Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2022

ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ

   
   Έτρωγαν στην ταράτσα που έπιανε όλη την πρόσοψη του ξενοδοχείου και με την τέντα της έμοιαζε με κατάστρωμα βαποριού. Από κει επάνω εφαίνονταν η Ακρόπολις σαν εξαϋλωμένη στο φως του φεγγαριού, το πάρκο και η πλατεία του Ζαππείου με την κίνησή της, το Στάδιο, σαν ένα θεόρατο κοχύλι, ο Υμηττός αχνός, μόλις ένα σχέδιο. Στην ελαφρά ομίχλη που είχε πέσει εκείνο το βράδυ, τα φώτα της πλατείας άπλωναν μουντή ακτινοβολία και μέσα στο σκούρο πράσινο των δένδρων εφαίνονταν σαν να τα φυσούσε κανείς όλα προς την ίδια διεύθυνση. Ήταν πληκτικά κάπως. Μπροστά τους ακινητούσαν ήλιοι και καλάμια κατάξερα.
   Είχαν καθίσει στη γωνιά της ταράτσας. Λίγο πιο πέρα απ' αυτούς έτρωγε ένας χοντρός δικηγόρος με την δακτυλογράφο του, νόστιμη, λεπτότατη μικρούλα, με μαύρο σατέν φόρεμα. Το πρόσωπό της, τύπου ιταλικού, με μεγάλα μαύρα μάτια, ήταν σκιασμένο από τον γύρο του καπέλου και μόνο προς το κάτω μέρος το έβλεπε κανείς καλά, που το φως διέγραφε ένα νόστιμο, μυτερό πηγούνι. Κοντά στην ορθή, πέτρινη σκάλα του ξενοδοχείου ήταν μια παρέα από νέους που έπιναν και μιλούσαν δυνατά.
   Σε λίγο άρχισαν ν' ανεβαίνουν και να παίρνουν γραμμή τα τραπέζια όλοι οι γνωστοί τύποι των νυκτερινών κέντρων. Ο γέρος με τη λύρα, ο στρατιώτης με τα γιασεμιά, η μπαμπουλωμένη στα κουρέλια της όμορφη γύφτισσα, οι φυστικάδες, οι πωλήτριες των σιγαρέττων, οι ανθωπώλαι, η γριούλα με τους βασιλικούς. Εν τω μεταξύ κάτι μεγαλόσωμοι σκύλοι του ξενοδοχείου πηγαινοέρχονταν στην ταράτσα σα να έκαναν πρόβες για τρέξιμο κι άλλοτε κουλουριάζονταν κοντά στα τραπέζια, ζητώντας με τα μάτια κανένα κόκκαλο. Μύριζε σαν χωράφι που ζητάει βροχή.
   Απόφαγαν. Και χωρίς να το καταλάβουν, όπως κάθε φορά που δεν είχαν πολύ κέφι, βρέθηκαν πάλι να μιλούν για τη σχέση του αντρός και της γυναικός, σα να συνέχιζαν ομιλία άλλων ανθρώπων.
   Η γυναίκα άκουγε κάνοντας την αδιάφορη κι όμως της φαίνονταν πως ο φίλος της μιλούσεν υποκειμενικά αυτή τη στιγμή, και ίσως να έδινε την εξήγηση κάποιου ακαθόριστου σημείου της ψυχικής του διαθέσεως, ως προς τη σχέση τους, που χρόνια τώρα την βασάνιζε. Στα τελευταία του λόγια αισθάνθηκε να κρυώνει το μέτωπό της και μονομιάς, σε μια σκοτοδίνη, είδε τα φώτα να χαμηλώνουν, έτοιμα να σβήσουν. Δεν τον κοίταξε. Επήρε μια βαθιά αναπνοή και προσπάθησε να σταθεί ίσια στην καρέκλα της. Είπεν ήρεμα, έτσι, για να πει κάτι:
   «Λοιπόν...»
   «Να, αυτά! Ξέρουμε καλά αν μας αγαπούν, καθώς και το αντίθετο. Η αγάπη είναι το μόνο πράμα που δεν κρύβεται· το λέει και η παροιμία».      
   Η γυναίκα ψιθύρισε:
   «Όχι πάντα...»
   «Πάντα, πάντα, αλλά κάνουμε τους κουτούς. Καμιά γυναίκα δεν εννοεί να πάρει απόφαση ότι την βαρέθηκε ο άντρας της ή ο φίλος της. Γιατί σε παρακαλώ; Είναι έλλειψις ηρωισμού αυτή. Μήπως δε βαριούνται οι άνθρωποι; Αυτό θα είναι που κυρίως τους χαρακτηρίζει. Η πλήξη και η βαρεμάρα... Όταν μάλιστα περάσουν κάμποσα χρόνια...»
   Ξεφύσησε και βγάζοντας ένα αρωματισμένο μαντήλι εσκούπισε το μέτωπό του. Εσώπασαν. Τα μηνίγγια της, σα να είχε μπει ένα καρφί στο μέτωπο, εσπρώχνονταν προς τα έξω. Εκοίταξε τον δικηγόρο με τη μικρούλα που γελούσαν και σκέφθηκε: Η ίδια μοίρα περιμένει κι αυτούς. Έρριψε μηχανικά σ' ένα σκυλί το ψωμί που της είχε απομείνει και χωρίς να θέλει άρχισε να βγάζει συμπεράσματα για τη ζωή της, που τόσο την ανησυχούσε τελευταία. Μα εξωτερικά διατηρούσε την ήρεμη, ευχαριστημένη στάση της.
   Σε λίγο ακούστηκε από τη μουσική του πάρκου:
   Belle nuit, ô nuit d' amour...
   Της φάνηκε σαν ειρωνεία στην κατάστασή της. Εν τούτοις από μέσα της παρακολουθούσε το τραγούδι, ξαναζούσε την έκσταση της πρώτης νεότητος. Αλλά σε λίγο βυθίστηκε πάλι στα δικά της, μάλιστα της φάνηκε πως ήταν ολομόναχη στο τραπέζι.
   Την ρώτησε σιγαλά:
   «Τι συλλογίζεσαι;»  
   «Να, αυτά που είπες... Όμως σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να το λέει ο άνδρας καθαρά, αδιαφορώντας αν θα λυπήσει... Δεν υπάρχει λόγος να βλέπει κανείς μια γυναίκα που τη βαρέθηκε».
   Της απάντησε σα να το είχε κάνει κι αυτό:
   «Τι θα βγει; Παράπονα, κλάματα, σκηνές δραματικές...»
   Και η φωνή του στο τέλος αδυνάτισε, εξαντλήθηκε, σα να θυμήθηκε κάτι που του είχε συμβεί.
   Είπε αργά, ενώ τα φώτα χόρευαν μπροστά της:
   «Όχι όλες οι γυναίκες...» 
   «Όλες, όλες, άκουσε που σου λέω, ξέρω εγώ».
   Έτσι είναι. Τάχα αν την άφηνε αυτήν, ύστερα από τόσα χρόνια και από τόσα περιστατικά που πέρασαν μαζί, δεν θα του έλεγε τίποτε, θα τον αποχωρίζονταν χωρίς διαμαρτυρία; Πώς ήταν δυνατό! Και μόνο που έφερνε τον εαυτό της σ' αυτή τη θέση, αισθάνονταν να σταματά κάθε της λειτουργία. Τα μεγάλα ενδιαφέροντα που άλλοτε την είχαν απασχολήσει, μελέτες, τέχνες, αγαθοεργίες, τα εύρισκε σήμερα ανίκανα να συντηρήσουν και να ενθουσιάσουν μόνα τους τη ζωή της όπως την είχε συνδυάσει πνευματικά και ψυχικά μαζί του. Είχε δίκιο. Ήξερε αυτός τι έλεγε.
   Εκεί που σκέπτονταν, ενώ ανάμεσα στα γυρίσματα του νου της ξεπετιούνταν οι ήχοι του τραγουδιού, άκουσε τη φωνή του βαθιά και γλυκιά:
   «Δε λέμε τίποτε άλλο;...»
   Ανακουφίσθηκε και μόνο που τον αισθάνθηκε πλάι της.
   Είπε ευχαριστημένη, αλλά με την συναίσθηση ότι, όπως ήταν μέσα στο φόρεμα με τις άσπρες νταντέλες, περνούσε την τελευταία της άνοιξη:
   «Ναι, να πούμε... σαν τι;»  
   «Ξέρω κι εγώ;»
   «Πες ό,τι θέλεις... δε λυπάμαι ούτε θα φέρω αντίρρηση... Ξέρω, πάντα έχεις δίκιο... Όλα τα λες σωστά, όπως γίνονται... συμβαίνουν... Βέβαια, μιλούμε αντικειμενικά όπως αυτή τη στιγμή... δεν είναι έτσι;... Δεν πρόκειται για μας... Κοίταξε τι ωραία  που είναι 'δω ψηλά;... Φαίνεται όλη η Αθήνα! Πώς ξέρεις και διαλέγεις τα μέρη!... Πώς ξέρεις και περιποιείσαι και θέλγεις τη γυναίκα!... Όλα τα ξέρεις εσύ!...»
   Την έπιασε μια νευρική διάχυση και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ανανεωθεί. Αν μπορούσε μάλιστα να πάρει υπόσταση και μορφή άλλης γυναίκας, θα το έκανε χωρίς κανένα δισταγμό.
   Εκείνος την κοίταξε με λύπη και άφησε τα μάτια του να πλανηθούν μακριά. Είπε:
   «Ίσως... δυστυχώς!»  
   Επήρε το καπέλο του, ίσιος και δυνατός, αναμμένος από όσα είχε θυμηθεί και από όσα τον πίεζαν, κι αυτή τον ακολούθησε πρόθυμα, μολονότι ήθελε να μείνουν ακόμα. Στο φως της σκάλας είδε τα μάτια του που έλαμπαν, τα χείλη του που τα σφράγιζε κάτι σαν ικανοποίηση, γιατί τα είπε λίγο απόψε. Ε, και; Ας λένε οι άντρες. Δεν την έμελλε. Αρκεί που θα τον έβλεπε, πότε έτσι πότε αλλιώς, και θα κυλούσε η ζωή μαζί του...
 
Μεγαπάνου Ειρήνη 
(Ειρήνη η Αθηναία),
περιοδικό «Νέα Εστία», 
τεύχος 20 - 21, Δεκέμβριος 1927

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου