Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2022

ΨΑΡΙΣΙΑ ΑΓΑΠΗ

   
   Πρόκειται, όντως, για ένα γεγονός κάπως παράδοξο -ότι, δηλαδή, ένας κυπρίνος που ζούσε στη λιμνούλα κοντά στο σπίτι του στρατηγού Πανταλίκιν, ερωτεύτηκε παράφορα την παραθερίστρια Σόνια Μαμότσκινα. Στο κάτω κάτω όμως γιατί να είναι τόσο παράδοξο; Μήπως δεν ερωτεύτηκε ο δαίμονας του Λέρμοντοφ την Ταμάρα, ο κύκνος τη Λήδα, και μήπως δεν συμβαίνει καμιά φορά να ερωτεύονται οι υπάλληλοι  τις κόρες των προϊσταμένων τους; Η Σόνια Μαμότσκινα λοιπόν, ερχόταν κάθε πρωί με τη θεία της να κάνει μπάνιο. Ο ερωτευμένος κυπρίνος κολυμπούσε μέχρι την άκρη της όχθης και παρατηρούσε. Το νερό στη λιμνούλα ήταν θολό, καθώς εκεί βρισκόταν το χυτήριο Κράντελ και υιοί,  παρ' όλα αυτά όμως, στον κυπρίνο ήταν ορατά τα πάντα: έβλεπε πώς ταξίδευαν στο γαλανό ουρανό τα σύννεφα και τα πουλιά, πώς γδύνονταν οι παραθερίστριες, πώς πίσω από τους θάμνους τις έπαιρναν μάτι οι νεαροί, πώς η χοντρή θεία, πριν μπει στο νερό, καθόταν κανένα πεντάλεπτο σε ένα βραχάκι και, κοιτάζοντας φιλάρεσκα τον εαυτό της, έλεγε: «Πώς εγώ κατάντησα έτσι, σαν φάλαινα; Ούτε να με κοιτάξει δεν θα τολμούσε κανείς!» Κάνοντας για τον εαυτό της πιο ελπιδοφόρα όνειρα, η Σόνια με μια τσιρίδα ριχνόταν στο νερό, κολυμπούσε, σφιγγόταν από το κρύο -κι ο κυπρίνος κάθε τόσο έπλεε προς το μέρος της και άρχιζε λαίμαργα να της φιλάει τα πόδια, την πλάτη, το λαιμό...
   Τελειώνοντας το μπάνιο, οι παραθερίστριες πήγαιναν σπίτι να πιουν τσάι με μπουρεκάκια και ο κυπρίνος κολυμπούσε μοναχικά στην απέραντη λίμνη και σκεφτόταν: «Φυσικά για ελπίδες ανταπόκρισης ούτε λόγος να γίνεται. Μπορεί άραγε εκείνη, τόσο όμορφη, να αγαπήσει εμένα, έναν κυπρίνο; Όχι, χίλιες φορές όχι! Μη βαυκαλίζεσαι με όνειρα, τιποτένιο ψάρι! Σε σένα δεν μένει παρά ένας δρόμος, ο θάνατος! Αλλά πώς να πεθάνεις; Πιστόλια και σπίρτα δεν υπάρχουν στη λιμνούλα. Για το είδος μας, τους κυπρίνους, ένας μόνο θάνατος είναι δυνατός, να πέσεις στα δόντια του λούτσου. Και λούτσο πού να βρεις; Υπήρχε κάποτε ένας εδώ στη λιμνούλα και ακόμα κι αυτός πέθανε από την πλήξη. Ω, ο δύστυχος εγώ!»
   Και σκεπτόμενος το θάνατο, ο νεαρός πεσιμιστής χωνόταν στο βούρκο και έγραφε εκεί το ημερολόγιό του.
   Κάποιο απόγευμα, η Σόνια και η θεία της κάθονταν στην όχθη της λιμνούλας και ψάρευαν με το καλάμι. Ο κυπρίνος έπλεε ανάμεσα στους φελλούς και δεν τραβούσε τα μάτια του από την καλή του. Ώσπου έξαφνα στο μυαλό του άστραψε μια ιδέα:
   «Θα πεθάνω από τα χέρια της», σκέφτηκε και τρεμόπαιξε χαρούμενα τα πτερύγιά του. «Ω, πόσο θαυμάσιος και γλυκός θάνατος!»
   Και γεμάτος αποφασιστικότητα, ίσα ίσα που κιτρίνισε ανεπαίσθητα, όρμησε στο αγκίστρι της Σόνιας και το έχαψε με μιας.
   «Σόνια, σου τσιμπάει!» τσίριξε η θεία. «Καλή μου, σου τσιμπάει!»
   «Αχ! Αχ!»
   Η Σόνια αναπήδησε και τράβηξε το καλάμι με όλη της τη δύναμη. Κάτι τινάχτηκε στον αέρα ασημίζοντας κι έσκασε στο νερό, αφήνοντας πίσω του κυκλικά κυματάκια.
   «Ξέφυγε!» τσίριξαν οι δυο παραθερίστριες χλωμιάζοντας. «Ξέφυγε! Αχ! Καλή μου!» 
   Κοίταξαν το αγκίστρι και είδαν πιασμένο πάνω του ένα ψαρίσιο σαγόνι.
   «Αχ, καλή μου», είπε η θεία, «δεν χρειαζόταν να τραβήξεις τόσο δυνατά! Τώρα το φτωχό ψαράκι έμεινε χωρίς σαγόνι...»
   Αφού ξέφυγε από το αγκίστρι, ο ήρωάς μας είχε μείνει κατάπληκτος και για ένα μεγάλο διάστημα, δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί. Έπειτα ήρθε στα σύγκαλά του και αναστέναξε:
   «Πάλι ζω! Πάλι! Ω, ειρωνεία της μοίρας!»
   Όταν βέβαια παρατήρησε ότι του λείπει η κάτω γνάθος, ο κυπρίνος χλώμιασε κι άρχισε να γελάει άγρια... και έχασε τα λογικά του.
   Πολύ φοβούμαι πως δικαιολογημένα φαίνεται κάπως παράξενο το γεγονός ότι θέλω να επιστήσω την προσοχή του σοβαρού αναγνώστη στη μοίρα ενός τόσο τιποτένιου και αδιάφορου όντος, όπως ο κυπρίνος. Ωστόσο, γιατί να είναι πια τόσο παράξενο; Εδώ υπάρχουν κυρίες που γράφουν σε κοτζάμ εφημερίδες σχετικά με παντελώς άχρηστους  γοβιούς και σαλιγκάρια. Κι εγώ μιμούμαι τις κυρίες. Στο κάτω κάτω, είναι πιθανό να είμαι ακόμα και ο ίδιος εγώ κυρία και απλώς να υπογράφω με ανδρικό ψευδώνυμο.
   Ο κυπρίνος, λοιπόν, τρελάθηκε. Δυστυχισμένος ζει μέχρι τις μέρες μας. Γενικά οι κυπρίνοι ενθουσιάζονται όταν τους μαγειρεύουμε με κρέμα γάλακτος, ενώ βέβαια ο ήρωάς μας, τώρα πια, επιθυμεί έναν οποιοδήποτε θάνατο. Η Σόνια Μαμότσκινα παντρεύτηκε το φαρμακοποιό και η θεία πήγε στο Λίπετσκ, κοντά στην παντρεμένη αδερφή της. Σ' αυτό δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο, αφού η παντρεμένη αδερφή έχει έξι παιδιά και όλα τους αγαπούν τη θεία.
   Υπάρχει όμως και συνέχεια. Στο χυτήριο Κράντελ και υιοί εργάζεται ως διευθυντής ο μηχανικός Κρίσιν. Αυτός έχει έναν ανιψιό ονόματι Ιβάν ο οποίος, όπως είναι γνωστό τοις πάσι, γράφει ποιήματα  και με απληστία τα δημοσιεύει σε όλα τα περιοδικά και τις εφημερίδες. Ένα καυτό μεσημέρι, ο νεαρός ποιητής, περνώντας μπροστά από τη λιμνούλα, αποφάσισε να κάνει μπάνιο. Γδύθηκε, λοιπόν, και άρχισε να μπαίνει στο νερό. Ο τρελός κυπρίνος  τον πέρασε για τη Σόνια Μαμότσκινα, κολύμπησε προς το μέρος του και τον φίλησε τρυφερά στα οπίσθια. Το φιλί αυτό είχε καταστρεπτικότατα αποτελέσματα: ο κυπρίνος μετέδωσε στο ποιητή πεσιμισμό. Χωρίς να υποψιάζεται τίποτα, ο ποιητής βγήκε από το νερό και, χαχανίζοντας μόνος του, γύρισε σπίτι. Μερικές μέρες αργότερα πήγε στην Πετρούπολη. Συχνάζοντας εκεί στα γραφεία των εφημερίδων, κόλλησε σε όλους τους ποιητές πεσιμισμό και από τότε οι ποιητές μας γράφουν σκοτεινούς, ζοφερούς στίχους.
 
Τσέχωφ Άντον
(Μετάφραση  Γιώργος Τσακνιάς)
Περιοδικό «Το Δέντρο»,
τεύχος 69 -70,  Καλοκαίρι 1992

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου