε τη συζήτηση. Μερικοί είχανε κουβαληθεί κι από την επαρχία. Αυτοί θέλανε να βεβαιωθούνε και με τα μάτια τους, γιατί δεν τους φτάνανε όσα γράφανε κάθε μέρα οι εφημερίδες για το καινούριο φάρμακο.
   «Πούντος;»
   «Να, αυτός, ο τρίτος δεξιά σ' εκείνον τον φαλακρό με τη μαύρη ζακέτα».
   «Α, ναι, τονέ βλέπω».  
   «Μάτια μου· γιατρός μια φορά».
   «Πόσα μπουκάλια ήπιες;»
   «Είμαι στο τρίτο».
   «Εγώ τώρα άρχισα. Κρασί μια φορά».
   «Κρασί... Καλέ τι κρασί; Θάμα. Θεού χέρι»
   Ο γιατρός γύρισε και κοίταξε πίσω. Κάργα η μεγάλη σάλα. Μωρέ τι κόσμος είναι αυτός που μαζεύτηκε. Άντρες, γυναίκες με παιδιά στην αγκαλιά, δεσποινίδες με βαθιά μάτια και λεπτή επιδερμίδα.
   Η Κική άνοιξε βιαστικά το τσαντάκι της σα να ξέχασε κάτι. Τοποθέτησε μπροστά στο μουτράκι της το καθρεφτάκι της τσάντας, που ήτανε ραγισμένο στη μέση με μια λοξή γραμμή σα μαχαιριά -σα να ήτανε η μαχαιριά της μοίρας- πήρε το πούπουλο κι άρχισε ν' αλείφει νευρικά το μάγουλό της με πούδρα. Ύστερα έψαξε στο βάθος της τσάντας, ανάσυρε ένα μαύρο κραγιονάκι κι άρχισε να το περνάει  κάτω από τα πλατιά της ματόκλαδα. Έπρεπε να δώσει μια έκφραση στο πρόσωπό της... Ν' αντιδράσει σ' αυτή τη μαυράδα που της είχε απλώσει η αρρώστια κάτω από τα ματόκλαδα. Να ξεγελάσει και τους άλλους, ας είναι και τον ίδιο τον εαυτό της...
   Ξανακοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι, φρεσκάρισε το γιακά του μαντό της στους ώμους της...
   Ικανοποιήθηκε.
   Χτύπησε ένα κουδούνι.
   «Άρχεται η συνεδρίασις», ακούγεται μια φωνή.
   Ένας άνθρωπος όρθιος πίσω από ένα τραπεζάκι, κρατούσε το κουδούνι.
   Ο πρόεδρος.
   Δεξιά του κι αριστερά του δυο άλλοι. Τα μέλη του προεδρείου.
   Η Κική καλοκάθισε στην καρέκλα της. Ο Γιάκωβος, ο ποιητής, της τοποθέτησε καλύτερα τη φαγωμένη γούνα πάνω στο σβέρκο της.
   «Κρυώνεις;»
   «Μπα».
   «Άρχεται η συζήτησις», φώναξε ο πρόεδρος και κάθισε στην καρέκλα του.
   «Τι λέει, καλέ, αυτός; Τι να την κάνουμε τη συζήτηση; Εμείς είμαστε τα ζωντανά επιχειρήματα. Να μας, κοιτάξτε μας. Είμαστε πεθαμένοι και το φάρμακο μάς ανάστησε. Τι τα θέλετε τα λόγια; Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια».
   Μιλούσε ο Γιάκωβος ενώ η Κική τον κοίταζε στα μάτια με θαυμασμό. Πάντα τον πρόσβλεπε με θαυμασμό. Έπειτα αυτός ήτανε ένας ποιητής, κι αυτή ένα φτωχό κορίτσι, αγράμματο. Είχανε γνωριστεί στο σανατόριο. Μα όσο για καρδιά όλα κι όλα. Ας βγει όποια θέλει, να μου πει, πως μπορεί να παραβγεί μαζί μου στην αγάπη.
   «Μπράβο. Αυτό είναι. Δε θέλουμε συζήτηση», φώναξε ένας φούρναρης.
   «Νιώθω, μωρέ, το στήθος μου σίδερο κι αυτοί θα μου πούνε για συζήτηση», είπε κι έδωσε μια με τη γροθιά του στο στήθος του.
   «Στήθος μάρμαρο, καρδιά μαρμαρωμένη», είπε η Κική γελώντας.
   «Κι εγώ το ίδιο», είπε ο Γιάκωβος.
   «Μπράβο, Γιάκωβέ μου. Έλα να σε φιλήσω».
   Κι έκανε να τον αγκαλιάσει.
   «Όχι, χρυσό μου, δεν κάνει εδώ μέσα. Σα θα βγούμε».
   «Μπα, και τι ανάγκη τους έχουμε;»
   Ο τόνος της ήτανε γιομάτος περιφρόνηση για όλο τον κόσμο.
   Σηκώθηκε ο γιατρός να μιλήσει. Ήτανε ο εφευρέτης που ανακάλυψε το φάρμακο. Τα φύλλα μιλούσανε τώρα ένα μήνα για την ανακάλυψή του. Χαλούσε ο κόσμος. Απ' όξω στο σπίτι του διαδήλωση από αρρώστους που ερχόντανε ν' αγοράσουνε το φάρμακο. Κι από πού δεν ερχόντανε; Από τις επαρχίες, κι από το εξωτερικό είχανε αρχίσει να κουβαλιούνται. Ούτε να φάει, ούτε να κοιμηθεί.
   «Μονέδα».
   «Μεταλλείο».
   «Εκατομμυριούχος».  
   «Λαχείο».
   «Και βάλε».
   «Τι όμορφα που τα λέει», ψιθύρισε η Κική.
   «Μα τι είναι αυτός ο Μινώταυρος που λέει;» ρώτησε ο φούρναρης το Γιάκωβο, που καθότανε δίπλα του.
   «Άσε να τελειώσει και θα σου πω ύστερα»
   «Θεριό ήτανε, δεν το ξέρεις κακομοίρη; Ντιπ κούτσουρο είσαι», του είπε ένας μπαρμπέρης.
   «Αμ, πού να τα ξέρω εγώ αυτά; Ξέρω εγώ τι είναι αυτός ο Σταύρος που λέει;»
   «Τι Σταύρος βρε; Μινώταυρος σου λέει. Να, για τη φθίση το λέει. Ο Μινώταυρος έτρωγε ανθρώπους. Έτσι κι φθίση δηλαδή...»
   «Μπα... Τι θα πει να ξέρει κανείς γράμματα».
   Ύστερα ο γιατρός διηγήθηκε το ιστορικό.
   «Το περασμένο καλοκαίρι είχα πάει σ' ένα χωριό της Μάνης να ξεκαλοκαιριάσω. Εκεί ζούσε μια γριά. Γριά μια φορά. Απάνω από τα εκατό δηλαδή. Και τι δεν είχανε δει τα μάτια της. Μια μέρα ανοίγει το σεντούκι της, βγάζει ένα χόρτο και μου το δίνει. Τι είναι αυτό, καλέ κυρούλα; Πάρτο αυτό και θα με συχωράς. Μα τι είναι; Το βράζεις και πίνεις το ζουμί του. Ένα φλιτζάνι το πρωί, ένα το μεσημέρι, ένα το βράδυ. Ένα κι ένα. Το κόβει με το μαχαίρι. Δηλαδή ποιο; Το χτικιό, παιδάκι μου. Το πιο κακό χτικιό δε βαστάει. Το σκοτώνει».
   Ο πρόεδρος σηκώθηκε. Είχε ύφος σοβαρό.
   «Μπορείτε, κύριε συνάδελφε, να μας φανερώσετε ποιο είναι αυτό το χόρτο;» ρώτησε.
   Ο τόνος της φωνής του ήτανε λιγάκι ειρωνικός σα να μην έδινε καμιά σημασία στα λόγια του.
   Κείνο; Χαμογέλασε μ' έναν κουτοπόνηρο τρόπο.
   «Αυτό, κύριε πρόεδρε, είναι το μυστικό μου».
   «Βέβαια», φώναξε ένας άρρωστος ανεβασμένος στο πεζούλι ενός παραθυριού.
   «Αμ τι, κουτός είναι να σας το φανερώσει».
   Στο κούτελο του προέδρου απλωθήκανε μερικές βαθιές ζαρωματιές.
   «Μα τότε επί ποίας βάσεως θα συζητήσουμε;»  
   Ο γιατρός χαμογέλασε ικανοποιημένος σαν άνθρωπος που όλα τα είχε προβλέψει.
   «Έννοια σας. Σας έφερα εδώ μερικούς από τους αρρώστους μου. Δεν έχετε παρά να τους εξετάσετε».
   «Δεν είμαστε άρρωστοι».
   «Άρρωστοι; Τι λέτε γιατρέ;» φώναξε η Κική που είχε σηκωθεί όρθια.
   Και συνάμα σα να 'θελε να βεβαιωθεί κι η ίδια γι' αυτό που είπε, έβγαλε μυστικά το ραγισμένο καθρεφτάκι, που ήτανε κολλημένο στην τσάντα κι έριξε μια κρυφή ματιά στο μάγουλό της που είχε γίνει ροζάτο, από την τριανταφυλλένια πούντρα. Σαν πήρε από το καθρεφτάκι τη διαβεβαίωση που ζητούσε, φώναξε πιο δυνατά:
   «Τ' ακούτε; Δεν είμαστε άρρωστοι. Δηλαδή είμαστε μια φορά· τώρα δεν είμαστε».
   «Ούτε εξέταση δεχόμαστε, ακούς εκεί;» πρόστεσε ο Γιάκωβος.
   Ο πρόεδρος χτύπησε δυνατά το κουδούνι απάνω στο τραπεζάκι.
   «Μα διαδήλωση έχουμε, κύριοι; Για Βουλή το περάσατε εδώ μέσα;»
   Έπειτα γύρισε στο γιατρό και του είπε:
   «Κύριε συνάδελφε, υπό τοιούτους όρους, είναι αδύνατος η συζήτησις».
   «Βεβαίως. Η επιστημονική συζήτησις είναι ιερά», πρόστεσε άλλος γιατρός μ' ένα ψευτοαγαναχτισμένο ύφος.
   «Δεν είναι κατάστασις αυτή. Η συζήτηση έπρεπε να περιορισθεί μόνο μεταξύ ιατρών».
   «Τι μας τους κουβάλησε αυτούς εδώ; Για μπράβους του δηλαδή;» 
   «Μη χειρότερα... Γιατρός είναι αυτός ή κομματάρχης;»
   Όλη η ζήλια και η κακία των γιατρών βρήκε τώρα την ευκαιρία να ξεσπάσει ενάντια στο συνάδελφό τους. Φαρμάκι, χολή τα λόγια τους. Και δεν είχανε κι άδικο. Αφότου παρουσιάστηκε αυτό το αναθεματισμένο φάρμακο, πολλοί δεν είχανε σταυρώσει δεκάρα. Να τύχαινε τουλάχιστο καμιά επιδημία; Μα τούτος ο καινούριος Υπουργός της Υγιεινής με τα νέα μέτρα του λες και βάλθηκε να ξεπαστρέψει όλο το γένος των γιατρών.
   Ο εφευρέτης σηκώθηκε. Πήρε ένα καλοκάγαθο, συγκαταβατικό ύφος κι είπε:
   «Μην τους ξεσυνερίζεστε, κύριοι συνάδελφοι, απλοϊκοί άνθρωποι είναι. Ελάτε μια στιγμή στη θέση τους».
   Αυτό ήτανε μια τρομερή γκάφα. Τα λόγια του οι άρρωστοι τα πήρανε για βρισιά. Ο Γιάκωβος ο ποιητής σήκωσε αψηλά τη μαγκούρα του και φώναξε:
   «Κάνεις λάθος, γιατρέ. Δεν είμαστε καθόλου απλοϊκοί. Ξέρουμε πολύ καλά τι μας γίνεται. Αυτό που βεβαιώνουμε εμείς, αυτό είναι η αλήθεια».
   «Μα πρέπει να βεβαιωθούνε κι οι κύριοι. Δε φτάνει η δική σας μαρτυρία» τόνε σταμάτησε ο γιατρός.
   Μια φωνή.
   «Ας μην βεβαιωθούνε. Τι λες εκεί;»  
   Ένας γιατρός πήδηξε στο βήμα. Ήτανε αγριεμένος και τα μαλλιά του ήτανε ανακατωμένα. Φαινότανε αποφασισμένος. Η επιστημονική του συνείδηση είχε επαναστατήσει. Α! Μα πια δεν υποφέρνεται αυτό. Δεν μπορεί αυτός ένας επιστήμονας να επιτρέψει σ' έναν τσαρλατάνο να κοροϊδεύει τον κόσμο. Θα του τρίψει τα μούτρα, θα του μιλήσει όξω από τα δόντια. Να τι θα του πει:
   «Είσαι ένας τσαρλατάνος, κύριε. Είσαι ένας εκμεταλλευτής. Κοροϊδεύεις τον κόσμο για να του παίρνεις τον παρά του. Και τον κοροϊδεύεις ενώ το ξέρεις  πως το κρασί σου δεν αξίζει τίποτα. Γι' αυτό πρέπει να επέμβει ο Εισαγγελέας να σταματήσει αυτή η εκμετάλλεψη, αυτή η κλεψιά. Γιατί δε σου φταίνε τίποτα αυτοί οι δυστυχισμένοι άνθρωποι...»
   Μέσα στη σάλα χαλούσε ο κόσμος. Όλοι όρθιοι, άλλοι ανεβασμένοι πάνω στις καρέκλες φωνάζανε όλοι μαζί. Μέσα σ' όλες τις φωνές ξεχώριζε η φωνή του Γιάκωβου. Από το άλλο μέρος η φωνή της Κικής που τόνε σιγοντάριζε. Και τι φωνές αλλιώτικες. Όλες φάλτσες, ραγισμένες.
   «Να σκάσουνε οι φτονεροί».
   Ο γιατρός που ήτανε αποφασισμένος να προστατέψει την επιστήμη, κατέβασε άξαφνα το κεφάλι του σα ντροπιασμένος. Δεν είχε πια κουράγιο να κοιτάξει το πλήθος στα μάτια.
   Ανατρίχιασε. Ντράπηκε. Μετάνιωσε.
   «Όχι, όχι, δεν πρέπει. Είναι έγκλημα».
   Τη στιγμή αυτή το μάτι του έπεσε πάνω στην Κική. Είχε ανοίξει πάλι κλεφτά το τσαντάκι και παρατηρούσε το προσωπάκι της μέσα στο καθρεφτάκι. Ήθελε άλλη μια φορά να βεβαιωθεί για κείνη την πλατιά μαύρη λουρίδα που απλωνότανε κάτω από τα ματόκλαδά της. 
   Το κουράγιο του άλλη μια φορά τον πρόδωσε. Δε βρήκε τη δύναμη ν' ανοίξει τα χείλια του. «Κοίταξέ την· είναι τόσο ευτυχισμένη στην πλάνη της. Θα τηνέ σκοτώσω...»
   Και μια που άρχισε, ξακολούθησε να κατεβαίνει γοργά στον κατήφορο που πια είχε κατρακυλίσει.
   Είπε όλα τ' αντίθετα από όσα πίστευε. Κι άμα τελείωσε, ζύγωσε στην καρέκλα που καθόταν ο εφευρέτης, του πήρε το χέρι και του το 'σφιξε εγκάρδια.
   Αυτό ήτανε το μεγαλύτερο ρεζιλίκι.
   Μια φωνή ακούστηκε τότε.
   «Αυτό είναι ντροπή σας. Ένας επιστήμονας που σέβεται την επιστήμη του, τ' όνομά του, δε δίνει το χέρι σ' έναν τσαρλατάνο».  
   Η φωνή ήτανε ενός γιατρού.
   «Όξω, όξω παλιόσκυλο», ακούστηκε η φωνή του Γιάκωβου.
   «Σας παίρνει την πελατεία. Ε;...»
   «Να ψοφήσετε της πείνας όλοι σας, παλιοκλέφτες που γδύνετε τον κόσμο».
   Ο γιατρός γύρισε και τους κοίταξε με μια ματιά σπλαχνικιά σα να τους ελεεινολογούσε.
   «Ποιοι είσαστε εσείς, κύριοι, που μας βρίζετε; Τι νιώθετε σεις από επιστήμη;...»
   «Όξω, όξω».  
   Ο Γιάκωβος κινήθηκε κατά πάνω του.
   «Εμπρός, παιδιά, να τον πετάξουμε όξω, το βρωμόσκυλο», φώναξε.
   «Ε, λοιπόν, να το ξέρετε κακομοιριασμένοι. Είσαστε άρρωστοι, άρρωστοι, άρρωστοι, χίλιες φορές άρρωστοι», φώναξε προβάλλοντας στο κοινό τη γροθιά του, σα να 'θελε να χτυπήσει τον αγέρα.
   Η φωνή της Κικής.
   «Τονέ ζηλεύετε».
   «Σας μπήκε καρφί στο μάτι σας», φώναξε κι ο Γιάκωβος κουνώντας αψηλά τη μαγκούρα του.
   Άξαφνα τον έπιασε ένας βήχας. Η Κική ζύγωσε το κεφάλι της ανήσυχη στο πρόσωπό του.
   «Δεν είναι τίποτα», είπε ο Γιάκωβος σιγαλά.
   Το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο και τα μάτια του είχανε υγρανθεί από το βήξιμο. Έβγαλε ένα μαντηλάκι, που είχε κεντήσει στην γωνία τ' αρχικά του η Κική, και το 'φερε στα χείλη του για να εμποδίσει τις πιτσιλάδες του σάλιου του που πετιούντανε στον αγέρα.
   Η ανησυχία της Κικής για τον Γιάκωβο την έκανε να θυμηθεί πάλι τον εαυτό της. Άνοιξε κλεφτάτα, σα να 'κανε καμιά απαγορευμένη πράξη, το τσαντάκι και κοίταξε τα μάτια της μέσα στο καθρεφτάκι. Η ραγισματιά απλωνότανε πάντα αμείλιχτη στη μέση του καθρέφτη λοξά, σα μαχαιριά που την κατέβασε με το βαρύ της χέρι η μοίρα.
   Τα μάτια της πέσανε σε κείνη τη σκοτεινάδα που της υπογράμμιζε αλαφρά τα ματόκλαδα. Και τότε μέσα στο μυαλό της γεννήθηκε μια περίεργη σύγχυση. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει στο βάθος του μνημονικού της την αρχή αυτής της σκοτεινάδας. Ήτανε της αρρώστιας ή του μαύρου κραγιονιού που είχε περάσει απάνω; Μα παρηγορήθηκε γλήγορα με την ιδέα πως δεν είχε τίποτα.
   «Μα είναι μπορετό; Αφού νιώθω τον εαυτό μου τόσο καλά».
   Μόνο ένας γιατρός ως αυτή τη στιγμή δεν είχε ανοίξει το στόμα του. Σκυφτός, συλλογισμένος, μασούσε τα μουστάκια του.
   Ήρθε η σειρά του να μιλήσει κι αυτός. Είχε απόφαση, όταν ξεκίνησε από το σπίτι του για τη συνεδρίαση, να τον κοπανίσει αυτόν τον κύριο εφευρέτη. Να του πει καθαρά και ξάστερα: «Είσαι ένας απατεώνας, ένας αισχρός εκμεταλλευτής, παιζογελάς τους ανθρώπους για να τους παίρνεις τα λεφτά τους». Θα μιλούσε όξω από τα δόντια.
   Μα σα μπήκε μέσα στη σάλα, σαν αντίκρισε το πλήθος των αρρώστων, σαν είδε την πίστη αυτών των ανθρώπων στον εφευρέτη, το θάρρος του τον εγκατέλειψε. Πώς να τους φανερώσει την αλήθεια; Πώς να τους γκρεμίσει τον πύργο της ευτυχίας τους; Πώς να τους σπρώξει πάλε στα τάρταρα της απελπισίας που ζούσανε τόσα χρόνια; Πώς να ξεστομίσει την καταδικαστική απόφαση; «Είσαστε καταδικασμένοι».
   Μα πάλε ο όρκος του, το χρέος του; Να τους αφήσει στην πλάνη; Κι όμως καμπόσοι τουλάχιστο, αν μαθαίνανε από το στόμα του τη φριχτή αλήθεια, ίσως να μπορούσανε και να σωθούνε. Ενώ τώρα με την τυφλή πίστη στο φάρμακο, θα παραμελήσουνε κάθε επιστημονική θεραπεία, θα ζυγώσουνε περισσότερο προς το θάνατο που η αληθινή, η αμείλιχτη επιστήμη πάλευε να τους απομακρύνει.
   «Η σειρά σας», του φώναξε ο πρόεδρος.
   Τινάχτηκε απάνω σαστισμένος. Προχώρεσε προς το τραπεζάκι με βήμα δισταχτικό. Έφτασε η στιγμή να μιλήσει, κι αυτός δεν είχε αποφασίσει ακόμα τι θα πει.
   Στάθηκε λίγη ώρα κοιτάζοντας το πλήθος των αρρώστων. Αυτοί αλαλάζανε.
   «Μπράβο!»
   «Εσύ είσαι γιατρός».
   «Εσύ θα μας πεις την αλήθεια».
   Η ματιά του αφαιρεμένη γύριζε εδώ κι εκεί. Τ' αυτιά του βουίζανε.
   Επιτέλους άνοιξε το στόμα του.
   «Χριστός ανέστη...» φώναξε.
   «Ζήτωωωω...» 
   Δε χρειαζότανε τίποτις άλλο.
   Όλη η σάλα τράνταξε από τις φωνές. Ο Γιάκωβος καβάλα σε μια καρέκλα κουνούσε τη μαγκούρα του στον αγέρα, ενώ η Κική τον κρατούσε από τα πόδια για να μην πέσει...
   «Όχι, μην τον ακούτε, σας λέει ψέματα».
   «Δεν τολμάει να σας φανερώσει την αλήθεια», φώναξε ο άλλος γιατρός.
   «Όξω παλιόσκυλο».
   «Λυπήσου τους, συνάδελφε, πες τους την αλήθεια, βοήθησέ τους να σωθούνε».
   «Μα αυτός δεν υποφέρεται, θέλει σώνει και καλά να μας βγάλει με το στανιό άρρωστους;» Ο Γιάκωβος τον είχε ζυγώσει. Αμίλητος, κρύος με τα δυο του χέρια άρπαξε το γιατρό και τα δάχτυλά του τα ιδρωμένα, τα κοκκαλιάρικα και κίτρινα απλωθήκανε γύρω στο λαιμό του σα μια σιδερένια τανάλια.
   «Πνίξε τον, τον άτιμο».
   Η Κική έτρεξε κοντά του.
   Ο Γιάκωβος ξακολουθούσε να σφίγγει και τα δάχτυλά του τα ιδρωμένα να χώνουνται μέσα στο κρέας του.
   «Γιάκωβέ μου, μη, λυπήσου με, για το Θεό...»
   Κείνος δεν άκουγε, δε μιλούσε, μόνο εξακολουθούσε να σφίγγει, να σφίγγει...
   Ο γιατρός, που είχε επαινέσει το φάρμακο, βγήκε από μια μικρή πορτίτσα με το γιακά του παλτού του σηκωμένο, συντριμμένος, σαν ένοχος, αμίλητος, σκυφτός, με τα μάτια χαμηλωμένα στη γης, σα να ντρεπότανε πια να κοιτάξει τους ανθρώπους στο πρόσωπο.
   Και μέσα στη σάλα με τις αναποδογυρισμένες καρέκλες πλάκωσε τώρα η αστυνομία...
 
Παρορίτης Κώστας
Περιοδικό «Ο Νουμάς»
τεύχος 797, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1930

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου