Προηγήθηκε μια φίνα κολόνια κι ακολούθησε το πρόσωπό του στο άνοιγμα της πόρτας. Παντρεύομαι είπε ξερά και σα να το μετάνιωσε προσπάθησε να χαμογελάσει. Την πόρτα την άφηνα ανοιχτή για τα πατρικά εμβάσματα και για την Αnneliese που σχολούσε κατά τις τρεις το πρωί κι έμπαινε ακροπατώντας στο δωμάτιο. Δε χρειάζεται χρυσό μου να μένει ξεκλείδωτη η πόρτα· έχω τόσα πράγματα εδώ μέσα. Τα ρούχα μου, τα μπιζού, είναι κι ο σκύλος... Αν μας τα κλέψουν; Το 'χεις σκεφτεί, αν μας τα κλέψουν, τι γίνεται; Αυτά, αν ήταν στις κακές της, με ξυπνούσε να μου τα ψάλλει, ειδάλως το πρωί με τον καφέ. Αλλά πολύ που σε νοιάζει. Μια οδοντόβουρτσα κι ένα ζευγάρι γυαλιά έχεις εδώ μέσα, γι' αυτό δε δίνεις δεκάρα. Πότε σκέφτηκες τον άλλο -εμένα- πότε με σκέφτηκες για να συνηθίσεις να κλείνεις την πόρτα; Μόνο να ξεκοκκαλίζεις το συνάλλαγμα ξέρεις. Κι όσο γι' αυτό... Ένα δίπλωμα, τι λέω, μια εξεταστική περίοδο να περάσεις δεν ξέρεις. Την πόρτα μου όμως να την αφήνεις ξεκλείδωτη ξέρεις. Και να περιμένεις από μένα να δουλεύω -ή μπας και σου πέρασε η ιδέα πως είμαι πουτάνα- να δουλεύω και να τα τρως.
Σε παρακαλώ μωράκι μου ηρέμησε, ακόμη δεν ξημέρωσε.
Κάτω απ' το πουπουλένιο πάπλωμα το κορμί της είχε σκληρύνει. Έκαιγε. Όχι μωράκι μου σε μένα, ακούς; Φερντάμτε σάιζε! Έχωνε απότομα το χέρι της, ψηλά, ανάμεσα στα σκέλια μου κι άρχιζε να με τραβολογάει εκδηλώνοντας έτσι τον απελπισμένο της έρωτα.
Μη αγάπη μου και με την επόμενη επιταγή θα σε πάω μια βδομάδα στην Τύνιδα. Θυμάσαι; Το άσπρο τραινάκι μέσα απ' τις πορτοκαλιές, η Καρχηδόνα, το Σίντι - Μπου - Σαΐντ.
Τα νύχια της χάραζαν στο στήθος μου, με τύλιγε σαν κλήμα καθώς προσπαθούσε να μου κλείσει το στόμα με τα χείλη της.
Να κλείνεις την πόρτα αγάπη μου, να την κλείνεις.
Ο Στάθης κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, ίσιωσε το γιακά του πουκάμισου, μου τράβηξε απότομα το πάπλωμα και ξαναείπε παντρεύομαι. Με είχε αφήσει γυμνό. Βημάτιζε νευρικά, μπήκε στην κουζίνα, σκόνταψε σε μια καρέκλα κι ακούστηκε θόρυβος από φλιτζάνια. Έκλεισε το ντουλάπι κι άνοιξε τη βρύση.
«Πού είν' αυτή;»
Μπήκε στο δωμάτιο σκουπίζοντας τα χείλη του, τράβηξε τις κουρτίνες και με τύφλωσε.
«Δεν έχεις καφέ;»
Είχα σκεπαστεί ξανά και υποπτευόμουν κάποια βρωμοδουλειά.
«Εμπρός σήκω!»
Η Αnneliese μπήκε με το φαρδύ παντελόνι κρατώντας ένα τριαντάφυλλο και μια αγκαλιά ψώνια πάνω στο όμορφο στήθος της.
«Θεέ μου, τι υπέροχος καιρός!»
Αράδιασε πάνω στο τραπέζι το γάλα, τον καφέ, τα ψωμάκια, τις μαρμελάδες.
«Πρωινό και μετά στο δάσος. Θα κάνω κι αυγά», έβαλε το λουλούδι σ' ένα ψηλό ποτήρι, «Στάθη, θα πιεις μαζί μας καφέ;»
Ο Στάθης την κοίταξε με πρησμένα μάτια και είπε ευχαρίστως, και χωρίς να πάρει ανάσα προσθέτει σήμερα παντρεύομαι. Η Anneliese πίνει γάλα απ' το χάρτινο κουτί. Ρωτάει με ποιαν και σκουπίζει με την παλάμη της τις σταγόνες που κυλούν στις άκρες των χειλιών της. Είναι όμορφη.
«Με την Sigrid», και συμπληρώνει, «είναι στον τρίτο μήνα. Σήκω σε θέλω για κουμπάρο».
«Να κάνει έκτρωση», φωνάζει απ' την κουζίνα η Αnneliese, «άμα είναι έγκυος». Αμέσως μετά γελάει, βγάζει το κεφάλι της στην πόρτα και λέει έτσι το 'πα.
Ο Στάθης την κοιτάει σοβαρά και λέει ach was, δεν γλιτώνεις με μια έκτρωση. Ο καυτός καφές σε κούπες δε μου επιτρέπει να τον απολαύσω. Η Αnneliese ζει design.
«Χρυσό μου, δε σου 'χω πει να πάρεις φλιτζάνια με χεράκι; Αυτά είναι για κουλούς, καρδούλα μου. Κοίτα! Κοίτα λάμπες! Κομμένοι κώλοι!»
«Να μιλάς σωστά, αγάπη μου, τα φλιτζάνια δεν έχουν χεράκια, έχουν χερούλια», και γυρνώντας στον Στάθη, «πρωινή υστερία. Και τι ώρα είναι ο γάμος;»
Ο Στάθης πήρε το δίπλωμα χτες το πρωί κι απ' το μεσημέρι το γιόρταζε με τον Χανς σε διάφορα καφενεία και μπαρ. Τους πέτυχα αργά το απόγευμα στην πίσω αίθουσα της Annitas. Στο τραπέζι όλα τα καλά. Σναπς και λικέρ, ουίσκυ και βότκα, και λάιμ, δυο ξεπατωμένες σαμπάνιες και μια μισή, τυριά, μπισκότα, σοκολάτες και μαύρα πούρα. Ατμόσφαιρα πολιορκίας. Στη μέση μια καράφα όπου ο Χανς έριχνε κατά καιρούς τα υπόλοιπα απ' τα ποτήρια και μέσα σε βρισιές και κατάρες καλούσε τους λιγοστούς πελάτες να πιουν απ' αυτό το πειρατικό κοκτέιλ. Παρ' όλη την χλωμάδα των προσώπων που τονίζονταν απ' τις κίτρινες και γαλάζιες λάμπες ο Χανς ήταν κόκκινος, τρέχαν τα μάτια του κι έδειχνε στα πρόθυρα της αποπληξίας. Με αγνόησε κι έλεγε κάθε τόσο «δεν έχει σημασία». Πίνανε με πίστωση. Για τον Χανς δεν υπήρχε πρόβλημα μια και τους είχε «χτίσει» το μισό μαγαζί, κι ο Στάθης δικαιούταν κι αυτός γιατί ήταν από κείνο το πρωί Doktor Doktor. Ήταν με τα πάνω, γελούσε, έπινε, χόρευε μόνος του και απειλούσε τις γκαρσόνες να τις πηδήξει και τις δυο μαζί με καρμπόν. Κρατούσε ένα χαρτόνι τυλιγμένο ρολό, ισχυριζόταν πως είναι το δίπλωμα και πως τώρα πια μπορεί να το κάνει ό,τι θέλει, το πετούσε στον αέρα, το 'κανε καλαμάκι κι έφτυνε φιστίκια, το 'βαζε στο μάτι του σαν κανοκυάλι. Στη μέση της αίθουσας υπήρχε ένα ενυδρείο με βότσαλα, φύκια, κρυφά φώτα κι έντρομα ψάρια. Εξαερίζονταν από ειδικές τρύπες, γιατί τα απομεσήμερα το καπάκωναν μ' ένα μεταλλικό σκέπασμα και το κλείδωναν απ' όταν ένας απελπισμένος φορτηγατζής άδειασε ένα μπουκάλι μπολς μέσα και ξεφώνιζε με αναφιλητά τα ψαράκια, τα ψαράκια. Στην πίσω αίθουσα μαζεύονταν η ρεμπελοπελατεία κι οποιανού δεν τ' άρεσε μπορούσε να κάτσει στην μπροστινή, εκεί μπορούσε να φέρει και τη γυναίκα του. Για να βγάζουν έξω τούτους εδώ τους εκτραχηλισμένους μπεκρήδες, όταν δεν μπορούσαν να πάρουν τα πόδια τους, χρησιμοποιούσαν την έξοδο κινδύνου δίπλα στις τουαλέτες, γλιτώνοντάς τους έτσι τον εξευτελισμό της παρέλασης από την μπροστινή αίθουσα. Οι περισσότεροι απ' αυτούς, αντιθέτως, επιζητούσαν την έξοδο απ' την κεντρική πόρτα, και μ' έναν αέρα ταλαντευόμενης αξιοπρέπειας διέσχιζαν ευθυτενείς την αίθουσα κι έβγαιναν στο δρόμο. Όσοι απ' αυτούς προλάβαιναν να φτάσουν στη γωνία μπαίναν σε ταξί. Απ' το διπλανό τραπέζι ο συμβολαιογράφος κύριος Μπέργκχαους χαμογελάει του Στάθη κι οι φλεβίτσες γύρω από τη μύτη του απλώνονται σ' όλο του το πρόσωπο. Κάθε μέρα αστράφτει ολόκληρος μαζί με το κουστούμι του σα να σαπουνίζεται μέσα σ' αυτό. Ξεπλένει τα σναπς με μεγάλες γουλιές μπίρας.
«Και δεν μου λέτε, νεαρέ μου -κατ' αρχήν συγχαρητήρια- δε μου λέτε και τι θα κάνετε τώρα;»
Ο Χανς αναποδογυρίζει ένα μπουκάλι και το αρπάζει στον αέρα με εξαιρετική νηφαλιότητα.
«Οι Αμερικάνοι», μονολογεί νοσταλγικά, «δεν έχουμε καταλάβει ακόμα τι είναι οι Αμερικάνοι», απαξιώνοντας να γίνει σαφέστερος.
Ο κύριος Μπέργκχαους χαϊδεύει το ξυρισμένο μάγουλό του και λέει, γιατί όπως καταλαβαίνετε τώρα θα δείξει. Του άρεσε αυτό που είπε, πήρε μια ανάσα κι επανέλαβε «τώρα θα δείξει».
Κρατώντας το άδειο ποτήρι του έσκυψε προς τη μεριά του Στάθη. «Δηλαδή αυτό -τι θέλω να πω- αυτό που θέλω να πω, στην πατρίδα σας χαίρουν εκτιμήσεως οι γιατροί; Εκτιμούν δηλαδή το γεγονός πως ένας σαδιστής γίνεται χειρούργος αντί μαχαιροβγάλτης;»
Τραντάζεται απ' τα γέλια και τον έντονο βήχα ο χερ Κλάους, ο πορτιέρης του διπλανού ξενοδοχείου με το παρατσούκλι Φίξιτ, και προσπαθεί να μιλήσει μέσα απ' τα γέλια και τον έντονο βήχα.
«Ώστε έτσι, αγαπητέ μου», χειρονομεί με μαεστρία όπως όταν ανοίγει τις πόρτες των αυτοκινήτων.
«Θα στα κόψω τα ξερά σου, παραλυμένε!»
«Συγνώμη, θησαυρέ μου, δεν υπήρχε η πρόθεσις. Ώστε έτσι, αγαπητέ μου», κι ανεβάζει υστερικά τη φωνή του. «Στις δυόμιση».
Ρουφώ τον καφέ με το κουταλάκι και υποχρεώνω την Anneliese να μου φέρει ένα ανθρώπινο φλιτζάνι. Την ενοχλούν οι θόρυβοι του στόματος. Στο πρόσωπο του Στάθη είναι ζωγραφισμένη η συνέχεια (και το τέλος;) της χτεσινοβραδινής κραιπάλης. Δυσφορεί.
«Τελείωνε επιτέλους», λέει.
«Στην κλινική παρουσιάστηκες;»
«Παραιτήθηκα», κι ύστερ' από λίγο, «δεν είχα προσέξει πως τον πίνεις σκέτο».
Με περιεργάζεται κι εγώ τον κατασκοπεύω καθώς σκέφτομαι την μάνα του στο Λαγκαδά. Η Anneliese ρωτάει αν μετάνιωσε κιόλας που 'γινε γιατρός, μιλάει για τη σοβαρότητα μιας τέτοιας απόφασης και είναι μεγάλος πια και πως κάτι πρέπει να κάνει κι αυτός, φερντάμτε.
Βήχω ασυναίσθητα όπως όταν μικρός κρυβόμουν πίσω απ' τη ντουλάπα κι ήθελα να με βρουν. Ντύνομαι ψάχνοντας το μεταξωτό πουκάμισο. Απ' την κουζίνα φωνάζει να πας στο διάολο και συ και το πουκάμισό σου. Βροντάει την πόρτα του μπάνιου και κλείνεται μέσα.
«Και το δίπλωμα βρε ζώον γιατί το πήρες; Για να μπεις υπάλληλος σε τράπεζα; Και τι είναι αυτή η ιστορία με τις παντρειές;»
Σάλιωσε το δάχτυλό του και καθάρισε την σκονισμένη άκρη του παπουτσιού του. Με κοίταζε κι ήθελε να με ρωτήσει γιατί μου φαίνονται τόσο παράξενα όλα αυτά. Είπε:
«Ο γέρος της Sigrid θ' αφήσει το βενζινάδικο και θα το δουλέψουμε οι δυο μας».
Δέκα χρόνια δουλειά και σπουδές. Και τον περισσότερο καιρό μόνο δουλειά. Για να γίνει γιατρός. Ο Στάθης μαγαζάτορας. Με μια μάνα χήρα στο Λαγκαδά. Κλωτσάω την κλειδωμένη πόρτα προσπαθώντας να καλύψω το θόρυβο του ντους.
«Φεύγουμε! Ραντεβού στην εκκλησία».
«Αγάπη μου, να πάρεις σαμπάνιες να τις πιούμε μετά. Γιούπι! Θα το γιορτάσουμε!»
Με το τριαντάφυλλο στο πέτο αισθάνομαι κουμπάρος.
«Λεφτά να πάρεις απ' την τσάντα μου».
«Έχω», φωνάζω, «σκατούλα» πιο σιγά. Στο Προξενείο βαριεστημάρα κι άγιος ο Θεός. Χασμουριόταν ως κι οι καρέκλες. Πού οι παλιές λαμπρές μέρες. Πήρε τα χαρτιά που χρειάζονταν, του ευχήθηκαν να ζήσει και φύγαμε. Στο σουπερμάρκετ άπλωσα το χέρι μου στις γερμανικές σαμπάνιες είπε όχι, το θέλει η στιγμή και πήρε γαλλικές. Προχωρώντας στο ταμείο σούφρωσε ένα φτηνό στυλό κι εγώ ένα κουτί χρωματιστές πινέζες. Ήταν μία η ώρα, η νύφη θα πήγαινε κατ' ευθείαν στην εκκλησία κι αποφασίσαμε να πιούμε μια μπίρα στου Joop να δροσιστούμε. Καθίσαμε έξω να θαυμάζουμε τις γυναίκες να περνούν, τ' αγόρια στα ποδήλατα και τα χοντρά αυτοκίνητα να κυλούν τεμπέλικα κάτω απ' τον ήλιο. Ο Στάθης δείχνει το παρκαρισμένο αυτοκίνητο του Χανς και λέει κάπου 'δω θα 'ναι.
«Ξέρεις πως κάθε μέρα που δεν δουλεύει χάνει ίσα μ' ένα πεντακοσάρικο απ' τις προμήθειες».
Ο Χανς πλασάρει ηλεκτρονικούς εγκεφάλους. Ο Στάθης είναι ήρεμος. Κοιτάει τα μωρά στα καροτσάκια, τον ανθοπώλη, τις όμορφες να σταυρώνουν τα ξεκάλτσωτα πόδια τους. Και τρυφερός. Στρέφεται προς το μέρος της γκαρσόνας και λέει:
«Η χοντρή έχει δουλειά και θ' αργήσουμε. Πάμε να την πιούμε μέσα».
Μας τύλιξε η δροσιά με την γεύση του αλκοόλ. Στο βάθος οι παίχτες κρύβονται και φανερώνονται κάτω απ' τα φώτα του μπιλιάρδου, καθώς οι μπάλες χτυπούν η μια την άλλη ανάμεσα σε αραιά επιφωνήματα. Γαλήνη.
Ο Χανς πλησιάζει με την στέκα στο χέρι.
«Μαγικά» ψιθυρίζει ο Στάθης. Ο Χανς γελάει και τα κόκαλα του προσώπου του τσιτώνουν το κοκκινισμένο δέρμα του.
«Αυτός ο άθλιος, αυτός ο μπεκρής» και δείχνει τον Στάθη, «αυτός, στο τέλος το κατούρησε. Το 'βαλε κάτω, το πάταγε, το κλώτσαγε, το κατούρησε κι ήθελε να το κάψει κιόλας».
Τράβηξε μια ρουφηξιά και κοίταξε πίσω του τον παίχτη να κάνει καραμπόλες.
«Σφάλμα».
Έκανε να φύγει και γύρισε ξανά. Πριν προλάβει να τον διακόψει ο Στάθης, λέει:
«Σήμερα, για πρώτη φορά, πρόσεξα τις μπάλες. Τις πρόσεξα καλά. Βεβαιώθηκα πως ό,τι και να κάνουν, όπου και να πάνε, επιστρέφουν πάντα. Ακούς; Γυρίζουν πάντα πίσω».
Τον φωνάζουν απ' το βάθος, είναι η σειρά του να παίξει και προσθέτει, υποπτεύεσαι φυσικά τις προεκτάσεις που έδωσα σ' αυτή μου την παρατήρηση.
Ο Στάθης τον σταματάει και λέει ξέρεις, σήμερα -ο Χανς τον κόβει και λέει σήμερα δεν θα ήθελα να ενοχληθώ, σκέφτομαι. Ο πατήρ Πορφύριος μόλις έχει ανάψει τα φώτα κι ετοιμάζει το τραπέζι με τον δίσκο, τα κουφέτα, το ρύζι και τα στέφανα. Η Sigrid έχει κιόλας φτάσει μ' έναν συγκινημένο πατέρα, αν και δεν παύει να μουρμουρίζει τι τα θέλαμε αυτά τα έξοδα παιδί μου, ένας γάμος στο δημαρχείο ήταν αρκετός.
Η Anneliese μπήκε φουριόζα όταν είχε αρχίσει το μυστήριο. Η παρουσία του δρόμου είναι έντονη μέσα στην εκκλησία κι όμως ο πατήρ Πορφύριος ψέλνει ήρεμα και κάνει τα λόγια του ν' ακούγονται καθαρά. Στη φάκα. Το ερώτημα πλανιέται πάλι κι αισθάνομαι να το εισπνέω όπως κάθε φορά στους σπάνιους εκκλησιασμούς μου. Άλλαξα τα στέφανα και υπνοβατώντας ακολούθησα το χορό του Ησαΐα. Στο τέλος, κι αφού τους φίλησα σταυρωτά, μέσα στη ζάλη μου, νομίζω πως αποπειράθηκα να κάνω το ίδιο με το χέρι του παπά. Στο προαύλιο η Anneliese έχει λύσει το γλωσσάκι της και λέει της Sigrid χωρίς τελειωμό. Και μπράβο, και να πεις του Στάθη να σε πάει στην Ελλάδα, και τυχερή που είσαι Θεέ μου, ήλιος, ρετσίνα. Χωρίς να πάρει ανάσα με ρωτάει αν δεν αισθάνομαι καλά.
Ο Στάθης δεν ξέρει τι να κάνει τα χέρια του, αγκαλιάζει στοργικά την Sigrid κι ύστερα λύνει τη γραβάτα του. Ο πατέρας λέει, το βράδυ σας έχω τραπέζι, θα 'ναι η αδελφή μου με τον άντρα της και δυο φίλοι. Η Anneliese λέει ευχαριστώ, εγώ καμιά άλλη φορά γιατί πιάνω δουλειά στις οχτώ.
Το αυτοκίνητο της Anneliese διασχίζει την πόλη και βγαίνουμε στα προάστια.
«Τι ωραία να 'χαμε βάλει μια ταμπέλα νιόπαντροι», λέει η Sigrid, «να 'χαμε κρεμάσει και τενεκέδες για θόρυβο και να κορνάραμε συνέχεια».
Σταθήκαμε σ' ένα μικρό πάρκιν πάνω στη στροφή και κατηφορίσαμε την πλαγιά. Βρήκαμε το μικρό ξέφωτο, κρυμμένο απ' το δρόμο, να 'χουμε στα πόδια μας τον κάμπο κι ένα μέρος της πόλης.
Ο Στάθης έχει ξαναβρεί την σιγουριά του, φοράει τα στέφανα στο κεφάλι κι αγναντεύει τα βουνά, μακριά πέρα απ' το ποτάμι. Άνοιξα μια σαμπάνια κι η Anneliese έφερε τα ψηλά κρυστάλλινα ποτήρια. Πάνω μας έρχεται ο αχός της κίνησης και σβήνει μέσα στη σιωπή του δάσους. Αδειάσαμε το μπουκάλι αμίλητοι. Η Anneliese θυμάται τα χωράφια του πατέρα της, όταν βοηθούσε στο μάζεμα της σοδειάς, και μουρμουρίζει ένα τραγούδι. Ο Στάθης είναι ξαπλωμένος στα χόρτα και η Sigrid ακουμπάει το ξανθό κεφάλι της στο στέρνο του. Γυρίζει απλά να τον κοιτάξει και τα μαλλιά της παίζουν με τ' ασημένια σκουλαρίκια της. Η Anneliese με το πρόσωπό της στον ήλιο που γέρνει, αδειάζει τις τελευταίες σταγόνες της μπουκάλας στην παλάμη της και τις ρουφάει. Ο Στάθης έχει ανασηκωθεί στους αγκώνες του και κοιτάζει αχόρταγα το ποτάμι, το τραίνο να μπαινοβγαίνει στα δέντρα, τον αυτοκινητόδρομο, ξεχωρίζει έναν έναν τους ήχους κάθε πράγματος και νομίζω πως ψιθυρίζει χαλάλι.
Νόλλας Δημήτρης
Περιοδικό «Το Δέντρο»
τεύχος 4, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 1978

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου