Σ' όλο το δρόμο με κόπο κρατούσε τα δάκρυά της. Μόλις μπήκε στο σπίτι σωριάστηκε στην πολυθρόνα κι αναλύθηκε σε λυγμούς. Τι ήθελε να βγει! Γιατί δεν παράγγελνε απ' το τηλέφωνο; Δεν υπάρχουν που δεν υπάρχουν πια παιδιά, να μην υπάρχουν και θυρωροί, όλα δύσκολα για τους γέρους.
Λαχτάρησε όμως να περπατήσει, ν' αλλάξει λίγο τον αέρα της, λιακάδα σήμερα μετά από τόση κακοκαιρία. Λιακάδα μαύρη, ίσα ίσα για να της κλέψουν στο φούρνο το πορτοφόλι από τα μάτια της μπροστά, μάτια μισά, αργές οι κινήσεις... ώσπου να γυρίσει και να πιάσει το μπαστούνι...
Μια σπανακόπιτα αγόρασε για το μεσημέρι. Μόνο όταν τραπέζωνε τις φίλες της μαγείρευε πια. Δυο της έχουν απομείνει: η Μαίρη και η Ευδοκία. Πέρσι που τις άφησε χρόνους η Ελένη, είχανε ταραχτεί όλες πολύ. Καμιά δεν ήθελε να μείνει τελευταία. Η ίδια δεν άντεχε ούτε να το σκεφτεί. Την τρόμαζε περισσότερο από το θάνατό της τον ίδιο. Αν έμενε τελευταία, τι θα έκανε; Θα χτυπιόταν σαν την τυφλόμυγα μέσα σ' αυτούς τους τοίχους, περιμένοντας... Να τι θα έκανε.
Ανασυντάχθηκαν οι φίλες, μαζεύονταν πάλι κάθε Τετάρτη, πότε στης μιας πότε στης άλλης, και παίζουν κουμκάν. Αν το επιτρέπει βέβαια ο καιρός. Τη μέρα εκείνη ανασκουμπώνεται η Ευγενία απ' τα χαράματα. Τι μπατόν σαλέ ετοιμάζει, τι πίτες, τι κουλουράκια, τι σιροπάτα! Γιατί το τσάι τα θέλει όλα: και τα γλυκά του και τ' αλμυρά του. Πίνουν από πάνω κι ένα λικεράκι, που της έφερε ο γιος της απ' τη Γαλλία, και καλούν ραδιοταξί.
Αν δεν υπήρχαν οι φίλες της, δε θα μαγείρευε ποτέ. «Αμβροσία τα ντολμαδάκια σου, γυναίκα!» Άχαρο να στήνεις κατσαρόλα για ένα στόμα. «Πότε θα μας φτιάξεις παστίτσιο, μαμά;» «Και κρεμ καραμελέ!» Μμμ, αληθινή κρέμα με αληθινή καραμέλα, όχι σκόνες απ' το κουτί. Την έκαιγε και μοσχοβολούσε το σπίτι! Πάντα μοσχοβολούσε το σπίτι αυτό. Φημισμένη για τη μαγειρική και ιδιαίτερα για τις πίτες της. Στον αέρα άνοιγε το φύλλο, μα τώρα για ποιον να φουρνίσει, ποιος θα φάει ταψί ολόκληρο; Ποιος;
Τα παιδιά απ' όλες τις πίτες της προτιμούσαν την πρασόπιτα, αλλά και τα εγγόνια της, όσο ήτανε μικρά, με τι χαρά την περιμένανε! Εργαστήρι ζαχαροπλαστικής στήνανε όποτε τους επισκεπτόταν. Στρώνανε στο τραπέζι της κουζίνας ένα πλαστικό τραπεζομάντιλο, κατεβάζανε μπολ, μίξερ, φόρμες και φορμάκια. Αβγά, γάλα, κακάο, ζάχαρη, βανίλια, μπισκότα για το «μωσαϊκό», αλεύρι και μπέικιν, βούτυρο φρέσκο, σαβουαγιάρ. Τα τελευταία τα έφερνε εκείνη από ένα εργαστήρι της γειτονιάς της -βάση απαραίτητη για την τούρτα μόκα, που άρεσε σε μικρούς και μεγάλους.
Φορούσανε ποδιές κι ακολουθούσαν τις εντολές της με επιμέλεια. Κάθε τόσο κολλούσαν το μουτράκι τους στο φούρνο, να θαυμάσουν πώς φούσκωνε το παντεσπάνι, πώς ρόδιζε η γαλατόπιτα! Σαν να έβλεπε τα παιδιά της για δεύτερη φορά.
Έμενε μια δυο μέρες κι επέστρεφε στη βάση της.
«Την άλλη φορά, γιαγιά, να μας μάθεις τα λουκουμάτα!» την ξεπροβοδίζανε με αγκαλιές.
Η εγγονή της έγραφε τις συνταγές σ' ένα τετράδιο με πράσινο μήλο στο εξώφυλλο. Υπάρχει ακόμη το τετράδιο αυτό και μάλιστα στο Λονδίνο! Το πήρε μαζί της όταν πήγε να σπουδάσει. Τελικά ζευγάρωσε στην Αγγλία κι αποφάσισε να ζήσει εκεί.
Να λοιπόν κάτι που θα μείνει και μετά το θάνατό της: το τετράδιο με τις συνταγές. Όλα τα υπόλοιπα, είναι βέβαιη, θα πεταχτούν. Άλλα τα γούστα των παιδιών, άλλα των εγγονιών της.
Πιο πολύ μελαγχολεί όταν σκέφτεται τα ωραία της εργόχειρα -τα σεμέν, τα καρέ, τις ροτόντες για το τραπέζι της βεράντας, τα πετσετάκια για δίσκους και δισκάκια, ακόμη και για το ραδιόφωνο είχε κεντήσει ένα μικρούλι σεμενδάκι, για την τηλεόραση ένα μεγαλύτερο. Βουτούσε πρώτα την εταμίνα στο τσάι να σκουρήνει, σχέδια πανέμορφα, κρόσσια πολύχρωμα, χρυσές κλωστές, δεν ξεχώριζες την καλή απ' την ανάποδη...
Εργόχειρα, των χεριών της έργα... Θα θαφτούν το δίχως άλλο σε κανένα συρτάρι. Αλλά πού ξέρεις; Μπορεί να ξαναβγούνε κάποτε στην επιφάνεια. Πάνε κι έρχονται οι μόδες... πού ξέρεις;
«Γεια στα χέρια σου, Ευγενία!» τη θαύμαζε ο άντρας της. Πώς παραμορφώθηκαν αυτά τα χέρια! Αγνώριστα έχουν γίνει! Με δυσκολία να ράβουν ένα κουμπί...
Ο άντρας της, της ζωής της ο σύντροφος... Ξέθαψε απ' το ντουλάπι τα γράμματά του, που τα κρατούσε φυλαγμένα σ' ένα κουτί παπουτσιών. Ούτε ένα δεν είχε πετάξει.
Χρόνια μετά το θάνατό του τόλμησε να τα διαβάσει. «Αγαπημένη μου...» Εικόνες, όνειρα, αυταπάτες... «Αγαπημένη...» Πήγε να σπάσει η καρδιά της, τα ξανάβαλε πίσω στο κουτί, τα ξανάκλεισε στο ντουλάπι. Είχε ζήσει πράγματι αυτόν τον έρωτα; Αυτά τα νιάτα, τα ολόχρυσα νιάτα, υπήρξαν στ' αλήθεια; Κι αν ναι, ποιος άνεμος τα πήρε και τα σκόρπισε; Ποιος ψεύτης άνεμος σκορπίζει έτσι τη ζωή μας;
Πάνω από μισόν αιώνα ζήσανε μαζί. Πρόλαβαν να γιορτάσουν τους χρυσούς τους γάμους, εδώ σ' αυτό το σπίτι. Ήρθαν τα παιδιά τους, τα εγγόνια με τα ταίρια τους, ο κουνιάδος με τη συννυφάδα της.
Άνοιξε πέρα για πέρα το τραπέζι, άπλωσε το λινό της τραπεζομάντιλο με τις γιρλάντες από ανθάκια ροκοκό. Το είχε κεντήσει ελεύθερη βελονιά, όταν ήταν έγκυος στην Εφούλα της.
Έβγαλε τα καλά σερβίτσια, τα ασημένια μαχαιροπίρουνα, πέρασε τις ασορτί πετσέτες σε ασημένιους κρίκους. Είχε χρόνια να τους χρησιμοποιήσει και τώρα διαπίστωνε πως έλειπαν δύο. Τέλος πάντων, δεν πειράζει. Η κόρη της τοποθετούσε τα λουλούδια στα βάζα, πηγαινοερχόταν στην κουζίνα με πιάτα και πιατέλες.
Κάθισαν επιτέλους στο τραπέζι, ο γιος της άνοιξε το κρασί. Κόκκινο για τα κρέατα, λευκό για τα ψαρικά. Και πώς μοσχοβολούσε εκείνο το λευκό! Τους εντυπωσίασε όλους και ρωτούσανε το γιο της, που το είχε φέρει. «Λημνιό» το αποκαλούσε ο Γιώργος το ευωδιαστό κρασί. «Από τη νήσο Λήμνο δηλαδή», εξήγησε.
Χημικός - οινολόγος. Το μεράκι του τον πήρε μακριά. Στην περιοχή της Δράμας εργάζεται. Κατευχαριστημένο απ' τη δουλειά του το παιδί. Μόνο που χώρισε... Δυσάρεστο πράμα το διαζύγιο ό,τι κι αν πεις.
«Τι μυδοπίλαφο έκανες, Ευγενία!» «Όνειρο οι μπεκάτσες!» Παίρναν και δίναν τα επιφωνήματα. «Αριστούργημα, γιαγιά, οι τζιγεροσαρμάδες σου!» «Και στους πλατινένιους σας, παππού, γιαγιά!» ευχήθηκε η εγγονή τοποθετώντας την τούρτα στη μέση του τραπεζιού. Ήταν η περίφημη τούρτα μόκα με τα σαβουαγιάρ. Την είχε φτιάξει μόνη της, με βάση τη συνταγή της γιαγιάς απ' το τετράδιο του πράσινου μήλου. Επάνω της είχε μπήξει μικροσκοπικά πυροτεχνήματα κι ένα κερί με τον αριθμό πενήντα.
Σβήσανε το κερί μαζί, όπως μαζί το είχανε ανάψει. Άνοιξε ο γαμπρός της τη σαμπάνια, στρυφνός συνήθως, σήμερα ακόμη κι αυτός ήταν καλός μαζί τους. Όλοι ήταν καλοί μαζί τους, το ένιωθε στην αύρα τους. Όλοι καλοί.
Ο Κίμων έβαλε στο πικάπ τον «Βαφτιστικό». Χόρεψαν μόνοι, «σφίξε με κι ενωμένα τα χείλη ας μένουν...» Οι νέοι δεν τους ακολούθησαν, δεν ξέρουν από οπερέτες... «σφίξε με, τα φιλιά και νεκρούς ανασταίνουν...» Τους χειροκρότησαν όμως θερμά. Η κόρη και η εγγονή της βουρκωμένες. Ο εγγονός τραβούσε συνέχεια φωτογραφίες. Είναι το χόμπι του αυτό.
Ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό όταν τα θυμάται. Δεν είναι μόνο τα κεριά που σβήνουν. Όλα σβήνουν... ναι... κι όλα μένουν... σβήνουν και μένουν... Κι αυτά που πονούν κι εκείνα που σφάζουν.
Όταν σε λίγους μήνες έχασε τον άντρα της, η κόρη της τής πρότεινε να μείνει μαζί τους. Το σκέφτηκε κι αρνήθηκε. Τι να πάει να κάνει στην εξορία του Αδάμ, ολομόναχη σ' ένα πελώριο σπίτι, τα εγγόνια είχαν φύγει ήδη στο εξωτερικό κι η κόρη της επέστρεφε το νωρίτερο στις οχτώ το βράδυ. Την ώρα εκείνη ο γαμπρός της γυρνούσε το κανάλι να δει τις ειδήσεις κι εκείνες έπρεπε να μιλάνε ψιθυριστά, πτώμα από την κούραση η κόρη της, την ακούει δεν την ακούει. Άσε που θα ήταν αναγκασμένη να βλέπει το αγαπημένο της σίριαλ στην τηλεόραση - νάνο, κλεισμένη στο δωμάτιό της, γιατί την ίδια ώρα παίζουν τα αθλητικά του γαμπρού. Και να είναι και υποχρεωμένη από πάνω! Ε, όχι, όχι δα! Είναι ζωή αυτή; Κι έπειτα, πες μου, πώς θα αποχωριζόταν το σπίτι της και τις σκιές του, το σφυγμό και την ανάσα του; Πώς θ' αποχωριζόταν τον μπουφέ της με το σαμοβάρι, τα εργόχειρα και τις νταντέλες της, το βόγγο του αρχαίου ψυγείου, τη γριά κουζίνα της... και τα καδράκια, όλα αυτά τα καδράκια από ημερολόγια τοίχου ρομαντικά: Κοπέλες που κεντούνε, κοπέλες με καπέλα και ομπρελίνα, ερωτευμένο ζευγάρι σ' ανθισμένο λιβάδι... Και, πες μου, όχι, πες μου πού θα έβρισκε θέση σωστή για τη φρουτιέρα της; Πού;
Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι χαρά τής έχει δώσει η φρουτιέρα αυτή! Έλεγε κάποια μέρα πόσο νοσταλγούσε εκείνη του πατρικού της. Στεκόταν πάντα στη μέση του τραπεζιού με το βυσσινί βελούδο, γυάλινη, κολονάτη, με ανάγλυφη γιρλάντα από λουλούδια, ξέχειλη πάντα με τα φρούτα της κάθε εποχής! Φαίνεται το συγκράτησε ο γιος της και -πού πήγε και την ανακάλυψε;- της έφερε μία ολόιδια πρόπερσι στη γιορτή της. Την τοποθέτησε στη μέση του μπουφέ και ξαφνικά, εκεί που την καμάρωνε, χτύπησαν επάνω της οι ηλιαχτίδες κι ο τοίχος πλημμύρισε ουράνια τόξα! Μικρά αλλά ουράνια! Από τότε κάθε μέρα περιμένει τον ήλιο του μεσημεριού πότε θα λούσει τη φρουτιέρα, να γεμίσει το σπίτι με εφήμερα χρώματα, όλα τα χρώματα της ίριδας πάνω στον γκρίζο τοίχο, στο θαμπό σαμοβάρι!
Όχι, παράπονο δεν έχει απ' τα παιδιά, αλλά και τα εγγόνια της ποτέ δεν ξεχνούν την ονομαστική της εορτή. Χριστούγεννα, Πάσχα, όπου και να 'ναι, θα της τηλεφωνήσουν. Τη στιγμή εκείνη νιώθει την αύρα τους κοντινή όσο μακριά κι αν βρίσκονται. Απλώς τραβήξανε όλοι το δρόμο τους. Κι αν γέμισε αποστάσεις η ζωή, κανείς γι' αυτό δε φταίει. Τι να πει και η κόρη της, που ήδη σκορπίσαν τα παιδιά της στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Γι' αυτά προόριζαν οι γονείς το αρχιτεκτονικό γραφείο, αλλά εκείνα ξέκοψαν την επιστροφή. Γιατί σκοτώνεται λοιπόν η Έφη στη δουλειά; Γιατί αν σταματήσει να εργάζεται, θα τρελαθεί, λέει. Και την καταλαβαίνει, τώρα πια την καταλαβαίνει καλά την κόρη της. Θα νιώθει άχρηστη, όπως αυτή που δεν έχει για ποιον να μαγειρέψει. Άσε που ο γάμος της δεν είναι ο καλύτερος δυνατός...
Όταν ήταν ερωτευμένος ο γαμπρός της, μέχρι ποιήματα είχε γράψει στην Εφούλα της. Μετά το γάμο διαλύθηκαν μία μία οι ψευδαισθήσεις, όμως -τι το παράξενο;- έτσι δε γίνεται πάντα; Άλλο το τηλεσκόπιο κι άλλο το μικροσκόπιο. Τα αυτονόητα να λέμε; Το θέμα είναι γιατί αυτή σήμερα κόλλησε στο μικροσκόπιο και πώς θα ξεκολλήσει. Έχουνε κι άλλοι προβλήματα, Ευγενία! Δεν το βλέπεις;
Άργησε, αλλά έμαθε τελικά να δέχεται ό,τι ο άλλος μπορεί να δώσει. «Ό,τι έχετε ευχαρίστηση», που λένε. Έτσι νόμιζε μέχρι σήμερα, μα να που στο βάθος «άλλα ζητάει η ψυχή της, γι' άλλα κλαίει»... Ποιος ποιητής το έγραψε αυτό ούτε που θυμάται. Αλλά τι σημασία έχει ποιος; Το τι έχει σημασία, το τι.
Ξαφνικά αναρωτήθηκε μήπως αν είχε δώσει περισσότερα, θα εισέπραττε σήμερα πιο πολλά... Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Πώς να ξέρει; Σε τελευταία ανάλυση, όλοι έχουν τα όριά τους. Κι εκείνη τα δικά της. Έβαλε επιτέλους τα πράγματα στη σειρά η Ευγενία. Τα έβαλε στη σειρά και έκλαψε πικρά. Καταραμένη λιακάδα!
Πόσο διαφορετικά ήταν στην εποχή της! Τότε όλες οι γενιές ζούσανε μαζί, κάτω απ' την ίδια στέγη. Κι ήτανε πανηγύρι για τα παιδιά, ευλογία για τους γέρους. Μόνο οι νύφες υποφέρανε απ' τις πεθερές κι οι κόρες από δεσποτικές μητέρες. Οι άντρες όλη μέρα στη δουλειά, στο καφενείο, στη λέσχη, είδηση δεν έπαιρναν.
Έζησε στο σχήμα αυτό όταν ήταν νέα και δεν το χρειαζόταν. Τώρα που το χρειάζεται, δεν υπάρχει πια. «Δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα!» μίλησε η λογική της για άλλη μια φορά. Αλλά να, σήμερα που της κλέψαν το πορτοφόλι, νοστάλγησε χωρίς να το θέλει το απάγκειο εκείνης της εποχής... Είναι και η πολυαρθρίτιδα που προχωράει. Φαντάζεσαι να καταλήξει κατάκοιτη; Να τη γυρίζει πότε απ' τη μια και πότε από την άλλη μια Βουλγάρα; Να την πλένει, να της περνάει καθετήρα, να τη σφουγγίζει; Να γίνει βάρος στα παιδιά; Να γίνει βάρος αυτή σε οποιονδήποτε; Α, όχι, Θεέ μου, όχι! Αν θέλεις να κάνεις κάτι σωστό, πάρε με πριν απ' την κατάντια!
Ξαφνικά ακούστηκε το κουδούνι. Σκούπισε απορημένη τα δάκρυά της, προχώρησε αργά αργά προς την εξώπορτα, κοίταξε από το ματάκι. Η Έφη! Η Έφη της με μια αγκαλιά λουλούδια! Γύρισε το κλειδί, τράβηξε το σύρτη, ένιωσε την αύρα την καλή, την ευλογημένη.
Είχε λίγο χρόνο ελεύθερο, της είπε καθώς αγκαλιάζονταν, και σκέφτηκε να της κάνει έκπληξη. Μοίρασε στα βάζα τα αμάραντα. Τα θυμόταν από παιδί, που φύτρωναν άγρια στην άμμο κι ήταν όλα μοβ. Τώρα τα καλλιεργούνε, τα κάνανε πολύχρωμα, πιο όμορφα και εμπορεύσιμα. Όμως εκείνα τα άγρια της άμμου είχανε άλλο μοβ, πιο ζωηρό.
«Τι καλό θα με φιλέψεις, μαμά;»
Έπεσε το ταβάνι και την πλάκωσε. Να έρθει ως εδώ το παιδί και να μην έχει τι να της προσφέρει! Να μην το ξέρει, να της ετοιμάσει σουπιές με σπανάκι που τρελαίνεται!
«Καλά, βρε μαμά, δε χάλασε ο κόσμος! Θα πεταχτώ απέναντι να πάρω κάτι έτοιμο».
Χάλασε ο κόσμος και παραχάλασε κι αυτό ποτέ δε θα το συγχωρήσει στον εαυτό της, μουρμούριζε καθώς έστρωνε το τραπέζι. Φρόντισε τουλάχιστον να βάλει τη μπίρα με τα ποτήρια στην κατάψυξη, γιατί μόνο έτσι την ευχαριστιέται η Έφη, χειμώνα καλοκαίρι.
«Στην υγειά σου, μαμά!»
«Στην υγειά σου, Εφούλα μου!»
Τα μπιφτέκια ήταν πλατιά και λεπτά σαν σνίτσελ. Παράξενα, μα πεντανόστιμα! Ποιο να 'ναι άραγε το μυστικό του μάγειρα; Προσπαθούσαν να το μαντέψουν. Έτσι θυμήθηκαν τα αινίγματα που τους έλεγε όταν ήταν μικρά. «Έχω ένα βαρελάκι που έχει δυο λογιών κρασάκι. Τι είναι;»
Πάνω στην ευθυμία, της λέει η κόρη της:
«Τώρα θα σου πω εγώ ένα αίνιγμα, να δούμε θα το βρεις;»
«Για να δούμε...»
«Κυρία κομψή μέχρι τελευταίας ρανίδος καλεί άπαξ του μήνα τον κομμωτή της απ' το Λονδίνο με ιδιωτική πτήση. Ο καλλιτέχνης καταλύει σε σουίτα κεντρικού ξενοδοχείου και το επόμενο πρωί οδηγείται με ναυλωμένη λιμουζίνα στην οικία της περί ου ο λόγος κυρίας. Βγάζει το χρυσό του ψαλίδι, κόβει έναν πόντο από την κόμη της, φορτώνεται στον ώμο την επιταγή του και αποχωρεί. Ερώτημα: Ποια είναι η κυρία;»
«Μια διευκρίνιση: Ο πόντος που κόβει είναι ο πρώτος ή ο τελευταίος;»
Χαχανίζανε ήδη, μα κρατιόντουσαν για το καλύτερο.
«Ο προτελευταίος».
«Μήηηπως ... λέγεται... Αγγέλαγιαννοπούλου;»
Ξεσπάσανε σε γέλια ακράτητα. Γέλια απ' την καρδιά τους, προσεγγιστικά.
«Αξεπέραστη είσαι, μαμά!»
Μα βέβαια, τι νομίσατε, μπορεί να περπατάει με μπαστουνάκι, όμως το χιούμορ της είναι πάντα όρθιο στις επάλξεις!
Ήπιανε τέλος το καφεδάκι τους, «ελληνικό» η κόρη, «τούρκικο» εκείνη. Όταν ήταν μικρούλα, της έβαζε μια στάλα στο πιατάκι να ρουφήξει, όπως ακριβώς έκανε και η δικιά της μητέρα. Μόνο που σήμερα δεν είχε ούτε ένα κουλουράκι να βουτήξουν, ούτε καν τα «μεθυσμένα», που ποτέ δεν έλειπαν απ' το σπίτι της. Αυτό ήταν πια το άκρον άωτον! Δεν έπρεπε επ' ουδενί να επαναληφθεί!
Μόλις έκλεισε η πόρτα, δεν κρατιόταν. Τηλεφώνησε αμέσως στις φιληνάδες της.
«Μάντεψε ποια ήρθε σήμερα! Η κόρη μου! Ναι! Μου έκανε έκπληξη η Εφούλα! Έφερε λουλούδια, φάγαμε παρέα! Τι γέλια που κάναμε!»
Σαν να είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο, τον πρώτο αριθμό του κρατικού λαχείου! Ένιωθε τόσο ευτυχισμένη, που ξαφνικά αγαπούσε τις φίλες της διπλά! Αλλά και ποιον δεν αγαπούσε σήμερα! Ακόμη και τον κλέφτη του πορτοφολιού της, ακόμη κι αυτόν που της τσάκισε πρωί πρωί το ηθικό, τον συγχωρούσε κι αυτόν! Είκοσι ευρώ τι ψυχή έχουν! Ενώ, ποιος ξέρει τι ανάγκες είχε ο άνθρωπος... με τόση ανεργία... αδικία... βάλε τι ανημπόριες κουβαλάει κι αυτός... ζήτουλας να γίνει;
Και πέταξε το μικροσκόπιο. Στο λύκο το μικροσκόπιο! Κανέναν δεν ωφέλησε ποτέ! Ωφέλιμα είναι τα σοκολατάκια πορτοκαλιού, που τρελαίνεται η Έφη. Σήμερα κιόλας θα της φτιάξει -έχει κουβερτούρα στο ψυγείο, ευτυχώς, και θα της τα στείλει με κούριερ! Τι έμπνευση καταπληκτική! Αν δεν είχε καταντήσει μεμψιμοιρίας το ανάγνωσμα, σίγουρα θα το είχε σκεφτεί νωρίτερα.
Λοιπόν, ανακεφαλαιώνουμε: από δω και στο εξής θα μαγειρεύει κάθε μέρα ανελλιπώς, βρέξει χιονίσει, ανέτοιμη να μην την ξαναβρεί η κόρη της ποτέ. Και, τώρα που το σκέφτεται, θα έρθει που θα έρθει ο κούριερ, δε φτιάχνει και μια τυρόπιτα για το γαμπρό της; Με εφτά λογιών τυριά, βούτυρο φρέσκο σε κάθε φύλλο χωριστά και μπόλικο κροκάδι από πάνω, για να ροδίσει λαχταριστά, μην έχει όψη κάτωχρη σαν τη Μαργαρίτα Γκοτιέ! Εμ, πώς; Να μην τους κάνει μια έκπληξη κι αυτή;
Μεγάλου - Σεφεριάδη Λία
Κρυμμένες εικόνες (Διηγήματα)
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου