Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2022

ΓΥΜΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

  
   Έκλεισαν οι πόρτες, ξεκίνησε ο συρμός. Η γυναίκα προχώρησε και στάθηκε στη μέση του τελευταίου βαγονιού. Κοίταξε ίσια μπροστά της τον τοίχο ανάμεσα στους καθισμένους επιβάτες, κάρφωσε το βλέμμα στο σημείο που ενώνεται με την οροφή και άρχισε να τραγουδάει.
   Δεν είχε ούτε μουσικό όργανο ούτε κασετόφωνο, μόνο τη φωνή της κι ένα κομμένο μπουκάλι νερού για τα κέρματα.
   Γυμνή φωνή, ανυπεράσπιστη, έλεγε ένα τραγούδι που έμοιαζε με δημοτικό. Του χωρισμού, της ξενιτιάς... κάτι τέτοιο. Σέρβικο πρέπει να ήτανε, σλάβικο το δίχως άλλο.
   Η γυναίκα τραγουδούσε ακίνητη, μα ο νους της πετούσε μακριά. Στα βουνά και στα ποτάμια της πατρίδας της. Στο περιβόλι που καλλιεργούσε με τον άντρα της δίπλα στο ρέμα. «Χρυσοχέρη» τον αποκαλούσε η μάνα της. Χωρίς αυτόν το πατρικό της σπίτι θα είχε γκρεμιστεί. Μερεμέτια κάθε καλοκαίρι. Πότε τα παντζούρια, πότε το πάτωμα, τα λούκια της βροχής, η στέγη, τα ηλεκτρικά. Σπίτι με άντρα, ευλογημένο σπίτι.
   Όσο για το γειτονικό τους ρέμα, δε στέρευε ποτέ. Χειμώνα καλοκαίρι τραβούσανε τα καλά νερά για πότισμα, για πλύσιμο, για παιχνίδι. Τα παιδιά καβαλούσανε το πουλάρι χωρίς σέλα, παίζανε στην τσιμεντένια αυλή με το λάστιχο. Πότε το έκαναν συντριβάνι, πότε βροχή, αντλία πυροσβεστική και κάννη όπλου.
   Το βράδυ μαζεύονταν όλοι κάτω απ' τη μουριά στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι -έργο των χεριών του κι αυτό. Ο άντρας καθόταν στην κορυφή, η γιαγιά ανάμεσα στα εγγόνια. Ούτε μία μέρα δεν έλειψε το φαγητό απ' το τραπέζι εκείνο. Κι ό,τι περίσσευε το έτρωγε ο σκύλος. Ο καλός τους φύλακας, ο Αράπης.
   Στους γάμους, στα βαφτίσια, στο πανηγύρι του χωριού, όλοι χαίρονταν τη φωνή της. Χαιρότανε κι εκείνη να τραγουδά και να χορεύει. Στα χρώματα ντυμένη, με φώτα, με μουσική αληθινή, με όργανα και οργανοπαίκτες... Ως τη χρονιά που ο ουρανός έγειρε απ' το σίδερο κι απ' το ατσάλι.
   Πέφταν τα μέταλλα και η φωτιά στις γέφυρες του Δούναβη, στις λαϊκές αγορές, στους ανθρώπους με τα λιγοστά ψώνια στα χέρια, στα φρούτα, στα λαχανικά, στο γάλα, στα κουνέλια, στα πουλερικά, στα αδέσποτα σκυλιά... Πέφτανε στα έρημα σπίτια, στα καραβάνια των προσφύγων, στη μητέρα που έτρεχε με το μωρό της αγκαλιά... Πέφτανε στα χωράφια, στα νοσοκομεία, στις στέρνες του νερού, στα περιβόλια, στα τρακτέρ, στο δάσος, στα σχολεία... Πέφτανε στα άσυλα, στις αποθήκες, στα εργοστάσια, στις τριανταφυλλιές, στα μοσχαράκια, στις θερμοκοιτίδες, στη φάτνη των αλόγων...
   Πέσανε κατά λάθος και στο χωριό...
 
   Σε κάθε σταθμό η γυναίκα άλλαζε βαγόνι. Όταν εξαντλήθηκε ο συρμός, κατέβηκε να περιμένει τον επόμενο. Κι έπειτα τον μεθεπόμενο, ώσπου η γυμνή φωνή να εξαντληθεί κι αυτή.
   Άραγε, καθώς έλεγε σε κάθε βαγόνι το ίδιο πάντα τραγούδι, με το βλέμμα καρφωμένο στο ίδιο πάντα σημείο, σκεφτόταν τίποτε απ' όλα αυτά ή μήπως μόνο πώς θα μαζέψει κέρματα αρκετά, για να βγάλει την ημέρα; Αν θα εξασφαλίσει ένα πιάτο φαΐ, τα είδη πρώτης ανάγκης, το νοίκι για το ημιυπόγειο χωρίς κουζίνα που μοιράζεται με άλλους τρεις; Σ' ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι στο διάδρομο, εκεί μαγειρεύουν στη γκαζιέρα τους. Μακαρόνια, ρύζι, λαχανόσουπα, λουκάνικα με αβγά. Λουκάνικα με αβγά, λαχανόσουπα, ρύζι, μακαρόνια.
   Άραγε η γυναίκα που τραγουδάει το ίδιο πάντα τραγούδι με το βλέμμα στο ίδιο πάντα σημείο, μήπως δεν ονειρεύεται παρά τη μέρα που μπαίνει καλοντυμένη σ' ένα ωραίο εστιατόριο, κάθεται σε τραπέζι με σωστό τραπεζομάντιλο και παραγγέλνει το πιο ακριβό πιάτο, σαλάτα, κρασί εμφιαλωμένο και παγωτό φλαμπέ; Το γκαρσόνι πηγαινοέρχεται για χάρη της, γεμίζει το ποτήρι της, της χαμογελάει ευγενικά καθώς ανάβει γι' αυτήν το παγωτό κι εκείνη στο τέλος του αφήνει το πιο γενναίο φιλοδώρημα.
   Άραγε μήπως αυτό και μόνον αυτό βλέπει η γυναίκα στο σημείο που ενώνεται ο τοίχος του βαγονιού με την οροφή; 
 
Μεγάλου - Σεφεριάδη Λία
Κρυμμένες εικόνες (Διηγήματα)
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου