Εκείνο το χειμώνα, μη ξέροντας πού την κεφαλή κλίναι, σκέφτηκα να κάνω τον μπόγια. Όχι βέβαια για λογαριασμό του Δήμου που τα σκυλιά τα προορίζει για εξόντωση, αλλά για πάρτη μου, να οικονομάω χαρτζιλίκι για κάθε σκύλο που θα κλέβω. Πήγαινα σε πλούσιες γειτονιές την ώρα που οι υπηρέτριες έβγαζαν βόλτα τα σκυλιά, έχοντας στην τσέπη ένα λουρί με συρτοθηλειά. Μόλις κάποια από κείνες τις υπηρέτριες έβγαινε, την ακολουθούσα σε απόσταση. Οι υπηρέτριες, όπως είναι γνωστό, δεν έχουν πολλές ευκαιρίες διασκέδασης και επωφελούνται σε κάθε έξοδο για να συναντηθούν με κάποια φιλενάδα τους ή με τον αγαπητικό τους. Η υπηρέτρια λοιπόν άφηνε ελεύθερο το σκύλο, που έτρεχε αμέσως μπροστά μυρίζοντας και σηκώνοντας το πόδι σε κάθε γωνία. Αμέσως μόλις έβλεπα ότι η υπηρέτρια είχε αλλού το νου της, πλησίαζα το σκύλο, του πέταγα γρήγορα το λουρί στο λαιμό και την έστριβα. Το πρόβλημα ύστερα ήτανε πώς θα φθάσω στο Τορμαράντσιο όπου έμενα. Λίγο με τα πόδια, λίγο με κάτι ταξιτζήδες από κείνα τα μέρη, έφτανα στην Γκαρμπατέλλα. Από κει με την καρότσα πήγαινα σπίτι. Να γελάσω· σπίτι. Καλύτερα να μιλάμε για μια γωνιά δωματίου, σ' ένα από κείνα τα παλιόσπιτα του Τορμαράντσιο που, ένας εργάτης φίλος μου ο Μπονιφάτσι, μου είχε νοικιάσει μαζί με το ράντζο. Στο ίδιο δωμάτιο κοιμότανε αυτός, η γυναίκα του και τρία παιδιά, κι έτσι τη νύχτα το πάτωμα γέμιζε στρώματα και για να βγει κανείς έπρεπε κάποιος να σηκωθεί και να μαζέψει το στρώμα του.
Εγώ άφηνα το σκύλο στην αποθήκη του Μπονιφάτσι που γνώριζε αυτή μου την κομπίνα. Την επόμενη μέρα πήγαινα σε κείνη την πολυκατοικία που είχα δει την υπηρέτρια να βγαίνει. Στο θυρωρό έλεγα ότι βρήκα ένα σκύλο, έτσι κι έτσι... Αμέσως με φώναζαν, με συνόδευαν σ' ένα διάδρομο γεμάτο μάρμαρα και καθρέφτες και σχεδόν με αγκάλιαζαν από ευγνωμοσύνη. Το άλλο πρωί πήγαινα το σκύλο, τσίμπαγα το χαρτζιλίκι και πάλι απ' την αρχή.
Μια μέρα, με το συνηθισμένο λουρί έπιασα ένα παράξενο σκύλο, που δεν τον είχα ξαναδεί: έμοιαζε με λιοντάρι, το κεφάλι χονδρό σαν μπάλα, μαλλιαρό, το σώμα του ξυρισμένο στην τρίχα, η μουσούδα του κοντή και η γλώσσα του σε μαύρο μενεξεδί χρώμα. Ήταν ένα καλό ζώο αλλά όχι ζωηρό, λυπημένο μάλιστα και σκεφτικό. Με ακολούθησε με σκυμμένο το κεφάλι λες και ήξερε κιόλας τι το περίμενε.
Κείνη η μέρα ήτανε βροχερή κι εγώ φορούσα ένα τρύπιο σακάκι κι από μέσα ένα πουλόβερ· τα παπούτσια μου ξεσολιασμένα· τέλος πάντων έφαγα τέτοια βροχή, που μέσα στην καρότσα χτύπαγαν τα δόντια μου και καθώς έκανα να κουνήσω τα δάχτυλα των ποδιών μου, ένιωθα να στύβουν οι κάλτσες και τα παπούτσια μου νερό. Στο Τορμαράντσιο αργότερα, επειδή βρίσκεται στο βάθος της κοιλάδας, η βροχή, όπως συνήθως συμβαίνει, είχε πλημμυρίσει τα σπίτια κι αντί να βρω λίγη ζεστασιά σε κείνο το δωμάτιο του Μπονιφάτσι, βρέθηκα μέσα στο νερό, ενώ η γυναίκα ξεφώνιζε απελπισμένα, τα παιδιά κλαψούριζαν κι εκείνος προσπαθούσε να βάλει κάποιες σανίδες πάνω στο πλημμυρισμένο πάτωμα. Έπεσα για ύπνο νηστικός. Το ίδιο βράδυ μου ανέβηκε πυρετός και την επόμενη δε σηκώθηκα. Εκείνος ο πυρετός δε με άφησε μια βδομάδα ολόκληρη. Ήμουν σε μια γωνιά πάνω στο ράντζο, κάτω από δυο σχοινιά δεμένα απ' τον ένα τοίχο στον άλλο, απ' όπου κρέμονταν τα δυο κουρέλια μου, κοίταζα στα βάθη του πυρετού μου το δωμάτιο, με όλα κείνα τα στρώματα τυλιγμένα στις γωνιές κι ακόμα διάφορα άλλα σχοινιά με κρεμασμένα κουρέλια που διασταυρώνονταν σε όλες τις κατευθύνσεις, ενώ κάτω στο πάτωμα, σάλευαν κι εγώ δεν ξέρω τι γλοιώδεις μαύρες σκόρπιες κηλίδες, σκαθάρια, που ύστερα από κάθε βροχή ξετρυπώνουν μέσα από τα τούβλα των σαπισμένων τοίχων.
Ήταν σχεδόν σκοτάδι, αφού δε σταμάτησε να βρέχει, και δυο στα τρία παράθυρα αντί για τζάμια είχαν χαρτόνια. Η γυναίκα του Μπονιφάτσι μαγείρευε στο διπλανό δωμάτιο κι εγώ ήμουν πάντα μόνος, χωρίς όμως να στενοχωριέμαι, γιατί όταν είμαι άσχημα δεν έχω καμιά όρεξη για κουβέντα: συλλογίζομαι χιλιάδες πράγματα και σιωπώ. Ο σκύλος, στεκότανε πραγματικά ήσυχα και για να μην αρρωστήσει απ' την υγρασία, του είχα φτιάξει με ροκανίδια και κουρέλια ένα στρώμα κάτω ακριβώς από το ράντζο μου. Κάθε τόσο άπλωνα το χέρι μου να του χαϊδέψω το κεφάλι. Είχα ψηλό πυρετό, καιγόμουνα για τα καλά, κι όμως η σκέψη μου ήταν στο σκύλο. Κάθε τόσο έδινα λεφτά στη γυναίκα του Μπονιφάτσι για να του αγοράσει τίποτα να φάει, όχι τόσο για το χαρτζιλίκι, όσο γιατί αγαπώ τα ζώα και δε μου αρέσει να τα τυραννάω. Την έβδομη μέρα άρχισα να παραληρώ. Μου κόλλησε η ιδέα ότι ήθελαν να μου πάρουν το σκύλο και ζήτησα απ' τον Μπονιφάτσι να τον αφήσει πάνω στο κρεβάτι. Τον άφησε εκεί, και τον αγκάλιασα σφιχτά χώνοντας το πρόσωπό μου σε κείνο το τόσο ζεστό τρίχωμα· με πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά του. Ο σκύλος ασάλευτος. Τη νύχτα εξαιτίας της γούνας του ίδρωσα τόσο, που έγινα μούσκεμα. Μετά ένιωσα ήσυχος και το πρωί ήμουν απύρετος. Ο σκύλος όλη τη νύχτα δεν είχε κουνηθεί καθόλου και κάθε φορά που ξυπνούσα αισθανόμουνα στο πρόσωπο την αναπνοή του, λίγο βαριά ίσως, γιατί τον έσφιγγα δυνατά!
Έμεινα για λίγες μέρες ακόμα επιφυλακτικός· στο μεταξύ είχε ξαναβγεί ο ήλιος και τριγύριζα ανάμεσα στα σπίτια του Τορμαράντσιο τραβώντας πίσω μου το σκύλο με το λουρί. Λίγο έξω από το Τορμαράντσιο υπάρχουν κάτι παράγκες χειρότερες κι απ' τα σπίτια του. Φαντασθείτε λοιπόν τι μπορούν να είναι: δοκάρια και βενζινοκούτια, σκεπές από λαμαρίνα, φράχτες με πασσάλους φροξυλιάς γύρω - γύρω και με πόρτες τόσο χαμηλές, που για να μπεις έπρεπε να σκύψεις. Σε μια από αυτές τις παράγκες κατοικούσε ένας Κινέζος από αυτούς που πουλούσανε γραβάτες. Είχε έρθει πριν λίγα χρόνια και έμεινε για πάντα, συζώντας με μια γυναίκα που την λέγανε Γαμήσω. Είχε βγει στο πεζοδρόμιο, ήταν αδύνατη, άσπρη, ξερακιανή, με πρόσωπο μακρύ, μαύρα φρύδια, μαυρομάτα. Είχε πυκνά μαύρα μαλλιά βελούδινα σα μετάξι κι όταν έβαζε λίγο κραγιόν, φαινότανε σχεδόν όμορφη. Ο Κινέζος ήταν Κινέζος. Από πίσω μπορούσες να τον πάρεις και για Ιταλό, κοντόχοντρος καθώς ήταν, αλλά μόλις γύριζε το πρόσωπό του φαινότανε αμέσως ότι ήτανε Κινέζος. Κάνοντας λοιπόν βόλτες με το σκύλο, βρέθηκα μπροστά στην παράγκα του. Αμέσως βγήκαν έξω κι οι δυο. Αυτή με έναν κουβά γεμάτο νερό που λίγο έλειψε να το πετάξει στα πόδια μου, κι εκείνος με μια κατσαρόλα στο χέρι: Μαγείρευε διαρκώς, όλο μαγείρευε. Μετά πλησιάζοντας, μου λέει σε καθαρά ιταλικά: «Αυτός ο σκύλος είναι ράτσα της χώρας μου». Μου εξήγησε ότι αυτά τα σκυλιά στην Κίνα είναι κοινά σαν τα δικά μας τα κανίς. Είπε ότι αν ήθελα μπορούσε να τον πάρει, γιατί του 'φερνε στη μνήμη την πατρίδα του. Θα τον φρόντιζε στοργικά. Όμως δεν μπορούσε να μου δώσει τίποτε, εκτός από ένα ζευγάρι μεταξωτές γραβάτες, που όμως αρνήθηκα. Άκου γραβάτες! Εγώ ήθελα χαρτζιλίκι! Η Γαμήσω με τον κουβά στο χέρι μου φώναξε: «Λοιπόν, Λουίτζι, δεν θα μας δώσεις το σκύλο;» Ήταν προκλητική, κεφάτη, πηδώντας από λακκούβα σε λακκούβα με κείνα τα μακριά της μπούτια, άσπρα και αδύνατα. Παρόλο που αισθανόμουνα άσχημα ακόμα, δεν ήτανε δυνατό να μη νιώσω έντονο πόθο, έτσι αδύνατη και άσπρη καθώς ήταν, με κείνα τα μεγάλα φρύδια. Δεν έβγαλα όμως λέξη και γύρισα πίσω στον Μπονιφάτσι.
Την άλλη μέρα πήγα στη Ρώμη σε κείνη την πολυκατοικία όπου είχα δει να βγαίνει η υπηρέτρια με το σκύλο. Μιλάμε για μεγάλη ατυχία: «Ήτανε μια οικογένεια Αμερικάνων», μου είπε η θυρωρός, «και έφυγαν μόλις χθες... έκαναν μεγάλη φασαρία για το σκύλο, αλλά έπρεπε να φύγουν κι έφυγαν».
Να 'μαι λοιπόν με ένα σκύλο ράτσας, χωρίς να ξέρω τι να τον κάνω. Σκέφτηκα στην αρχή να τον πουλήσω, μα κανείς δεν τον ήθελε: κοίταζαν τα κουρέλια μου κι ύστερα έλεγαν ότι ήταν κλεμμένο πράμα· κι ήταν αλήθεια. Από την άλλη λυπόμουνα να τον πάω στο Δημαρχείο γιατί θα το σκότωναν, το άμοιρο ζώο, κι εγώ δε μπορούσα να ξεχάσω κείνη τη νύχτα που με είχε γιατρέψει με τη γούνα του χωρίς καθόλου να σαλέψει. Ωστόσο με έβαζε σε έξοδα γιατί έτρωγε πολύ. Δεν ήταν κανένα μικρό σκυλάκι.
Ένα απόγευμα κείνες τις μέρες, αντί να πάω στην πόλη, βγήκα απ' το Τορμαράντσιο που με τον ήλιο από βάλτος, είχε καταντήσει τώρα ένας σωστός λάκκος σκονισμένος. Σκαρφάλωσα σ' ένα κοντινό λοφάκο. Ήταν πια Άνοιξη, χωρίς κανένα σύννεφο στον ουρανό με τη γλυκιά ατμόσφαιρα και τον ήλιο. Ακόμα και το Τορμαράντσιο κοιτάζοντάς το από 'δω, με όλα κείνα τα μακριά και χαμηλά σπιτάκια με τις κόκκινες σκεπές τους, φαίνονταν λιγότερο φυλακή από άλλοτε. Ο λόφος ήτανε γεμάτος τρυφερή και πράσινη χλόη, μια αληθινή απόλαυση να την κοιτάζεις, ενώ, εδώ κι εκεί έμοιαζε χιονισμένη απ' τις λευκές μαργαρίτες που φύτρωναν κι έκρυβαν το χορτάρι. Γύριζα από τον ένα λόφο στον άλλο με τα χέρια στις τσέπες σφυρίζοντας: η αρρώστια μού είχε κάνει καλό κι ένιωθα μια απροσδιόριστη ελπίδα στην καρδιά, αγναντεύοντας τον ηλιόλουστο ορίζοντα και κείνες τις μεγάλες άσπρες πεταλούδες, ζευγαρωμένες σα να πετούσαν προς συνάντησή του. Ο σκύλος, ασυνήθιστο φαινόμενο, είχε ζωηρέψει κι άρχισε να τρέχει μπροστά μου. Ύστερα ξαναγύρισε σε μένα γαυγίζοντας. Όλα αυτά όμως αδέξια και νωχελικά, γιατί ήταν ένα ζώο λυπημένο.
Κάποια στιγμή κατηφόρισα μέχρι το τέρμα της κοιλάδας, ακολουθώντας ένα ρυάκι ανάμεσα σε δυο ψηλούς λόφους. Άκουσα το σκύλο να γαυγίζει, σήκωσα τα μάτια και είδα τη Γαμήσω να σεργιανίζει ολομόναχη κι αυτή, με τα μαλλιά λυμένα στους ώμους, ένα χορταράκι στα δόντια και τα χέρια στις τσέπες της ριγωτής ποδιάς της. Στάθηκε κι έσκυψε να χαιρετίσει πρόσχαρα το σκύλο κι ύστερα γελώντας είπε: «Τι θα γίνει, θα μας τον δώσεις το σκύλο;» Πριν ακόμα το σκεφτώ απάντησα: «Θα σου τον δώσω με μία συμφωνία».
Κάναμε λοιπόν έρωτα χάμω, ανάμεσα σε κείνους τους δυο ψηλούς λόφους κοντά στο ρυάκι. Ο σκύλος στο μεταξύ έγλειφε το νερό στο ρυάκι με τη σκούρα μενεξεδένια γλώσσα του και μετά κάθισε πάνω στα χορτάρια, λίγο πιο πέρα από μας. Έμεινε κει να μας κοιτάζει προκαλώντας μου αμηχανία.
Προσωπικά, αυτό που έκανα, το έκανα, όχι μόνο γιατί κείνη η γυναίκα μου άρεσε, αλλά και γιατί με ευχαριστούσε να δώσω το σκύλο σε αντάλλαγμα λίγου έρωτα, αφού τον αγαπούσα και θεωρούσα ότι έτσι θα αμοιβότανε για αυτό που άξιζε. Στο τέλος σηκωθήκαμε και η Γαμήσω έπιασε το λουρί του σκύλου λέγοντας: «Θα χαρεί γιατί θα του θυμίζει την πατρίδα του». Έμεινα στη θέση μου κοιτάζοντάς την ενώ ξεμάκραινε με το σκύλο κι εξακολουθούσα να την ποθώ. Έπειτα ξάπλωσα καταγής και κοιμήθηκα κάνα δυο ώρες.
Το επόμενο πρωί πήγα στην πόλη και το βράδυ έμεινα με ένα σκύλο basset που είχα κλέψει απ' τα μέρη της πλατείας Σαντιάγκο της Χιλής. Πέρασα τη νύχτα σ' ένα δημόσιο υπνωτήριο κι ύστερα γύρισα στο Τορμαράντσιο. Αργότερα, το απόγευμα, βγήκα περίπατο με το basset και χωρίς να καταλάβω πώς, έτυχε να βρεθώ μπροστά στην παράγκα του Κινέζου.
Η Γαμήσω έλειπε, είχε πάει μάλλον στη Ρώμη. Αυτός όμως ήταν εκεί και βγήκε έξω με ένα σκουπιδοτενεκέ που πήγε και πέταξε πίσω απ' την παράγκα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ήθελα να μ' ευχαριστούσε για το σκύλο, και τον ρώτησα πού ήταν. Εκείνος χαμογέλασε, μου έκανε μια χειρονομία που δεν κατάλαβα και ξαναμπήκε στην παράγκα. Το basset ψαχούλευε μέσα στα σκουπίδια, εγώ πλησίασα, και τότε είδα ανάμεσα σε παλιόχαρτα και κοτσάνια, το ποδαράκι του σκύλου με αίματα αλλά με όλες τις τρίχες.
Αργότερα μου εξήγησαν ότι στην πατρίδα τους τα σκυλιά τα τρώνε όλοι, χωρίς κανένα πρόβλημα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Μπήκα στην παράγκα. Είχε γυρισμένες τις πλάτες και κάτι ανακάτευε στη φωτιά.
Γύρισε χαμογελώντας, κρατώντας ένα πιάτο με σκούρο κρέας και σάλτσα· κατάλαβα ότι ήταν το κρέας του σκύλου και αυτός μου το πρόσφερε να το φάω. Με μια γροθιά του γύρισα το πιάτο στα μούτρα φωνάζοντας: «Δολοφόνε, τι του έκανες του σκύλου;» μα αμέσως συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσε να διανοηθεί το γιατί έβραζα απ' το θυμό μου. Μου ξέφυγε, πετάχτηκε έξω απ' την παράγκα και το 'βαλε στα πόδια προς την κατεύθυνση του Τορμαράντσιο. Μάζεψα από κάτω ένα κλαρί, του το πέταξα, τον κυνήγησα και τον έπιασα απ' το σβέρκο. Βγήκε στο δρόμο πολύς κόσμος, κι αυτός έκπληκτος, με τα μούτρα του πασαλειμμένα στη σάλτσα έλεγε και ξανάλεγε: «Κρατείστε τον, είναι τρελός». Τον ταρακουνούσα απ' το σβέρκο ουρλιάζοντας όσο μπορούσα: «Τι του 'κανες του σκύλου;... Δολοφόνε, τι του 'κανες του σκύλου;» Στο τέλος μας χώρισαν κι ο Μπονιφάτσι με τους άλλους με ανέβασαν στην καρότσα για τη Ρώμη.
Την ίδια μέρα πήγα το basset στα αφεντικά του που μου έδωσαν το χαρτζιλίκι. Όμως δεν ξαναγύρισα στο Τορμαράντσιο. Δεν είχα τίποτα δικό μου και στον Μπονιφάτσι δεν είχα αφήσει τίποτα. Του χρώσταγα ένα μηνιάτικο και σκέφτηκα ότι ουδέν κακό αμιγές καλού. Εξάλλου αυτή η ιστορία του κινέζικου σκύλου με είχε κάνει να σιχαθώ τούτη τη δουλειά και πήρα την απόφαση ν' αλλάξω. Έγινα πλανόδιος μικροπωλητής, γυρίζοντας μ' ένα καροτσάκι που είχε λίγα απ' όλα: γλυκιές ελιές, πεπονόσπορους, ξερά κάστανα, αμερικάνικα φουντούκια, ξερά σύκα και καρύδια. Έκανα χωνάκια όλη τη μέρα, στη Νέα Γέφυρα, στην είσοδο της γαλαρίας του Τζιανίκολο και με κείνο που οικονομούσα την μισοέβγαζα. Κείνη την περίοδο ήμουν πάντα λυπημένος και η ζωή με άφηνε αδιάφορο, ίσως εξαιτίας του σκύλου. Μια φορά μόνο είδα τη Γαμήσω από μακριά, αλλά δεν της μίλησα· αν μου 'λεγε ότι έφαγε κι αυτή απ' το σκύλο, είμαι σίγουρος ότι θα τη σκότωνα.
Μοράβια Αλμπέρτο
(Μετφ. Άγγελος Βαμβακινός - E. Silvestri)
Περιοδικό «Το Δέντρο»
τεύχος 23 - 24, Αύγουστος 1986

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου